Κατὰ Ἰωάννην 18
Ἰωάν. 18,1
Ταῦτα εἰπὼν ὁ Ἰησοῦς ἐξῆλθε σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ πέραν τοῦ χειμάρρου τῶν Κέδρων, ὅπου ἦν κῆπος, εἰς ὃν εἰσῆλθεν αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἰησοῦς καὶ βγῆκε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του πέρα ἀπὸ τὸ χείμαρρο τῶν Κέδρων, ὅπου ἦταν κῆπος, στὸν ὁποῖο μπῆκε αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταί του.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ εἶπεν αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, ἐβγῆκε μὲ τοὺς μαθητάς του ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Ἱεροσολύμων, εἰς κάποιο μέρος πέραν ἀπὸ τὸν ξεροπόταμον τῶν Κέδρων, ὅπου ἦτο κῆπος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐμβῆκεν αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταί του.
Κολιτσάρα
Ἀφοῦ εἶπεν αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, ἐβγῆκε μαζῆ μὲ τοὺς μαθητάς του πέραν ἀπὸ τὸν χείμαρρον τῶν Κέδρων, ὅπου ὑπῆρχε κῆπος, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσῆλθαν αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταί του.
Ἰωάν. 18,2
ᾔδει δὲ καὶ Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν τὸν τόπον, ὅτι πολλάκις συνήχθη καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖ μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ἤξερε δὲ τὸν τόπο καὶ ὁ Ἰούδας, ποὺ θὰ τὸν παρέδιδε, διότι πολλὲς φορὲς ὁ Ἰησοῦς πῆγε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του.
Τρεμπέλα
Ἤξευρε δὲ καὶ ὁ Ἰούδας, ὁ ὁποῖος τὸν παρέδιδε τότε εἰς τοὺς σταυρωτάς του, τὸν τόπον αὐτόν, διότι πολλὰς φορὰς ἦλθεν ἐκεῖ καὶ ὁ Ἰησοῦς μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του.
Κολιτσάρα
Ἐγνώριζε δὲ καὶ ὁ Ἰούδας, ὁ προδότης, αὐτὸν τὸν τόπον, διότι πολλὲς φορὲς μαζῆ μὲ τοὺς μαθητάς του ὁ Ἰησοῦς εἶχεν ἔλθει ἐκεῖ.
Ἰωάν. 18,3
ὁ οὖν Ἰούδας λαβὼν τὴν σπεῖραν καὶ ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ Φαρισαίων ὑπηρέτας ἔρχεται ἐκεῖ μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων καὶ ὅπλων.
Σωτηρόπουλου
Ὁ Ἰούδας λοιπόν, ἀφοῦ πῆρε ρωμαϊκὸ στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα, καὶ ἀστυνομικοὺς ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους, φθάνει ἐκεῖ μὲ δαυλοὺς καὶ λυχνάρια καὶ ὅπλα.
Τρεμπέλα
Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὁ Ἰούδας ἐγνώριζε τὸν τόπον τοῦτον καὶ ὑπελόγισεν, ὅτι ἐκεῖ θὰ εὕρισκε τὸν Ἰησοῦν, ἀφοῦ ἐπῆρε μαζί του τὸν λόχον τῶν Ρωμαίων στρατιωτῶν καὶ ὑπηρέτας ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, ἦλθεν ἐκεῖ μὲ φανάρια καὶ λαμπάδας καὶ ὅπλα, ὥστε ἡ διαφυγῆ τοῦ Ἰησοῦ ὑπὸ τὸ σκότος νὰ προληφθῇ καὶ πᾶσα ἔνοπλος ἀντίστασις νὰ ἐκμηδενισθῇ.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἰούδας, λοιπόν, ἀφοῦ ἐπῆρε μαζῆ του τὸ ρωμαϊκὸν στραιωτικὸν ἀπόσπασμα καὶ ὑπηρέτας ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, ἦλθε ἐκεῖ μὲ φανάρια καὶ λαμπάδες καὶ ὅπλα.
Ἰωάν. 18,4
Ἰησοῦς οὖν εἰδὼς πάντα τὰ ἐρχόμενα ἐπ’ αὐτόν, ἐξελθὼν εἶπεν αὐτοῖς· τίνα ζητεῖτε;
Σωτηρόπουλου
Ὁ Ἰησοῦς τότε, γνωρίζοντας ὅλα ὅσα θὰ τοῦ συνέβαιναν, προχώρησε καὶ τοὺς εἶπε· «Ποιόν ζητεῖτε;».
Τρεμπέλα
Ὅταν λοιπὸν ἐκεῖνοι ἔφθασαν ἐκεῖ, ὁ Ἰησοῦς γνωρίζων ὡς Θεάνθρωπος ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ ἔμελλον νὰ τοῦ συμβοῦν, ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸν κῆπον καὶ προχωρήσας ἀτάραχος καὶ ἀποφασιστικὸς τοὺς εἶπε· Ποῖον ζητεῖτε;
Κολιτσάρα
Ὁ Ἰησοῦς, λοιπόν, γνωρίζων ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ ἔμελλαν νὰ συμβοῦν εἰς αὐτόν, ἐβγῆκεν ἔξω ἀπὸ τὸν κῆπον καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· «Ποῖον ζητεῖτε;»
Ἰωάν. 18,5
ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι. εἱστήκει δὲ καὶ Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν μετ’ αὐτῶν.
Σωτηρόπουλου
Τοῦ ἀποκρίθηκαν· «Τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο». Τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Ἐγὼ εἶμαι». Ἦταν δὲ μαζί τους καὶ ὁ Ἰούδας ὁ προδότης του.
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθησαν εἰς αὐτὸν ἐκεῖνοι· Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον. Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε. Ἐστέκετο δὲ μαζί τους καὶ ὁ Ἰούδας ὁ προδότης του.
Κολιτσάρα
Τοῦ ἀπήντησαν ἐκεῖνοι· «Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον». Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· «ἐγὼ εἶμαι». Μαζῆ δὲ μὲ αὐτοὺς ἐστέκετο καὶ ὁ Ἰούδας, ὁ προδότης.
Ἰωάν. 18,6
ὡς οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀπῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἔπεσον χαμαί.
Σωτηρόπουλου
Μόλις δὲ τοὺς εἶπε, «Ἐγὼ εἶμαι», ὠπισθοχώρησαν καὶ ἔπεσαν κάτω.
Τρεμπέλα
Ἅμα λοιπὸν τοὺς εἶπε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι, κυριευθέντες ἀπὸ φόβον πρὸ τῆς θείας δυνάμεώς του ὠπισθοχώρησαν καὶ ἔπεσαν χάμω.
Κολιτσάρα
Ὅταν, λοιπόν, εἶπεν εἰς αὐτούς, ὅτι ἐγὼ εἶμαι, ἐκεῖνοι καταπτοημένοι ὠπισθοχώρησαν καὶ ἔπεσαν κάτω.
