Ἀποκάλυψις Ἰωάννου 18

Ἀποκ. 18,1

Μετὰ ταῦτα εἶδον ἄλλον ἄγγελον καταβαίνοντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἔχοντα ἐξουσίαν μεγάλην, καὶ ἡ γῆ ἐφωτίσθη ἐκ τῆς δόξης αὐτοῦ,

Σωτηρόπουλου

Μετὰ ἀπ’ αὐτὰ εἶδα ἄλλον ἄγγελο νὰ κατεβαίνῃ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Εἶχε ἐξουσία μεγάλη, καὶ ἡ γῆ φωτίσθηκε ἀπὸ τὴ λάμψι του.

Τρεμπέλα

Ὕστερον ἀπὸ αὐτὰ εἶδα ἄλλον ἄγγελον νὰ καταβαίνῃ ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐξουσίαν μεγάλην, καὶ ἡ γῆ ἔλαμψε καὶ ἐφωτίσθη ἀπὸ τὴν ἀπαστράπτουσαν δόξαν του.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ εἶδα ἄλλον ἄγγελον νὰ κατεβαίνῃ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν μὲ ἐξουσίαν μαγάλην, καὶ ἡ γῆ ἐπλημμῦρησε φῶς ἀπὸ τὴν ὁλόλαμπρον δόξαν του.

Ἀποκ. 18,2

καὶ ἔκραξεν ἐν ἰσχυρᾷ φωνῇ λέγων· ἔπεσεν, ἔπεσε Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, καὶ ἐγένετο κατοικητήριον δαιμονίων καὶ φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ φυλακὴ παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου καὶ μεμισημένου·

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἔκραξε μὲ ἰσχυρὴ φωνὴ λέγοντας· «Ἔπεσε, ἔπεσε ἡ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, καὶ ἔγινε κατοικία δαιμονίων, καὶ καταφύγιο κάθε ἀκαθάρτου πνεύματος, καὶ φωλιὰ κάθε ἀκαθάρτου καὶ σιχαμένου ὄρνιου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐφώναξε μὲ δυνατὴν φωνὴν καὶ εἶπεν· Ἔπεσεν, ἔπεσεν ἡ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, καὶ ἔγινε τόπος, ποὺ κατοικοῦν δαιμόνια, καὶ ἀσφαλὴς διαμονὴ κάθε ἀκαθάρτου πνεύματος καὶ προφυλαγμένη φωληὰ κάθε ἀκαθάρτου καὶ μισημένου ὀρνέου.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔκραξε μὲ φωνὴν μεγάλην, λέγων· «ἔπεσε, ἔπεσε ἡ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη καὶ ἔγινε κατοικητήριον τῶν δαιμόνων καὶ καταφύγιον παντὸς ἀκαθάρτου πνεύματος καὶ ἀπόκρυφη φωλιὰ κάθε ἀκαθάρτου καὶ ἀντιπαθητικοῦ ὀρνέου.

Ἀποκ. 18,3

ὅτι ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πέπωκαν πάντα τὰ ἔθνη, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς μετ’ αὐτῆς ἐπόρνευσαν, καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτησαν.

Σωτηρόπουλου

Διότι ἀπὸ τὸ μεθυστικὸ κρασὶ τῆς πορνείας της ἔχουν πιεῖ ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς πόρνευσαν μαζί της, καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς πλούτησαν ἀπὸ τὸν ἄφθονο πλοῦτο της».

Τρεμπέλα

Καὶ συνέβησαν αὐτὰ εἰς αὐτήν, διότι ἀπὸ τὸ ἐξόχως μεθυστικὸν κρασὶ τῆς εἰδωλολατρικῆς ἀποστασίας καὶ τῆς διαφθορᾶς της ἔχουν πίει ὅλα τὰ ἔθνη· καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς ἐπόρνευσαν μαζί της, διότι παρεσύρθησαν ἀπὸ τὴν ἐπιρροήν της εἰς διεφθαρμένην καὶ ἀσεβῆ εἰδωλολατρικὴν ζωήν· καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς ἐπλούτησαν ἀπὸ τὴν δύναμιν τῆς ἡδυπαθείας της καὶ τῆς παραφόρου καὶ ἀλαζονικῆς σαρκολατρίας της.

Κολιτσάρα

Καὶ μετεβλήθη εἰς ἐρείπια, διότι ἀπὸ τὸν δραστικὸν οἶνον τῆς ἀκολάστου καὶ παραφόρου αὐτῆς φαυλότητος ἔχουν πιεῖ ὅλα τὰ ἔθνη. Καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς ἐπόρνευσαν μαζῆ της καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς ἐπλούτησαν ἀπὸ τοὺς ἡδυπαθεῖς καὶ παραφόρους πόθους της».

Ἀποκ. 18,4

Καὶ ἤκουσα ἄλλην φωνὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσαν· ἔξελθε ἐξ αὐτῆς ὁ λαός μου, ἵνα μὴ συγκοινωνήσητε ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῆς, καὶ ἵνα ἐκ τῶν πληγῶν αὐτῆς μὴ λάβητε·

Σωτηρόπουλου

Ἄκουσα δὲ ἄλλη φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ λέγῃ· «Ἐξέλθετε ἀπ’ αὐτή, λαέ μου, γιὰ νὰ μὴ γίνετε συμμέτοχοι στὶς ἁμαρτίες της, καὶ γιὰ νὰ μὴ πληγῆτε ἀπὸ τὶς συμφορές της.

