Κατὰ Λουκάν 14
Λουκ. 14,1
Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν εἰς οἶκόν τινος τῶν ἀρχόντων τῶν Φαρισαίων σαββάτῳ φαγεῖν ἄρτον, καὶ αὐτοὶ ἦσαν παρατηρούμενοι αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ (ὁ Ἰησοῦς) ἦλθε στὸ σπίτι κάποιου ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῶν Φαρισαίων ἕνα Σάββατο γιὰ νὰ φάγῃ, αὐτοὶ τὸν κοίταζαν προσεκτικά (γιὰ νὰ ἰδοῦν τί θὰ κάνῃ).
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι κάποιου ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας τῶν Φαρισαίων ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτου διὰ νὰ φάγῃ ἄρτον, συνέβη αὐτοὶ νὰ τὸν παρατηροῦν καὶ νὰ τὸν παρακολουθοῦν μετὰ προσοχῆς, μήπως εἴπῃ ἢ πράξῃ κάτι παράνομον καὶ ἀξιοκατάκριτον.
Κολιτσάρα
Ὅταν ὁ Κύριος εἰς ἡμέραν Σαββάτου ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας τῶν Φαρισαίων νὰ φάγῃ ἄρτον, αὐτοὶ τὸν παρατηροῦσαν μὲ προσοχήν, μήπως πῇ ἢ πράξῃ κάτι τὸ παράνομον.
Λουκ. 14,2
καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπός τις ἦν ὑδρωπικὸς ἔμπροσθεν αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἰδοὺ κάποιος ὑδρωπικὸς ἦταν ἐνώπιόν του.
Τρεμπέλα
Καὶ ἰδοὺ κάποιος ἄνθρωπος, ποὺ ἔπασχεν ἀπὸ ὑδρωπικίαν, ἐστέκετο ἐμπρός του, διστάζων διὰ τοὺς παρόντας νομικοὺς καὶ Φαρισαίους νὰ ζητήσῃ φανερὰ τὴν θεραπείαν του, ἐλπίζων ὄμως, ὅτι θὰ ἐκίνει τὴν συμπάθειάν του.
Κολιτσάρα
Καὶ ἰδοὺ ἔνας ὑδρωπικὸς ἄνθρωπος ἐστέκετο ἐμπρός του.
Λουκ. 14,3
καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς τοὺς νομικοὺς καὶ Φαρισαίους λέγων· εἰ ἔξεστι τῷ σαββάτῳ θεραπεύειν;
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔλαβε τὸ λόγο καὶ εἶπε πρὸς τοὺς νομοδιδασκάλους καὶ τοὺς Φαρισαίους· «Ἐπιτρέπεται τὸ Σάββατο νὰ κάνῃ κανεὶς θεραπεία;».
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ εἶπε πρὸς τοὺς νομικοὺς καὶ τοὺς Φαρισαίους· εἶναι ἄραγε ἐπιτετραμμένον νὰ θεραπεύῃ κανεὶς ἀρρώστους κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου;
Κολιτσάρα
Ἔλαβε ὁ Ἰησοῦς τὸν λόγον καὶ εἶπε εἰς τοὺς νομικοὺς καὶ Φαρισαίους· «ἐπιτρέπεται ἆρά γε κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου νὰ θεραπεύῃ κανεὶς ἀρρώστους;»
Λουκ. 14,4
οἱ δὲ ἡσύχασαν. καὶ ἐπιλαβόμενος ἰάσατο αὐτὸν καὶ ἀπέλυσε.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ αὐτοὶ σιώπησαν. Τότε, ἀφοῦ τὸν ἔπιασε, τὸν θεράπευσε καὶ τὸν ἔδιωξε.
Τρεμπέλα
Ἐκεῖνοι δὲ ἐσιώπησαν, διότι δὲν ἐτόλμων νὰ τοῦ εἶπουν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ τὸν ἔπιασε καὶ τὸν ἤγγισε μὲ τὰς χεῖρας του, τὸν ἰάτρευσε καὶ τοῦ ἔδωκε τότε τὴν ἄδειαν νὰ φύγῃ.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνοι ἐσίγησαν καὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀπαντήσουν τίποτε. Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ ἔπιασε τὸν ὑδρωπικόν, τὸν ἐθεράπευσε καὶ τὸν ἀφῆκε ἐλεύθερον νὰ φύγῃ.
Λουκ. 14,5
καὶ ἀποκριθεὶς πρὸς αὐτοὺς εἶπε· τίνος ὑμῶν υἱὸς ἢ βοῦς εἰς φρέαρ ἐμπεσεῖται, καὶ οὐκ εὐθέως ἀνασπάσει αὐτὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου;
Σωτηρόπουλου
Κατόπιν ἀπευθύνθηκε πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπε· «Τίνος ἀπὸ σᾶς τὸ παιδὶ ἢ τὸ βόδι θὰ πέσῃ σὲ πηγάδι, καὶ δὲν θὰ τὸ ἀνασύρῃ ἀμέσως κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;».