Ἰωάν. 18,7
πάλιν οὖν αὐτοὺς ἐπηρώτησε· τίνα ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον· Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον.
Σωτηρόπουλου
Πάλι δὲ τοὺς ρώτησε· «Ποιόν ζητεῖτε;». Καὶ αὐτοὶ εἶπαν· «Τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο».
Τρεμπέλα
Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτοὶ παρέμενον ἀναποφάσιστοι καὶ ἀδρανεῖς, πάλιν τοὺς ἠρώτησεν ὁ Ἰησοῦς· Ποῖον ζητάτε; Αὐτοὶ δὲ εἶπον· Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον.
Κολιτσάρα
Πάλιν, λοιπόν, τοὺς ἠρώτησε· «ποῖον ζητεῖτε;» Ἐκεῖνοι εἶπον· «Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον».
Ἰωάν. 18,8
ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· εἶπον ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι. εἰ οὖν ἐμὲ ζητεῖτε, ἄφετε τούτους ὑπάγειν·
Σωτηρόπουλου
Εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «Σᾶς εἶπα, ὅτι ἐγὼ εἶμαι. Ἐὰν λοιπὸν ζητῆτε ἐμένα, ἀφήσετε αὐτοὺς (τοὺς μαθητὰς) νὰ φύγουν».
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· Σᾶς εἶπα, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος. Ἐὰν λοιπὸν ζητεῖτε ἐμέ, συλλάβετέ με, ἀλλ’ ἀφήσατε αὐτοὺς νὰ φύγουν.
Κολιτσάρα
Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· «σᾶς εἶπα ὅτι ἐγὼ εἶμαι· ἐάν, λοιπόν, ζητῆτε ἐμέ, ἀφήσατε αὐτοὺς νὰ φύγουν».
Ἰωάν. 18,9
ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὃν εἶπεν, ὅτι οὓς δέδωκάς μοι, οὐκ ἀπώλεσα ἐξ αὐτῶν οὐδένα.
Σωτηρόπουλου
Ἔτσι ἐκπληρώθηκε ὁ λόγος ποὺ εἶχε πεῖ, «Ἀπ’ αὐτούς, ποὺ μοῦ ἔδωσες, δὲν ἔχασα κανένα».
Τρεμπέλα
Ἔτσι καὶ κατ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεώς του ἔλαβεν ὁ Ἰησοῦς μέτρα προστασίας ὑπὲρ τῶν μαθητῶν του, διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπε πρὸ ὀλίγου πρὸς τὸν Πατέρα του, ὅτι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μοῦ ἔδωκες, δὲν ἔχασα ἀπὸ αὐτοὺς κανένα, ἀλλὰ τοὺς ἐπροστάτευσα καὶ τοὺς ἐφύλαξα τόσον ἀπὸ τοὺς πνευματικούς, ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς σωματικοὺς κινδύνους.
Κολιτσάρα
Καὶ εἶπε τοῦτο, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς μαθητάς του, καὶ νὰ ἐκπληρωθῇ ἀκόμη καὶ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶχεν εἴπει εἰς τὸν Πατέρα του, ὅτι ἐκείνους τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωκες τοὺς ἐπροφύλαξα καὶ δὲν ἐχάθηκε κανένας ἀπὸ αὐτούς.
Ἰωάν. 18,10
Σίμων οὖν Πέτρος ἔχων μάχαιραν εἵλκυσεν αὐτήν, καὶ ἔπαισε τὸν τοῦ ἀρχιερέως δοῦλον καὶ ἀπέκοψεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον τὸ δεξιόν· ἦν δὲ ὄνομα τῷ δούλῳ Μάλχος.
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ Σίμων Πέτρος, ἔχοντας μαχαίρι, τὸ τράβηξε καὶ κτύπησε τὸ δοῦλο τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἀπέκοψε τὸ δεξιὸ αὐτί. Ὁ δὲ δοῦλος ὠνομαζόταν Μάλχος.
Τρεμπέλα
Ὅταν λοιπὸν ἐκεῖνοι ἐπῆραν θάρρος ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐπροχώρουν νὰ τὸν συλλάβουν, ὁ Σίμων Πέτρος, ὁ ὁποῖος συνέβη τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ φέρῃ ἐπάνω του μάχαιραν, ἔσυρεν αὐτὴν καὶ ἐκτύπησε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ δεξιὸν αὐτί. Ὠνομάζετο δὲ ὁ δοῦλος Μάλχος.
Κολιτσάρα
Ὅταν, λοιπόν, οἱ στρατιῶται συνῆλθον κάπως ἀπὸ τὸν φόβον των καὶ ἐπροχώρησαν, διὰ νὰ συλλάβουν τὸν Κύριον, ὁ Σίμων Πέτρος, ποὺ εἶχε κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην μάχαιραν, τὴν ἔσυρε καὶ ἐκτύπησε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ δέξι αὐτί. Τὸ ὄνομα δὲ τοῦ δούλου ἐκείνου ἦτο Μάλχος. (Ὁ ζῆλος τοῦ Πέτρου τὸν παρέσυρε εἰς ἄκριτον καὶ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν. Ἄκριτον, διότι ἐξέθετε ἔτσι ἐνώπιον τῶν Ρωμαίων, τὸν ἑαυτόν του, τοὺς μαθητὰς καὶ τὸν Κύριον ὡς στασιαστάς. Ἐγκληματικήν, διότι ἐστρέφετο κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ πλησίον, ἔστω καὶ ἐχθροῦ).
Ἰωάν. 18,11
εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ· βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην· τὸ ποτήριον ὃ δέδωκέ μοι ὁ πατήρ, οὐ μὴ πίω αὐτό;
Σωτηρόπουλου
Ὁ Ἰησοῦς εἶπε τότε στὸν Πέτρο· «Βάλε τὸ μαχαίρι στὴ θήκη. Τὸ ποτήρι, ποὺ μοῦ ἔδωσε ὁ Πατέρας, νὰ μὴ τὸ πιῶ;».
Τρεμπέλα
Ἀμέσως λοιπὸν μετὰ τὸ συμβὰν αὐτὸ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν Πέτρον· Βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην της. Τὸ ποτήριον τοῦ παθήματός μου, τὸ ὁποῖον μοῦ ἔδωκεν ὁ Πατὴρ νὰ τὸ πίω, θέλεις σὺ νὰ τὸ ἀποφύγω καὶ νὰ μὴ τὸ πίω, παρακούων πρὸς τὸν Πατέρα μου;
Κολιτσάρα
Εἶπε ἀμέσως τότε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν Πέτρον· «βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην· τὸ ποτήριον, τὸ ὁποῖον μοῦ ἔδωκε ὁ Πατήρ, θέλεις σὺ νὰ μὴ τὸ πίω;»
Ἰωάν. 18,12
Ἡ οὖν σπεῖρα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν Ἰουδαίων συνέλαβον τὸν Ἰησοῦν καὶ ἔδησαν αὐτόν,
Σωτηρόπουλου
Τότε τὸ στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τῶν Ἰουδαίων συνέλαβαν τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν ἔδεσαν,
Τρεμπέλα
Κατόπιν λοιπὸν τῶν παρατηρήσεων τούτων τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὸν Πέτρον κάθε ἀντίστασις ὑπεχώρησε καὶ ὁ λόχος τῶν Ρωμαίων στρατιωτῶν καὶ ὁ χιλίαρχος, ὁ ἀξιωματικός των, καὶ οἱ κλητῆρες τῶν Ἰουδαίων συνέλαβον τὸν Ἰησοῦν καὶ τὸν ἔδεσαν.