Τρεμπέλα

Καὶ ἤκουσα ἄλλην φωνὴν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν νὰ λέγῃ· Ἐβγᾶτε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν αὐτὴν ὅσοι ἀποτελεῖτε τὸν λαὸν ἐμοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ μὴ γίνετε συμμέτοχοι καὶ συνυπεύθυνοι εἰς τὰς ἁμαρτίας της καὶ νὰ μὴ λάβετε καὶ σεῖς μέρος ἀπὸ τὰς τιμωρίας καὶ τὰς πληγάς, μὲ τὰς ὁποίας θὰ κτυπηθῇ.

Κολιτσάρα

Καὶ ἤκουσα ἄλλην φωνὴν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν νὰ λέγῃ· «ἐβγᾶτε ἔξω ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἁμαρτωλὴν πόλιν σεῖς, ποὺ ἀποτελεῖτε τὸν λαόν μου, διὰ νὰ μὴ γίνετε συμμέτοχοι εἰς τὰς ἁμαρτίας της καὶ νὰ μὴ λάβετε μέρος εἰς τὰς τιμωρίας της.

Ἀποκ. 18,5

ὅτι ἐκολλήθησαν αὐτῆς αἱ ἁμαρτίαι ἄχρι τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐμνημόνευσεν ὁ Θεὸς τὰ ἀδικήματα αὐτῆς.

Σωτηρόπουλου

Διότι ἔφθασαν μέχρι τὸν οὐρανὸ οἱ ἁμαρτίες της, καὶ ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν ὁ Θεὸς τὰ ἀνομήματά της.

Τρεμπέλα

Διότι ἔφθασαν αἱ ἁμαρτίαι της μέχρι τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐνεθυμήθη ὁ Θεὸς τὰ ἀδικήματά της.

Κολιτσάρα

Διότι ἀνέβηκαν οἱ ἁμαρτίες της μέχρι τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐθυμήθηκε ὁ Θεὸς τὰς ἀδικίας της».

Ἀποκ. 18,6

ἀπόδοτε αὐτῇ ὡς καὶ αὐτὴ ἀπέδωκε, καὶ διπλώσατε αὐτῇ διπλᾶ κατὰ τὰ ἔργα αὐτῆς· ἐν τῷ ποτηρίῳ ᾧ ἐκέρασε, κεράσατε αὐτῇ διπλοῦν.

Σωτηρόπουλου

Φερθῆτε σ’ αὐτή, ὅπως καὶ αὐτὴ φέρθηκε. Καὶ ἀνταποδώσετε σ’ αὐτὴ διπλᾶ συμφώνως πρὸς τὰ ἔργα της. Μὲ τὸ ποτήρι, μὲ τὸ ὁποῖο κέρασε, διπλοκεράσετε αὐτήν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ φωνὴ τώρα ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Βαβυλῶνος καὶ τοὺς λέγει: Ἀνταποδώσατέ της, ὅπως καὶ αὐτὴ ἀνταπέδωκεν εἰς ἄλλους. Καὶ διπλασιάσατε καὶ ἀνταποδώσατέ της διπλᾶ σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα της. Μέσα εἰς τὸ ποτήριον τῆς ὀργῆς, μὲ τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἐκέρασε τοὺς ἄλλους, κεράσατε τὴν καὶ σεῖς μὲ τὸ διπλάσιον.

Κολιτσάρα

Καὶ διέταξεν ἡ φωνὴ τοὺς ἐχθρούς της· «ἀνταποδῶστε της κτυπήματα καὶ πληγάς, ὅπως καὶ αὐτὴ ἀπέδωσεν εἰς τοὺς ἄλλους, καὶ διπλασιάστε τὰ κτυπήματά σας ἐναντίον της καὶ ἀνταποδῶστε της διπλᾶς καταστροφὰς σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα της. Μέσα εἰς τὸ ποτήριον τῆς καταστροφῆς, ποὺ ἐκέρασε αὐτὴ τοὺς ἄλλους, κεράστε την σεῖς διπλάσια τώρα.

Ἀποκ. 18,7

ὅσα ἐδόξασεν ἑαυτὴν καὶ ἐστρηνίασε, τοσοῦτον δότε αὐτῇ βασανισμὸν καὶ πένθος. ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς λέγει, ὅτι κάθημαι καθὼς βασίλισσα καὶ χήρα οὐκ εἰμὶ καὶ πένθος οὐ μὴ ἴδω,

Σωτηρόπουλου

Ὅσο δόξασε τὸν ἑαυτό της καὶ ὠργίασε, τόσα βάσανα καὶ πένθος δώσετε σ’ αὐτήν. Διότι λέγει μέσα της· “Κάθομαι σὰν βασίλισσα, καὶ χήρα δὲν εἶμαι, καὶ πένθος δὲν θὰ ἰδῶ”.

