Κατὰ Ἰωάννην 19
Ἰωάν. 19,1
Τότε οὖν ἔλαβεν ὁ Πιλᾶτος τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐμαστίγωσε.
Σωτηρόπουλου
Τότε δὲ ὁ Πιλᾶτος διέταξε τοὺς στρατιῶτες καὶ πῆραν τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν μαστίγωσαν.
Τρεμπέλα
Κατόπιν λοιπὸν τῆς ἐπιμονῆς αὐτῆς τοῦ πλήθους, διὰ νὰ καταπραΰνῃ αὐτὸ ὁ Πιλᾶτος, ἐπῆρε τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τὸ μέρος, ποὺ ἐστέκετο, καὶ ἔδωκε διαταγὰς εἰς τοὺς στρατιώτας καὶ τὸν ἐμαστίγωσαν γυμνωμένον.
Κολιτσάρα
Τότε, λοιπόν, ὁ Πιλᾶτος ἐπῆρε τὸν Ἰησοῦν ἀπ’ ἐκεῖ ποὺ ἐστέκετο, τὸν παρέδωκε εἰς τοὺς στρατιώτας του καὶ διέταξε καὶ τὸν ἐμαστίγωσαν.
Ἰωάν. 19,2
καὶ οἱ στρατιῶται πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ, καὶ ἱμάτιον πορφυροῦν περιέβαλον αὐτὸν
Σωτηρόπουλου
Ἐπίσης οἱ στρατιῶτες ἔπλεξαν στεφάνι ἀπὸ ἀγκάθια καὶ τὸ ἔθεσαν πάνω στὸ κεφάλι του (ὡς βασιλικὸ δῆθεν στέμμα), καὶ τὸν ἔντυσαν μὲ κόκκινο μανδύα (ὡς βασιλικὴ δῆθεν πορφύρα),
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπὶ πλέον οἱ στρατιῶται, διὰ νὰ γελοιοποιήσουν τὰς βασιλικὰς ἀξιώσεις τοῦ Ἰησοῦ, ἀφοῦ ἔπλεξαν στέφανον ἀπὸ ἀγκάθια, τὸν ἔβαλαν ἀντὶ στέμματος βασιλικοῦ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του, καὶ τὸν ἐνέδυσαν μὲ κόκκινον μανδύαν ἀντὶ αὐτοκρατορικῆς πορφύρας.
Κολιτσάρα
Καὶ μετὰ τὸ φρικτὸν μαστίγωμα οἱ στρατιῶται, διὰ νὰ τὸν γελοιοποιήσουν καὶ ἐξευτελίσουν, ὡς βασιλέαν τῶν Ἰουδαίων, ἔπλεξαν ἀπὸ ἀγκάθια στεφάνι καὶ τὸ ἔβαλαν εἰς τὸ κεφάλι του, ὡς βασιλικὸν τάχα στέμμα, καὶ τοῦ ἐφόρεσαν ἕνα κόκκινο μανδύαν, ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ φοροῦσαν οἱ στρατιῶται, ὡς βασιλικὴν τάχα πορφύραν.
Ἰωάν. 19,3
καὶ ἔλεγον· χαῖρε ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων· καὶ ἐδίδουν αὐτῷ ῥαπίσματα.
Σωτηρόπουλου
καὶ ἔλεγαν· «Χαῖρε, βασιλεῦ τῶν Ἰουδαίων!». Καὶ τοῦ ἔδιναν ραπίσματα.
Τρεμπέλα
Καὶ ἔλεγαν ἐμπαικτικῶς· Χαῖρε, ὦ βασιληᾶ τῶν Ἰουδαίων. Καὶ τοῦ ἔδιδαν ραπίσματα.
Κολιτσάρα
Καὶ ἔλεγαν εἰρωνικῶς· «χαῖρε, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων». Καὶ τοῦ κατέφεραν ραπίσματα.
Ἰωάν. 19,4
ἐξῆλθεν οὖν πάλιν ἔξω ὁ Πιλᾶτος καὶ λέγει αὐτοῖς· ἴδε ἄγω ὑμῖν αὐτὸν ἔξω, ἵνα γνῶτε ὅτι ἐν αὐτῷ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω.
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ Πιλᾶτος βγῆκε πάλι ἔξω καὶ τοὺς λέγει· «Νά, σᾶς τὸν φέρνω πάλι ἔξω, γιὰ νὰ ἰδῆτε, ὅτι δὲν βρίσκω σ’ αὐτὸν καμμία ἐνοχή».
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ μαστίγωσις καὶ ὁ ἐξευτελισμὸς ἐτελείωσαν, ἐβγῆκε πάλιν ὁ Πιλᾶτος ἔξω ἀπὸ τὸ πραιτώριον καὶ τοὺς εἶπεν· Ἰδοὺ σᾶς τὸν φέρνω ἔξω. Ἀρκετὰ τὸν ἐτιμωρήσαμεν πρὸς χάριν σας. Βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν εὑρίσκω εἰς αὐτὸν κανὲν ἔγκλημα καὶ δὲν σκοπεύω νὰ τὸν τιμωρήσω περισσότερον.
Κολιτσάρα
Μετὰ τὴν μαστίγωσιν καὶ τὸν ἐμπαιγμὸν ἐβγῆκεν πάλιν ἔξω ὁ Πιλᾶτος ἀπὸ τὸ πραιτώριον καὶ λέγει εἰς τοὺς Ἑβραίους· «ἰδού, σᾶς τὸν φέρνω ἔξω. Τὸν ἀνέκρινα μὲ βασανιστήρια, τὸν ἐτιμώρησα πρὸς χάριν σας. Δὲν εὑρῆκα τίποτε τὸ ἔνοχον. Σᾶς τὸ δηλώνω, ἐπισήμως, διὰ νὰ πεισθῆτε καὶ σεῖς, ὅτι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω εἰς αὐτὸν κανένα ἔγκλημα καὶ μάλιστα ἄξιον θανάτου».
Ἰωάν. 19,5
ἐξῆλθεν οὖν ὁ Ἰησοῦς ἔξω φορῶν τὸν ἀκάνθινον στέφανον καὶ τὸ πορφυροῦν ἱμάτιον,
Σωτηρόπουλου
Βγῆκε λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἔξω, φορώντας τὸ ἀκάνθινο στεφάνι καὶ τὸν κόκκινο μανδύα,
Τρεμπέλα
Ἐβγῆκε λοιπὸν ἔξω ὁ Ἰησοῦς φορῶν τὸν ἀκάνθινον στέφανον καὶ τὸν κόκκινον μανδύαν.
Κολιτσάρα
Ἐβγῆκε, λοιπόν, ὁ Ἰησοῦς ἔξω, φορῶν τὸν ἀκάνθινον στέφανον καὶ τὸν κόκκινον μανδύαν.
Ἰωάν. 19,6
καὶ λέγει αὐτοῖς· ἴδε ὁ ἄνθρωπος. ὅτε οὖν εἶδον αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν.
Σωτηρόπουλου
καὶ τοὺς λέγει· «Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος!». Ὅταν δὲ τὸν εἶδαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, κραύγασαν λέγοντας· «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον!». Τοὺς λέγει ὁ Πιλᾶτος· «Πάρετε αὐτὸν ἐσεῖς καὶ σταυρώσετε. Διότι ἐγὼ δὲν βρίσκω σ’ αὐτὸν ἐνοχή».
Τρεμπέλα
Καὶ λέγει πρὸς αὐτοὺς ὁ Πιλᾶτος· Ἴδε εἰς ποίαν ἀθλίαν κατάστασιν κατήντησεν ὁ ἄνθρωπος! Ὅταν λοιπὸν τὸν εἶδαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται τοῦ συνεδρίου, ἐφώναξαν δυνατὰ καὶ εἶπαν· Σταύρωσε, σταύρωσε αὐτόν. Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Πιλᾶτος· Πάρτε τον σεῖς καὶ σταυρώσατέ τον· διότι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω καμμίαν ἐνοχὴν εἰς αὐτὸν καὶ δὲν ἡμπορῶ νὰ τὸν σταυρώσω.