Κολιτσάρα
Τότε, λοιπόν, τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν Ἰουδαίων ἔπιασαν τὸν Ἰησοῦν καὶ τὸν ἔδεσαν.
Ἰωάν. 18,13
καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν πρὸς Ἄνναν πρῶτον· ἦν γὰρ πενθερὸς τοῦ Καϊάφα, ὃς ἦν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου.
Σωτηρόπουλου
καὶ τὸν ὡδήγησαν πρῶτα στὸν Ἄννα, διότι ἦταν πεθερὸς τοῦ Καϊάφα, ποὺ ἦταν ἀρχιερεὺς τοῦ ἔτους ἐκείνου.
Τρεμπέλα
Καὶ τὸν ἐπῆγαν πρῶτον πρὸς τὸν Ἄνναν, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλην ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ἀρχιερέως, διότι ὅχι μόνον διετέλεσεν ἄλλοτε καὶ αὐτὸς ἀρχιερεύς, ἀλλὰ καὶ ἦτο πενθερὸς τοῦ Καϊάφα, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχιερεὺς τοῦ ἔτους ἐκείνου.
Κολιτσάρα
Καὶ τὸν ἐπῆγαν δεμένον πρῶτον πρὸς τὸν Ἄνναν, τὸν καθῃρημένον ἀρχιερέαν, ἀλλὰ πάρα πολὺ ἰσχυρόν, διότι ἦτο καὶ πενθερὸς τοῦ Καϊάφα, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχιερεὺς κατὰ τὸ ἰστορικὸν ἐκεῖνο ἔτος.
Ἰωάν. 18,14
ἦν δὲ Καϊάφας ὁ συμβουλεύσας τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι συμφέρει ἕνα ἄνθρωπον ἀπολέσθαι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Καϊάφας ἦταν ἐκεῖνος, ποὺ συμβούλευσε τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι συμφέρει νὰ θανατωθῇ ἕνας ἄνθρωπος γιὰ τὸ λαό.
Τρεμπέλα
Ἦτο δὲ ὁ Καϊάφας ἐκεῖνος, ποὺ συνεβούλευσε τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι συμφέρει ἕνας ἄνθρωπος νὰ θανατωθῇ καὶ νὰ χαθῇ διὰ τὸ καλὸν τοῦ λαοῦ καὶ συνεπῶς ἐπόθει καὶ εἶχε προαποφασίσει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τὸν θάνατον τοῦ Ἰησοῦ.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Καϊάφας ἦτο ἐκεῖνος ποὺ εἶχε συμβουλεύσει τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι συμφέρει πρὸς χάριν τοῦ λαοῦ νὰ θανατωθῇ καὶ χαθῇ ἔνας ἄνθρωπος, καὶ ὡς τέτοιον ἐννοῦσε τὸν Χριστόν, τοῦ ὁποίου τὸν φόνον, ἕνεκα τῆς μοχθηρίας καὶ τοῦ φθόνου του, εἶχεν ἤδη ἀποφασίσει.
Ἰωάν. 18,15
Ἠκολούθει δὲ τῷ Ἰησοῦ Σίμων Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής. ὁ δὲ μαθητὴς ἐκεῖνος ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ, καὶ συνεισῆλθε τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως·
Σωτηρόπουλου
Ἀκολουθοῦσε δὲ τὸν Ἰησοῦ ὁ Σίμων Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής (ὁ Ἰωάννης). Ὁ δὲ μαθητὴς ἐκεῖνος ἦταν γνωστὸς στὸν ἀρχιερέα, καὶ μπῆκε μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ στὴν αὐλὴ τοῦ ἀρχιερέως,
Τρεμπέλα
Ἠκολούθει δὲ τὸν Ἰησοῦν ὁ Σίμων Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, τὸν ὁποῖον ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς. Ὁ μαθητὴς δὲ ἐκεῖνος ἦτο γνωστὸς εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ δι’ αὐτὸ δὲν τὸν ἡμπόδισε κανεὶς καὶ ἐμβῆκεν ἐλεύθερα μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν αὐλὴν τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἀρχιερέως.
Κολιτσάρα
Ἀκολουθοῦσε δὲ τὸν Ἰησοῦν ὁ Σίμων ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, δηλαδὴ ὁ Ἰωάννης. Ὁ δὲ μαθητὴς ἐκεῖνος ἦτο γνωστὸς εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ δι’ αὐτὸ ἐμπῆκε μαζῆ μὲ τὸν Ἰησοῦν ἐλεύθερα εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως.
Ἰωάν. 18,16
ὁ δὲ Πέτρος εἱστήκει πρὸς τῇ θύρᾳ ἔξω. ἐξῆλθεν οὖν ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὃς ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ, καὶ εἶπε τῇ θυρωρῷ, καὶ εἰσήγαγε τὸν Πέτρον.
Σωτηρόπουλου
ἐνῷ ὁ Πέτρος στεκόταν ἔξω κοντὰ στὴν ἐξώπορτα. Βγῆκε τότε ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὁ γνωστὸς στὸν ἀρχιερέα, καὶ μίλησε στὴ θυρωρό, καὶ ἔβαλε τὸν Πέτρο μέσα.
Τρεμπέλα
Ὁ Πέτρος ὅμως, ἐπειδὴ δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν καθένα νὰ ἔμβῃ, ἔστεκεν ἔξω εἰς τὸν δρόμον, κοντὰ εἰς τὴν ἐξώπορταν. Ἐβγῆκε λοιπὸν ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὁ γνωστὸς εἰς τὸν ἀρχιερέα, καὶ εἶπεν εἰς τὴν θυρωρὸν καὶ ἐπέτρεψεν ἐκείνη εἰς τὸν Πέτρον νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν αὐλήν.
Κολιτσάρα
Ὁ Πέτρος ὅμως, ἄγνωστος καθὼς ἦτο, ἐστέκετο ἔξω, κοντὰ εἰς τὴν θύραν, διότι δὲν ἐπετρέπετο ἡ εἴσοδος. Ἐβγῆκε τότε ἔξω εἰς τὴν πόρτα ὁ ἄλλος μαθητής, ὁ ὁποῖος ἦτο γνωστὸς εἰς τὸν ἀρχιερέα, ὡμίλησε εἰς τὴν θυρωρὸν καὶ ἐπέτρεψε ἐκείνη τὴν εἴσοδον εἰς τὸν Πέτρον.
