Ἀποκάλυψις Ἰωάννου 14
Ἀποκ. 14,1
Καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ τὸ ἀρνίον ἑστηκὸς ἐπὶ τὸ ὄρος Σιών, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, ἔχουσαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ γεγραμμένον ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν.
Σωτηρόπουλου
Ἔπειτα κοίταξα, καὶ ἰδοὺ τὸ Ἀρνίον στεκόταν στὸ ὄρος Σιών, καὶ μαζί του ἑκατὸν σαράντα τέσσερες χιλιάδες, ποὺ εἶχαν τὸ ὄνομά του καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Πατέρα του γραμμένο στὰ μέτωπά τους.
Τρεμπέλα
Καὶ εἶδον καὶ ἰδοὺ τὸ Ἀρνίον, ποὺ ἐστεκετο εἰς τὸ ὄρος Σιὼν καὶ ἐκυριάρχει ἐν μέσῳ τῆς ἐπὶ γῆς Ἐκκλησίας του. Καὶ μαζί του ἦσαν αἱ ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες τοῦ ἐπιστραφέντος καὶ πιστεύσαντος πλέον Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶχαν τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρνίου καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ γραμμένον ἐπάνω εἰς τὰ μέτωπά των.
Κολιτσάρα
Καὶ εἶδον καὶ ἰδοὺ τὸ Ἀρνίον, τὸ ὁποῖον ἐστέκετο ἐπάνω εἰς τὸ ὄρος τῆς νέας Σιών, τῆς ἀγωνιζομένης Ἐκκλησίας, καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸ πολυάριθμοι ἐκλεκτοὶ πιστοὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, ποὺ συμβολίζονται μὲ τὸν ἀριθμὸν ἑκατὸν σαράντα τέσσαρες χιλιάδες καὶ ἔχουν γραμμένο ἐπάνω εἰς τὰ μέτωπά των τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρνίου καὶ τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ.
Ἀποκ. 14,2
καὶ ἤκουσα φωνὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ὡς φωνὴν ὑδάτων πολλῶν καὶ ὡς φωνὴν βροντῆς μεγάλης· καὶ ἡ φωνὴ ἣν ἤκουσα, ὡς κιθαρῳδῶν κιθαριζόντων ἐν ταῖς κιθάραις αὐτῶν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἄκουσα φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὰν βοὴ καταρρακτῶν καὶ σὰν βοὴ δυνατῆς βροντῆς. Ἐπίσης ἡ φωνὴ, ποὺ ἄκουσα, ἦταν σὰν τὴ μουσικὴ κιθαριστῶν, ποὺ παίζουν μὲ τὶς κιθάρες τους.
Τρεμπέλα
Καὶ ἤκουσα φωνὴν ἀπὸ τὴν ἐν οὐρανοῖς θριαμβεύουσαν Ἐκκλησίαν, φωνὴν δυνατὴν σὰν φωνὴν καὶ βοὴν ὑδάτων πολλῶν, ποὺ πέφτουν ἀπὸ ψηλά, καὶ σὰν φωνὴν μεγάλης βροντῆς. Καὶ ἡ φωνὴ αὐτή, ποὺ ἤκουσα ἦτο σὰν φωνὴ κιθαροπαικτῶν, ποὺ παίζουν μὲ τὰς κιθάρας των.
Κολιτσάρα
Καὶ ἤκουσα φωνὴν ἀπὸ τὴν θριαμβεύουσαν Ἐκκλησίαν τοῦ οὐρανοῦ, σὰν τὴν βοὴν ὑδάτων πολλῶν, ποὺ πίπτουν σὰν καταρράκτες ἀπὸ ψηλά, καὶ σὰν φωνὴν μεγάλης βροντῆς. Καὶ ἡ φωνή, τὴν ὁποίαν ἤκουσα, δὲν ἦτο τρομακτικὴ ἀλλ’ εὐχάριστος, διότι ἦτο σὰν φωνὴ κιθᾳρωδῶν, ποὺ ψάλλουν καὶ συγχρόνως παίζουν μὲ τὰς κιθάρας των.
Ἀποκ. 14,3
καὶ ᾄδουσιν ᾠδὴν καινὴν ἐνώπιον τοῦ θρόνου καὶ ἐνώπιον τῶν τεσσάρων ζῴων καὶ τῶν πρεσβυτέρων· καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο μαθεῖν τὴν ᾠδὴν εἰ μὴ αἱ ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, οἱ ἠγορασμένοι ἀπὸ τῆς γῆς.
Σωτηρόπουλου
Ψάλλουν δὲ (οἱ οὐράνιοι ὑμνῳδοὶ) καινούργιο ᾆσμα ἐνώπιον τοῦ θρόνου καὶ ἐνώπιον τῶν τεσσάρων ζῳομόρφων ὄντων (ἀγγέλων) καὶ τῶν πρεσβυτέρων. Καὶ κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ μάθῃ τὸ ᾆσμα, παρὰ μόνον οἱ ἑκατὸν σαράντα τέσσερες χιλιάδες, οἱ ἐξαγορασμένοι ἀπὸ τὴ γῆ.
