Κατὰ Ἰωάννην 9
Ἰωάν. 9,1
Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς.
Σωτηρόπουλου
Καὶ προχωρώντας εἶδε ἄνθρωπο γεννημένο τυφλό.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐνῷ διέβαινεν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὸ μέσον τῆς πόλεως, εἶδεν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶχε γεννηθῇ τυφλός.
Κολιτσάρα
Καὶ καθὼς ἐπερνοῦσεν ὁ Κύριος κάποιον δρόμον τῆς πόλεως, εἶδε ἕνα τυφλὸν ἐκ γενετῆς.
Ἰωάν. 9,2
καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;
Σωτηρόπουλου
Καὶ τὸν ρώτησαν οἱ μαθηταί του λέγοντας· «Διδάσκαλε, ποιός ἁμάρτησε, αὐτὸς ἢ οἱ γονεῖς του, γιὰ νὰ γεννηθῇ τυφλός;».
Τρεμπέλα
Καὶ τὸν ἠρώτησαν οἱ μαθηταί του καὶ τοῦ εἶπαν· Διδάσκαλε, ποῖος ἡμάρτησε, διὰ νὰ γεννηθῇ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τυφλός; Ἡμάρτησεν αὐτός, ὅταν ἦτο άκόμη μέσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του, ἢ ἡμάρτησαν οἱ γονεῖς του καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἐκείνων τιμωρεῖται αὐτός;
Κολιτσάρα
Καὶ τὸν ἠρώτησαν οἱ μαθηταί του, λέγοντες· «Διδάσκαλε, ποιὸς ἡμάρτησε, αὐτὸς ἢ οἱ γονεῖς του, διὰ νὰ γεννηθῇ τυφλός; (Τὸ πρῶτο εἶναι ἀδύνατον, τὸ δεύτερον εἶναι ἄδικον. Τότε διατί ἐγεννήθη τυφλός;)»
Ἰωάν. 9,3
ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ.
Σωτηρόπουλου
Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Οὔτε αὐτὸς ἁμάρτησε, οὔτε οἱ γονεῖς του, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερωθοῦν στὸ πρόσωπό του τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ.
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· οὔτε αὐτὸς ἡμάρτησεν, οὔτε οἱ γονεῖς του. Ἀλλ’ ἐγεννήθη τυφλός, διὰ νὰ φανερωθοῦν διὰ τῆς ὑπερφυσικῆς θεραπείας τῶν ὀφθαλμῶν του τὰ ἔργα, ποὺ ἡ δύναμις καὶ ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ ἐργάζεται.
Κολιτσάρα
Ἀπήντησεν ὁ Ἰησοῦς· «οὔτε αὐτὸς ἡμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του. Ἀλλὰ ἐγεννήθη τυφλός, διὰ νὰ φανερωθοῦν, μὲ τὴν θαυματουργικὴν θεραπείαν, τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ.
Ἰωάν. 9,4
ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι.
Σωτηρόπουλου
Ἐγὼ πρέπει νὰ κάνω τὰ ἔργα ἐκείνου, ποὺ μὲ ἔστειλε, ἕως ὅτου εἶναι ἡμέρα. Ἔρχεται νύκτα, ὁπότε κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἐργάζεται.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ πρέπει νὰ ἐργάζωμαι τὰ πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἔστειλεν εἰς τὸν κόσμον, ἐφ’ ὅσον ζῶ εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν. Ἔρχεται ὁ μέλλων βίος, ὁπότε, ὅπως καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νυκτὸς καταπαύουν τὰ ἔργα των οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ τότε κανεὶς πλέον δὲν θὰ δύναται νὰ ἐργάζεται πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του. Δὲν πρέπει λοιπὸν οὔτε στιγμὴν νὰ χάνω.
Κολιτσάρα
Ἐγὼ πρέπει νὰ ἐργάζωμαι τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἔστειλεν εἰς τὸν κόσμον, ἕως ὅτου εἶναι ἡμέρα. Ἔρχεται ἡ νύκτα δηλαδὴ ἡ ἐκδημία ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν, κατὰ τὴν ὁποίαν κανεὶς πλέον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ἠμπορεῖ νὰ πραγματοποιῇ ἔργα.
Ἰωάν. 9,5
ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου.
Σωτηρόπουλου
Ἐφ’ ὅσον εἶμαι στὸν κόσμο, εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου».
Τρεμπέλα
Ἐφ’ ὅσον εἶμαι εἰς τὸν κόσμον, μὲ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὰ θαύματά μου εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου.
Κολιτσάρα
Ἐγώ, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκομαι εἰς τὸν κόσμον, εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου μὲ τὴν διδασκαλίαν μου, μὲ τὰ θαύματά μου, μὲ τὴν ζωήν μου».
Ἰωάν. 9,6
ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ
Σωτηρόπουλου
Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἔφτυσε κάτω, καὶ ἔκανε πηλὸ μὲ τὸ σάλιο, καὶ ἄλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ,
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ εἶπεν αὐτά, ἔπτυσε χάμω καὶ ἔκαμε πηλὸν καὶ ἔχρισε μὲ αὐτὸν τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ.
Κολιτσάρα
Ἀφοῦ δὲ εἶπε αὐτὰ ἔπτυσε κάτω, ἔκαμε πηλὸν καὶ ἔβαλε τὸν πηλὸν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ
Ἰωάν. 9,7
καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.