Ἰωάν. 18,17
λέγει οὖν ἡ παιδίσκη ἡ θυρωρὸς τῷ Πέτρῳ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῶν μαθητῶν εἶ τοῦ ἀνθρώπου τούτου; λέγει ἐκεῖνος· οὐκ εἰμί.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλὰ λέγει ἡ ὑπηρέτρια ἡ θυρωρὸς στὸν Πέτρο· «Μήπως καὶ σὺ εἶσαι ἀπὸ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου;». Λέγει ἐκεῖνος· «Δὲν εἶμαι».
Τρεμπέλα
Κατόπιν λοιπὸν τῆς συστάσεως αὐτῆς, ποὺ ἔκαμεν ὁ γνωστὸς ὡς ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ μαθητῆς, λέγει εἰς τὸν Πέτρον ἡ μικρὰ δούλη, ποὺ ἐφύλαττε τὴν πόρταν· Μήπως καὶ σὺ εἶσαι ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ; Ἀπήντησεν ἐκεῖνος· Ὄχι, δὲν εἶμαι.
Κολιτσάρα
Ἀλλὰ ἡ μικρὰ δούλη, ποὺ ἦτο θυρωρός, καθὼς εἶδε τὸν Πέτρον, τοῦ λέγει· «μήπως καὶ σὺ εἶσαι ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ;» Ἀπήντησεν ἐκεῖνος· «δὲν εἶμαι».
Ἰωάν. 18,18
εἱστήκεισαν δὲ οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ὑπηρέται ἀνθρακιὰν πεποιηκότες, ὅτι ψῦχος ἦν, καὶ ἐθερμαίνοντο· ἦν δὲ μετ’ αὐτῶν ὁ Πέτρος ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος.
Σωτηρόπουλου
Ἦταν δὲ ἐκεῖ οἱ δοῦλοι καὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, καὶ εἶχαν ἀνάψει φωτιά, διότι ἔκανε ψῦχος, καὶ θερμαίνονταν. Μαζί τους δὲ ἦταν καὶ θερμαινόταν καὶ ὁ Πέτρος.
Τρεμπέλα
Ἐστέκοντο δὲ ἐκεῖ οἱ δοῦλοι καὶ οἱ κλητῆρες, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἑτοιμάσει ἀπὸ χωνεμένα ξύλα σωρὸν ἀπὸ κάρβουνα ἀναμένα, διότι ἦτο ψῦχος, καὶ ἐζεσταίνοντο. Μαζί τους δὲ ἔστεκε καὶ ὁ Πέτρος καὶ ἐζεσταίνετο.
Κολιτσάρα
Ἐστέκοντο δὲ οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ὑπηρέται, ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει ἀνθρακιάν, σωρὸν ἀναμμένα κάρβουνα, διότι ἔκανε κρύο καὶ ἐζεσταίνοντο. Ἔστεκε δὲ μαζῆ τους καὶ ὁ Πέτρος καὶ ἐζεσταίνετο.
Ἰωάν. 18,19
Ὁ οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησε τὸν Ἰησοῦν περὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς διδαχῆς αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ρώτησε τὸν Ἰησοῦ γιὰ τοὺς μαθητάς του καὶ τὴ διδασκαλία του.
Τρεμπέλα
Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ἰησοῦς ὑπεβλήθη εἰς ἀνάκρισιν. Ὁ ἀρχιερεὺς λοιπὸν ἠρώτησεν αὐτὸν πρῶτον μὲν διὰ τοὺς μαθητάς του ζητῶν νὰ μάθῃ ποῖοι ἦσαν οὗτοι καὶ διατί τὸν ἠκολούθησαν, ἔπειτα δὲ καὶ διὰ τὴν διδασκαλίαν του, ἐξετάζων ἐὰν αὐτὴ συνεφώνει πρὸς τὸν νόμον καὶ πρὸς τὰς παραδόσεις.
Κολιτσάρα
Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἀρχιερεὺς ἠρώτησε τὸν Ἰησοῦν διὰ τοὺς μαθητάς του, ποῖοι ἦσαν καὶ διατί τὸν ἀκολουθοῦσαν, καὶ διὰ τὴν διδασκαλίαν του.
Ἰωάν. 18,20
ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγὼ παρρησίᾳ ἐλάλησα τῷ κόσμῳ· ἐγὼ πάντοτε ἐδίδαξα ἐν συναγωγῇ καὶ ἐν τῷ ἱερῷ, ὅπου πάντοτε οἱ Ἰουδαῖοι συνέρχονται, καὶ ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα οὐδέν.
Σωτηρόπουλου
Ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίθηκε· «Ἐγὼ φανερὰ μίλησα στὸν κόσμο, ἐγὼ πάντοτε δίδαξα στὴ συναγωγὴ καὶ στὸ ναό, ὅπου πάντοτε οἱ Ἰουδαῖοι συγκεντρώνονται, καὶ κρυφὰ δὲν εἶπα τίποτε.
Τρεμπέλα
Εἰς τὰ ἐρωτήματα δὲ τοῦ ἀρχιερέως ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἐγὼ φανερὰ ὡμίλησα εἰς τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων· ἐγὼ πάντοτε ἐδίδαξα εἰς μέρη δημόσια, εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ εἰς τὸ ἱερόν, ὅπου συναθροίζονται ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ κρυφὰ δὲν εἶπα τίποτε.
Κολιτσάρα
Ἀπήντησε εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· «ἐγὼ φανερὰ ὡμίλησα εἰς τοὺς ἀνθρώπους· ἐγὼ πάντοτε ἐδίδαξα εἰς τὰς συναγωγὰς καὶ εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ ναοῦ, ὅπου πάντοτε, πλήθη Ἰουδαίων συγκεντρώνονται, καὶ κρυφὰ δὲν εἶπα τίποτε.
Ἰωάν. 18,21
τί με ἐπερωτᾷς; ἐπερώτησον τοὺς ἀκηκοότας τί ἐλάλησα αὐτοῖς· ἴδε οὗτοι οἴδασιν ἃ εἶπον ἐγώ.
Σωτηρόπουλου
Γιατί ρωτᾷς ἐμένα; Ρώτησε αὐτούς, ποὺ ἔχουν ἀκούσει, τί κήρυξα σ’ αὐτούς. Νά, αὐτοὶ ξέρουν τί εἶπα ἐγώ».
Τρεμπέλα
Διατί ἐρωτᾷς καὶ ἀνακρίνεις ἐμέ; Ἐρώτησε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔχουν ἀκούσει, τί ἐκήρυξα εἰς αὐτούς. Ἰδού, αὐτοὶ γνωρίζουν καλὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπα ἐγώ.
Κολιτσάρα
Διατί ἐρωτᾷς ἐμέ; Ρώτησε ἐκείνους, ποὺ μὲ ἄκουσαν νὰ σοῦ εἴπουν, τί τοὺς ἐδίδαξα. Ἰδοὺ αὐτοὶ γνωρίζουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπα ἐγώ».