Τρεμπέλα

Ὅσον ἐδόξασε τὸν ἑαυτόν της καὶ ἐδούλευσεν εἰς τὴν ἀκολασίαν, τόσον πολὺν βασανισμὸν καὶ πένθος δώσατέ της. Διότι μέσα εἰς τὴν ὑπερήφανον καὶ ἀσεβῆ καρδίαν της λέγει, ὅτι κάθημαι βασίλισσα καὶ δὲν εἶμαι χήρα καὶ δὲν θὰ ἴδω ποτὲ πένθος.

Κολιτσάρα

Ὅσον ἀλαζονικὰ ἐδόξασε τὸν ἑαυτόν της καὶ παράφορα ἐρρίφθη εἰς τὴν φαυλότητα, τόσον πολὺν βασανισμὸν καὶ βαρὺ πένθος ἀποδώσατε εἰς αὐτήν. Διότι μέσα εἰς τὴν ἀλαζονικὴν καὶ διεστραμμένην καρδίαν της λέγει, ὅτι κάθημαι σὰν βασίλισσα καὶ δὲν εἶμαι χήρα καὶ δὲν θὰ ἴδω ποτὲ πένθος.

Ἀποκ. 18,8

διὰ τοῦτο ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἥξουσιν αἱ πληγαὶ αὐτῆς, θάνατος καὶ πένθος καὶ λιμός, καὶ ἐν πυρὶ κατακαυθήσεται· ὅτι ἰσχυρὸς Κύριος Θεὸς ὁ κρίνας αὐτήν.

Σωτηρόπουλου

Γι’ αὐτὸ μέσα σὲ μιὰ μέρα θὰ ἔλθουν οἱ συμφορές της, θανατικὸ καὶ στέρησι καὶ πεῖνα, καὶ μὲ φωτιὰ θὰ κατακαῇ. Διότι εἶναι ἰσχυρὸς ὁ Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν τιμωρήσῃ».

Τρεμπέλα

Δι’ αὐτὸ σὲ μίαν ἡμέραν θὰ ἔλθουν ὅλαι αἱ πληγαί της, καὶ θάνατος καὶ πένθος καὶ πεῖνα καὶ θὰ κατακαῇ μὲ φωτιά, διότι εἶναι ἰσχυρὸς ὁ Κύριος ὁ Θεός, ποὺ κατέκρινε καὶ κατεδίκασεν αὐτήν.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο αἰφνιδίως καὶ εἰς μίαν ἡμέραν θὰ πέσουν ἐπάνω της ὅλαι αἱ πληγαί της, θάνατος καὶ πένθος καὶ πεῖνα, καὶ θὰ κατακαῇ ἐξ ὁλοκλήρου μὲ τὸ πῦρ. Διότι ὁ Κύριος καὶ Θεός, ποὺ τὴν ἔκρινε καὶ τὴν κατεδίκασε, εἶναι παντοδύναμος καὶ ἐκτελεῖ τὰς δικαίας ἀποφάσεις του.

Ἀποκ. 18,9

καὶ κλαύσουσιν αὐτὴν καὶ κόψονται ἐπ’ αὐτῇ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς οἱ μετ’ αὐτῆς πορνεύσαντες καὶ στρηνιάσαντες, ὅταν βλέπωσι τὸν καπνὸν τῆς πυρώσεως αὐτῆς,

Σωτηρόπουλου

«Καὶ θὰ τὴν κλαύσουν καὶ θὰ θρηνήσουν γι’ αὐτὴ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, ποὺ πόρνευσαν μαζί της καὶ ὠργίασαν, ὅταν θὰ βλέπουν τὸν καπνὸ τῆς πυρπολήσεώς της,

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ τὴν κλαύσουν καὶ θὰ κάμουν κοπετὸν δι’ αὐτὴν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπόρνευσαν μαζί της καὶ ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ οἱ ὁποῖοι παρεδόθησαν εἰς ἀσελγείας, ὅταν θὰ βλέπουν τὸν καπνὸν τῆς πυρκαϊᾶς της.

Κολιτσάρα

Καὶ θὰ τὴν θρηνολογήσουν καὶ θὰ κάμουν κοπετὸν δι’ αὐτὴν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, οἱ ὁποῖοι διεφθάρησαν μαζῆ της καὶ ἐφλογίσθησαν ἀπὸ τοὺς παραφόρους πόθους, ὅταν θὰ βλέπουν τὸν καπνὸν τῆς πυρκαϊᾶς της.

Ἀποκ. 18,10

ἀπὸ μακρόθεν ἑστηκότες διὰ τὸν φόβον τοῦ βασανισμοῦ αὐτῆς, λέγοντες· οὐαὶ οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη Βαβυλών, ἡ πόλις ἡ ἰσχυρά, ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἦλθεν ἡ κρίσις σου.

Σωτηρόπουλου

καὶ θὰ στέκωνται μακριὰ ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ βασανισμοῦ της λέγοντας· “Ἀλλοίμονο, ἀλλοίμονο, πόλι μεγάλη Βαβυλών, πόλι ἰσχυρή, διότι μέσα σὲ μιὰ ὥρα ἦλθε ἡ τιμωρία σου!”».

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ στέκουν ἀπὸ μακρυὰ ἕνεκα τοῦ φόβου τοῦ βασανισμοῦ της τρέμοντες, μήπως πάθουν καὶ αὐτοὶ τὰ ἴδια καὶ θὰ λέγουν· Ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον, ἡ πόλις ἡ μεγάλη Βαβυλών, ἡ πόλις ἡ δυνατή, διότι μέσα εἰς μίαν ὥραν ἦλθεν ἡ κατάκρισις καὶ τιμωρία σου.