Σωτηρόπουλου
καὶ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε καὶ νίψου στὴ δεξαμενὴ τοῦ Σιλωάμ», - ποὺ μεταφράζεται Ἀπεσταλμένος - . Πῆγε λοιπὸν καὶ νίφθηκε, καὶ ἐπέστρεψε βλέποντας.
Τρεμπέλα
Καὶ δοκιμάζων τὴν πίστιν τοῦ τυφλοῦ, εἶπεν εἰς αὐτόν· Πήγαινε, νίψου εἰς τὴν στέρναν τοῦ Σιλωάμ (ὄνομα ἑβραϊκὸν ποὺ μεταφράζεται εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἀπεσταλμένος). Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὴν παραγγελίαν αὐτὴν τοῦ Ἰησοῦ ἐπῆγεν ὁ τυφλὸς ἐκεῖ καὶ ἐνίφθη, καὶ ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι του μὲ μάτια ὑγιῆ.
Κολιτσάρα
καὶ τοῦ εἶπε· «πήγαινε καὶ νίψου εἰς τὴν δεξαμενὴν τοῦ Σιλωάμ» - αὐτὸ τὸ ὄνομα μεταφράζεται εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἀπεσταλμένος. Ἐπῆγε τότε ἐκεῖνος καὶ ἐνίφθη καὶ ἦλθε εἰς τὸ σπίτι του βλέπων.
Ἰωάν. 9,8
Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν;
Σωτηρόπουλου
Οἱ δὲ γείτονες καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἔβλεπαν πρωτύτερα ὅτι ἦταν τυφλός, ἔλεγαν· «Δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ καθόταν καὶ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη;».
Τρεμπέλα
Οἱ γείτονες λοιπὸν καὶ ὅσοι τὸν ἔβλεπαν προτήτερα, ὅτι ἦτο τυφλός, ἔλεγαν· Δὲν εἶναι αὐτός, ποὺ ἐκάθητο καὶ ἐζήτει ἀπὸ τοὺς διαβάτας ἐλεημοσύνην;
Κολιτσάρα
Οἱ γείτονες, λοιπόν, καὶ ὅσοι τὸν ἔβλεπαν προηγουμένως ὅτι ἦτο τυφλός, ἔλεγαν· «δὲν εἶναι αὐτός, ποὺ ἐκάθητο καὶ ἐζητοῦσε ἐλεημοσύνην;»
Ἰωάν. 9,9
ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι.
Σωτηρόπουλου
Ἄλλοι ἔλεγαν, «Αὐτὸς εἶναι»· ἄλλοι δέ, «Ὁμοιάζει μ’ αὐτόν». Ἐκεῖνος ἔλεγε, «Ἐγὼ εἶμαι».
Τρεμπέλα
Ἄλλοι ἔλεγαν, ὅτι αὐτὸς εἶναι. Ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν ὅτι δὲν εἶναι αὐτός, ἄλλα κάποιος ἄλλος, ὅμοιος πρὸς αὐτόν. Ἐκεῖνος ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ τυφλός, ποὺ προτήτερα ἐζήτουν ἐλεημοσύνην.
Κολιτσάρα
Ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι «αὐτὸς εἶναι». Ἄλλοι δὲ ὅτι «κάποιος ἄλλος, ὅμοιος μὲ αὐτὸν εἶναι». Ἐκεῖνος ὅμως ἔλεγεν ὅτι «ἐγὼ εἶμαι, ὁ τέως τυφλός».
Ἰωάν. 9,10
ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί;
Σωτηρόπουλου
Τότε τοῦ ἔλεγαν· «Πῶς ἄνοιξαν τὰ μάτια σου;».
Τρεμπέλα
Κατόπιν λοιπὸν τῆς βεβαιώσεως αὐτῆς τοῦ τυφλοῦ, τοῦ ἔλεγαν ἐκεῖνοι· Πῶς ἐθεραπεύθησαν τὰ μάτια σου;
Κολιτσάρα
Τότε τὸν ἐρωτοῦσαν ἐκεῖνοι «πῶς ἀνοίχθησαν καὶ ἐθεραπεύθηκαν τὰ μάτια σου;»
Ἰωάν. 9,11
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα.
Σωτηρόπουλου
Ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Ἄνθρωπος ὀνομαζόμενος Ἰησοῦς ἔκανε πηλό, καὶ μοῦ ἄλειψε τὰ μάτια, καὶ μοῦ εἶπε· “Πήγαινε στὴ δεξαμενὴ τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψου”. Πῆγα δὲ καὶ νίφθηκα καὶ εἶδα τὸ φῶς μου».
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ ὀνομάζεται Ἰησοῦς, ἔκαμε πηλόν, καὶ μοῦ ἄλειψε μὲ αὐτὸν τὰ μάτια καὶ μοῦ εἶπε· Πήγαινε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψου. Ἀφοῦ δὲ ἐπῆγα ἐκεῖ καὶ ἐνίφθην, ἀπέκτησα τὸ φῶς μου.
Κολιτσάρα
Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· «ἔνας ἄνθρωπος, λεγόμενος Ἰησοῦς, ἔκαμε πηλόν, μοῦ ἄλειψε τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ μοῦ εἶπε· Πήγαινε στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψου. Ἐπῆγα, ἐνίφθηκα καὶ ἀπέκτησα τὸ φῶς μου».
Ἰωάν. 9,12
εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.
Σωτηρόπουλου
Τοῦ εἶπαν τότε· «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος;». Λέγει· «Δὲν ξέρω».