Ἰωάν. 18,22
ταῦτα δὲ αὐτοῦ εἰπόντος εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς ἔδωκε ῥάπισμα τῷ Ἰησοῦ εἰπών· οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ἀρχιερεῖ;
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ εἶπε αὐτά, ἕνας ἀπὸ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ποὺ ἦταν κοντά, ἔδωσε ράπισμα στὸν Ἰησοῦ καὶ εἶπε· «Ἔτσι ὁμιλεῖς στὸν ἀρχιερέα;».
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπε ταῦτα, ἕνας ἀπὸ τοὺς κλητῆρας, ποὺ ἔστεκε πλησίον, ἔδωκε ράπισμα εἰς αὐτὸν καὶ εἶπε· Μὲ τέτοιαν γλῶσσαν ὁμιλεῖς καὶ ἀποκρίνεσαι εἰς τὸν ἀρχιερέα;
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτά, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας, ποῦ ἐστέκετο κοντά του, κατάφερε ράπισμα ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ λέγων· «μὲ αὐτὸν τὸν ἀσεβῆ τρόπον ἀπαντᾷς εἰς τὸν ἀρχιερέα;»
Ἰωάν. 18,23
ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις;
Σωτηρόπουλου
Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Ἐὰν ὡμίλησα κακῶς, λέγε τί κακὸ εἶπα. Ἀλλ’ ἐὰν ὡμίλησα καλῶς, γιατί μὲ κτυπᾷς;».
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Ἐὰν ὡμίλησα κακῶς, ἀπόδειξε μὲ κανονικὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου μαρτυρίαν τὸ κακὸν τοῦτο. Ἐὰν ὅμως ὡμίλησα καλῶς, διατί μὲ δέρνεις;
Κολιτσάρα
Τοῦ ἀπήντησεν ὁ Ἰησοῦς· «ἐὰν κακῶς ὡμίλησα, μαρτύρησε ἐδῶ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου διὰ τὸ κακὸν αὐτό. Ἐὰν ὅμως καλὰ καὶ σωστὰ ἀπήντησα, διατί μὲ δέρνεις;»
Ἰωάν. 18,24
ἀπέστειλεν αὐτὸν ὁ Ἄννας δεδεμένον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα.
Σωτηρόπουλου
Ὁ Ἄννας τὸν ἔστειλε δεμένο στὸν Καϊάφα τὸν ἀρχιερέα.
Τρεμπέλα
Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ἄννας ἐτελείωσε τὴν ἀνάκρισίν του καὶ κατόπιν τούτου ἀπέστειλε τὸν Ἰησοῦν δεμένον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἑκατοικοῦσεν εἰς ἄλλο διαμέρισμα τῆς αὐτῆς οἰκίας.
Κολιτσάρα
Μὴ τολμῶν νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀνάκρισιν ὁ Ἄννας, ἔστειλε τὸν Ἰησοῦν δεμένον πρὸς τὸν Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα.
Ἰωάν. 18,25
Ἦν δὲ Σίμων Πέτρος ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος. εἶπον οὖν αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶ;
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Σίμων Πέτρος ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἐκεῖ καὶ νὰ θερμαίνεται. Καὶ τοῦ εἶπαν· «Μήπως εἶσαι καὶ σὺ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του;».
Τρεμπέλα
Ὁ Σίμων Πέτρος δὲ ἐξηκολούθει νὰ στέκεται κοντὰ εἰς τὴν φωτιὰ καὶ νὰ ζεσταίνεται. Τοῦ εἶπαν λοιπὸν μερικοὶ ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἐζεσταίνοντο μαζί του· Μήπως εἶσαι καὶ σὺ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του;
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Σίμων Πέτρος ἐξακολουθοῦσε νὰ στέκεται κοντὰ εἰς τὴν φωτιὰ καὶ νὰ ζεσταίνεται. Τοῦ εἶπαν τότε μερικοὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἦσαν ἐκεῖ· «μήπως καὶ σὺ εἶσαι ἀπὸ τοὺς μαθητὰς ἐκείνου;»
Ἰωάν. 18,26
ἠρνήσατο οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· οὐκ εἰμί. λέγει εἷς ἐκ τῶν δούλων τοῦ ἀρχιερέως, συγγενὴς ὢν οὗ ἀπέκοψε Πέτρος τὸ ὠτίον· οὐκ ἐγώ σε εἶδον ἐν τῷ κήπῳ μετ’ αὐτοῦ;
Σωτηρόπουλου
Ἐκεῖνος δὲ ἀρνήθηκε καὶ εἶπε· «Δὲν εἶμαι». Τοῦ λέγει ἕνας ἀπὸ τοὺς δούλους τοῦ ἀρχιερέως, ποὺ ἦταν συγγενὴς ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἔκοψε ὁ Πέτρος τὸ αὐτί· «Δὲν σὲ εἶδα ἐγὼ στὸν κῆπο μαζί του;».
Τρεμπέλα
Ἠρνήθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Δὲν εἶμαι. Λέγει τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς δούλους τοῦ ἀρχιερέως, ποὺ ἦτο συγγενὴς ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ὁ Πέτρος ἀπέκοψε τὸ αὐτί· Δὲν σὲ εἶδα ἐγὼ εἰς τὸν κῆπον μαζί του;
Κολιτσάρα
Ἠρνήθη τότε ὁ Πέτρος καὶ εἶπε· «δὲν εἶμαι». Τοῦ λέγει τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς δούλους τοῦ ἀρχιερέως, συγγενὴς ἐκείνου τοῦ ὁποίου ὁ Πέτρος ἔκοψε τὸ αὐτί· «τί μᾶς λές; Ἐγὼ δὲν σὲ εἶδα εἰς τὸν κῆπον μαζῆ του;»
Ἰωάν. 18,27
πάλιν οὖν ἠρνήσατο ὁ Πέτρος, καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησεν.
Σωτηρόπουλου
Πάλι δὲ ὁ Πέτρος ἀρνήθηκε, καὶ ἀμέσως ἕνας πετεινὸς λάλησε.
Τρεμπέλα
Πάλιν λοιπὸν ἠρνήθη ὁ Πέτρος, καὶ ἀμέσως ἐλάλησε κάποιος πετεινός.
Κολιτσάρα
Πάλιν λοιπὸν ἀρνήθηκε ὁ Πέτρος καὶ ἀμέσως ἔνας πετεινὸς ἀλάλησε.
Ἰωάν. 18,28
Ἄγουσιν οὖν τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τοῦ Καϊάφα εἰς τὸ πραιτώριον· ἦν δὲ πρωΐ· καὶ αὐτοὶ οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν, ἀλλ’ ἵνα φάγωσι τὸ πάσχα.