Τρεμπέλα
Καὶ ἀπαντῶν εἰς τοὺς ἀποκρύφους διαλογισμοὺς τῶν Φαρισαίων εἶπε πρὸς αὐτούς· Ποίου ἀπὸ σᾶς ὁ υἱὸς ἢ τὸ βώδι θὰ πέσῃ μέσα εἰς πηγάδι καὶ δὲν θὰ καταβάλῃ πολλὰς προσπαθείας καὶ κόπους διὰ νὰ τὸν ἀνασύρῃ ἀπ’ ἐκεῖ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου; Ἀφοῦ λοιπὸν θεωρεῖτε τοῦτο ἐπιτετραμμένον, πῶς θὰ κατακρίνετε ὡς παραβάτην τοῦ Σαββάτου ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν ὅχι μὲ κοπιώδη προσπάθειαν, ἀλλὰ μὲ ἀπλοῦν λόγον βοηθεῖ ὄχι ἄλογον ζῶον, ἀλλὰ λογικὸν ἄνθρωπον πάσχοντα;
Κολιτσάρα
Βλέπων δὲ τοὺς πονηροὺς διαλογισμοὺς τῶν Φαρισαίων ἀπήντησε καὶ εἶπε εἰς αὐτούς· «ποιὸς ἀπὸ σᾶς, ὅταν τὸ παιδί του ἢ τὸ βώδι του πέσῃ εἰς πηγάδι, δὲν θὰ καταβάλῃ κάθε προσπάθειαν νὰ τὸ ἀνασύρῃ ἀμέσως, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἡμέρα Σαββάτου;»
Λουκ. 14,6
καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἀνταποκριθῆναι αὐτῷ πρὸς ταῦτα.
Σωτηρόπουλου
Καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν σ’ αὐτά.
Τρεμπέλα
Καὶ δὲν ἠμπόρεσαν εἰς αὐτὰ νὰ τοῦ ἀπαντήσουν, διότι ἦτο ὁλοφάνερον τὸ ἄδικόν των.
Κολιτσάρα
Καὶ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τοῦ δώσουν καμμίαν ἀπάντησιν, διότι καταλάβαιναν πολὺ καλά, ὅτι τὸ ἄδικον ἦτο μὲ τὸ μέρος των.
Λουκ. 14,7
Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς κεκλημένους παραβολήν, ἐπέχων πῶς τὰς πρωτοκλισίας ἐξελέγοντο, λέγων πρὸς αὐτούς·
Σωτηρόπουλου
Προσέχοντας δέ, ὅτι οἱ καλεσμένοι διάλεγαν τὶς πρῶτες θέσεις στὸ τραπέζι, εἶπε σ’ αὐτοὺς τὸν παραβολικὸ αὐτὸ λόγο·
Τρεμπέλα
Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς καλεσμένους εἰς τὸ τραπέζι παραβολήν, διὰ τῆς ὁποίας τοὺς ἐδίδασκε τὴν ταπεινοφροσύνην, ἐπειδὴ παρετήρησε, πόσον ἐζήτουν καὶ ἐδιάλεγαν τὰς πρώτας θέσεις εἰς τὸ τραπέζι. Καὶ τοὺς εἶπε·
Κολιτσάρα
Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς καλεσμένους καὶ μίαν παραβολήν, διὰ νὰ τοὺς κάμῃ νὰ προσέξουν τὸν ἐγωϊσμόν των, μὲ τὸν ὁποῖον αὐτοὶ ἐδιάλεγαν τὰς πρώτας θέσεις εἰς τὸ τραπέζι. Καὶ τοὺς εἶπε·
Λουκ. 14,8
ὅταν κληθῇς ὑπό τινος εἰς γάμους, μὴ κατακλιθῇς εἰς τὴν πρωτοκλισίαν, μήποτε ἐντιμότερός σου ᾖ κεκλημένος ὑπ’ αὐτοῦ,
Σωτηρόπουλου
«Ὅταν κάποιος σὲ καλέσῃ σὲ γάμο, μὴν καθήσῃς στὴν πρώτη θέσι, μήπως ἀνώτερός σου εἶναι καλεσμένος ἀπ’ αὐτόν,
Τρεμπέλα
Ὅταν προσκληθῇς ἀπὸ κάποιον εἰς γάμους, μὴ καθήσης μόνος σου εἰς τὴν πρώτην θέσιν· μήπως ἄλλος ἀνώτερος κατὰ τὴν κοινωνικὴν θέσιν καὶ ἀξίαν ἀπὸ σὲ εἶναι προσκαλεσμένος ἀπὸ αὐτόν, ποὺ σᾶς ἐκάλεσε.
Κολιτσάρα
«ὅταν προσκληθῇς ἀπὸ κάποιον εἰς γάμον, μὴ καθίσεις μόνος σου εἰς τὴν πρώτην θέσιν, μήπως κάποιος ἄλλος, προσκεκλημένος ἀπὸ τὸν οἰκοδεσπότην, εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ σέ.
Λουκ. 14,9
καὶ ἐλθὼν ὁ σὲ καὶ αὐτὸν καλέσας ἐρεῖ σοι· δὸς τούτῳ τόπον· καὶ τότε ἄρξῃ μετ’ αἰσχύνης τὸν ἔσχατον τόπον κατέχειν.