Κολιτσάρα
Καὶ λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Πιλᾶτος· «ἰδού, ὁ ἄνθρωπος. Ἴδετε εἰς ποίαν τραγικὴν κατάστασιν τὸν ἔφερα πρὸς χάριν σας μὲ τὸ μαστίγωμα καὶ τοὺς ἐμπαγμοὺς τῶν στρατιωτῶν». Ὅταν ὅμως τὸν εἶδαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται τοῦ συνεδρίου, ἀσυγκίνητοι ἀπὸ τὸ θέαμα τοῦ πάσχοντος ἀθώου, ἐφώναξαν δυνατὰ μὲ μανίαν λέγοντες· «σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον». Τοὺς ἀπήντησε ὁ Πιλᾶτος· «πάρτε τον σεῖς καὶ σταυρῶστε τον, διότι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω καμμίαν ἐνοχήν, ὥστε νὰ τὸν καταδικάσω εἰς σταυρικὸν θάνατον».
Ἰωάν. 19,7
ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· ἡμεῖς νόμον ἔχομεν, καὶ κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἑαυτὸν Θεοῦ υἱὸν ἐποίησεν.
Σωτηρόπουλου
Τοῦ εἶπαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι· «Ἐμεῖς ἔχουμε νόμο, καὶ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο μας πρέπει νὰ πεθάνῃ, διότι ἔκανε τὸν ἑαυτό του Υἱὸ τοῦ Θεοῦ».
Τρεμπέλα
Ἐπειδὴ δὲ τὸ ρωμαϊκὸν κράτος συνήθιζε νὰ ἀναγνωρίζῃ τοὺς νόμους τῶν λαῶν, τοὺς ὁποίους ὑπεδούλωνεν, ὑπενθυμίζοντες τοῦτο εἰς τὸν Πιλᾶτον, ἀπεκρίθησαν εἰς αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι· Ἡμεῖς ἔχομεν νόμον καὶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον μας πρέπει νὰ ἀποθάνῃ, διότι ἔκαμε τὸν ἑαυτόν του υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτσι ἐβλασφήμησε κατὰ τοῦ Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Τοῦ ἀπήντησαν οἱ Ἰουδαῖοι· «ἡμεῖς ἔχομεν νόμον, τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸ τὸ ρωμαϊκὸν κράτος σέβεται, καὶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον μας πρέπει αὐτὸς νὰ πεθάνη, διότι ἔκαμε τὸν εὐατόν του Υἱὸν Θεοῦ καὶ ἔδειξε ἔτσι θανάσιμον ἀσέβειαν κατὰ τοῦ Θεοῦ».
Ἰωάν. 19,8
Ὅτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτος τοῦτον τὸν λόγον, μᾶλλον ἐφοβήθη,
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ ὁ Πιλᾶτος ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο, μᾶλλον φοβήθηκε,
Τρεμπέλα
Ὅταν λοιπὸν ὁ Πιλᾶτος, ὁ ὁποῖος ὡς εἰδωλολάτρης ποὺ ἦτο, παρεδέχετο πολλοὺς θεοὺς καὶ ἡμιθέους, ἤκουσεν αὐτὸν τὸν λόγον, ὅτι δηλαδὴ ὁ Ἰησοῦς ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἐτρόμαξε περισσότερον, φοβηθεῖς μήπως πράγματι ὁ Ἰησοῦς ἦτο υἱὸς κάποιου θεοῦ καὶ διὰ τῆς δυνάμεώς του ἐξολοθρεύσῃ αὐτόν.
Κολιτσάρα
Ὁ Πιλᾶτος, εἰδωλολάτρης καθὼς ἦτο καὶ ἐπίστευεν εἰς πολλοὺς θεοὺς καὶ τέκνα θεῶν, ὅταν ἤκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τῶν Ἑβραίων, ἐφοβήθη ἀκόμη περισσότερον.
Ἰωάν. 19,9
καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν καὶ λέγει τῷ Ἰησοῦ· πόθεν εἶ σύ; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ.
Σωτηρόπουλου
καὶ μπῆκε πάλι στὸ πραιτώριο, καὶ λέγει στὸν Ἰησοῦ· «Ἀπὸ ποῦ εἶσαι σύ;». Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς δὲν τοῦ ἀποκρίθηκε.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐμβῆκε πάλιν εἰς τὸ πραιτώριον καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἰησοῦν· Ἀπὸ ποὺ εἶσαι σύ; Κατάγεσαι ἀπὸ τὴν γῆν ἢ ἦλθες ἀπὸ τὸν οὐρανόν; Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν τοῦ ἔδωκεν ἀπάντησιν.
Κολιτσάρα
Καὶ εἰσῆλθεν πάλιν εἰς τὸ πραιτώριον καὶ λέγει εἰς τὸν Ἰησοῦν· «ἀπὸ ποῦ εἶσαι σύ; Εἶσαι πράγματι παιδὶ θεοῦ;» Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν τοῦ ἔδωσε ἀπάντησιν.
Ἰωάν. 19,10
λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε;
Σωτηρόπουλου
Τοῦ λέγει τότε ὁ Πιλᾶτος· «Σ’ ἐμένα δὲν ὁμιλεῖς; Δὲν ξέρεις, ὅτι ἔχω ἐξουσία νὰ σὲ σταυρώσω, καὶ ἔχω ἐξουσία νὰ σὲ ἀφήσω ἐλεύθερο;».
Τρεμπέλα
Κατόπιν λοιπὸν τῆς σιωπῆς αὐτῆς εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· Εἰς ἐμὲ δὲν ὁμιλεῖς; Δὲν ἡξεύρεις, ὅτι ἔχω ἐξουσίαν νὰ σὲ σταυρώσω καὶ ἔχω ἐξουσίαν νὰ σὲ ἀφήσω ἐλεύθερον;
Κολιτσάρα
Λέγει τότε εἰς αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· «εἰς ἐμὲ δὲν ὁμιλεῖς; Δὲν ξεύρεις ὅτι ἔχω ἐξουσίαν νὰ σὲ σταυρώσω καὶ ἐξουσίαν ἔχω νὰ σὲ ἀφήσω ἐλεύθερον;»
Ἰωάν. 19,11
ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ’ ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν· διὰ τοῦτο ὁ παραδιδούς μέ σοι μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει.
Σωτηρόπουλου
Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Δὲν θὰ εἶχες καμμία ἐξουσία ἐναντίον μου, ἂν δὲν σοῦ εἶχε δοθῇ ἄνωθεν (ἀπὸ τὸ Θεό). Γι’ αὐτὸ ἐκεῖνος, ποὺ μὲ παρέδωσε σ’ ἐσένα (ὁ Καϊάφας μὲ τὸ συνέδριο), ἔχει μεγαλύτερη ἁμαρτία».
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· Δὲν θὰ εἶχες καμμίαν ἐξουσίαν ἐναντίον μου, ἐὰν δὲν σοῦ εἶχε δοθῆ ἡ ἐξουσία αὐτὴ ἀπ’ ἐπάνω, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἡ ἀνοχὴ τοῦ Θεοῦ σὲ κρατεῖ ἄρχοντα ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἕδρας, καὶ ἐπεφύλαξεν εἰς σὲ νὰ μὲ δικάσῃς. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐξουσία αὐτὴ ἔχει δοθῆ εἰς σὲ ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ δὲν δύνασαι νὰ ἀποφύγῃς τὸ νὰ μὲ δικάσῃς, δι’ αὐτὸ ὁ Καϊάφας καὶ τὸ συνέδριον τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι μὲ παρέδωκαν ἐκ φθόνου καὶ μίσους εἰς σὲ καὶ σὲ πιέζουν νὰ μὲ καταδικάσῃς, ἔχουν μεγαλυτέραν ἁμαρτίαν ἀπὸ σέ, ὁ ὁποῖος ἐκ φόβου πρὸς αὐτοὺς καταχρᾶσαι τώρα τὴν ἐξουσίαν σου.