Σωτηρόπουλου
Ὁδηγοῦν ἔπειτα τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Καϊάφα στὸ πραιτώριο (τὸ παλάτι τοῦ Ρωμαίου ἡγεμόνος). Ἦταν δὲ πρωί. Καὶ αὐτοὶ δὲν μπῆκαν στὸ πραιτώριο, γιὰ νὰ μὴ μολυνθοῦν, ἀλλὰ (ὡς καθαροὶ τελετουργικὰ νὰ μποροῦν) νὰ φάγουν τὸ πασχαλινὸ φαγητό.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τὸ συνέδριον κατεδίκασαν εἰς θάνατον τὸν Ἰησοῦν, τὸν ἔφεραν δεμένον ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Καϊάφα εἰς τὸ μέρος, ποὺ ἔμενε καὶ ἐδίκαζεν ὁ πραίτωρ καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς Ρώμης. Ἦτο δὲ πρωῒ καὶ αὐτοὶ δὲν ἐμβῆκαν εἰς τὸ πραιτώριον, διὰ νὰ μὴ μολυνθοῦν ἀπὸ τὸ εἰδωλολατρικὸν σπίτι, ἀλλὰ νὰ εἶναι καθαροὶ διὰ νὰ φάγουν τὸ βραδὺ τὸ δεῖπνον τοῦ Πάσχα.
Κολιτσάρα
Ἀφοῦ, λοιπόν, οἱ ἀρχιερεῖς κατὰ τὴν νύκτα, καὶ τὸ συνέδριον ἀμέσως μὲ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, κατεδίκασαν τὸν Χριστὸν εἰς θάνατον, τὸν ἔφεραν δεμένον εἰς τὸ πραιτώριον, ὅπου ἕμενε καὶ ἐδίκαζεν ὁ Ρωμαῖος ἡγεμών. Ἦτο δὲ πρωΐ. Καὶ αὐτοὶ δὲν ἐμπῆκαν εἰς τὸ πραιτώριον (εἰς τὸν τόπον ποὺ τὸν θεωροῦσαν μολυσμένον, διότι ἐκεῖ ἔμπαιναν εἰδωλολάτραι καὶ ἐδικάζοντο ἐγκληματίαι) διὰ νὰ μὴ μολυνθοῦν, ἀλλὰ νὰ μείνουν καὶ νὰ εἶναι καθαροί, ὥστε νὰ φάγουν κατὰ τὸ βράδυ αὐτὸ τῆς Παρασκευῆς τὸ πασχάλιον δεῖπνον.
Ἰωάν. 18,29
ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πιλᾶτος πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπε· τίνα κατηγορίαν φέρετε κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου;
Σωτηρόπουλου
Γι’ αὐτὸ ὁ Πιλᾶτος βγῆκε ἔξω πρὸς αὐτούς, καὶ εἶπε· «Ποιά κατηγορία ἔχετε ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου;».
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἔμβαιναν εἰς τὸ πραιτώριον, ἐβγῆκεν ἀπὸ αὐτὸ πρὸς αὐτοὺς ὁ Πιλᾶτος καὶ τοὺς εἶπε· Ποίαν κατηγορίαν φέρνετε ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ;
Κολιτσάρα
Συγκαταβαίνων, λοιπόν, εἰς τὰς προλήψεις των ὁ Πιλᾶτος, ἐβγῆκε πρὸς αὐτοὺς καὶ τοὺς εἶπε· «ποίαν κατηγορίαν φέρνετε ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου;»
Ἰωάν. 18,30
ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· εἰ μὴ ἦν οὗτος κακοποιός, οὐκ ἄν σοι παρεδώκαμεν αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Ἀποκρίθηκαν καὶ τοῦ εἶπαν· «Ἂν δὲν ἦταν αὐτὸς κακοποιός, δὲν θὰ τὸν παραδίδαμε σ’ ἐσένα».
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπαν εἰς αὐτόν· Ἐὰν δὲν ἦτο κακοποιὸς καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν θὰ σοῦ τὸν εἶχαμε παραδώσει.
Κολιτσάρα
Ἀπήντησαν ἐκεῖνοι ἀορίστως καὶ εἶπαν· «ἐὰν αὐτὸς δὲν ἦτο κακοποιός, δὲν θά σοῦ τὸν εἴχαμε παραδώσει».
Ἰωάν. 18,31
εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν κρίνατε αὐτόν. εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα·
Σωτηρόπουλου
Τοὺς εἶπε τότε ὁ Πιλᾶτος· «Λάβετε αὐτὸν σεῖς, καὶ θανατώσετε αὐτὸν συμφώνως πρὸς τὸ νόμο σας». Ἀλλ’ οἱ Ἰουδαῖοι τοῦ εἶπαν, «Ἐμεῖς δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ θανατώσωμε κανένα».
Τρεμπέλα
Κατόπιν λοιπὸν τῆς ἀπαντήσεως αὐτῆς, μὲ τὴν ὁποῖαν ἐσκόπουν νὰ προκαταλάβουν τὸν Πιλᾶτον διὰ νὰ δεχθῇ οὗτος ἄνευ ἄλλης ἐξετάσεως τὴν ἐνοχὴν τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Πιλᾶτος τοὺς εἶπε· Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ εἶσθε μόνοι σεῖς δικασταὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, πάρετέ τον σεῖς καὶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον σας δικάσατέ τον. Εἶπον λοιπὸν πρὸς αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι· εἰς ἡμᾶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θανατώσωμεν κανένα.
Κολιτσάρα
Εἶπε τότε εἰς αὐτοὺς ὁ Πιλᾶτος· «ἐφ’ ὄσον δὲν καταθέτετε συγκεκριμένην κατηγορίαν καὶ ἰσχυρίζεσθε κατὰ τρόπον ἀόριστον, ὅτι εἶναι κακοποιός, παρέτέ τον σεῖς καὶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον σας δικάστε τον». Τοῦ εἶπαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι· «ἡμεῖς τὸν κρίνομεν ἄξιον θανάτου, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ θανατώσωμεν διὰ σταυροῦ κανένα, χωρὶς τὴν ἄδειαν τοῦ Ρωμαίου ἡγεμόνος».
Ἰωάν. 18,32
ἵνα ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ πληρωθῇ ὃν εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν.
Σωτηρόπουλου
Ἔτσι ἐκπληρώθηκε ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖον εἶπε δεικνύοντας μὲ τί εἶδος θανάτου θὰ πέθαινε (ὅτι θὰ τὸν σταύρωναν δηλαδὴ οἱ Ρωμαῖοι, ὅπως συνήθιζαν νὰ ἐκτελοῦν τοὺς καταδίκους, ἐνῷ οἱ Ἰουδαῖοι τοὺς λιθοβολοῦσαν).
Τρεμπέλα
Καὶ ἀνεγνώρισαν ἔτσι, ὅτι μόνον ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ρώμης εἶχε δικαίωμα νὰ θανατώσῃ τὸν Ἰησοῦν, διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἐπακριβῶς ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖον εἶπε, δεικνύων ἐκ προτέρου μὲ ποῖον θάνατον ἔμελλε νὰ ἀποθάνῃ, ἤτοι μὲ θάνατον σταυρικόν, ὅπως οἱ Ρωμαῖοι ἐθανάτωναν τοὺς καταδίκους των, καὶ ὅχι διὰ λιθοβολισμοῦ, ὅπως ἐσυνήθιζαν οἱ Ἰουδαῖοι. Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ Ἰουδαῖοι κατηγόρησαν τὸν Ἰησοῦν, ὅτι ἐπεζήτει νὰ γίνῃ βασιλεύς.