Τρεμπέλα
Καὶ ψάλλουν νέον ὕμνον ἐμπρὸς εἰς τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμπρὸς εἰς τὰ τέσσαρα ζῷα καὶ τοὺς εἰκοσιτέσσαρας πρεσβυτέρους. Καὶ κανεὶς ἄλλος δὲν ἠμποροῦσε νὰ καταλάβῃ καὶ νὰ νοιώσῃ τὸ περιεχόμενον καὶ τὴν ἁρμονίαν τοῦ ὕμνου αὐτοῦ παρὰ μόνον αἱ ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, ποὺ μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἀρνίου ἐξηγοράσθησαν καὶ ἐλυτρώθησαν διαλεγμένοι ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν κατοίκων τῆς γῆς.
Κολιτσάρα
Καὶ ψάλλουν νέον ὕμνον ἐμπρὸς εἰς τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμπρὸς εἰς τὰ τέσσαρα ζῶα καὶ τοὺς εἰκοσιτέσσαρες πρεσβυτέρους. Καὶ κανεὶς ἄλλος δὲν ἠμποροῦσε νὰ κατανοήσῃ τὴν νέαν αὐτὴν ᾠδήν, παρὰ μόνον οἱ ἑκατὸν σαράντα τέσσαρες χιλιάδες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐξαγορασθῆ μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἀρνίου ἀνάμεσα ἀπ’ ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς γῆς.
Ἀποκ. 14,4
οὗτοί εἰσιν οἳ μετὰ γυναικῶν οὐκ ἐμολύνθησαν· παρθένοι γάρ εἰσιν. οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκολουθοῦντες τῷ ἀρνίῳ ὅπου ἂν ὑπάγῃ. οὗτοι ἠγοράσθησαν ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἀπαρχὴ τῷ Θεῷ καὶ τῷ ἀρνίῳ·
Σωτηρόπουλου
Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ δὲν μολύνθηκαν μὲ γυναῖκες. Εἶναι δηλαδὴ παρθένοι. Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ Ἀρνίον, ὅπου καὶ ἂν πηγαίνῃ. Αὐτοὶ ἐξαγοράσθηκαν ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα ὡς ἐκλεκτότερη προσφορὰ γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὸ Ἀρνίον.
Τρεμπέλα
Αὐτοὶ ἀπηρνήθησαν ὁλοτελῶς τὸν κόσμον καὶ διὰ νὰ μείνουν τελείως ἀφωσιωμενοι εἰς τὸ Ἀρνίον δὲν ἦλθαν εἰς καμμίαν σχέσιν πρὸς γυναῖκας. Διότι εἶναι παρθένοι. Αὐτοὶ εἶναι, ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ Ἀρνίον, ὅπου καὶ ἂν ὑπάγῃ, ἀψηφοῦντες ὁποιονδήποτε κίνδυνον. Αὐτοὶ ἐξηγοράσθησαν ἀπὸ τοῦ μέσου τῶν ἀνθρώπων διὰ νὰ εἶναι ἐκλεκτὴ προσφορὰ καὶ θυσία εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὸ Ἀρνίον.
Κολιτσάρα
Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἁγνοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ Ἀρνίον, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦλθαν εἰς καμμίαν συνάφειαν μὲ γυναῖκας καὶ δὲν ἐμολύνθησαν, διότι εἶναι παρθένοι. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ ἀκολουθοῦν πιστῶς καὶ θαρραλέως τὸ Ἀρνίον, ὅπου καὶ ἂν ὑπάγῃ. Αὐτοὶ ἔχουν ἐξαγορασθῆ ἀνάμεσα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, ὡς ἐκλεκτὴ ἀπαρχὴ καὶ εὐάρεστος προσφορὰ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὸ Ἀρνίον.
Ἀποκ. 14,5
καὶ οὐχ εὑρέθη ψεῦδος ἐν τῷ στόματι αὐτῶν· ἄμωμοι γάρ εἰσιν.
Σωτηρόπουλου
Ἀκόμη καὶ στὸ στόμα τους δὲν βρέθηκε κακό (Δὲν ἁμάρτησαν οὔτε μὲ λόγια). Εἶναι δηλαδὴ ἄψογοι.
Τρεμπέλα
Καὶ δὲν εὑρέθη ψέμα εἰς τὸ στόμα των, διότι εἶναι ἄμεμπτοι.
Κολιτσάρα
Καὶ δὲν εὐρέθηκε ποτὲ ψέμα εἰς τὸ στόμα των, διότι εἶναι ἄμεμπτοι καὶ ἀκέραιοι.