Κολιτσάρα
Ἀπήντησεν ὁ Ἰησοῦς· «Δὲν θὰ εἶχες καμμίαν ἐξουσίαν ἐναντίον μου, ἐὰν τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα ποὺ κατέχεις σήμερα, δέν σοῦ ἦτο δοσμένο ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἡ ἀνοχὴ τοῦ Θεοῦ σὲ ἀφίνει δικαστὴν κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς καὶ εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ μὲ δικάσῃς, ἀφοῦ μὲ ἔφεραν ἐμπρός σου ὡς κατηγορούμενον οἱ Ἰουδαῖοι. Δι’ αὐτὸ ὁ Καϊάφας καὶ τὸ συνέδριον τῶν Ἑβραίων, ποὺ ἀπὸ φθόνον μὲ παρέδωκαν εἰς τὰ χέρια σου, ἔχουν μεγαλυτέραν ἐνοχήν ἀπὸ σέ, ὁ ὁποῖος δὲν τολμᾷς νὰ ἀποδώσης δικαιοσύνην».
Ἰωάν. 19,12
ἐκ τούτου ἐζήτει ὁ Πιλᾶτος ἀπολῦσαι αὐτόν· οἱ δὲ Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν τοῦτον ἀπολύσῃς, οὐκ εἶ φίλος τοῦ Καίσαρος. πᾶς ὁ βασιλέα ἑαυτὸν ποιῶν ἀντιλέγει τῷ Καίσαρι.
Σωτηρόπουλου
Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Πιλᾶτος κατέβαλλε προσπάθειες νὰ τὸν ἐλευθερώσῃ. Ἀλλ’ οἱ Ἰουδαῖοι κραύγαζαν λέγοντας· «Ἐὰν ἐλευθερώσῃς αὐτόν, δὲν εἶσαι φίλος τοῦ Καίσαρος. Καθένας, ποὺ κάνει τὸν ἑαυτό του βασιλέα, ἀντιπράττει στὸν Καίσαρα».
Τρεμπέλα
Ἡ ἀπάντησις αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ κατέπληξε καὶ ἐθορύβησε τὸν Πιλᾶτον καὶ ἕνεκα τούτου ἐπεδίωκε μὲ μεγαλυτέραν τώρα ἐπιμονὴν νὰ ἐλευθερώσῃ αὐτόν. Οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως ἐφώναζαν δυνατὰ καὶ ἔλεγαν· Ἐὰν τὸν ἀφήσῃς ἐλεύθερον, δὲν εἶσαι φίλος τοῦ Καίσαρος. Καθένας ποὺ κάνει τὸν ἑαυτόν του βασιλέα, ἀντιτίθεται καὶ ἐπαναστατεῖ κατὰ τοῦ Καίσαρος.
Κολιτσάρα
Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως αὐτῆς ἐταράχθη ἀκόμη περισσότερον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἐζητοῦσε μὲ κάθε τρόπον νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως ἐφώναζαν δυνατὰ λέγοντες· «ἐὰν ἀπολύσῃς αὐτόν, δὲν εἶσαι φίλος τοῦ Καίσαρος. Κάθε ἕνας ποὺ κάνει τὸν εὐατόν του βασιλέα ἀντιτίθεται κατὰ τοῦ Καίσαρος».
Ἰωάν. 19,13
ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον ἤγαγεν ἔξω τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Ἑβραϊστὶ δὲ Γαββαθᾶ·
Σωτηρόπουλου
Ὁ Πιλᾶτος λοιπόν, ὅταν ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο, ὡδήγησε ἔξω τὸν Ἰησοῦ, καὶ κάθησε στὴ δικαστικὴ ἕδρα, σὲ τόπο λεγόμενο Λιθόστρωτο, στὰ ἑβραϊκά δὲ Γαββαθᾶ.
Τρεμπέλα
Ὁ Πιλᾶτος λοιπὸν ὅταν ἤκουσε τοὺς τελευταίους τούτους λόγους, μὲ τοὺς ὁποίους οἱ Ἰουδαῖοι ἀνεγνώριζαν καθαρά, ὅτι βασιλέα των εἶχον τὸν Καίσαρα, ὡδήγησε τὸν Ἰησοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ πραιτώριον καὶ αὐτὸς ἐκάθισε ἐπὶ τῆς δικαστικῆς του ἕδρας, ποὺ εἶχε τοποθετηθῇ πρόχειρα εἰς τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος ἦτο στρωμένος μὲ πέτρας καὶ μωσαϊκὰ καὶ δι’ αὐτὸ ἐλέγετο εἰς μὲν τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν Λιθόστρωτον, εἰς τὴν ἑβραϊκὴν ὅμως ἐλέγετο λόγῳ τοῦ σχήματός του Γαββαθᾶ, ἤτοι ὕψωμα.
Κολιτσάρα
Ὁ Πιλᾶτος τότε, ὅταν ἤκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἀποτελοῦσαν ἔμμεσον ἀπειλὴν ἐναντίον του, ἔφερε πάλιν ἔξω τὸν Ἰησοῦν καὶ αὐτὸς ἐκάθισεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἔδραν, ποὺ εἶχε τοποθετηθῆ τὴν ὥραν ἐκείνην εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον καὶ εἰς τὴν ἑβραϊκὴν γλῶσσαν Γαββαθᾶ, δηλαδὴ ὕψωμα.
Ἰωάν. 19,14
ἦν δὲ παρασκευὴ τοῦ πάσχα, ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη· καὶ λέγει τοῖς Ἰουδαίοις· ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν.
Σωτηρόπουλου
Ἦταν δὲ ἡ Παρασκευὴ τοῦ Πάσχα (παραμονὴ τοῦ Πάσχα, κατὰ τὴν ὁποία γινόταν προετοιμασία γιὰ τὸ Πάσχα), ὥρα δὲ δώδεκα περίπου τὸ μεσημέρι. Καὶ λέγει στοὺς Ἰουδαίους· «Ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σας!».
Τρεμπέλα
Ἦτο δὲ ἡ ἡμέρα τῆς παραμονῆς καὶ προετοιμασίας τοῦ Πάσχα, καὶ ἡ ὥρα ἦτο περίπου ἓξ ἀπὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, δηλαδὴ μεσημβρία. Καὶ λέγει ὁ Πιλᾶτος πρὸς τοὺς Ἰουδαίους· Ἰδοὺ εἰς ποίαν ἀθλιότητα καὶ καταφρόνησιν κατήντησεν ὁ βασιλεύς σας.
Κολιτσάρα
Ἡ ἡμέρα δὲ ἐκείνη ἦτο παραμονὴ διὰ τὴν προπαρασκευὴν καὶ προετοιμασίαν τοῦ πάσχα. Ἡ ὥρα ἦτο ἓξ περίπου ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, δηλαδὴ μεσημέρι. Καὶ λέγει ὁ Πιλᾶτος εἰς τοὺς Ἰουδαίους· «ἰδού, πὼς κατήντησεν ὁ βασιλεύς σας».
Ἰωάν. 19,15
οἱ δὲ ἐκραύγασαν· ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ αὐτοὶ κραύγασαν· «Θανάτωσέ τον, θανάτωσέ τον, σταύρωσέ τον!». Τοὺς λέγει ὁ Πιλᾶτος· «Τὸν βασιλέα σας νὰ σταυρώσω;». Ἀποκρίθηκαν οἱ ἀρχιερεῖς· «Δὲν ἔχουμε βασιλέα, παρὰ τὸν Καίσαρα».
Τρεμπέλα
Αὐτοὶ ὅμως ἀντὶ νὰ κινηθοῦν εἰς συμπάθειαν καὶ οἶκτον, ἐφώναζαν δυνατά· Πάρε τον, πάρε τον, νὰ μὴ τὸν βλέπωμεν· σταύρωσέ τον. Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Πιλᾶτος· Τὸν βασιλέα σας νὰ σταυρώσω; Ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· Δὲν ἔχομεν βασιλέα ἄλλον παρὰ μόνον τὸν Καίσαρα.
Κολιτσάρα
Αὐτοὶ δέ, σκληροκάρδιοι καὶ μὲ φονικὸν μῖσος εἰς τὴν καρδιάν των, ἐκραύγασαν· «πάρε τον ἀπὸ ἐδῶ! Πάρε τον ἀπὸ τὰ μάτια μας, νὰ μὴν τὸν βλέπωμε, σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον». Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Πιλᾶτος· «τὸν βασιλέα σας νὰ σταυρώσω;» Ἀπήντησαν οἱ ἀρχιερεῖς καταπατοῦντες τὴν θρησκευτικήν των πίστιν καὶ τὴν ἐθνικήν των ἀξιοπρέπειαν· δὲν ἔχομεν ἄλλον βασιλέα, παρὰ μόνον τὸν Καίσαρα».