Τρεμπέλα
Κατόπιν λοιπὸν τῆς πληροφορίας ταύτης τοῦ θεραπευθέντος τυφλοῦ, τοῦ εἶπαν οἱ Ἰουδαῖοι· Ποὺ εἶναι ἐκεῖνος; Ἀπεκρίθη αὐτός· δὲν ἠξεύρω.
Κολιτσάρα
Τοῦ εἶπαν· «ποῦ εἶναι ἐκεῖνος;» Τοὺς λέγει· «δὲν ξέρω».
Ἰωάν. 9,13
Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν.
Σωτηρόπουλου
Τὸν ὁδηγοῦν στοὺς Φαρισαίους, τὸν ἄλλοτε τυφλό.
Τρεμπέλα
Ὡδήγησαν τότε πρὸς τοὺς Φαρισαίους αὐτόν, ποὺ ἄλλοτε ἦτο τυφλὸς καὶ ἤδη εἶχε θεραπευθῆ ὁριστικῶς.
Κολιτσάρα
Ὁδηγοῦν τότε τὸν τέως τυφλὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους.
Ἰωάν. 9,14
ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.
Σωτηρόπουλου
Ἦταν δὲ Σάββατο, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἔκανε τὸν πηλὸ καὶ ἄνοιξε τὰ μάτια του.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἔκαμε τὸν πηλὸν καὶ ἤνοιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, ἦτο ἡμέρα Σαββάτου.
Κολιτσάρα
Ἦτο δὲ Σάββατον, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἔκαμε τὸν πηλὸν καὶ ἄνοιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ.
Ἰωάν. 9,15
πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω.
Σωτηρόπουλου
Τώρα δὲ τὸν ρωτοῦσαν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀπέκτησε τὸ φῶς του. Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπε· «Πηλὸ ἔθεσε πάνω στὰ μάτια μου, καὶ νίφθηκα, καὶ βλέπω».
Τρεμπέλα
Ὅταν λοιπὸν τὸν ὡδήγησαν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τὸν ἐξήταζαν καὶ τὸν ἡρώτων αὐτοὶ πάλιν, πῶς ἐθεραπεύθη καὶ ἀπέκτησε τὸ φῶς του. Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπεν· Αὐτὸς ποὺ μὲ ἐθεράπευσε, μοῦ ἔβαλε πηλὸν ἐπάνω εἰς τὰ μάτια μου καὶ κατόπιν αὐτοῦ ἐγὼ ἐνίφθην καὶ βλέπω.
Κολιτσάρα
Οἱ Φαρισαῖοι τὸν ἠρώτησαν καὶ αὐτοὶ πάλιν, πὼς ἀπέκτησεν τὸ φῶς του. Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπεν· «ἕνας ἄνθρωπος ἔβαλε πηλὸν ἐπάνω εἰς τὰ μάτια μου καὶ ἐγὼ ἐνίφθηκα καὶ τώρα βλέπω».
Ἰωάν. 9,16
ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς.
Σωτηρόπουλου
Ἔλεγαν δὲ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους· «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό, διότι δὲν τηρεῖ τὸ Σάββατο». Ἄλλοι ἔλεγαν· «Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς (ἀσεβὴς) νὰ κάνῃ τέτοια θαύματα;». Καὶ διαιρέθηκαν.
Τρεμπέλα
Ἔλεγον λοιπὸν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους· Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει σταλῇ ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι δὲν φυλάττει τὴν ἀργίαν τοῦ Σαββάτου. Ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς νὰ κάμνῃ τέτοια ἀποδεικτικὰ καὶ σημαδιακὰ θαύματα; Καὶ διεφώνουν μεταξύ των.
Κολιτσάρα
Ἔλεγαν, λοιπόν, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους· «αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι δὲν τηρεῖ τὴν ἀργίαν τοῦ Σαββάτου». Ἄλλοι ἔλεγαν· «πῶς εἶναι δυνατὸν ἔνας ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος νὰ κάνῃ τέτοια καταπληκτικὰ θαύματα;» Διχογνωμία καὶ διαίρεσις ἔγινε μεταξύ των.
Ἰωάν. 9,17
λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν.
Σωτηρόπουλου
Λέγουν στὸν τυφλὸ πάλι· «Σὺ τί λέγεις γι’ αὐτόν, γιὰ τὸ ὅτι σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;». Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· «Εἶναι προφήτης».
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπειδὴ ἡ διαφωνία των παρετείνετο, ἤρχισαν πάλιν νὰ ἐξετάζουν τὸν τυφλὸν καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· Σὺ τί λέγεις διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Ἀξίζει νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ ἰδική σου γνώμη, διότι τὰ ἰδικά σου μάτια ἐθεράπευσεν ἐκεῖνος καὶ σὺ περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον γνωρίζεις τὰ περιστατικὰ τῆς θεραπείας σου. Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπεν· Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι προφήτης.
Κολιτσάρα
Λέγουν πάλιν εἰς τὸν τυφλόν· «σὺ τί λέγεις διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Ζητοῦμεν τὴν γνώμην σου, διότι τοὺς ἰδικούς σου ὀφθαλμοὺς ἄνοιξε». Ἐκεῖνος ἀπήντησεν· «λέγω, ὅτι εἶναι προφήτης».