Ἀποκ. 14,6
Καὶ εἶδον ἄλλον ἄγγελον πετόμενον ἐν μεσουρανήματι, ἔχοντα εὐαγγέλιον αἰώνιον εὐαγγελίσαι ἐπὶ τοὺς καθημένους ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐπὶ πᾶν ἔθνος καὶ φυλὴν καὶ γλῶσσαν καὶ λαόν,
Σωτηρόπουλου
Εἶδα ἐπίσης ἕνα ἄλλο ἄγγελο νὰ πετᾷ μεσουρανίς. Εἶχε οὐράνιο ἄγγελμα γιὰ νὰ διαλαλήσῃ στοὺς κατοίκους τῆς γῆς, καὶ μάλιστα σὲ κάθε ἔθνος καὶ φυλὴ καὶ γλῶσσα καὶ λαό.
Τρεμπέλα
Καὶ εἶδα ἄλλον ἄγγελον νὰ πετᾷ εἰς τὸ μέσον τοῦ οὐρανοῦ καὶ νὰ ἔχῃ χαρμόσυνον μήνυμα, ποὺ ἀπὸ καταβολῆς τοῦ κόσμου περιείχετο εἰς τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ αἰώνων πολλῶν προεκηρύχθη ἀπὸ τοὺς προφήτας καὶ διελαλήθη ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν διὰ τοῦ Χριστοῦ σωτηρίαν τῶν πιστῶν καὶ τὴν κατάκρισιν τῶν ἀπίστων. Καὶ εἶχε τὸ εὐαγγέλιον αὐτὸ ὁ ἄγγελος διὰ νὰ τὸ άναγγείλῃ καὶ τὸ διακηρύξῃ εἰς ὅλην τὴν γῆν καὶ εἰς κάθε ἔθνος καὶ φυλὴν καὶ ξενογλώσσους ἀνθρώπους καὶ εἰς κάθε λαόν,
Κολιτσάρα
Καὶ εἶδα ἄλλον ἄγγελον νὰ πετᾷ εἰς τὰ μεσουράνια καὶ νὰ ἔχῃ χαρμόσυνον, αἰωνίου κύρους μήνυμα, τὸ μήνυμα τῆς λυτρώσεως καὶ τῆς ἀνταποδόσεως, διὰ νὰ τὸ ἀναγγείλῃ καὶ διαλαλήσῃ εἰς ὅλους ὅσοι εὑρίσκονται εἰς τὴν γῆν, εἰς κάθε ἔθνος καὶ κάθε φυλὴν καὶ γλῶσσαν καὶ λαόν,
Ἀποκ. 14,7
λέγων ἐν φωνῇ μεγάλῃ· φοβήθητε τὸν Κύριον καὶ δότε αὐτῷ δόξαν, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς κρίσεως αὐτοῦ, καὶ προσκυνήσατε τῷ ποιήσαντι τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πηγὰς ὑδάτων.
Σωτηρόπουλου
Ἔλεγε μεγαλοφώνως· «Φοβηθῆτε τὸν Κύριο καὶ δοξάσετε αὐτόν, διότι ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς κρίσεώς του, καὶ προσκυνήσετε ἐκεῖνον, ποὺ δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα καὶ τὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων».
Τρεμπέλα
λέγων μὲ φωνὴν μεγάλην· Φοβηθῆτε τὸν Κύριον καὶ δώσατε δόξαν εἰς αὐτόν, διότι ἦλθεν ἡ ὥρα, ποὺ θὰ κάμῃ τὴν κρίσιν του. Καὶ προσκυνήσατε εἰς αὐτόν, ποὺ ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τὰς πηγὰς τῶν νερῶν.
Κολιτσάρα
λέγων μὲ μεγάλην φωνήν· «φοβηθῆτε τὸν Κύριον καὶ δοξάσατε τὸ ὄνομά του, διότι ἦλθεν ἡ ὥρα, ποὺ θὰ κάμῃ τὴν μεγάλην κρίσιν καὶ θὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Καὶ προσκυνήσατε αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων».
Ἀποκ. 14,8
καὶ ἄλλος δεύτερος ἄγγελος ἠκολούθησε λέγων· ἔπεσεν, ἔπεσε Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, ἣ ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πεπότικε πάντα ἔθνη.
Σωτηρόπουλου
Τότε ἕνας ἄλλος ἄγγελος, δεύτερος, ἀκολούθησε καὶ εἶπε· «Ἔπεσε, ἔπεσε ἡ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ μεθυστικὸ κρασὶ τῆς πορνείας της πότισε ὅλα τὰ ἔθνη».