Ἰωάν. 19,16
τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ τότε, γιὰ νὰ τοὺς ἱκανοποιήσῃ (ἢ χάριν αὐτῶν), τὸν παρέδωσε γιὰ νὰ σταυρωθῇ.
Τρεμπέλα
Ὅταν λοιπὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἠρνήθησαν ὄχι μόνον τὸν Μεσσίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τῆς θεοκρατίας των, κατὰ τὴν ὁποίαν βασιλεύς των ἦτο μόνον ὁ Θεός, τότε ὁ Πιλᾶτος παρέδωκε τὸν Ἰησοῦν εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ σταυρωθῇ.
Κολιτσάρα
Τότε ὁ Πιλᾶτος ὑπεχώρησε εἰς τὸ τυφλὸν μῖσος ἐκείνων καὶ παρέδωκεν εἰς αὐτοὺς τὸν Ἰησοῦν, διὰ νὰ σταυρωθῆ.
Ἰωάν. 19,17
Παρέλαβον δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἤγαγον· καὶ βαστάζων τὸν σταυρὸν αὐτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον κρανίου τόπον, ὃς λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ,
Σωτηρόπουλου
Παρέλαβαν δὲ τὸν Ἰησοῦ (οἱ στρατιῶτες) καὶ ἔφυγαν. Ἔτσι βαστάζοντας τὸ σταυρό του βγῆκε (ἀπὸ τὴν πόλι) στὸν λεγόμενο Κρανίου τόπο, ὁ ὁποῖος στὰ Ἑβραϊκὰ λέγεται Γολγοθᾶς,
Τρεμπέλα
Παρέλαβον δὲ οἱ στρατιῶται τὸν Ἰησοῦν, καὶ τὸν ὡδήγησαν νὰ τὸν σταυρώσουν. Καὶ αὐτὸς βαστάζων ἐπὶ τοῦ ὤμου τὸν σταυρόν του ἐβγῆκεν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως εἰς κάποιον τοποθεσίαν, ποὺ λέγεται Κρανίου τόπος καὶ εἰς τὴν ἑβραϊκὴν γλῶσσαν λέγεται Γολγοθᾶ.
Κολιτσάρα
Ἐπῆραν οἱ στρατιῶται τὸν Ἰησοῦν καὶ τὸν ὡδήγησαν εἰς τὸν τόπον τῆς σταυρώσεως· καὶ αὐτὸς βαστάζων εἰς τὸν ὦμον του τὸν σταυρόν του ἐβγῆκεν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ ἦλθε εἰς τοποθεσίαν, ποὺ λέγεται Κρανίου τόπος, Ἑβραϊκὰ δὲ Γολγοθᾶ.
Ἰωάν. 19,18
ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν.
Σωτηρόπουλου
ὅπου τὸν σταύρωσαν, καὶ μαζί του ἄλλους δύο, ἕνα ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ καὶ ἕνα ἀπὸ τὴν ἄλλη, καὶ στὸ μέσον τὸν Ἰησοῦ.
Τρεμπέλα
Ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτόν, καὶ μαζί του ἐσταύρωσαν ἄλλους δύο, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τὸν ἕνα καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὸν ἄλλον, διὰ νὰ ἀτιμάσουν δὲ περισσότερον τὸν Ἰησοῦν ἔδωκαν εἰς αὐτὸν τὴν πρωτεύουσαν εἰς τὸ μέσον τῶν δύο κακούργων θέσιν.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτὸν καὶ μαζῆ του ἐσταύρωσαν δύο ἄλλους, ἕνα ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ τὸν ἄλλον ἀπὸ τὸ ἄλλο, εἰς τὸ μέσον δὲ τῶν δύο κακούργων ἔβαλαν τὸν Ἰησοῦν, διὰ νὰ τὸν ἐξευτελίσουν περισσότερον.
Ἰωάν. 19,19
ἔγραψε δὲ καὶ τίτλον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.
Σωτηρόπουλου
Ἔγραψε δὲ καὶ ἐπιγραφὴ ὁ Πιλᾶτος καὶ τὴν ἔθεσε πάνω στὸ σταυρό. Ἦταν δὲ γραμμένο (στὴν ἐπιγραφή)· Ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.
Τρεμπέλα
Ἔγραψε δὲ καὶ ἐπιγραφὴν ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθεσεν αὐτὴν εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ σταυροῦ. Ἦτο δὲ γραμμένον εἰς τὴν ἐπιγραφήν· Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.
Κολιτσάρα
Ἔγραψε δὲ ὁ Πιλᾶτος καὶ ἐπιγραφὴν καὶ τὴν ἔβαλε εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ σταυροῦ. Ἦτο δὲ γραμμένον εἰς αὐτήν· «Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων».
Ἰωάν. 19,20
τοῦτον οὖν τὸν τίτλον πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τῆς πόλεως ὁ τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστί, Ῥωμαϊστί.
Σωτηρόπουλου
Αὐτὴ δὲ τὴν ἐπιγραφὴ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἀνέγνωσαν, διότι ὁ τόπος, ὅπου σταυρώθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἦταν κοντὰ στὴν πόλι. Αὐτὸ δὲ ἦταν γραμμένο στὰ Ἑβραϊκά (ἀκριβέστερα Ἀραμαϊκά), στὰ Ἑλληνικά, καὶ στὰ Ρωμαϊκά (Λατινικά).
Τρεμπέλα
Αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐπιγραφήν, ποὺ διεκήρυττεν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦτο βασιλεὺς τοῦ νέου Ἰσραὴλ τῆς χάριτος, τὴν ἀνέγνωσαν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, διότι ὁ τόπος, ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς, ἦτο πλησίον τῆς πόλεως. Καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιγραφῆς ἦτο γραμμένον εἰς τρεῖς γλώσσας, εἰς τὴν Ἑβραϊκήν, ποὺ ἦτο ἐθνικὴ γλῶσσα τῶν Ἑβραίων, εἰς τὴν Ἑλληνικήν, ποὺ ἦτο γλῶσσα διεθνής, καὶ εἰς τὴν Ρωμαϊκήν, ποὺ ἦτο ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους. Ἔτσι ἐδόθη εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιγραφῆς ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέρα δημοσιότης.
Κολιτσάρα
Αὐτήν, λοιπόν, τὴν ἐπιγραφὴν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους τὴν ἐδιάβασαν, διότι ἦτο κοντὰ εἰς τὴν πόλιν ὁ τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς. Καὶ ἦτο γραμμένη ἑβραϊκά, ἑλληνικὰ καὶ ρωμαϊκά.
Ἰωάν. 19,21
ἔλεγον οὖν τῷ Πιλάτῳ οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων· μὴ γράφε, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ’ ὅτι ἐκεῖνος εἶπε, βασιλεύς εἰμι τῶν Ἰουδαίων.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων ἔλεγαν στὸν Πιλᾶτο· «Νὰ μὴ γράφῃς, Ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ’ ὅτι ἐκεῖνος εἶπε, Εἶμαι βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων».
Τρεμπέλα
Ἐπειδὴ λοιπὸν οἱ Ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων ἐθεώρουν ὡς προσβολὴν καὶ ὕβριν των νὰ λέγεται βασιλεύς των ἕνας σταυρωμένος, ἔλεγον εἰς τὸν Πιλᾶτον· Μὴ γράφῃς: Ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, ἀλλὰ γράφε, ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν· Εἶμαι βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.
Κολιτσάρα
Οἱ ἀρχιερεῖς, ἐπειδὴ ἐθεώρησαν βαρεῖαν προσβολήν των νὰ διακηρύσεται μὲ τὴν ἐπιγραφὴν αὐτὴν βασιλεύς των ἔνας ἐσταυρωμένος, εἶπαν εἰς τὸν Πιλᾶτον· «μὴ γράφεις ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ’ ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν, βασιλεὺς εἶμαι τῶν Ἰουδαίων».