Κολιτσάρα

Καὶ θὰ στέκουν ἀπὸ μακρυὰ γεμᾶτοι φόβον ἐξ αἰτίας τοῦ βασανισμοῦ της, θρηνολογοῦντες· Ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον, ἡ πόλις ἡ μεγάλη ἡ Βαβυλών, ἡ πόλις ἡ ἰσχυρά, διότι ἔξαφνα μέσα εἰς μίαν ὥραν ἦλθεν ἡ καταδίκη καὶ ἡ τιμωρία σου!

Ἀποκ. 18,11

καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς κλαύσουσι καὶ πενθήσουσιν ἐπ’ αὐτῇ, ὅτι τὸν γόμον αὐτῶν οὐδεὶς ἀγοράζει οὐκέτι,

Σωτηρόπουλου

«Καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς θὰ κλαύσουν καὶ θὰ πενθήσουν γι’ αὐτή, διότι κανεὶς πλέον δὲν ἀγοράζει τὸ ἐμπόρευμά τους,

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς θὰ κλαύσουν καὶ θὰ πενθήσουν δι’ αὐτήν, διότι τὸ φορτίον τῶν ἐμπορευμάτων τους δὲν τὸ ἀγοράζει πλέον κανείς.

Κολιτσάρα

Καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς θὰ κλαύσουν καὶ θὰ πενθήσουν δι’ αὐτήν, διότι τὸ πολύτιμον φορτίον τῶν ἐμπορευμάτων των κανεὶς πλέον δὲν τὸ ἀγοράζει.

Ἀποκ. 18,12

γόμον χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ λίθου τιμίου καὶ μαργαρίτου, καὶ βυσσίνου καὶ πορφύρας καὶ σηρικοῦ καὶ κοκκίνου, καὶ πᾶν ξύλον θύϊνον καὶ πᾶν σκεῦος ἐλεφάντινον καὶ πᾶν σκεῦος ἐκ ξύλου τιμιωτάτου καὶ χαλκοῦ καὶ σιδήρου καὶ μαρμάρου,

Σωτηρόπουλου

ἐμπόρευμα ἀπὸ χρυσάφι καὶ ἀσῆμι καὶ πολυτίμους λίθους καὶ μαργαριτάρια· πολυτελῆ λινὰ καὶ πορφυρὰ καὶ μεταξωτὰ καὶ κόκκινα· καὶ κάθε ἀρωματικὸ κέδρινο ξύλο καὶ κάθε σκεῦος ἀπὸ ἐλεφαντοστοῦν καὶ κάθε σκεῦος ἀπὸ πανάκριβο ξύλο καὶ χαλκὸ καὶ σίδερο καὶ μάρμαρο·

Τρεμπέλα

Δὲν ἀγοράζουν τὸ φορτίον τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργυροῦ καὶ τοῦ πολυτίμου λίθου καὶ τοῦ μαργαριταριοῦ καὶ τοῦ πολυτελοῦς βυσσίνου ὑφάσματος καὶ τῆς πορφύρας καὶ τοῦ μεταξωτοῦ καὶ τοῦ κοκκίνου καὶ κάθε ξύλινον ἀπὸ τὸ εὐῶδες κέδρον τῆς Ἀφρικῆς καὶ κάθε σκεῦος φιλτισένιον καὶ κάθε σκεῦος ἀπὸ ξύλον πολυτιμότατον καὶ ἀπὸ χαλκὸν καὶ σίδηρον καὶ μάρμαρον.

Κολιτσάρα

Φορτίον χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ πολυτίμου λίθου καὶ μαργαριταριοῦ καὶ πολυτελοῦς βυσσίνου ἐνδύματος καὶ πορφύρας καὶ μεταξωτοῦ καὶ κοκκίνου ὑφάσματος καὶ κάθε σκεῦος καμωμένο ἀπὸ εὐῶδες ξύλον κέδρου καὶ κάθε σκεῦος ἀπὸ ἐλεφαντοστοῦν καὶ κάθε σκεῦος ἀπὸ πολυτιμότατον ξύλον καὶ χαλκὸν καὶ σίδηρον καὶ μάρμαρον.

Ἀποκ. 18,13

καὶ κινάμωμον καὶ ἄμωμον καὶ θυμιάματα, καὶ μύρον καὶ λίβανον καὶ οἶνον καὶ ἔλαιον καὶ σεμίδαλιν καὶ σῖτον καὶ κτήνη καὶ πρόβατα, καὶ ἵππων καὶ ῥεδῶν καὶ σωμάτων, καὶ ψυχὰς ἀνθρώπων.

Σωτηρόπουλου

καὶ κανέλλα καὶ καρύκευμα (μπαχαρικά)· καὶ θυμιάματα καὶ μύρο καὶ λιβάνι· καὶ κρασὶ καὶ λάδι καὶ σιμιγδάλι καὶ σιτάρι· καὶ βόδια καὶ πρόβατα· καὶ ἵππους καὶ ἁμάξια· καὶ δούλους, ποὺ εἶναι ἀνθρώπινες ὑπάρξεις.