Ἰωάν. 9,18
οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ οἱ Ἰουδαῖοι δὲν πίστευσαν γι’ αὐτὸν ὅτι ἦταν τυφλὸς καὶ ἀπέκτησε τὸ φῶς του, ἕως ὅτου φώναξαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ, ποὺ ἀνέβλεψε,
Τρεμπέλα
Κατόπιν λοιπὸν ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτόν, ποὺ ἔκαμεν ὁ θεραπευθεῖς τυφλὸς διὰ τὸν Ἰησοῦν, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον δυσηρεστήθησαν οἱ Ἰουδαῖοι, ἐκεῖνοι δὲν ἐπίστευσαν δι’ αὐτόν, ὅτι ἦτο τυφλὸς καὶ ἀπέκτησε πραγματικὰ τὸ φῶς του, ἕως ὅτου ἀπεφάσισαν καὶ ἐφώναξαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ, ποὺ ἀνέβλεψε.
Κολιτσάρα
Δὲν ἐπίστευσαν οἱ Ἰουδαῖοι δι’ αὐτὸν ὅτι ἦτο τυφλὸς καὶ ἐθεραπεύθη, ἕως ὅτου ἐκάλεσαν τοὺς γονεῖς του
Ἰωάν. 9,19
καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει;
Σωτηρόπουλου
καὶ τοὺς ρώτησαν λέγοντας· «Αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός σας, γιὰ τὸν ὁποῖο σεῖς λέγετε, ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς λοιπὸν τώρα βλέπει;».
Τρεμπέλα
Καὶ τοὺς ἠρώτησαν καὶ εἶπαν· Αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός σας, διὰ τὸν ὁποῖον σεῖς ἐπιμένετε νὰ βεβαιώνετε, ὅτι ἐγεννήθη τυφλός; Πῶς λοιπόν, ἀφοῦ ἐγεννήθη τυφλός, βλέπει τώρα;
Κολιτσάρα
καὶ τοὺς ἠρώτησαν, λέγοντες· «αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός σας, διὰ τὸν ὁποῖον σεῖς λέγετε ὅτι ἐγεννήθη τυφλός; Πῶς λοιπὸν τώρα βλέπει;»
Ἰωάν. 9,20
ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη·
Σωτηρόπουλου
Οἱ δὲ γονεῖς του ἀποκρίθηκαν λέγοντας· «Ξέρουμε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μας, καὶ ὅτι γεννήθηκε τυφλός.
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθησαν δὲ εἰς αὐτοὺς οἱ γονεῖς του καὶ εἶπαν· Γνωρίζομεν καλά, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μας καὶ ὅτι ἐγεννήθη τυφλός.
Κολιτσάρα
Ἀπήντησαν δὲ οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ τοὺς εἶπαν· «ξέρομεν καλὰ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μας καὶ ὅτι ἐγεννήθη τυφλός.
Ἰωάν. 9,21
πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλὰ πῶς τώρα βλέπει δὲν ξέρουμε, ἢ ποιός ἄνοιξε τὰ μάτια του ἐμεῖς δὲν ξέρουμε. Αὐτὸς ἡλικία ἔχει, αὐτὸν ρωτήσετε, αὐτὸς θὰ σᾶς μιλήσῃ γιὰ τὸν ἑαυτό του».
Τρεμπέλα
Πῶς ὅμως βλέπει τώρα, δὲν ἠξεύρομεν· ἢ ποῖος τοῦ ἐθεράπευσε καὶ τοῦ ἤνοιξε τὰ μάτια, ἡμεῖς δὲν ἠξεύρομεν. Αὐτὸς ἔχει ἡλικίαν, καὶ συνεπῶς ἀντελήφθη, πῶς καὶ ἀπὸ ποῖον ἔγινεν ἡ θεραπεία του· αὐτὸν λοιπὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς θὰ ὁμιλήσῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ τί τοῦ συνέβη.
Κολιτσάρα
Πῶς ὅμως τώρα βλέπει δὲν ξέρομεν, ἢ ποιὸς τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν. Αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, ἐρωτήσατέ τον, καὶ αὐτὸς διὰ τὸν εὐατόν του θὰ σᾶς ὁμιλήσῃ». (Δὲν ὑπερασπίζονται οἱ γονεῖς τὸν Χριστόν, τὸν ὁποῖον ἄλωστε καὶ δὲν εἶχαν ἰδεῖ, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸν κατηγοροῦν. Ἀφίνουν τὸν υἱόν των, καθὸ ἐνήλικον καὶ ἀρκετὰ ἱκανὸν νὰ ὑπερασπισθῇ τὸν εὐεργέτην του).
Ἰωάν. 9,22
ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται.
Σωτηρόπουλου
Αὐτὰ εἶπαν οἱ γονεῖς του, διότι φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους. Διότι ἤδη οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν συμφωνήσει νὰ γίνῃ ἀποσυνάγωγος (ν’ ἀφορισθῇ), ἐὰν κανεὶς ὁμολογήσῃ αὐτὸν Μεσσία.
Τρεμπέλα
Ὡμίλησαν δὲ οὕτω πως οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο τοὺς προκρίτους Ἰουδαίους· διότι εἶχαν πρὸ πολλοῦ συμφωνήσει οἱ Ἰουδαῖοι νὰ ἀποκηρυχθῇ καὶ ἀποδιωχθῇ ἀπὸ τὴν συναγωγήν, ὅποιος θὰ ὡμολόγει αὐτὸν ὅτι εἶναι ὁ Χριστός.