Ἰωάν. 19,22
ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· ὃ γέγραφα, γέγραφα.
Σωτηρόπουλου
Ἀποκρίθηκε ὁ Πιλᾶτος· «Ὅ,τι ἔγραψα, ἔγραψα».
Τρεμπέλα
Ὁ Πιλᾶτος ὅμως ἀπεκρίθη· Ὅ,τι ἔγραψα, τὸ ἔγραψα πλέον. Δὲν τὸ ξεγράφω.
Κολιτσάρα
Ὁ Πιλᾶτος ἀπεκρίθη μὲ ὀργὴν καὶ περιφρόνησιν· «ὅ,τι ἔγραψα, ἔγραψα».
Ἰωάν. 19,23
Οἱ οὖν στρατιῶται ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν Ἰησοῦν, ἔλαβον τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν χιτῶνα· ἦν δὲ ὁ χιτὼν ἄρραφος, ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντὸς δι’ ὅλου.
Σωτηρόπουλου
Οἱ δὲ στρατιῶτες, ὅταν σταύρωσαν τὸν Ἰησοῦ, πῆραν τὰ ἐνδύματά του, καὶ τὰ χώρισαν σὲ τέσσερα μερίδια, ἕνα μερίδιο γιὰ κάθε στρατιώτη. Πῆραν καὶ τὸ χιτῶνα. Ὁ δὲ χιτὼν ἦταν ἄρραφος, ὑφασμένος ὁλόκληρος ἀπὸ πάνω ἕως κάτω.
Τρεμπέλα
Οἱ στρατιῶται λοιπόν, ὅταν ἐσταύρωσαν τὸν Ἰησοῦν, ἐπῆραν τὰ φορέματά του καὶ τὰ ἔκαμαν τέσσαρα μερίδια, ἀπὸ ἕνα μερίδιον δι’ ἕκαστον στρατιώτην. Καὶ τὸ ἐσωτερικόν του ἔνδυμα τὸ ἔκαμαν ξεχωριστὸν μερίδιον. Ἦτο δὲ τὸ ὑποκάμισον αὐτὸ χωρὶς καμμίαν ραφήν, ὑφασμένον ὁλόκληρον ἀπὸ τὸ ἐπάνω μέρος ἕως κάτω.
Κολιτσάρα
Οἱ στρατιῶται, λοιπόν, ἀφοῦ ἐσταύρωσαν τὸν Ἰησοῦν ἐπῆραν τὰ ἐνδύματά του καὶ τὰ ἔκαμαν τέσσαρα μερίδια, ἕνα μερίδιον διὰ κάθε στρατιώτην, καὶ τὸν ἐσωτερικόν του ἔνδυμα, τὸ ἔκαμαν ἰδιαίτερον μερίδιον. Ἦτο δὲ ὁ χιτὼν αὐτὸς χωρὶς καμμίαν ραφήν, ὑφαντὸς ὁλόκληρος ἀπὸ ἐπάνω ἕως κάτω.
Ἰωάν. 19,24
εἶπον οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ αὐτοῦ τίνος ἔσται· ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ ἡ λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον.
Σωτηρόπουλου
Εἶπαν δὲ μεταξύ τους, «Ἂς μὴ τὸν σχίσωμε, ἀλλ’ ἂς ρίξωμε κλῆρο, γιὰ νὰ ἰδοῦμε ποιός θὰ τὸν πάρῃ». Ἔτσι ἐκπληρώθηκε τὸ Γραφικὸ χωρίο, τὸ ὁποῖο λέγει· Μοίρασαν τὰ ἐνδύματά μου μεταξύ τους, καὶ γιὰ τὴν ἐνδυμασία μου ἔρριξαν κλῇρο.
Τρεμπέλα
Εἶπαν λοιπὸν μεταξύ των· Ἂς μὴ τὸ σχίσωμεν, ἀλλὰ ἂς ρίψωμεν λαχνὸν δι’ αὐτὸ καὶ ὅποιος τὸ πάρῃ. Καὶ ἔγινεν ἔτσι, διὰ νὰ πληρωθῇ ἡ προφητεία τῆς Γραφῆς ποὺ λέγει· Ἐμοίρασαν μεταξύ των τὰ διάφορα τεμάχια τῆς ἐξωτερικῆς ἐνδυμασίας μου καὶ διὰ τὸ κυριώτερον ἔνδυμά μου, ἄνευ τοῦ ὁποίου μένει ὁλόγυμνον τὸ σῶμα, ἔβαλαν λάχνον.
Κολιτσάρα
Εἶπαν, λοιπόν, μεταξύ τους· «ἂς μὴ τὸν σχίσωμεν, ἀλλὰ ἂς βάλωμεν δι’ αὐτὸν κλῆρον εἰς ποιὸν θὰ πέσῃ». Καὶ ἔγιναν ἔτσι τὰ γεγονότα αὐτά, διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ προφητεία τῆς Γραφῆς ποὺ λέγει· Ἐμοιράσθησαν μεταξύ των τὰ ἐνδύματά μου καὶ διὰ τὸ ἐσωτερικόν μου ἔνδυμα, τὸν χιτῶνα, ἔβαλαν κλῆρον.
Ἰωάν. 19,25
Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή.
Σωτηρόπουλου
Καὶ οἱ μὲν στρατιῶτες αὐτὰ ἔκαναν. Κοντὰ δὲ στὸ σταυρὸ τοῦ Ἰησοῦ βρίσκονταν ἡ μητέρα του, καὶ ἡ ἀδελφὴ (συννύμφη, συννυφάδα) τῆς μητέρας του Μαρία ἡ γυναῖκα τοῦ Κλωπᾶ, καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή.
Τρεμπέλα
Καὶ οἱ μὲν στρατιῶται ἔκαμαν αὐτά. Ἔστεκαν δὲ κοντὰ εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Ἰησοῦ ἡ μητέρα του καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητέρας του, ἡ Μαρία ἡ γυναῖκα τοῦ Κλωπᾶ καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή.
Κολιτσάρα
Οἱ μὲν στρατιῶται αὐτὰ ἔκαμαν. Ἐστάθηκαν δὲ πλησίον εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Ἰησοῦ ἡ μητέρα του καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητέρας του, ἡ Μαρία ἡ γυναίκα τοῦ Κλωπᾶ καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή.
Ἰωάν. 19,26
Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ· γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶδε τὴ μητέρα καὶ τὸ μαθητή, ποὺ ἀγαποῦσε ἰδιαιτέρως, νὰ παρίσταται, λέγει στὴ μητέρα του· «Γυναῖκα, ἰδοὺ ὁ υἱός σου».
Τρεμπέλα
Ὁ Ἰησοῦς λοιπόν, ὅταν εἶδε τὴν μητέρα του καὶ τὸν μαθητήν, τὸν ὁποῖον ἠγάπα, νὰ στέκεται ἐκεῖ πλησίον, λέγει εἰς τὴν μητέρα του· Γύναι, ἰδοὺ ποῖος ἀπὸ τώρα θὰ εἶναι ὁ υἱός σου.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἰησοῦς τότε, ὅταν εἶδε τὴν μητέρα του καὶ τὸν μαθητήν, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἀγαποῦσε, νὰ στέκῃ ἐκεῖ κοντά, εἶπεν εἰς τὴν μητέρα του· «γύναι, αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ υἱός σου ἀπ’ ἐδῶ καὶ πέρα».
Ἰωάν. 19,27
εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια.
Σωτηρόπουλου
Ἔπειτα λέγει στὸ μαθητή· «Ἰδοὺ ἡ μητέρα σου». Καὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ μαθητὴς τὴν πῆρε μαζί του.
Τρεμπέλα
Ἔπειτα λέγει εἰς τὸν μαθητήν· Ἰδοὺ ἡ μητέρα σου. Καὶ ἀπὸ τὴν ὥραν ἐκείνην τὴν ἐπῆρεν ὁ μαθητὴς εἰς τὸ κατάλυμά του.