Κολιτσάρα
Τὰ εἶπαν δὲ αὐτά, διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ πλήρως ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ Ἰησοῦς εἶχεν εἴπει, φανερώνων ἐκ τῶν προτέρων μὲ ποῖον εἶδος θανάτου ἔμελλε νὰ ἀποθάνῃ. (Διότι οἱ Ρωμαῖοι κατεδίκαζαν εἰς σταυρικὸν θάνατον, ἐνῶ οἱ Ἑβραῖοι, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους των, καὶ ὅταν ἦσαν ἐλεύθερος λαός, κατεδίκαζαν εἰς τὸν διὰ λιθοβολισμοὺ θάνατον).
Ἰωάν. 18,33
Εἰσῆλθεν οὖν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν ὁ Πιλᾶτος καὶ ἐφώνησε τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶπεν αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;
Σωτηρόπουλου
Μπῆκε τότε πάλι ὁ Πιλᾶτος στὸ πραιτώριο, καὶ φώναξε τὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ εἶπε· «Σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;».
Τρεμπέλα
Ἐμβῆκε λοιπὸν πάλιν εἰς τὸ πραιτώριον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἐφώναξεν ἰδιαιτέρως τὸν Ἰησοῦν καὶ τοῦ εἶπεν· Εἶσαι σὺ πράγματι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;
Κολιτσάρα
Εἰσῆλθεν πάλιν εἰς τὸ πραιτώριον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἐκάλεσεν ἰδιαιτέρως τὸν Ἰησοῦν καὶ τοῦ εἶπε· «σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;»
Ἰωάν. 18,34
ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀφ’ ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις ἢ ἄλλοι σοι εἶπον περὶ ἐμοῦ;
Σωτηρόπουλου
Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Ἀφ’ ἑαυτοῦ σὺ λέγεις αὐτό, ἢ ἄλλοι σοῦ εἶπαν γιὰ μένα;».
Τρεμπέλα
Τοῦ ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· Ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως λέγεις αὐτό, ὥστε νὰ ἀποδίδῃς εἰς τὸν τίτλον τοῦ βασιλέως ἔννοιαν πολιτικὴν καὶ κοσμικήν, ἢ ἄλλοι σοῦ εἶπαν δι’ ἐμέ, ὅτι διεξεδίκησα τὸ ἀξίωμα τοῦ βασιλέως Μεσσίου, ὁπότε πλέον ὁ τίτλος βασιλεὺς ἔχει ἐντελῶς διαφορετικὴν ἔννοιαν;
Κολιτσάρα
Τοῦ ἀπήντησεν ὁ Ἰησοῦς· «Ἀπὸ τὸν εὐατόν σου, ἀπὸ ἰδικήν σου διαπίστωσιν τὸ λέγεις αὐτὸ ἢ ἄλλοι σοῦ τὸ εἶπαν, ὡς κατηγορίαν ἐναντίον μου;»
Ἰωάν. 18,35
ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· μήτι ἐγὼ Ἰουδαῖός εἰμι; τὸ ἔθνος τὸ σὸν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐμοί· τί ἐποίησας;
Σωτηρόπουλου
Ἀποκρίθηκε ὁ Πιλᾶτος· «Μήπως ἐγὼ εἶμαι Ἰουδαῖος; Τὸ ἔθνος τὸ δικό σου καὶ οἱ ἀρχιερεῖς σὲ παρέδωσαν σ’ ἐμένα. Τί ἔκανες;».
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· Μήπως ἐγὼ εἶμαι Ἰουδαῖος, διὰ νὰ ἡξεύρω τᾶς ὑποθέσεις σας; Τὸ ἰδικόν σου ἔθνος καὶ οἱ ἀρχιερεῖς σὲ παρέδωκαν εἰς ἐμὲ ὡς ἔνοχον θανάτου. Τί ἔκαμες;
Κολιτσάρα
Ἀπήντησεν ὁ Πιλᾶτος· «μήπως ἐγὼ εἶμαι Ἰουδαῖος, διὰ νὰ ἀνακατεύωμαι εἰς τὰ ζητήματα τῶν Ἑβραίων; Τὸ ἔθνος σου καὶ οἱ ἀρχιερεῖς σὲ παρέδωκαν εἰς ἐμὲ ὡς ἔνοχον. Τί ἔκαμες;»
Ἰωάν. 18,36
ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή, οἱ ὑπηρέται ἂν οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο, ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· νῦν δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν.
Σωτηρόπουλου
Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Ἡ βασιλεία ἡ δική μου δὲν εἶναι ἀπ’ αὐτὸ τὸν κόσμο. Ἐὰν ἡ βασιλεία ἡ δική μου ἦταν ἀπ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, τὰ δικά μου στρατιωτικὰ ὄργανα θ’ ἀγωνίζονταν, γιὰ νὰ μὴ παραδοθῶ στοὺς Ἰουδαίους. Ἀλλὰ τώρα ἡ δική μου βασιλεία δὲν εἶναι ἀπ’ ἐδῶ».
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· Ἡ ἰδική μου βασιλεία δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν, οὔτε στηρίζεται ἐπὶ ἀνθρωπίνης θελήσεως ἢ κοσμικῆς δυνάμεως. Ἐὰν ἦτο ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸν ἡ βασιλεία μου, οἱ ὑπηρέται μου θὰ ἔκαναν ἀγῶνα διὰ νὰ μὴ παραδοθῶ εἰς τοὺς Ἰουδαίους. Τώρα ὅμως βλέπεις καὶ σύ, ὅτι ἡ βασιλεία μου δὲν εἶναι ἀπ’ ἐδῶ, ὅπως αἱ ἄλλαι βασιλεῖαι τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ δι’ αὐτὸ οὔτε δι’ ἐπαναστάσεως καὶ πολέμου ἐπιβάλλεται, οὔτε τὴν δύναμιν τῆς βίας καὶ τῶν ὑλικῶν ὅπλων χρησιμοποιεῖ.
Κολιτσάρα
Ἀπήντησεν ὁ Ἰησοῦς· «ἡ βασιλεία μου δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν. Ἐὰν ἦτο ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον ἡ βασιλεία μου, οἱ στρατιῶται μου θὰ ἀνελάμβαναν ἀγῶνα, διὰ νὰ μὴ παραδοδῶ εἰς τοὺς Ἰουδαίους. Ἀλλὰ ἡ ἰδική μου βασιλικὴ ἐξουσία δὲν προέρχεται ἀπὸ τοῦτον ἐδῶ τὸν κόσμον οὔτε στηρίζεται εἰς τὴν δύναμιν τῶν ὅπλων».