Κολιτσάρα
Ὡμίλησαν δὲ ἔτσι οἱ γονεῖς του, διότι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἐπειδὴ ἀπὸ καιρὸν εἶχαν συμφωνήσει καὶ ἀποφασίσει οἱ ἄρχοντες τῶν Ἑβραίων νὰ διωχθῇ καὶ νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸς εἰς τὴν συναγωγήν, ὅποιος θὰ ὠμολογοῦσε ὅτι αὐτὸς ποὺ κάνει τὰ θαύματα εἶναι ὁ Χριστός.
Ἰωάν. 9,23
διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε.
Σωτηρόπουλου
Γι’ αὐτὸ οἱ γονεῖς του εἶπαν, «Ἡλικία ἔχει, αὐτὸν ρωτήσετε».
Τρεμπέλα
Ἐξ αἰτίας λοιπὸν τοῦ φόβου των, μήπως ἀποδιωχθοῦν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὴν συναγωγήν, εἶπαν οἱ γονεῖς του, ὅτι ἔχει ὥριμον ἡλικίαν ὁ υἱός μας, αὐτὸν ἐρωτήσατε.
Κολιτσάρα
Διὰ τοῦτο καὶ οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ εἶπαν ὅτι «ὁ υἱός μας ἡλικίαν ἔχει, ἐρωτήσατέ τον».
Ἰωάν. 9,24
ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν.
Σωτηρόπουλου
Φώναξαν τότε γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἦταν τυφλός, καὶ τοῦ εἶπαν· «Δόξασε τὸ Θεὸ ὁμολογώντας τὴν ἀλήθεια. Ἐμεῖς ξέρουμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός (ἀσεβής)».
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ πληροφορηθοῦν τίποτε πρὸς διάψευσιν τῆς θεραπείας του ἢ πρὸς κατάκρισιν τοῦ Ἰησοῦ, ἐφώναξαν οἱ Ἰουδαῖοι διὰ δευτέραν φορὰν τὸν ἄνθρωπον, ποὺ ἦτο τυφλός, καὶ τοῦ εἶπαν· Δόξασε τὸν Θεόν, ὁμολογῶν ὅτι ἐπλανήθης καὶ ἀναγνωρίζων τὴν ἀλήθειαν περὶ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος σὲ ἐθεράπευσε· ἡμεῖς λόγῳ τῆς θέσεως καὶ τοῦ ἀξιώματός μας εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἠξεύρωμεν καλά, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ καταλύει τὴν ἀργίαν τοῦ Σαββάτου, εἶναι ἁμαρτωλός.
Κολιτσάρα
Ἐκάλεσαν τότε δευτέραν φορὰν τὸν ἄνθρωπον, ποὺ ἦτο τυφλὸς καὶ τοῦ εἶπαν· «δόξασε τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος σὲ ἐθεράπευσε, ἀλλὰ φυλάξου ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, τὸν ὁποῖον προηγουμένως ὠνόμασες προφήτην. Ἡμεῖς ποὺ μελετῶμεν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γνωρίζομεν καλὰ καὶ διαβεβαιώνομεν ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός».
Ἰωάν. 9,25
ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω.
Σωτηρόπουλου
Ἐκεῖνος δὲ ἀπάντησε· «Ἐὰν εἶναι ἁμαρτωλός, δὲν ξέρω. Ἕνα ξέρω, ὅτι, ἐνῷ ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω».
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη λοιπὸν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός, δὲν ἠξεύρω, καὶ δι’ αὐτὸ ἀποφεύγω νὰ ἐκφράσω γνώμην περὶ αὐτοῦ· ἠξεύρω ὅμως καλὰ ἕνα γεγονός, ὅτι δηλαδὴ ἐνῷ προτήτερα ἦμουν τυφλός, τώρα βλέπω.
Κολιτσάρα
Ἀπήντησε τότε ἐκεῖνος καὶ τοὺς εἶπε· «ἐὰν εἶναι ἁμαρτωλός, δὲν ἠξεύρω, ἕνα μόνον ἠξεύρω καλά· ὅτι ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω».
Ἰωάν. 9,26
εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς;
Σωτηρόπουλου
Τοῦ εἶπαν δὲ πάλι· «Τί σοῦ ἔκανε; Πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;».
Τρεμπέλα
Ἐπειδὴ δὲ ἡ νέα αὐτὴ βεβαίωσις τοῦ θεραπευθέντος τυφλοῦ δεν τοὺς ἔκαμε καλὴν ἐντύπωσιν, εἶπον πάλιν εἰς αὐτόν· Τί σοῦ ἔκαμε; Πῶς σὲ ἐθεράπευσε καὶ πῶς σου ἄνοιξε τὰ μάτια;
Κολιτσάρα
Εἶπαν δὲ πάλιν εἰς αὐτόν· «τί σοῦ ἔκαμε; Πῶς σοῦ ἐθεράπευσε τὰ μάτια;»
Ἰωάν. 9,27
ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι;
Σωτηρόπουλου
Τοὺς ἀποκρίθηκε· «Ἤδη σᾶς εἶπα, ἀλλὰ δὲν δώσατε σημασία. Γιατί θέλετε πάλι νὰ ἀκούσετε; Μήπως θέλετε καὶ σεῖς νὰ γίνετε μαθηταί του;».