Κολιτσάρα
Ἔπειτα λέγει εἰς τὸν μαθητήν· «ἰδοὺ ἡ μητέρα σου». Καὶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὥρα ἐπῆρεν αὐτὴν ὁ μαθητὴς εἰς τὸ σπίτι του.
Ἰωάν. 19,28
Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ γραφή, λέγει· διψῶ.
Σωτηρόπουλου
Μετὰ ἀπ’ αὐτό, γνωρίζοντας ὁ Ἰησοῦς, ὅτι ὅλα πλέον ἔχουν συντελεσθῆ, γιὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ τελείως ἡ Γραφή, λέγει· «Διψῶ».
Τρεμπέλα
Ὕστερα ἀπ’ αὐτό, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη ὁ Ἰησοῦς, ὅτι ὅλα, ὅσα ἐπρόκειτο σύμφωνα μὲ τὰς προφητείας νὰ πάθῃ, εἶχαν πλέον συντελεσθῇ καὶ τελείως πληρωθῇ, διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ καθ’ ὅλα καὶ μέχρι τῆς τελευταίας λεπτομερείας ἡ Γραφή, εἶπε· Διψῶ.
Κολιτσάρα
Ἔπειτα ἀπὸ τὸ συμβὰν αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ ἐγνώρισε καθαρώτατα ὅτι ὅλα ὅσα εἶχαν προείπει οἱ προφῆται καὶ ὅσα ἄλλα εἶχε προαποφασίσει ἡ ἀγαθότης καὶ ἡ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ ἐξεπληρώθησαν τελείως, διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ ἡ Γραφὴ ἐξ ὁλοκλήρου, μέχρι καὶ τῆς τελευταίας λεπτομερείας εἶπε· «διψῶ».
Ἰωάν. 19,29
σκεῦος οὖν ἔκειτο ὄξους μεστόν· οἱ δὲ πλήσαντες σπόγγον ὄξους καὶ ὑσσώπῳ περιθέντες προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι.
Σωτηρόπουλου
Βρισκόταν δὲ ἐκεῖ ἕνα δοχεῖο γεμᾶτο ξύδι. Καὶ ἀφοῦ γέμισαν ἕνα σφουγγάρι μὲ ξύδι, καὶ τὸ στήριξαν σ’ ἕνα κλωνάρι ὑσσώπου, τὸ ἔφεραν στὸ στόμα του.
Τρεμπέλα
Ἦτο λοιπὸν ἐκεῖ χάμω κάποιο πήλινον δοχεῖον γεμᾶτο ξίδι. Ἐκεῖνοι δέ, ποὺ ἤκουσαν τὸν λόγον αὐτὸν τοῦ Ἰησοῦ, ἀφοῦ ἐγέμισαν ξίδι ἕνα σφουγγάρι καὶ ἀφοῦ τὸ ἐστήριξαν εἰς ἕνα κλωνάρι ὑσσώπου, τὸ ἔφεραν πλησίον τοῦ στόματός του.
Κολιτσάρα
Εὑρίσκετο κάτω ἐκεῖ ἕνα δοχεῖον γεμᾶτο ξύδι. Αὐτοὶ δὲ ποὺ ἤκουσαν τὸν λόγον τοῦ Ἰησοῦ, ἐβούτηξαν ἕνα σφουγγάρι εἰς τὸ δοχεῖον αὐτό, τὸ ἐγέμισαν ξύδι καὶ ἀφοῦ τὸ ἔβαλαν ἀνάμεσα εἰς ἕνα κλωνάρι ὑσσώπου, τὸ ἔφεραν κοντὰ εἰς τὸ στόμα του.
Ἰωάν. 19,30
ὅτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε, τετέλεσται, καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς πῆρε τὸ ξύδι, εἶπε· «Ἔχουν ὅλα ἐκπληρωθῇ!» [Σημ.: Ἤ, «τελείωσε!»]. Καὶ ἀφοῦ ἔγειρε τὸ κεφάλι, παρέδωσε τὸ πνεῦμα.
Τρεμπέλα
Ὅταν λοιπὸν ἐπῆρε τὸ ξίδι ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἔχουν πλέον τελειώσει ὅλα. Καὶ αἱ προφητεῖαι ὅλαι ἐπληρώθησαν, καὶ τὸ ἔργον μου ἔλαβεν αἴσιον πέρας καὶ τὰ ὅσα ἔπρεπε νὰ πάθω ἐτελείωσαν καὶ ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἐξησφαλίσθῃ πλήρως. Καὶ ἀφοῦ μόνος του ἀφῆκε τὴν κεφαλήν του νὰ γείρῃ πρὸς τὰ κάτω, παρέδωκεν ἐξουσιαστικῶς καὶ ὅταν αὐτὸς ἡθέλησε τὴν ψυχήν του εἰς τὸν Πατέρα του.
Κολιτσάρα
Ὅταν, λοιπόν, ὁ Ἰησοῦς ἐπῆρε τὸ ξύδι, εἶπε· «ὅλα ἔχουν πλέον τελειώσει· τὸ ἅγιον σχέδιον τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλαι αἱ προφητεῖαι ἔχουν ἐκπληρωθῇ. Ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων εἶναι πλέον γεγονὸς βεβαιότατον». Καὶ ἀφοῦ ἔκλινεν τὴν κεφαλήν, παρέδωσε μόνος του, μὲ τὴν ἐξουσίαν ποὺ εἶχε, τὸ πνεῦμα εἰς τὸν Πατέρα.
Ἰωάν. 19,31
Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι, ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ, ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνου τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν.
Σωτηρόπουλου
Οἱ δὲ Ἰουδαῖοι, ἐπειδὴ ἦταν Παρασκευή, γιὰ νὰ μὴ μείνουν στὸ σταυρὸ τὰ σώματα κατὰ τὸ Σάββατο, - ἦταν δὲ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Σαββάτου (ἄρχιζε τὸ Πάσχα) - , παρακάλεσαν τὸν Πιλᾶτο νὰ συντριβοῦν τὰ σκέλη τους καὶ νὰ ξεκρεμασθοῦν ἀπὸ τοὺς σταυρούς.
Τρεμπέλα
Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ Ἰουδαῖοι ἐλάμβανον τὰ μέτρα των, διὰ νὰ μὴ μείνουν ἐπάνω εἰς τὸν σταυρὸν νεκρὰ τὰ σώματα τῶν καταδίκων καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Σαββάτου. Ἐπειδὴ ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγινεν ἡ σταύρωσις, ἦτο ἡμέρα προπαρασκευῆς καὶ προετοιμασίας ἐκτάκτου καὶ ἐξαιρετικῆς· διότι ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου ἐκείνου, ποὺ θὰ ἤρχιζεν ἀπὸ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἦτο μεγάλη καὶ ἐπίσημος, ἐπειδὴ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἦτο Σάββατον, συνέπιπτεν ἀκόμη καὶ ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Πάσχα. Ἀπηγορεύετο δὲ ρητῶς εἰς τὸ Δευτερονόμιον νὰ διανυκτερεύσουν ἄταφα τὰ σώματα ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Παρεκάλεσαν λοιπὸν τὸν Πιλᾶτον νὰ διατάξῃ, ὅπως συντριβοῦν τὰ σκέλη τῶν καταδίκων, διὰ νὰ συντομευθῇ ἔτσι ὁ θάνατός των καὶ τοὺς σηκώσουν τὸ ταχύτερον ἀπὸ ἐκεῖ.
Κολιτσάρα
Οἱ Ἰουδαῖοι, ἐφρόντισαν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ μὴ μείνουν ἐπάνω εἰς τὸν σταυρὸν τὰ σώματα τῶν κρεμασθέντων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Σαββάτου. Διότι ἡ ἡμέρα αὐτὴν τῆς σταυρώσεως ἦτο ἡμέρα προπαρασκευῆς διὰ τὸ αὐριανὸν Πάσχα. Ἦτο δὲ μεγάλη καὶ ἐπίσημος ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Σαββάτου, ποὺ θὰ ἤρχιζεν ἀμέσως μόλις ἐβασίλευεν ὁ ἥλιος, διότι συνέπιπτε μὲ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ πάσχα. Παρεκάλεσαν, λοιπόν, τὸν Πιλᾶτον νὰ σπάσουν οἱ στρατιῶται τὰ σκέλη τῶν σταυρωθέντων, διὰ νὰ συντομευθῇ ἔτσι ὁ θάνατός των, καὶ νὰ τοὺς πάρουν ἀπ’ ἐκεῖ πρὶν δύσῃ ὁ ἥλιος, διὰ νὰ μὴ βεβηλωθῇ ἡ ἑορτὴ τοῦ πάσχα.