Ἰωάν. 18,37
εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκοῦν βασιλεὺς εἶ σύ; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι ἐγώ. ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς.
Σωτηρόπουλου
Τοῦ εἶπε τότε ὁ Πιλᾶτος· «Λοιπὸν εἶσαι βασιλεὺς ἐσύ;». Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Τὸ λέγεις σύ, ὅτι εἶμαι βασιλεὺς ἐγώ. Ἐγὼ γι’ αὐτὸ γεννήθηκα καὶ γι’ αὐτὸ ἦλθα στὸν κόσμο, γιὰ νὰ δώσω μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια. Καθένας, ὁ ὁποῖος εἶναι τέκνο τῆς ἀληθείας, παραδέχεται τὴ διδασκαλία μου».
Τρεμπέλα
Κατόπιν λοιπὸν τῶν λόγων τούτων περὶ βασιλείας, εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· Εἶσαι λοιπὸν σὺ βασιλεύς; Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· Τὸ εἶπες σύ, ὅτι ἐγὼ εἶμαι βασιλεύς. Δὲν εἶμαι ὅμως βασιλεὺς κοσμικός, ὅπως σὺ ἀντιλαμβάνεσαι τὸν βασιλέα. Ἐγὼ δι’ αὐτὸ ἐγεννήθηκα καὶ δι’ αὐτὸ ἦλθον εἰς τὸν κόσμον, διὰ νὰ ἀποκαλύψω καὶ κηρύξω τὴν ἀλήθειαν καὶ δι’ αὐτῆς νὰ κατακτήσω πνευματικῶς τὸν κόσμον. Καὶ καθένας ποὺ ποθεῖ καὶ ἔχει διάθεσιν νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν, ἀκούει μὲ κατανόησιν καὶ ἀποδοχὴν τὴν φωνὴν καὶ διδασκαλίαν μου καὶ συμμορφούμενος πρὸς αὐτὴν γίνεται πολίτης τῆς πνευματικῆς καὶ οὐρανίου βασιλείας μου.
Κολιτσάρα
Εἶπε τότε εἰς αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· «λοιπὸν εἶσαι βασιλεύς;» Ἀπήντησεν ὁ Ἰησοῦς· «ὅπως καὶ σὺ τὸ λέγεις, εἶμαι βασιλεύς». Ἐγὼ δι’ αὐτὸ ἐγεννήθηκα καὶ δι’ αὐτὸ ἔχω ἔλθει εἰς τὸν κόσμον νὰ κηρύξω τὴν ἀλήθειαν. Καὶ κάθε ἔνας ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται μέσα του διάθεσιν καὶ πόθον διὰ τὴν ἀλήθειαν, ἀκούει, δέχεται καὶ ἐφαρμόζει τὴν διδασκαλίαν μου καὶ ἔτσι γίνεται πολίτης τῆς οὐρανίου βασιλείας μου».
Ἰωάν. 18,38
λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια; καὶ τοῦτο εἰπὼν πάλιν ἐξῆλθε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ·
Σωτηρόπουλου
Τοῦ λέγει ὁ Πιλᾶτος· «Τί εἶναι ἀλήθεια;». Καὶ ὅταν εἶπε αὐτό, πάλι βγῆκε ἔξω πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς λέγει· «Ἐγὼ καμμία ἐνοχὴ δὲν βρίσκω σ’ αὐτόν.
Τρεμπέλα
Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· Δὲν βαρυέσαι! Τί εἶναι ἀλήθεια; Καὶ ποῖος μπορεῖ νὰ τὴν εὕρῃ; Καὶ ἀφοῦ εἶπεν αὐτό, χωρὶς νὰ περιμένῃ ἀπάντησιν, ἐβγῆκε πάλιν ἀπὸ τὸ πραιτώριον πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς εἶπε· Δὲν ἡξεύρω, τί λέγετε σεῖς· Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω καμμίαν ἐνοχὴν εἰς αὐτόν.
Κολιτσάρα
Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος. «Τί εἶναι ἀλήθεια; Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ τὴν βρῇ;» Καὶ ἀφοῦ εἶπεν αὐτό, ἐβγῆκε πάλιν ἀπὸ τὸ πραιτώριον πρὸς τοὺς Ἑβραίους καὶ τοὺς εἶπε· «παρ’ ὄλα ὅσα λέγετε σεῖς, ἐγὼ δὲν εὑρίσκω καμμίαν ἐνοχὴν εἰς αὐτόν.
Ἰωάν. 18,39
ἔστι δὲ συνήθεια ὑμῖν ἵνα ἕνα ὑμῖν ἀπολύσω ἐν τῷ πάσχα· βούλεσθε οὖν ὑμῖν ἀπολύσω τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;
Σωτηρόπουλου
Ὑπάρχει δὲ συνήθεια σ’ ἐσᾶς, νὰ ἐλευθερώσω γιὰ χάρι σας ἕνα ὑπόδικο κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἐλευθερώσω γιὰ χάρι σας τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;».
Τρεμπέλα
Ὑπάρχει ὅμως κάποιο ἔθιμον εἰς σᾶς, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σᾶς ἐλευθερώσω κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα ἕνα ἀπὸ τοὺς φυλακισμένους ἐγκληματίας. Θέλετε λοιπὸν νὰ σᾶς ἐλευθερώσω τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;
Κολιτσάρα
Ὑπάρχει ὅμως ἕνα ἔθιμον εἰς σᾶς, νὰ ἀπολύω κάθε πάσχα ἕνα κατάδικον πρὸς χάριν σας. Θέλετε, λοιπόν, ἐφέτος νὰ ἀπολύσω πρὸς χάριν σας τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;»
Ἰωάν. 18,40
ἐκραύγασαν οὖν πάλιν πάντες λέγοντες· μὴ τοῦτον, ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶν. ἦν δὲ ὁ Βαραββᾶς λῃστής.
Σωτηρόπουλου
Παρὰ ταῦτα ὅμως ὅλοι κραύγασαν λέγοντας· «Ὄχι αὐτόν, ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶ». Ὁ δὲ Βαραββᾶς ἦταν λῃστής.
Τρεμπέλα
Κατόπιν λοιπὸν τῆς προτάσεως αὐτῆς τοῦ Πιλάτου ἐφώναξαν πάλιν ὅλοι καὶ εἶπαν· Μὴ ἀπολύσῃς αὐτόν, ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶν. Ὁ Βαραββᾶς δὲ αὐτός, ποὺ ἐπροτίμησαν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν οἱ Ἰουδαῖοι, ἦτο λῃστής.
Κολιτσάρα
Ἐκραύγασαν τότε ὅλοι λέγοντες· «μὴ ἀπολύσῃς αὐτόν, ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶν». Ἦτο δὲ ὁ Βαραββᾶς, τὸν ὁποῖον ἐπροτίμησαν ἀπὸ τὸν ἀπολύτως ἀθῶον καὶ εὐεργέτην των Ἰησοῦν, ληστὴς καταδικασμένος.