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη εἰς αὐτούς· Μόλις πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπα καὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ προσέξετε καὶ νὰ παραδεχθῆτε ὅ,τι σᾶς εἶπα. Διατί τώρα θέλετε νὰ ἀκούσετε πάλιν τὰ ἴδια; Μήπως καὶ σεῖς θέλετε νὰ γίνετε μαθηταί του;
Κολιτσάρα
Ἀπήντησεν εἰς αὐτούς· «πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπα καὶ δὲν τὸ ἐπροσέξατε· διατί θέλετε πάλιν νὰ ἀκούσετε τὰ ἴδια; Μήπως καὶ σεῖς θέλετε νὰ γίνετε μαθηταί του;»
Ἰωάν. 9,28
ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί.
Σωτηρόπουλου
Τὸν χλεύασαν λέγοντας· «Σὺ εἶσαι μαθητὴς ἐκείνου, ἐνῷ ἐμεῖς εἴμεθα μαθηταὶ τοῦ Μωυσῆ.
Τρεμπέλα
Τοῦ ὡμίλησαν τότε ὑβριστικῶς καὶ περιφρονητικῶς καὶ τοῦ εἶπαν· Σὺ εἶσαι μαθητῆς ἐκείνου· ἡμεῖς ὅμως εἴμεθα τοῦ Μωϋσέως μαθηταί.
Κολιτσάρα
Τὸν ὕβρισαν τότε καὶ μὲ περιφρόνησιν τοῦ εἶπαν· «σὺ εἷσαι μαθητὴς ἐκείνου. Ἡμεῖς ὅμως εἵμεθα μαθηταὶ τοῦ Μωϋσέως.
Ἰωάν. 9,29
ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.
Σωτηρόπουλου
Ἐμεῖς ξέρουμε, ὅτι ὁ Θεὸς μίλησε στὸ Μωυσῇ, ἐνῷ αὐτὸς δὲν ξέρουμε ἀπὸ ποῦ εἶναι».
Τρεμπέλα
Ἡμεῖς ποὺ εἴμεθα σπουδασμένοι καὶ ἀνεγνωρισμένοι ἄρχοντες τοῦ ἔθνους, ἠξεύρομεν, ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει ὁμιλήσει εἰς τὸν Μωϋσῆν καὶ εἰς κανένα ἄλλον· αὐτὸς μᾶς εἶναι ἄγνωστος καὶ δὲν ἠξεύρομεν ἀπὸ ποὺ εἶναι καὶ ἀπὸ ποὺ ἐστάλῃ.
Κολιτσάρα
Ἡμεῖς οἱ μορφωμένοι καὶ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ, ξέρομεν ὅτι εἰς τὸν Μωϋσέα ὡμίλησεν ὁ Θεός. Αὐτὸς δὲ μᾶς εἶναι ἄγνωστος καὶ δὲν γνωρίζομεν ἀπὸ ποῦ εἶνα καὶ ἀπὸ ποῦ ἔρχεται».
Ἰωάν. 9,30
ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς.
Σωτηρόπουλου
Ὁ ἄνθρωπος τοὺς εἶπε τότε· «Ἐδῶ βεβαίως εἶναι τὸ ἀπορίας ἄξιο, ὅτι σεῖς δὲν ξέρετε ἀπὸ ποῦ εἶναι, καὶ ὅμως μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια.
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ τοὺς εἶπεν· Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς αὐτὸ προκαλεῖ θαυμασμὸν καὶ ἔκπληξιν, ὅτι δηλαδὴ σεῖς δὲν ξεύρετε τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, ἐὰν ἔχῃ σταλῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ ποὺ εἶναι· καὶ ὅμως ἄγνωστος αὐτὸς εἰς σᾶς μοῦ ἤνοιξε τὰ μάτια.
Κολιτσάρα
Ἀπήντησεν ὁ ἄνθρωπος καὶ τοὺς εἶπεν· «ἐδῶ εἶναι τὸ παράδοξον· ὅτι σεῖς δὲν ξέρετε ἀπὸ ποῦ εἶναι, ἐὰν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸν ἢ ὄχι, καὶ ὅμως μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια νὰ βλέπω.
Ἰωάν. 9,31
οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει.
Σωτηρόπουλου
Ξέρουμε δέ, ὅτι ἁμαρτωλοὺς (ἀσεβεῖς) ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει, ἀλλ’ ἐὰν κανεὶς εἶναι θεοσεβὴς καὶ ἐκτελῇ τὸ θέλημά του, αὐτὸν ἀκούει.
Τρεμπέλα
Εἶναι δὲ γνωστὸν καὶ τὸ ἠξεύρομεν ὅλοι, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀλλ’ ἐὰν κανεὶς σέβεται τὸν Θεὸν καὶ ἐκτελῇ τὸ θέλημά του, τοῦτον ὁ Θεὸς ἀκούει.
Κολιτσάρα
Ξέρομε δὲ ὅλοι πολὺ καλά, ὅτι ὁ Θεὸς ἁμαρτωλοὺς δὲν ἀκούει, ἀλλὰ ἂν κανεὶς εἶναι θεοσεβὴς καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ πράττῃ αὐτὸν ὁ Θεὸς ἀκούει.
Ἰωάν. 9,32
ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου.
Σωτηρόπουλου
Ἀφ’ ὅτου ὑπῆρξε ὁ κόσμος, δὲν ἀκούσθηκε, ὅτι ἄνοιξε κάποιος μάτια ἀνθρώπου ποὺ γεννήθηκε τυφλός.
Τρεμπέλα
Ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει κόσμος, δὲν ἠκούσθῃ ποτέ, ὅτι ἐθεράπευσε κάποιος μάτια ἀνθρώπου, ποὺ νὰ ἔχῃ γεννηθῇ τυφλός. Πρώτην φορὰν συνετελέσθῃ ἕνα τέτοιο θαῦμα, καὶ αὐτός, ποὺ τὸ ἔκαμε, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀποστολὴν θείαν.