Ἰωάν. 19,32
ἦλθον οὖν οἱ στρατιῶται, καὶ τοῦ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη καὶ τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ·
Σωτηρόπουλου
Ἦλθαν λοιπὸν οἱ στρατιῶτες, καὶ τοῦ μὲν πρώτου συνέτριψαν τὰ σκέλη, καὶ τοῦ ἄλλου, ποὺ σταυρώθηκε μαζί του.
Τρεμπέλα
Ἦλθαν λοιπὸν οἱ στρατιῶται, διὰ νὰ συντρίψουν τὰ ὀστᾶ τῶν καταδίκων, καὶ τοῦ μὲν λῃστοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπλησίασαν πρῶτον, ἔσπασαν τὰ σκέλη, καθὼς καὶ τοῦ ἄλλου λῃστοῦ, ποὺ ἐσταυρώθη μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦν.
Κολιτσάρα
Ἦλθαν πράγματι οἱ στρατιῶται εἰς τὸν Γολγοθὰν κατὰ διαταγὴν τοῦ Πιλάτου καὶ τοῦ μὲν πρώτου λῃστοῦ ἔπασαν τὰ σκέλη, ὅπως ἐπίσης καὶ τοῦ ἄλλου, ποὺ εἶχε σταυρωθῆ μαζῆ μὲ τὸν Ἰησοῦν.
Ἰωάν. 19,33
ἐπὶ δὲ τὸν Ἰησοῦν ἐλθόντες ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη,
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ ὅταν ἦλθαν στὸν Ἰησοῦ, ἐπειδὴ εἶδαν, ὅτι εἶχε πλέον πεθάνει, δὲν συνέτριψαν τὰ σκέλη του,
Τρεμπέλα
Ὅταν ὅμως ἦλθαν εἰς τὸν Ἰησοῦν, σὰν τὸν εἶδαν ὅτι ἦτο πλέον πεθαμένος, δὲν τοῦ ἔσπασαν τὰ σκέλη.
Κολιτσάρα
Ὅταν ὅμως ἦλθαν εἰς τὸν Ἰησοῦν, ἐπειδὴ εἶδαν, ὅτι αὐτὸς εἶχεν ἤδη πεθάνει, δὲν τοῦ ἔσπασαν τὰ σκέλη,
Ἰωάν. 19,34
ἀλλ’ εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ.
Σωτηρόπουλου
ἀλλ’ ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες τρύπησε τὴν πλευρά του μὲ λόγχη, καὶ ἀμέσως βγῆκε αἷμα καὶ νερό.
Τρεμπέλα
Ἀλλ’ ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιώτας, διὰ νὰ διαπιστώσῃ βεβαιότερον τὸν θάνατόν του, τοῦ ἐκτύπησε τὴν πλευρὰν μὲ λόγχην καὶ ἀμέσως ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ τρυπηθὲν μέρος αἷμα καὶ ὕδωρ, φαινόμενον πρωτοφανὲς καὶ παράδοξον, διότι εἰς κάθε πεθαμένον τὸ αἷμα πήγνυται, ὅσον δὲ καὶ ἂν τὸν τρυπήσῃ κανείς, δὲν βγαίνει ποτὲ καθαρὸν αἷμα καὶ διαυγὲς ὕδωρ.
Κολιτσάρα
ἀλλὰ ἔνας στρατιώτης, διὰ κάθε ἐνδεχόμενον, τοῦ ἐτρύπησε τὴν πλευρὰν μὲ τὴν λόγχην· καὶ ἀμέσως ἔτρεξε ἀπὸ ἐκεῖ αἷμα καὶ νερὸ καθαρόν, πρᾶγμα παράδοξον καὶ πρωτοφανὲς διὰ νεκρόν.
Ἰωάν. 19,35
καὶ ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία, κἀκεῖνος οἶδεν ὅτι ἀληθῆ λέγει, ἵνα καὶ ὑμεῖς πιστεύσητε.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ εἶδε, ἔδωσε μαρτυρία, καὶ ἡ μαρτυρία του εἶναι ἀληθινή, ναί, ἐκεῖνος ἔχει τὴ συνείδησι, ὅτι λέγει τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ πιστεύσετε καὶ σεῖς.
Τρεμπέλα
Τὸ γεγονὸς ὅμως αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς καὶ βεβαία ἡ ὑπ’ αὐτοῦ σημαινομένη κάθαρσις τοῦ βαπτίσματος καὶ ὁ ἁγιασμὸς ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου, καὶ ἐκεῖνος, ποὺ τὸ εἶδε μὲ τὰ μάτια του, ἔδωκε μαρτυρίαν περὶ αὐτοῦ, καὶ ἡ μαρτυρία του εἶναι ἀληθινὴ καὶ δὲν ἔχει καμμίαν περὶ τούτου ἀμφιβολίαν ἐκεῖνος, ἀλλὰ ἡξεύρει καλά, ὅτι λέγει ἀλήθειαν. Καὶ ἔδωκε μαρτυρίαν τόσον περὶ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ὅσον καὶ περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἔσπασαν τὰ σκέλη τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ μόνον τὴν πλευράν του ἐτρύπησαν, διὰ νὰ πιστεύσετε καὶ σεῖς, ὅτι ὁ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, τὸν ὁποῖον προεκήρυξαν οἱ προφῆται.
Κολιτσάρα
Αὐτὸ τὸ μέγα καὶ συμβολικὸν γεγονός, ἐκεῖνος ποὺ τὸ εἶδε μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια (δηλαδὴ ὁ Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής) τὸ ἐβεβαίωσε κατὰ τὸν πλέον ἐπίσημον τρόπον καὶ ἡ μαρτυρίαν του αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως ἀληθινή. Καὶ ἐκεῖνος γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι λέγει τὴν ἀλήθειαν διὰ τὸ θαυμαστὸν αὐτὸ γεγονός, ὥστε καὶ σεῖς νὰ πιστεύσετε.
Ἰωάν. 19,36
ἐγένετο γὰρ ταῦτα, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ, ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Μ’ αὐτὰ δέ, ποὺ ἔγιναν, ἐκπληρώθηκε ὁ λόγος τῆς Γραφῆς, Ὀστοῦν αὐτοῦ δὲν θὰ συντριβῇ.
Τρεμπέλα
Διότι πράγματι ὅλα αὐτὰ ἔχουν προφητευθῆ καὶ ἔγιναν, διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ τὸ χωρίον τῆς Γραφῆς· δὲν θὰ συντριβῇ κανὲν κόκκαλόν του.
Κολιτσάρα
Διότι ἔγιναν ὅλα αὐτά, διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ προφητεία τῆς Γραφῆς: Δὲν θὰ συντριβῇ κανένα ἀπὸ τὰ ὀστᾶ του.
Ἰωάν. 19,37
καὶ πάλιν ἑτέρα γραφὴ λέγει· ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ πάλι ἄλλος λόγος τῆς Γραφῆς λέγει, Θ’ ἀτενίσουν σ’ ἐκεῖνον, ποὺ κέντησαν μὲ τὴ λόγχη.
Τρεμπέλα
Καὶ πάλιν ἄλλο μέρος τῆς Γραφῆς λέγει· Ὅταν ἡ χάρις ἐπισκεφθῇ καὶ τοὺς Ἰουδαίους, θὰ ἴδουν συντετριμμένοι καὶ ἐν μετανοίᾳ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐτρύπησαν, ὅπως θὰ τὸν ἴδουν περίφοβοι καὶ οἱ ἐπιμείναντες εἰς τὴν ἀπιστίαν.
Κολιτσάρα
Καὶ πάλιν ἄλλη προφητεία τῆς Γραφῆς λέγει: Θὰ ἴδουν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐλόγχισαν.