Τρεμπέλα
Καὶ ἄλλος δεύτερος ἄγγελος ἦλθεν ὕστερα καὶ εἶπεν· Ἔπεσεν, ἔπεσεν ἡ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη. Δηλαδή· ἔπεσεν ἡ Ρώμη, καθὼς καὶ τὰ ἐξεικονιζόμενα ὑπ’ αὐτῆς καθ’ ὅλας τὰς γενεὰς καὶ μάλιστα κατὰ τοὺς ἐσχάτους καιροὺς κέντρα τῆς κρατικῆς ἀσεβείας καὶ ἀντιχρίστου πνευματικῆς δυνάμεως. Ἡ ἀλληγορούμενη αὐτὴ Βαβυλὼν ἔχει ποτίσει ὅλα τὰ ἔθνη μὲ τὴν μεθυστικὴν δύναμιν καὶ λύσσαν τῆς πορνείας της καὶ τῆς εἰδωλολατρικῆς παραφορᾶς καὶ διαφθορᾶς της.
Κολιτσάρα
Καὶ ἄλλος δεύτερος ἄγγελος ἦλθεν ἔπειτα ἀπὸ τὸν πρῶτον λέγων· «ἔπεσεν, ἔπεσεν ἡ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη. (Ἡ πολυάνθρωπος καὶ διευθαρμένη Ρώμη, ἡ ὁποία ὡς πρὸς τὴν φαυλότητα καὶ ἐξαθλίωσιν της ὁμοιάζει μὲ τὴν παλαιὰν ἁμαρτωλὴν Βαβυλῶνα). Αὐτὴ ἡ νέα, διεφθαρμένη Βαβυλὼν ἔχει ποτίσει ὅλα τὰ ἔθνη μὲ τὴν κραιπάλην τῆς ἀσωτίας της, μὲ τὴν φλόγα καὶ τὴν παραφορὰν τῆς σαρκολατρίας της».
Ἀποκ. 14,9
Καὶ ἄλλος ἄγγελος τρίτος ἠκολούθησεν αὐτοῖς λέγων ἐν φωνῇ μεγάλῃ· εἴ τις προσκυνεῖ τὸ θηρίον καὶ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ, καὶ λαμβάνει τὸ χάραγμα ἐπὶ τοῦ μετώπου αὐτοῦ ἢ ἐπὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ,
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἕνας ἄλλος ἄγγελος, τρίτος, ἀκολούθησε σ’ αὐτοὺς λέγοντας μεγαλοφώνως· «Ὅποιος προσκυνεῖ τὸ θηρίο καὶ τὸ ὁμοίωμά του (τὸ εἴδωλό του), καὶ λαμβάνει τὸ χάραγμα (τὴ σφραγῖδα) στὸ μέτωπό του ἢ στὸ χέρι του,
Τρεμπέλα
Καὶ ἄλλος ἄγγελος τρίτος ἦλθεν ὕστερα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ εἶπε μὲ φωνὴν μεγάλην· Ὅποιος προσκυνεῖ τὸ θηρίον καὶ τὴν εἰκόνα του καὶ παίρνει χάραγμα καὶ σφραγῖδα ἀπὸ αὐτὸ εἰς τὸ μέτωπόν του ἢ εἰς τὸ χέρι του,
Κολιτσάρα
Καὶ ἄλλος, τρίτος ἄγγελος ἦλθεν ἔπειτα ἀπὸ αὐτούς, λέγων μὲ φωνὴν μεγάλην· «ὅποιος προσκυνεῖ τὸ θηρίον, τὸν ἀντίχριστον καὶ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ καὶ παίρνει τὴν χαραγμένην σφραγῖδα του ἐπάνω εἰς τὸ μέτωπόν του ἢ εἰς τὸ χέρι του (καὶ δηλώνει ἔτσι δουλικὴν ὑποταγὴν εἰς αὐτό)
Ἀποκ. 14,10
καὶ αὐτὸς πίεται ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ κεκερασμένου ἀκράτου ἐν τῷ ποτηρίῳ τῆς ὀργῆς αὐτοῦ, καὶ βασανισθήσεται ἐν πυρὶ καὶ θείῳ ἐνώπιον τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου.
Σωτηρόπουλου
καὶ αὐτὸς (ὅπως ἡ Βαβυλὼν) θὰ πιῇ ἀπὸ τὸ κρασὶ τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει μπεῖ ἀνέρωτο καὶ πολὺ δυνατὸ μέσα στὸ ποτήρι τῆς ὀργῆς του, καὶ θὰ βασανίζεται μὲ φωτιὰ καὶ θειάφι ἐνώπιον τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρνίου.
Τρεμπέλα
καὶ αὐτὸς θὰ πίῃ ἀπὸ τὸν οἶνον τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει κερασθῇ καὶ ἑτοιμασθῇ ἀνόθευτος καὶ δριμὺς εἰς τὸ ποτήριον τῆς ὀργῆς του, καὶ θὰ βασανισθῇ μὲ φωτιὰ καὶ θειάφι ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἁγίους ἀγγέλους καὶ ἐμπρὸς εἰς τὸ Ἀρνίον.