Κολιτσάρα
Ἀπὸ τότε δὲ ποὺ ὑπάρχει ὁ κόσμος ἕως σήμερα δὲν ἔχει ἀκουσθῇ ποτὲ ὅτι ἐθεράπευσε κάποιος ἄνθρωπος τοὺς ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς.
Ἰωάν. 9,33
εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.
Σωτηρόπουλου
Ἂν δὲν ἦταν αὐτὸς ἀπ’ τὸ Θεό, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνῃ τίποτε».
Τρεμπέλα
Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἦτο ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ τίποτε, οὔτε παραμικρόν τι θαῦμα.
Κολιτσάρα
Ἐὰν αὐτὸς δὲν ἦτο σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ κάνῃ οὔτε τὸ παραμικρὸν θαῦμα».
Ἰωάν. 9,34
ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω.
Σωτηρόπουλου
Τοῦ εἶπαν τότε· «Σὺ ὁλόκληρος γεννήθηκες βουτηγμένος μέσα στὶς ἁμαρτίες, καὶ σὺ διδάσκεις ἐμᾶς;». Καὶ τὸν πέταξαν ἔξω.
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθησαν ἐκεῖνοι καὶ τοῦ εἶπαν· Σὺ ἐγεννήθης βουτηγμένος ὁλόκληρος εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν τύφλωσιν, ποὺ ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός σου εἶχες. Καὶ σὺ ὁ ἄθλιος καὶ ἁμαρτωλὸς διδάσκεις ἡμᾶς, ποὺ εἴμεθα οἱ περισσότερον σπουδασμένοι ὅλου τοῦ ἔθνους; Καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸν τόπον, ποὺ συνεδρίαζαν, μὲ τὴν διάθεσιν νὰ τὸν ἀποκόψουν καὶ ἀπὸ τὴν συμμετοχὴν τῆς θρησκευτικῆς λατρείας.
Κολιτσάρα
Γεμᾶτοι ἀγανάκτησιν ἐκεῖνοι τοῦ ἀπήντησαν· «ἐκ γενετῆς σὺ εἷσαι ζυμωμένος ὁλόκληρος μὲ τὰς ἁμαρτίας καὶ σὺ τολμᾷς νὰ διδάσκῃς ἡμᾶς;» Καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸν τόπον τῆς συνεδριάσεώς των.
Ἰωάν. 9,35
Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ;
Σωτηρόπουλου
Ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς, ὅτι τὸν πέταξαν ἔξω, καὶ ὅταν τὸν βρῆκε, τοῦ εἶπε· «Σὺ πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;».
Τρεμπέλα
Ἤκουσεν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι τὸν ἔβγαλαν ἔξω διὰ τὴν παρρησίαν, μὲ τὴν ὁποίαν διεκήρυττε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀφοῦ τὸν ηὗρε, τοῦ εἶπε· Σὺ, ἀντιθέτως πρὸς τοὺς ἀπίστους Ἰουδαίους, πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ;
Κολιτσάρα
Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι τὸν ἔβγαλαν ἔξω καὶ ὅταν τὸν εὑρῆκε, τοῦ εἶπε· «σὺ παρ’ ὅλα ὅσα λέγουν οἱ ἄρχοντες τῶν Ἑβραίων, πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ;»
Ἰωάν. 9,36
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;
Σωτηρόπουλου
Ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος καὶ εἶπε· «Καὶ ποιός εἶναι, κύριε, γιὰ νὰ πιστεύσω σ’ αὐτόν;».
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ ποῖος εἶναι, Κύριε, διὰ νὰ τὸν πιστεύσω;
Κολιτσάρα
Ἀπήντησεν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· «καὶ ποιὸς εἶναι, Κύριε, διὰ νὰ πιστεύσω εἰς αὐτόν;»
Ἰωάν. 9,37
εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Καὶ τὸν εἶδες, καὶ αὐτός, ποὺ ὁμιλεῖ μαζί σου, αὐτὸς εἶναι».
Τρεμπέλα
Εἶπε δὲ τότε εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Καὶ τὸν ἔχεις ἴδει τώρα μὲ τὰ μάτια σου καὶ αὐτός, ποὺ ὁμιλεῖ τὴν στιγμὴν αὐτὴν μαζί σου, ἐκεῖνος εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Τοῦ εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· «καὶ τὸν εἶδες καὶ αὐτὸς ποὺ ὁμιλεῖ μαζῆ σου ἐκεῖνος εἶναι».
Ἰωάν. 9,38
ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἐκεῖνος εἶπε· «Πιστεύω, Κύριε». Καὶ τὸν προσκύνησε.
Τρεμπέλα
Αὐτὸς δὲ εἶπε· Πιστεύω, Κύριε· καὶ τὸν ἐπροσκύνησεν ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Κύριον.
Κολιτσάρα
Αὐτὸς δέ, φωτισθεὶς ἀπὸ χάριν Θεοῦ, εἶπε· «πιστεύω μὲ ὅλην μου τὴν ψυχήν, Κύριε»· καὶ ἐπροσκύνησε αὐτὸν ὡς ἀπεσταλμένος πράγματι ἀπὸ τὸν Θεόν.
Ἰωάν. 9,39
καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται.