Ἰωάν. 19,38
Μετὰ δὲ ταῦτα ἠρώτησε τὸν Πιλᾶτον Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ὢν μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, κεκρυμμένος δὲ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἵνα ἄρῃ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· καὶ ἐπέτρεψεν ὁ Πιλᾶτος. ἦλθεν οὖν καὶ ἦρε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
Σωτηρόπουλου
Μετὰ δὲ ἀπ’ αὐτὰ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία, ὁ ὁποῖος ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ κρυφὸς γιὰ τὸ φόβο τῶν Ἰουδαίων, παρακάλεσε τὸν Πιλᾶτο ν’ ἀποκαθηλώσῃ (νὰ ξεκρεμάσῃ ἀπὸ τὸ σταυρὸ) τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ἐπέτρεψε ὁ Πιλᾶτος. Ἦλθε λοιπὸν καὶ ἀποκαθήλωσε (ξεκρέμασε ἀπὸ τὸ σταυρὸ) τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
Τρεμπέλα
Ὕστερον δὲ ἀπὸ τὰ συμβάντα ταῦτα, ὁ Ἰωσήφ, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαίαν καὶ ἦτο μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλ’ ἔμενε κρυμμένος καὶ δὲν ἐφανέρωνε τοῦτο, ἐπειδὴ ἐφοβεῖτο τοὺς Ἰουδαίους, παρεκάλεσε τὸν Πιλᾶτον νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτόν, ἵνα σηκώσῃ ἀπὸ τὸν σταυρὸν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸ θάψῃ. Καὶ ὁ Πιλᾶτος ἔδωκε τὴν ἄδειαν. Ἦλθε λοιπὸν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἐπῆρε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
Κολιτσάρα
Μετὰ ταῦτα ὁ Ἰωσήφ, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαίαν καὶ ἦτο μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ ἔμενε κρυμμένος καὶ δὲν ἐφανερώνετο ὡς μαθητὴς διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, παρεκάλεσε τὸν Πιλᾶτον νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ πάρῃ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ὁ Πιλᾶτος ἔδωσε τὴν ἄδειαν. Ἦλθε, λοιπόν, καὶ ἐπῆρε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
Ἰωάν. 19,39
ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος ὁ ἐλθὼν πρὸς τὸν Ἰησοῦν νυκτὸς τὸ πρῶτον, φέρων μῖγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν.
Σωτηρόπουλου
Ἦλθε δὲ καὶ ὁ Νικόδημος, ποὺ πῆγε νύκτα στὴν ἀρχὴ στὸν Ἰησοῦ, καὶ ἔφερε μῖγμα σμύρνης καὶ ἀλόης (ἀρωμάτων) περίπου ἑκατὸ (ρωμαϊκὲς) λίτρες (περισσότερο ἀπὸ τριανταδύο κιλά).
Τρεμπέλα
Μαζὶ δὲ μὲ τὸν Ἰωσὴφ ἦλθε καὶ ὁ Νικόδημος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἔλθει εἰς τὸν Ἰησοῦν ἐν καιρῷ νυκτός, ὅταν διὰ πρώτην φορὰν συνωμίλησε μαζί του. Καὶ ἔφερεν αὐτὸς μίγμα ἀπὸ ρητινῶδες καὶ πολυτιμότατον ἄρωμα, ποὺ ἐλέγετο σμύρνα, καὶ ἀπὸ τὸ ἀρωματῶδες καὶ ἁπαλὸν ξύλον τῆς ἀλόης ἑκατὸν λίτρας περίπου, δηλαδὴ παραπάνω ἀπὸ τριάκοντα δύο κιλά.
Κολιτσάρα
Μαζῆ δὲ μὲ αὐτὸν ἦλθε καὶ ὁ Νικόδημος, ὁ ὁποῖος τὴν πρώτην φορὰν εἶχεν ἔλθει εἰς τὸν Ἰησοῦν νύκτα. Ὁ Νικόδημος ἔφερε πολυτιμότατον ἄρωμα, μίγμα ἀπὸ σμύρνα καὶ ἀλόην, ἑκατὸ περίπου λίτρας, τριάντα δηλαδὴ καὶ πλέον κιλά.
Ἰωάν. 19,40
ἔλαβον οὖν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔδησαν αὐτὸ ἐν ὀθονίοις μετὰ τῶν ἀρωμάτων, καθὼς ἔθος ἐστὶ τοῖς Ἰουδαίοις ἐνταφιάζειν.
Σωτηρόπουλου
Πήραν λοιπὸν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ τὸ περιτύλιξαν μὲ λινὲς ταινίες, ἀφοῦ τὸ ἔλουσαν μὲ τὰ ἀρώματα, καθὼς συνηθίζουν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ ἑτοιμάζουν τοὺς νεκροὺς γιὰ τὴν ταφή.
Τρεμπέλα
Ἐπῆραν λοιπὸν καὶ οἱ δύο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἀφοῦ τὸ ἤλειψαν μὲ τὰ ἀρώματα, τὸ ἐπεριτύλιξαν μὲ ἐπιδέσμους, ὅπως ἦτο συνήθεια εἰς τοὺς Ἰουδαίους νὰ ἑτοιμάζουν πρὸς ταφὴν τοὺς νεκρούς των.
Κολιτσάρα
Ἐπῆραν, λοιπόν, τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἀφοῦ τὸ ἔπλυναν καὶ τὸ ἀλεῖψαν μὲ τὰ πολύτιμα ἀρώματα τὸ περιτύλιξαν μὲ λωρίδες ἀπὸ σινδόνια, ὅπως ἦτο ἡ συνήθεια εἰς τοὺς Ἑβραίους νὰ ἐνταφιάζουν τοὺς νεκρούς.
Ἰωάν. 19,41
ἦν δὲ ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ἐσταυρώθη κῆπος, καὶ ἐν τῷ κήπῳ μνημεῖον καινόν, ἐν ᾧ οὐδέπω οὐδεὶς ἐτέθη·
Σωτηρόπουλου
Στὸν τόπο δέ, ὅπου σταυρώθηκε, ἦταν κῆπος, καὶ μέσα στὸν κῆπο ἕνα καινούργιο μνῆμα, στὸ ὁποῖο ποτὲ κανεὶς δὲν εἶχε ἐνταφιασθῆ.
Τρεμπέλα
Εἰς τὸ μέρος δέ, ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς, ἦτο κάποιος κῆπος, καὶ μέσα εἰς τὸν κῆπον ἦτο μνημεῖον καινούργιον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε ἀκόμη ταφῆ κανείς.
Κολιτσάρα
Εἰς τὸν τόπον δὲ ὅπου εἶχε σταυρωθῆ ὁ Ἰησοῦς ὑπῆρχε κῆπος καὶ εἰς τὸν κῆπον καινούργιο καὶ ἀχρησιμοποίητο μνημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχε ταφῆ.
Ἰωάν. 19,42
ἐκεῖ οὖν διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τὸ μνημεῖον, ἔθηκαν τὸν Ἰησοῦν.
Σωτηρόπουλου
Ἐκεῖ λοιπόν, λόγῳ τῆς Παρασκευής τῶν Ἰουδαίων (ἡμέρας προετοιμασίας γιὰ τὸ Σάββατο καὶ τὸ Πάσχα), ἐπειδὴ τὸ μνῆμα ἦταν κοντά, ἐνταφίασαν τὸν Ἰησοῦ.
Τρεμπέλα
Ἐκεῖ λοιπὸν λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ προετοιμασία διὰ τὸ Πάσχα τῶν Ἰουδαίων δὲν ἔδιδε καιρὸν πρὸς ἀργοπορίαν, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ μνημεῖον ἦτο πλησίον, ἔθεσαν τὸν Ἰησοῦν.
Κολιτσάρα
Ἐπειδή, λοιπόν, τὸ μνημεῖον αὐτὸ ἦτο κοντὰ εἰς τὸν τόπον τῆς σταυρώσεως καὶ ἐβιάζοντο νὰ τελειώσουν τὴν ταφήν, πρὶν περάσῃ ἡ ἡμέρα αὐτῇ τῆς προπαρασκευῆς τῶν ἰουδαίων διὰ τὸ πάσχα, ἐκεῖ ἔθεσαν τὸν Ἰησοῦν.