Τρεμπέλα

Δὲν ἀγοράζουν καὶ τὴν κανέλλαν καὶ τὸ πολύτιμον φυτὸν ἄμωμον, μὲ τὸ ὁποῖον φτιάνεται πανάκριβος μυρωδιά, καὶ τὰ θυμιάματα καὶ τὸ μύρον καὶ τὸν λίβανον καὶ τὸ κρασὶ καὶ τὸ λάδι καὶ τὸ σιμιγδάλι καὶ τὸ σιτάρι καὶ τὰ κτήνη καὶ τὰ πρόβατα καὶ τὸ φορτίον τῶν ἀλόγων καὶ τῶν τετρατρόχων ἁμαξῶν καὶ τῶν σωμάτων, ποὺ πωλοῦν οἱ σωματέμποροι καὶ τοὺς ζωντανοὺς ἀνθρώπους.

Κολιτσάρα

Κανεὶς πλέον δὲν ἀγοράζει κανέλλαν καὶ ἄμωμον (πολύτιμον ἀρωματῶδες φυτόν) καὶ θυμιάματα καὶ μύρον καὶ λιβάνι καὶ οἶνον καὶ ἔλαιον καὶ σεμιγδάλι καὶ σῖτον καὶ κτήνη καὶ πρόβατα καὶ φορτίον ἵππων καὶ τετρατρόχων ἁμαξῶν καὶ σωμάτων, ποὺ πωλοῦν οἱ σωματέμποροι, ὅπως καὶ ἄλλους ζωντανοὺς ἀνθρώπους.

Ἀποκ. 18,14

καὶ ἡ ὀπώρα τῆς ἐπιθυμίας τῆς ψυχῆς σου ἀπώλετο ἀπὸ σοῦ, καὶ πάντα τὰ λιπαρὰ καὶ τὰ λαμπρὰ ἀπῆλθεν ἀπὸ σοῦ, καὶ οὐκέτι οὐ μὴ αὐτὰ εὑρήσεις.

Σωτηρόπουλου

Ἔτσι ἡ ἀπόλαυσι ποὺ ἐπιθυμοῦσε ἡ ψυχή σου χάθηκε ἀπὸ σένα, καὶ ὅλα τὰ πλούτη καὶ τὰ μεγαλεῖα ἔφυγαν μακριὰ ἀπὸ σένα, καὶ δὲν θὰ τὰ βρῇς πλέον.

Τρεμπέλα

Καὶ τὰ φροῦτα, ποὺ ἐπεθύμει ἡ ψυχή σου, ἐχάθησαν ἀπὸ σὲ καὶ ὅλα τὰ λιπαρὰ καὶ τὰ λαμπρὰ καὶ νόστιμα ἔφυγαν ἀπὸ σὲ καὶ δὲν θὰ τὰ εὕρῃς ποτὲ πλέον.

Κολιτσάρα

Καὶ τὰ ὀπωρικά, ποὺ ἐπιθυμοῦσε ἡ ψυχή σου, ἐχάθηκαν πλέον ἀπὸ σὲ καὶ ὅλα τὰ λιπαρὰ καὶ τὰ πολυδάπανα καὶ τὰ νόστιμα ἔφυγαν ἀπὸ σὲ καὶ δὲν θὰ τὰ εὕρῃς πλέον.

Ἀποκ. 18,15

οἱ ἔμποροι τούτων, οἱ πλουτήσαντες ἀπ’ αὐτῆς, ἀπὸ μακρόθεν στήσονται διὰ τὸν φόβον τοῦ βασανισμοῦ αὐτῆς κλαίοντες καὶ πενθοῦντες,

Σωτηρόπουλου

Ὅσοι ἐμπορεύονταν αὐτὰ καὶ πλούτησαν ἀπ’ αὐτή (τὴ Βαβυλῶνα), θὰ στέκωνται μακριὰ ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ βασανισμοῦ της καὶ θὰ κλαίουν καὶ θὰ πενθοῦν

Τρεμπέλα

Οἱ ἔμποροι ὅλων αὐτῶν, ποὺ ἐπλούτησαν ἀπὸ τὴν πόλιν αὐτήν, θὰ σταθοῦν μακρυὰ ἕνεκα τοῦ φόβου καὶ τοῦ βασανισμοῦ της καὶ θὰ κλαίουν καὶ θὰ πενθοῦν,

Κολιτσάρα

Οἱ ἔμποροι ὅλων αὐτῶν τῶν εἰδῶν, ποὺ ἐπλούτησαν ἀπὸ τὴν καταστραφεῖσαν πόλιν, θὰ σταθοῦν μακρυὰ φοβούμενοι καὶ τρέμοντες τὸν βασανισμόν της καὶ θὰ κλαίουν καὶ θὰ πενθοῦν

Ἀποκ. 18,16

λέγοντες· οὐαὶ οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἡ περιβεβλημένη βύσσινον καὶ πορφυροῦν καὶ κόκκινον καὶ κεχρυσωμένη ἐν χρυσίῳ καὶ λίθῳ τιμίῳ καὶ μαργαρίταις, ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη ὁ τοσοῦτος πλοῦτος.