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Γιὰ κρίσι (σωστικὴ ἢ καταδικαστικὴ) ἦλθα ἐγὼ στὸν κόσμο αὐτό, ὥστε ἐκεῖνοι, ποὺ δὲν βλέπουν, νὰ βλέπουν, καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ βλέπουν, νὰ γίνωνται τυφλοί».
Τρεμπέλα
Καὶ κατόπιν ἀπὸ τὴν πίστιν αὐτήν, ποὺ ἐξεδήλωσεν ὁ θεραπευθεὶς τυφλὸς κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἀπιστίαν τῶν Ἰουδαίων, εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Ἦλθον ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν διὰ νὰ γίνῃ κρίσις καὶ διὰ νὰ ξεχωρισθοῦν οἱ καλοπροαίρετοι ἀπὸ τοὺς διεστραμμένους. Καὶ ἔτσι θὰ ἐπακολουθήσῃ ὡς ἀποτέλεσμα τοῦτο: ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς ἐντριβεῖς τοῦ νόμου γραμματεῖς ὡς τυφλοὶ καὶ βυθισμένοι εἰς τὸ σκότος τῆς ἀγνοίας καὶ τῆς πλάνης, αὐτοὶ θὰ ἴδουν τὸ φῶς τῆς ἀληθείας· καὶ ἐκεῖνοι ποὺ παρουσιάζουν τοὺς ἑαυτούς των ὡς γνώστας τῶν Γραφῶν καὶ φρονοῦν ἀλαζονικῶς ὅτι βλέπουν, θὰ καταντήσουν εἰς πνευματικὴν τύφλωσιν.
Κολιτσάρα
Εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «ἐγὼ ἦλθα εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, διὰ νὰ γίνῃ κρίσις καὶ διάκρισις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, νὰ ξεχωρίσουν οἱ ἀγαθοὶ ἀπὸ τοὺς κακούς. Καὶ ἔτσι αὐτοὶ ποὺ θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους ὅτι εἶναι βυθισμένοι εἰς τὸ σκοτάδι τῆς ἀγνοίας, ὅτι εἶναι τυφλοὶ καὶ δὲν βλέπουν, θὰ ἴδουν τὸ φῶς τῆς ἀληθείας. Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦν τὸν ἑαυτόν των φωτισμένον, θὰ καταντήσουν ἕνεκα τῆς ὑψηλοφροσύνης τῶν τυφλοὶ πνευματικῶς».
Ἰωάν. 9,40
καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὄντες μετ’ αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν;
Σωτηρόπουλου
Ἄκουσαν δὲ αὐτὰ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους, ποὺ ἦταν ἐκεῖ κοντά του, καὶ τοῦ εἶπαν· «Μήπως καὶ ἐμεῖς εἴμεθα τυφλοί;».
Τρεμπέλα
Καὶ ἤκουσαν αὐτὰ ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους, ποὺ ἦσαν πλησίον του καὶ τοῦ εἶπαν· Μήπως καὶ ἡμεῖς, οἱ ἀνεγνωρισμένοι τοῦ ἔθνους διδάσκαλοι, εἴμεθα πνευματικῶς τυφλοὶ καὶ πρέπει νὰ γίνωμεν μαθηταί σου διὰ νὰ ἀνοίξουν τὰ μάτια μας;
Κολιτσάρα
Καὶ ἤκουσαν αὐτὰ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους, ποὺ ἔτυχε νὰ βρίσκονται κοντά του, καὶ τοῦ εἶπαν· «μήπως εἵμεθα καὶ ἡμεῖς τυφλοὶ πνευματικῶς;»
Ἰωάν. 9,41
εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει.
Σωτηρόπουλου
Τοὺς εἶπε ὁ Ἰησοῦς· «Ἐὰν ἤσασθε τυφλοί, δὲν θὰ εἴχατε ἁμαρτία. Ἀλλὰ τώρα λέγετε, “Βλέπουμε”. Γι’ αὐτὸ ἡ ἁμαρτία σας ἰσχύει (ἔχετε δηλαδὴ ἁμαρτία)».
Τρεμπέλα
Εἶπε δὲ πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· Ἐὰν ἤσασθε τυφλοὶ καὶ δὲν εἴχατε γνῶσιν τῆς Γραφῆς, δὲν θὰ εἴχατε ἁμαρτίαν διὰ τὴν ἀπιστίαν, ποὺ δεικνύετε εἰς ἐμέ. Διότι ἡ ἀπιστία σας θὰ προήρχετο ἐξ ἀγνοίας καὶ οὐχὶ ἐκ πονηρᾶς καὶ διεστραμμένης διαθέσεως. Τώρα ὅμως λέγετε, ὅτι γνωρίζομεν καλὰ τὸν νόμον καὶ βλέπομεν μὴ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ μᾶς διδάξῃ καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἄλλος. Ἡ ἁμάρτια σας λοιπόν, ἀφοῦ εἶναι ἁμαρτία ἐν γνώσει, μένει καὶ δὲν συγχωρεῖται.
Κολιτσάρα
Τοὺς εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· «ἐὰν ἤσαστε τυφλοὶ καὶ δὲν ἐγνωρίζατε τὰς Γραφάς, δὲν θὰ εἴχατε ἁμαρτίαν. Τώρα ὅμως λέγετε ὅτι· Γνωρίζομεν τὰς Γραφὰς καὶ βλέπομεν. Διὰ τοῦτο ἡ ἁμαρτία σας μένει ἀσυγχώρητος, ἐπειδὴ γίνεται μὲ ἐπίγνωσιν».