Κολιτσάρα
καὶ αὐτὸς θὰ πίῃ ἀπὸ τὸν οἶνον τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει κερασθῇ ἀνόθευτος καὶ δραστικὸς εἰς τὸ ποτήρι τῆς ὀργῆς του καὶ θὰ βασανισθῇ μὲ φωτιὰ καὶ θειάφι (μὲ σωματικὰς καὶ ψυχικὰς τιμωρίας) ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἁγίους ἀγγέλους καὶ ἐμπρὸς εἰς τὸ Ἀρνίον.
Ἀποκ. 14,11
καὶ ὁ καπνὸς τοῦ βασανισμοῦ αὐτῶν εἰς αἰῶνας αἰώνων ἀναβαίνει, καὶ οὐκ ἔχουσιν ἀνάπαυσιν ἡμέρας καὶ νυκτὸς οἱ προσκυνοῦντες τὸ θηρίον καὶ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ, καὶ εἴ τις λαμβάνει τὸ χάραγμα τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὁ καπνὸς τοῦ βασανισμοῦ τους ἀνεβαίνει αἰωνίως, καὶ δὲν ἔχουν ἀνάπαυσι ἡμέρα καὶ νύκτα ὅσοι προσκυνοῦν τὸ θηρίο καὶ τὸ ὁμοίωμά του (τὸ εἴδωλό του), καὶ ὅποιος λαμβάνει τὸ χάραγμα (τὴ σφραγῖδα) τοῦ ὀνόματός του».
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ καπνὸς τῆς φωτιᾶς καὶ τοῦ θειαφιοῦ, ποὺ θὰ τοὺς βασανίζῃ ἀκατάπαυστα, θὰ ἀναβαίνῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων καὶ δὲν θὰ ἔχουν ἀνάπαυσιν ἡμέραν καὶ νύκτα αὐτοί, ποὺ προσκυνοῦν τώρα τὸ θηρίον καὶ τὴν εἰκόνα του καὶ ὅποιος παίρνει τὸ χάραγμα καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ ὀνόματός του.
Κολιτσάρα
Καὶ ὁ καπνὸς ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὸ θειάφι τοῦ ἀκαταπαύστου βασανισμοῦ των θὰ ἀνεβαίνῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων καὶ δὲν θὰ ἔχουν καθόλου ἀνάπαυσιν ἡμέραν καὶ νύκτα αὐτοί ποὺ προσκυνοῦν τὸ θηρίον καὶ τὴν εἰκόνα του, καὶ ὅποιος ἄλλος παίρνει τὸ χάραγμα τῆς σφραγῖδος τοῦ ὀνόματος τοῦ θηρίου.
Ἀποκ. 14,12
Ὧδε ἡ ὑπομονὴ τῶν ἁγίων ἐστίν, οἱ τηροῦντες τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν πίστιν Ἰησοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ἐδῶ φαίνεται ἡ ὑπομονὴ τῶν ἁγίων (τῶν πιστῶν), αὐτῶν ποὺ τηροῦν (φυλάσσουν) τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Πίστι τοῦ Ἰησοῦ (τὴ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ).
Τρεμπέλα
Ἐδῶ κατὰ τὸν καιρὸν αὐτὸν τοῦ ἀντιχρίστου δεικνύεται ἡ ὑπομονὴ καὶ ἐγκαρτέρησις καὶ ἀντοχὴ τῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι τηροῦν τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ καὶ κρατοῦν τὴν πίστιν πρὸς τὸν Ἰησοῦν.
Κολιτσάρα
Ἐδῶ τώρα δείχνεται ἡ ὑπομονὴ τῶν Χριστιανῶν, αὐτῶν ποὺ τηροῦν τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ καὶ κρατοῦν σταθερὰ τὴν πίστιν τοῦ Ἰησοῦ».
Ἀποκ. 14,13
Καὶ ἤκουσα φωνῆς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· γράψον, μακάριοι οἱ νεκροὶ οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπ’ ἄρτι. ναί, λέγει τὸ Πνεῦμα, ἵνα ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν· τὰ δὲ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν.
Σωτηρόπουλου
Ἄκουσα ἐπίσης φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ἔλεγε· «Γράψε· Οἱ νεκροί, οἱ ὁποῖοι πεθαίνουν μὲ πίστι στὸν Κύριο, εἶναι εὐτυχεῖς ἀπὸ τώρα (ἀπὸ τὴν ὥρα τοῦ δυσαρέστου γεγονότος τοῦ θανάτου). Ναί, λέγει τὸ Πνεῦμα, διότι ἀναπαύονται ἀπὸ τοὺς κόπους τους, καὶ τὰ ἔργα τους τοὺς συνοδεύουν (ὡς συνήγοροί τους)».