Σωτηρόπουλου

λέγοντας· “Ἀλλοίμονο, ἀλλοίμονο, πόλι μεγάλη, ντυμένη μὲ πολυτελῇ λινὰ καὶ πορφυρὰ καὶ κόκκινα, καὶ στολισμένη μὲ χρυσάφι καὶ πολυτίμους λίθους καὶ μαργαριτάρια, διότι σὲ μιὰ ὥρα ἐξαφανίσθηκε ὁ τόσο μεγάλος πλοῦτος!”».

Τρεμπέλα

καὶ θὰ λέγουν· Ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ποὺ εἶχεν ἐνδυθῆ βασιλικὸν ἔνδυμα βύσσινον καὶ πορφυροῦν καὶ κόκκινον καὶ ἦταν χρυσωμένη καὶ στολισμένη μὲ χρυσᾶ κοσμήματα καὶ λίθον πολύτιμον καὶ μαργαριτάρια. Οὐαί, διότι μέσα εἰς μίαν ὥραν ἐρημώθη ὁ τόσον πολὺς πλοῦτος της.

Κολιτσάρα

λέγοντες· «ἀλοίμονον, ἀλλοίμονον, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ποὺ εἶχεν ἐνδυθῆ σὰν βασίλισσα πολύτιμον βύσσινον ἔνδυμα καὶ πορφυροῦν καὶ κόκκινον καὶ ἦτο χρυσωμένη καὶ κοσμημένη μὲ χρυσᾶ στολίδια καὶ πολύτιμον λίθον καὶ μαργαριτάρια, ἀλλοίμονον, διότι ἔξαφνα μέσα εἰς μίαν ὥραν ἐρημώθηκε ὁ τόσον μεγάλος καὶ πολύτιμος πλοῦτος της».

Ἀποκ. 18,17

καὶ πᾶς κυβερνήτης καὶ πᾶς ὁ ἐπὶ τόπον πλέων, καὶ ναῦται καὶ ὅσοι τὴν θάλασσαν ἐργάζονται, ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν,

Σωτηρόπουλου

«Καὶ κάθε πλοίαρχος καὶ καθένας ποὺ ἔπλεε πρὸς αὐτὸ τὸν τόπο καὶ οἱ ναῦτες καὶ ὅσοι ἐργάζονταν στὴ θάλασσα στάθηκαν μακριά,

Τρεμπέλα

Καὶ κάθε καραβοκύρης καὶ καθένας, ποὺ κατέπλεεν εἰς τὸν τόπον τῆς Βαβυλῶνος, καὶ οἱ ναῦται καὶ ὅσοι ἐργάζονται εἰς τὴν θάλασσαν, ἐστάθησαν ἀπὸ μακρυά,

Κολιτσάρα

Καὶ κάθε κυβερνήτης πλοίου καὶ καθένας, ποὺ πλέει εἰς τὸν τόπον τῆς ἁμαρτωλοῦ Βαβυλῶνος, καὶ οἱ ναῦται καὶ ὅσοι ἐργάζονται εἰς τὴν θάλασσαν ἐστάθηκαν ἀπὸ μακρυὰ

Ἀποκ. 18,18

καὶ ἔκραζον βλέποντες τὸν καπνὸν τῆς πυρώσεως αὐτῆς, λέγοντες· τίς ὁμοία τῇ πόλει τῇ μεγάλῃ;

Σωτηρόπουλου

καὶ βλέποντας τὸν καπνὸ τῆς πυρπολήσεώς της ἔκραζαν λέγοντας· “Ποιά πόλι μποροῦσε νὰ συγκριθῇ μ’ αὐτὴ τὴν πόλι τὴ μεγάλη;”.

Τρεμπέλα

καὶ ἐφώναζαν δυνατά, σὰν ἔβλεπαν τὸν καπνὸν τῆς καταστρεπτικῆς πυρκαϊᾶς της, καὶ ἔλεγαν· Ποία ἄλλη πόλις ἦτο ὅμοια πρὸς τὴν πόλιν τὴν μεγάλην;

Κολιτσάρα

καὶ βλέποντες τὸν καπνὸν τῆς πυρκαϊᾶς της ἔκραζαν, λέγοντες· «ποία ἄλλη πόλις τῆς οἰκουμένης ἦτο ὁμοία μὲ τὴν πόλιν αὐτὴν τὴν μεγάλην;»

Ἀποκ. 18,19

καὶ ἔβαλον χοῦν ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ ἔκραζον κλαίοντες καὶ πενθοῦντες, λέγοντες· οὐαὶ οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἐν ᾗ ἐπλούτησαν πάντες οἱ ἔχοντες τὰ πλοῖα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐκ τῆς τιμιότητος αὐτῆς· ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἔρριξαν χῶμα στὰ κεφάλια τους καὶ ἔκλαιαν καὶ πενθοῦσαν καὶ ἔκραζαν λέγοντας· “Ἀλλοίμονο, ἀλλοίμονο στὴν πόλι τὴ μεγάλη, στὴν ὁποία πλούτησαν ἀπὸ τὸν πλοῦτο της ὅλοι ὅσοι εἶχαν πλοῖα στὴ θάλασσα, διότι μὲσα σὲ μιὰ ὥρα ἀφανίσθηκε!”».