Τρεμπέλα
Καὶ ἤκουσα φωνὴν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἡ ὁποία ἔλεγε· Γράψε· Μακάριοι ἀπὸ τώρα εἶναι οἱ νεκροί, ποὺ πεθαίνουν πιστεύοντες εἰς τὸν Κύριον καὶ ἐνωμένοι μὲ αὐτόν. Ναί· εἶναι μακάριοι, λέγει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Διότι πεθαίνουν, διὰ να ἀναπαυθοῦν ἀπὸ τοὺς κόπους των. Καὶ θὰ ἀναπαυθοῦν, διότι τὰ ἅγια ἔργα των παρακολουθοῦν μαζί των εἰς τὴν ἄλλην ζωήν.
Κολιτσάρα
Καὶ ἤκουσα φωνὴν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἡ ὁποία ἔλεγε· «γράψε· μακάριοι ἀπ’ ἐδῶ καὶ πέρα εἶναι οἱ νεκροί, ποὺ πεθαίνουν μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν κοινωνίαν των πρὸς τὸν Χριστόν. Ναί, πράγματι καὶ ἀληθείᾳ, εἶναι μακάριοι, λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ πεθαίνουν, διὰ ν’ ἀναπαυθοῦν ἀπὸ τοὺς κόπους των· τὰ δὲ ἐνάρετα ἔργα των τοὺς συνοδεύουν σὰν θησαυρὸς ἀναφαίρετος μαζῆ των,εἰς τὴν ἄλλην ζωήν, ὡς ἀπόδειξις τῆς πίστεώς των καὶ συνήγορός των ἐνώπιον τοῦ δικαίου Θεοῦ».
Ἀποκ. 14,14
Καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ νεφέλη λευκή, καὶ ἐπὶ τὴν νεφέλην καθήμενος ὅμοιος υἱῷ ἀνθρώπου, ἔχων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ στέφανον χρυσοῦν καὶ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ δρέπανον ὀξύ.
Σωτηρόπουλου
Κοίταξα τότε, καὶ ἰδοὺ ἕνα λευκό σύννεφο, καὶ πάνω στὸ σύννεφο καθόταν κάποιος ὅμοιος μὲ υἱὸν ἀνθρώπου. Πάνω στὸ κεφάλι του εἶχε στεφάνι χρυσό, καὶ στὸ χέρι του δρεπάνι κοφτερό.
Τρεμπέλα
Καὶ εἶδα τὴν κρίσιν τοῦ Θεοῦ νὰ προεικονίζεται καὶ νὰ προεξαγγέλλεται. Καὶ ἰδοὺ ἕνα φωτεινὸν σύννεφον. Καὶ ἐπάνω εἰς τὸ σύννεφον εἶδα νὰ κάθηται πρόσωπον, ποὺ ὠμοίαζε πρὸς υἱὸν ἀνθρώπου. Καὶ εἶχεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του βασιλικὸν στέμμα χρυσὸν καὶ εἰς τὸ χέρι του ἐκρατοῦσε δρέπανον ἀκονισμένον καὶ κοπτερόν.
Κολιτσάρα
Καὶ εἶδα νέον ὅραμα· καὶ ἰδοὺ ἕνα λευκόν, ὁλόφωτον σύνεφον, καὶ ἐπάνω εἰς τὸ σύνεφο εἶδα νὰ κάθεται ὁ δικαιοκρίτης Χριστός, ποὺ ὠμοίαζε πρὸς υἱὸν ἀνθρώπου. Καὶ εἶχεν ἐπάνω εἰς τὸ κεφάλι του, ὡς βασιλικὸν διάδημα, ὁλόχρυσον στέφανον καὶ εἰς τὸ χέρι του ἐκρατοῦσε δρεπάνι κοφτερό.
Ἀποκ. 14,15
Καὶ ἄλλος ἄγγελος ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ναοῦ, κράζων ἐν φωνῇ μεγάλῃ τῷ καθημένῳ ἐπὶ τῆς νεφέλης· πέμψον τὸ δρέπανόν σου καὶ θέρισον, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα τοῦ θερίσαι, ὅτι ἐξηράνθη ὁ θερισμὸς τῆς γῆς.
Σωτηρόπουλου
Ἕνας ἄλλος ἄγγελος βγῆκε τότε ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ ἔκραζε μὲ φωνὴ μεγάλη στὸν καθήμενο πάνω στὸ σύννεφο· «Βάλε τὸ δρεπάνι σου καὶ θέρισε, διότι ἦλθεν ἡ ὥρα τοῦ θερισμοῦ, διότι τὰ σπαρτὰ γιὰ θερισμὸ ὡρίμασαν τελείως».
Τρεμπέλα
Καὶ ἄλλος ἄγγελος ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ ἐν οὐρανοῖς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐφώναζε μὲ μεγάλην φωνὴν εἰς αὐτόν, ποὺ ἐκάθητο εἰς τὸ σύννεφον· Στεῖλε τὸ δρέπανόν σου καὶ θέρισε, διότι ἦλθεν ἡ ὥρα διὰ νὰ θερίσωμεν καὶ νὰ μαζεύσωμεν ἡμεῖς οἱ ἄγγελοί σου τοὺς ἐκλεκτούς, διότι ὠρίμασεν ὁ σπόρος τῆς εὐσεβείας καὶ ἐξεράθησαν τὰ στάχυα, ποὺ πρέπει νὰ θερίσωμεν εἰς τὴν γῆν.