Τρεμπέλα

Καὶ καταθλιμμένοι ἔρριψαν χῶμα ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των καὶ ἐφώναζαν μὲ κλαυθμοὺς καὶ μὲ πένθος λέγοντες· Ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἐπλούτησαν ἀπὸ τὴν ἀκριβὴν πληρωμήν της ὅλοι, ὅσοι εἶχαν τὰ πλοῖα εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἔκαμναν μεταφοράς. Ἀλλοίμονον, διότι μέσα εἰς μίαν ὥραν ἐρημώθη.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀπὸ τὴν μεγάλην των θλῖψιν ἔρριψαν χῶμα ἐπάνω εἰς τὰ κεφάλια των καὶ ἔκραζαν κλαίοντες καὶ πενθοῦντες καὶ λέγοντες· «ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἐπλούτησαν ἀπὸ τὴν ἀκριβῆ πώλησιν τῶν ἐμπορευμάτων των ὅλοι ὅσοι εἶχαν τὰ πλοῖα εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἔκαμαν μεταφορὰς καὶ ἐμπόρια! Ἀλοίμονον, διότι μέσα εἰς μίαν ὥραν ἐρημώθηκε».

Ἀποκ. 18,20

Εὐφραίνου ἐπ’ αὐτῇ, οὐρανέ, καὶ οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ προφῆται, ὅτι ἔκρινεν ὁ Θεὸς τὸ κρῖμα ὑμῶν ἐξ αὐτῆς.

Σωτηρόπουλου

«Εὐφραίνεσθε γιὰ τὸν ἀφανισμό της, οὐρανὲ καὶ σεῖς οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ προφῆτες. Διότι ὁ Θεὸς σᾶς δικαίωσε τιμωρώντας αὐτήν».

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ φωνὴ ἐστράφη τώρα πρὸς τὸν οὐρανόν: Εὐφραίνου διὰ τὴν καταστροφὴν αὐτῆς, οὐρανέ, καὶ οἱ ἐν τῷ οὐρανῷ Ἅγιοι καὶ οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Προφῆται, διότι τὴν ἐδίκασεν ὁ Θεὸς καὶ ἡ δικαία τιμωρία, διὰ τὸ ἀδικοχυμένον αἷμα σας, ἐπῆλθε κατ’ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ ἄγγελος ἐστράφη τώρα πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐφώναξε μὲ χαρούμενην φωνήν· «εὐφραίνου διὰ τὴν δικαίαν καταστροφὴν τῆς ἁμαρτωλῆς πόλεως, οὐρανὲ καὶ οἱ ἅγιοι ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ προφῆται, διότι ἔκρινε καὶ ἐδίκασεν ὁ Θεὸς τὴν ἁμαρτωλὴν πόλιν, καὶ ἡ τιμωρία της εἶναι ἀπόδοσις δικαιοσύνης διὰ τοὺς διωγμούς, ποὺ ἔκαμε ἐναντίον σας, καὶ διὰ τὸ αἷμα σας, ποὺ ἔχυσε».

Ἀποκ. 18,21

Καὶ ἦρεν εἷς ἄγγελος ἰσχυρὸς λίθον ὡς μύλον μέγαν καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν θάλασσαν λέγων· οὕτως ὁρμήματι βληθήσεται Βαβυλὼν ἡ μεγάλη πόλις, καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ ἔτι.

Σωτηρόπουλου

Τότε ἕνας ἰσχυρὸς ἄγγελος σήκωσε ἕνα λίθο σὰν μεγάλη μυλόπετρα καὶ τὸν ἔρριξε στὴ θάλασσα λέγοντας· «Ἔτσι μὲ ὁρμὴ θὰ καταποντισθῇ ἡ Βαβυλών, ἡ μεγάλη πόλι, καὶ δὲν θὰ βρεθῇ πλέον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐσήκωσεν ἕνας ἄγγελος δυνατὸς ἕνα μεγάλον λίθον σὰν μυλόπετραν καὶ τὸν ἔρριψεν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ εἶπε· Μὲ τέτοια ὁρμὴ θὰ κτυπηθῆ ἡ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη πόλις καὶ δὲν θὰ εὑρεθῇ πλέον.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔνας δυνατὸς ἄγγελος ἐσήκωσε ἕνα μεγάλον, βαρὺν λίθον σὰν μυλόπετραν καὶ τὸν ἔρριψε μὲ ὁρμὴν εἰς τὴν θάλασσαν, λέγων· «μὲ τέτοια ὁρμὴ θὰ κτυπηθῇ ἡ Βαβυλών, ἡ πόλις ἡ μεγάλη καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ πλέον».

Ἀποκ. 18,22

καὶ φωνὴ κιθαρῳδῶν καὶ μουσικῶν καὶ αὐλητῶν καὶ σαλπιστῶν οὐ μὴ ἀκουσθῇ ἐν σοὶ ἔτι, καὶ πᾶς τεχνίτης πάσης τέχνης οὐ μὴ εὑρεθῇ ἐν σοὶ ἔτι, καὶ φωνὴ μύλου οὐ μὴ ἀκουσθῇ ἐν σοὶ ἔτι,

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἦχος κιθαριστῶν καὶ τραγουδιστῶν καὶ αὐλητῶν (αὐτῶν ποὺ παίζουν αὐλὸ) καὶ σαλπιγκτῶν δὲν θ’ ἀκουσθῇ σὲ σένα πλέον. Καὶ κάθε τεχνίτης κάθε τέχνης δὲν θὰ βρεθῇ σὲ σένα πλέον. Καὶ ἦχος μυλόπετρας δὲν θ’ ἀκουσθῇ σὲ σένα πλέον.