Κολιτσάρα
Καὶ ἄλλος ἄγγελος ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, κράζων μὲ μεγάλην φωνὴν πρὸς ἐκεῖνον, ποὺ ἐκάθητο ἐπάνω εἰς τὴν νεφέλην· «στεῖλε τὸ δρεπάνι σου καὶ θέρισε, διότι ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ θερίσῃς, ὠρίμασαν πλέον καὶ ἐμέστωσαν οἱ κόκκοι τοῦ σίτου καὶ ἐξηράνθησαν τὰ στάχυα, ἕτοιμα πρὸς θερισμόν». (Μάζεψε ὡς σῖτον ἐκλεκτὸν εἰς τὰς οὐρανίους ἀποθήκας σου τοὺς πιστοὺς εἰς σὲ καὶ ἐκλεκτοὺς Χριστιανούς).
Ἀποκ. 14,16
καὶ ἔβαλεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τὴν νεφέλην τὸ δρέπανον αὐτοῦ ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ἐθερίσθη ἡ γῆ.
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ καθήμενος πάνω στὸ σύννεφο ἔθεσε τὸ δρεπάνι του στὴ γῆ καὶ θερίσθηκε ἡ γῆ.
Τρεμπέλα
Καὶ ἔρριψεν αὐτός, ποὺ ἐκάθητο εἰς τὸ σύννεφον τὸ δρέπανόν του εἰς τὴν γῆν, καὶ ἐθερίσθη ἡ γῆ καὶ ἐμαζεύθη ὁ ὥριμος σῖτος τῶν ἐκλεκτῶν.
Κολιτσάρα
Καὶ αὐτὸς ποὺ ἐκάθητο ἐπάνω εἰς τὸ σύννεφον ἔρριψε τὸ δρεπάνι του εἰς τὴν γῆν καὶ ἐθερίσθη ἡ γῆ (καὶ οἱ δίκαιοι, σὰν ἐκλεκτὸς σῖτος μετεφέρθησαν εἰς τὸν οὐρανόν).
Ἀποκ. 14,17
Καὶ ἄλλος ἄγγελος ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ναοῦ τοῦ ἐν τῷ οὐρανῷ, ἔχων καὶ αὐτὸς δρέπανον ὀξύ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἄλλος ἄγγελος βγῆκε ἀπὸ τὸν οὐράνιο ναό, κρατώντας καὶ αὐτὸς δρεπάνι κοφτερό.
Τρεμπέλα
Καὶ ἄλλος ἄγγελος ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ ἐν οὐρανοῖς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχε καὶ αὐτὸς δρέπανον ἀκονισμένον καὶ κοπτερόν.
Κολιτσάρα
Καὶ ἄλλος ἄγγελος ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸν οὐράνιον ναὸν τοῦ Θεοῦ. Εἶχε καὶ αὐτὸς δρεπάνι καλοτροχισμένο καὶ κοπτερό.
Ἀποκ. 14,18
Καὶ ἄλλος ἄγγελος ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ θυσιαστηρίου, ἔχων ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ πυρός, καὶ ἐφώνησε κραυγῇ μεγάλῃ τῷ ἔχοντι τὸ δρέπανον τὸ ὀξὺ λέγων· πέμψον σου τὸ δρέπανον τὸ ὀξὺ καὶ τρύγησον τοὺς βότρυας τῆς ἀμπέλου τῆς γῆς, ὅτι ἤκμασεν ἡ σταφυλὴ τῆς γῆς.
Σωτηρόπουλου
Ἀκόμη ἕνας ἄλλος ἄγγελος βγῆκε ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο, ποὺ εἶχε ἐξουσία στὴ φωτιά, καὶ φώναξε μὲ κραυγὴ μεγάλη σ’ ἐκεῖνον, ποὺ κρατοῦσε τὸ κοφτερὸ δρεπάνι, λέγοντας· «Βάλε τὸ κοφτερὸ δρεπάνι σου καὶ τρύγησε τὰ σταφύλια ἀπὸ τὰ κλήματα τῆς γῆς, διότι ὡρίμασαν τὰ σταφύλια τῆς γῆς».
Τρεμπέλα
Καὶ ἄλλος ἄγγελος ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον, ὅπου τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων ἐζήτει ἐκδίκησιν κατὰ τῶν ἀσεβῶν κατοίκων τῆς γῆς. Καὶ ὁ ἄγγελος αὐτὸς εἶχεν ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς φωτιᾶς τῆς κολάσεως, διὰ τῆς ὁποίας θὰ τιμωρηθοῦν οἱ ἀσεβεῖς. Καὶ ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνὴν εἰς τὸν ἄγγελον ποὺ εἶχε τὸ κοπτερὸν δρέπανον, καὶ εἶπε· Στεῖλε τὸ δρέπανόν σου τὸ κοπτερὸν καὶ τρύγησε τοὺς ἀσεβεῖς σὰν ἄλλα σταφύλια τῆς ἀντιχρίστου ἀμπέλου τῆς γῆς, διότι ὠρίμασε τὸ σταφύλι τῆς γῆς καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον ἡ κακία αὐτῆς.