Τρεμπέλα

Καὶ φωνὴ κιθαροπαικτῶν καὶ τραγουδιστῶν καὶ ἐκείνων, ποὺ παίζουν τὸν αὐλόν, καὶ τῶν σαλπιγκτῶν δὲν θὰ ἀκουσθῇ πλέον μέσα εἰς τοὺς ἐρημωμένους δρόμους σου, καὶ κανένας τεχνίτης κάθε τέχνης δὲν θὰ εὑρεθῇ πλέον εἰς τὰ ἐρείπιά σου καὶ κρότος μύλου δὲν θὰ ἀκουσθῇ πλέον εἰς τὴν περιοχήν σου.

Κολιτσάρα

Καὶ φωνὴ κιθᾳρωδῶν καὶ μουσικῶν καὶ ἐκείνων ποὺ παίζουν αὐλόν, καὶ φωνὴ σαλπιγκτῶν δὲν θ’ ἀκουσθῇ πλέον μέσα εἰς τὴν περιοχήν σου. Καὶ κανένας τεχνίτης κάθε τέχνης δὲν θὰ εὑρεθῇ πλέον ἀνάμεσα εἰς σὲ καὶ ἡ βοὴ μύλου δὲν θὰ ἀκουσθῇ πλέον εἰς τὰ ἐρείπιά σου.

Ἀποκ. 18,23

καὶ φῶς λύχνου οὐ μὴ φανῇ ἐν σοὶ ἔτι, καὶ φωνὴ νυμφίου καὶ νύμφης οὐ μὴ ἀκουσθῇ ἐν σοὶ ἔτι· ὅτι οἱ ἔμποροί σου ἦσαν οἱ μεγιστᾶνες τῆς γῆς, ὅτι ἐν τῇ φαρμακείᾳ σου ἐπλανήθησαν πάντα τὰ ἔθνη,

Σωτηρόπουλου

Καὶ φῶς λύχνου δὲν θὰ φανῇ σὲ σένα πλέον. Καὶ φωνὴ νυμφίου καὶ νύμφης δὲν θ’ ἀκουσθῇ σὲ σένα πλέον. Διότι οἱ ἔμποροί σου ἦταν οἱ δυνάστες (οἱ καταδυναστευταὶ καὶ ἐκμεταλλευταὶ) τῆς γῆς. Διότι μὲ τὶς μαγεῖες σου πλανήθηκαν ὅλα τὰ ἔθνη,

Τρεμπέλα

Καὶ φῶς λυχναριοῦ δὲν θὰ φανῇ πλέον μέσα εἰς τὰ κατερειπωμένα σπίτια σου, καὶ ἡ χαρούμενη φωνὴ γαμβροῦ καὶ νύμφης δὲν θὰ ἀκουσθῇ πλέον μέσα εἰς τὰ ἐρείπιά σου. Διότι οἱ ἔμποροί σου ἦσαν οἱ πλουτοκράται, ποὺ ἐξεμεταλλεύθησαν καὶ κατεπίεσαν τὴν οἰκουμένην· διότι μὲ τὰ μαγικὰ φάρμακά σου ἐπλανήθησαν καὶ ἑξαχρειώθησαν ὅλα τὰ ἔθνη,

Κολιτσάρα

Καὶ φῶς λύχνου δὲν θὰ φανῇ εἰς τὰ χαλάσματά σου καὶ χαρμόσυνος φωνὴ νυμφίου καὶ νύμφης δὲν θὰ ἀκουσθῇ εἰς τὸν τόπον σου. Διότι οἱ ἄπληστοι ἔμποροί σου, οἱ πλουτοκράται καὶ ἐκμεταλευταί, ἦσαν οἱ κύριοι καὶ οἱ δυνάσται τῆς οἰκουμένης· διότι μὲ τὰ μαγικά σου φάρμακα καὶ τὰς ἁμαρτωλὰς γοητείας σου ἐπλανήθησαν καὶ παρεσύρθησαν εἰς τὴν ἐξαχρείωσιν ὅλα τὰ ἔθνη.

Ἀποκ. 18,24

καὶ ἐν αὐτῇ αἵματα προφητῶν καὶ ἁγίων εὑρέθη καὶ πάντων τῶν ἐσφαγμένων ἐπὶ τῆς γῆς.

Σωτηρόπουλου

καὶ σὲ σένα βρέθηκαν αἵματα προφητῶν καὶ ἁγίων καὶ ὅλων τῶν σφαγιασθέντων πάνω στὴ γῇ».

Τρεμπέλα

καὶ διότι μέσα εἰς τὴν νοητὴν αὐτὴν Βαβυλῶνα εὑρέθησαν αἵματα Προφητῶν καὶ Ἁγίων καὶ ὅλων τῶν Μαρτύρων, ποὺ ἔχουν σφαγῆ ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Καὶ μέσα εἰς αὐτὴν τὴν ἁμαρτωλὴν Βαβυλῶνα εὑρέθησαν αἵματα προφητῶν καὶ ἁγίων καὶ ὅλων τῶν μαρτύρων, ποὺ διὰ τὴν πίστιν τοῦ Ἀρνίου ἐσφάγησαν εἰς τὴν γῆν.