Κολιτσάρα
Καὶ ἄλλος ἄγγελος, ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον, (κάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὑπῆρχαν αἱ ψυχαὶ ἐκείνων, ποὺ εἶχαν σφαγῆ διὰ τὴν πίστιν των εἰς τὸ Ἀρνίον). Καὶ αὐτός, ὄργανον τῆς θείας δικαιοσύνης, εἶχε ἐξουσίαν εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως, ποὺ φλογίζει τοὺς ἀσεβεῖς, καὶ ἔκραξε μὲ μεγάλην κραυγὴν εἰς τὸν ἄγγελον ποὺ εἶχε τὸ κοφτερὸ δρεπάνι, λέγων· «στεῖλε τὸ κοφτερὸ δρεπάνι σου καὶ τρύγησε τὰ σταφύλια ἀπὸ τὰ ἀμπέλια τῆς γῆς, διότι ἔχει ὠριμάσει πλέον τὸ σταφύλι τῆς γῆς». (Στεῖλε ὄλεθρον καὶ θάνατον εἰς τοὺς ἀσεβεῖς καὶ φαύλους, διότι ἡ κακία των ἔχει φθάσει εἰς τὸ ἀπροχώρητον).
Ἀποκ. 14,19
καὶ ἔβαλεν ὁ ἄγγελος τὸ δρέπανον αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν, καὶ ἐτρύγησε τὴν ἄμπελον τῆς γῆς, καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν ληνὸν τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ τὴν μεγάλην.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἔθεσε ὁ ἄγγελος τὸ δρεπάνι του στὴ γῆ καὶ τρύγησε τὰ κλήματα τῆς γῆς καὶ ἔρριξε (τὰ σταφύλια) στὸ μεγάλο πατητήρι τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ.
Τρεμπέλα
Καὶ ἔρριψεν ὁ ἄγγελος τὸ δρέπανόν του εἰς τὴν γῆν καὶ ἐτρύγησε τὴν ἄμπελον, ποὺ ἐφύτευσε καὶ ἐκαλλιέργησεν ὁ ἀντίχριστος εἰς τὴν γῆν, καὶ ἔρριψε τὰ σταφύλια της εἰς τὸν μεγάλον ληνὸν τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Καὶ ἔρριψεν ὁ ἄγγελος τὸ δρεπάνι του εἰς τὴν γῆν καὶ ἐτρύγησε τὴν ἄμπελον τῆς παρανομίας καὶ ἔρριψε τοὺς ἁμαρτωλοὺς σὰν σταφύλια εἰς τὸ μεγάλο πατητήρι τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ἀποκ. 14,20
καὶ ἐπατήθη ἡ ληνὸς ἔξω τῆς πόλεως, καὶ ἐξῆλθεν αἷμα ἐκ τῆς ληνοῦ ἄχρι τῶν χαλινῶν τῶν ἵππων ἀπὸ σταδίων χιλίων ἑξακοσίων.
Σωτηρόπουλου
Καὶ πατήθηκε τὸ πατηρήρι ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι, καὶ ἔρρευσε αἷμα ἀπὸ τὸ πατητήρι (καὶ ὑψώθηκε) μέχρι τὰ χαλινάρια τῶν ἵππων σὲ ἔκτασι χιλίων ἑξακοσίων σταδίων (τριακοσίων χιλιομέτρων περίπου).
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπατήθη ὁ ληνός, ποὺ ἦτο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, εἰς τὴν ἀλληγορικὴν κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάτ, ὅπου συμβολικῶς γίνεται ἡ κρίσις τῶν ἐθνῶν. Καὶ ἐβγῆκεν αἷμα ἀπὸ τὸν ληνὸν πολύ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη ποταμὸς μεγάλος εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἔπλεαν τὰ ἄλογα μέχρι τοῦ χαλινοῦ των, καὶ ἐπλημμύρισεν ἔκτασιν χιλίων ἑξακοσίων σταδίων. Τόσον μεγάλη καὶ καταστρεπτικὴ ἦτο ἡ σφαγὴ αὐτή.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐπατήθη τὸ πατητήρι, αὐτό, ποὺ ἦτο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, καὶ ἐβγῆκεν αἷμα, ποὺ ἐπλημμύρισε τὴν περιοχὴν εἰς ἔκτασιν χιλίων ἑξακοσίων σταδίων καὶ εἰς ὕψος μέχρι τὰ χαλινάρια τῶν ἵππων.