Σωτηρόπουλου
ὁπότε, ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ποὺ κάλεσε ἐσένα καὶ αὐτόν, θὰ σοῦ εἰπῇ, “Δῶσε σ’ αὐτὸν τὴ θέσι”, καὶ τότε θὰ κινηθῇς μὲ ἐντροπὴ νὰ καταλάβῃς τὴν τελευταία θέσι.
Τρεμπέλα
Καὶ θὰ ἔλθῃ τότε αὐτός, ποὺ ἐκάλεσε καὶ σὲ καὶ αὐτόν, καὶ θὰ σοῦ εἴπῃ: Κάνε θέσιν καὶ δῶσε τόπον εἰς αὐτόν. Καὶ θὰ ἀρχίσῃς τότε μὲ ἐντροπὴν νὰ ἀναζητῇς θέσιν, καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ἄλλοι ἔχουν καθίσει καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν θὰ σοῦ παραχωρῇ τὴν θέσιν του, θὰ ἀναγκασθῇς τότε νὰ καταλάβῃς τὴν τελευταίαν θέσιν εἰς τὸ τραπέζι.
Κολιτσάρα
Καὶ θὰ ἔλθῃ αὐτὸς ποὺ ἐκάλεσε σὲ καὶ αὐτὸν καὶ θὰ σοῦ πῇ· Δῶσε τὴν θέσιν αὐτήν, διότι δὲν ἀνήκει εἰς σέ. Καὶ τότε θὰ ἀρχίσῃς μὲ ἐντροπὴν νὰ ζητῇς ἄλλην θέσιν. Καὶ έπειδὴ ὅλοι θὰ ἔχουν καθίσει καὶ κανεὶς δὲν θὰ προθυμοποιῆται νὰ σηκωθῇ πρὸς χάριν σου, θὰ ἀναγκασθῇς τότε νὰ καταλάβῃς τὴν τελευταία θέσιν.
Λουκ. 14,10
ἀλλ’ ὅταν κληθῇς, πορευθεὶς ἀνάπεσε εἰς τὸν ἔσχατον τόπον, ἵνα ὅταν ἔλθῃ ὁ κεκληκώς σε εἴπῃ σοι· φίλε, προσανάβηθι ἀνώτερον· τότε ἔσται σοι δόξα ἐνώπιον τῶν συνανακειμένων σοι.
Σωτηρόπουλου
Γι’ αὐτό, ὅταν προσκληθῇς, πήγαινε καὶ κάθησε στὴν τελευταία θέσι, ὥστε, ὅταν ἔλθῃ αὐτός, ποὺ σὲ προσκάλεσε, νὰ σοῦ εἰπῇ, “Φίλε, ἔλα μπροστά, σὲ ἀνώτερη θέσι”. Τότε θὰ τιμηθῇς ἐνώπιον τῶν συνδαιτυμόνων σου.
Τρεμπέλα
Ἀλλ’ ὅταν προσκληθῇς, πήγαινε καὶ κάθησε εἰς τὴν τελευταίαν θέσιν, ὥστε ὅταν ἔλθῃ αὐτός, ποὺ σὲ ἔχει καλέσει, νὰ σοῦ εἴπῃ· Φίλε, ἀνέβα παραπάνω καὶ κάθισε ὑψηλότερα εἰς θέσιν τιμητικωτέραν. Καὶ τότε θὰ σοῦ ἀποδοθῇ τιμὴ ἐμπρὸς εἰς ὅλους ἐκείνους, ποὺ παρακάθηνται μαζὶ μὲ σὲ εἰς τὸ τραπέζι.
Κολιτσάρα
Ἀλλὰ ὅταν προσκληθῇς, πήγαινε καὶ κάθισε εἰς τὴν τελευταίαν θέσιν, ὥστε ὅταν ἔλθῃ αὐτὸς ποὺ σὲ ἐκάλεσε νὰ σοῦ πῇ· Φίλε, ἀνέβα παραπάνω εἰς θέσιν τιμητικωτέραν. Καὶ τότε θὰ εἶναι γιὰ σένα μεγάλη τιμὴ ἐμπρὸς εἰς ὅσους παρακάθηνται μαζῆ μὲ σὲ εἰς τὸ τραπέζι.
Λουκ. 14,11
ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται καὶ ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
Σωτηρόπουλου
Ἐξάπαντος καθένας, ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ταπεινωθῇ, καὶ καθένας, ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ὑψωθῇ».
Τρεμπέλα
Ὁ ἐξευτελισμὸς δὲ αὐτὸς ἐκείνου, ποὺ παίρνει μόνος του τὴν πρώτην θέσιν, καὶ ἡ τιμὴ ἐκείνου, ποὺ ἀφίνει εἰς τοὺς ἄλλους νὰ τοῦ προσφέρουν τὴν πρώτην θέσιν, θὰ γίνουν, διότι ἰσχύει ὁ γενικὸς νόμος καὶ κανῶν: Καθένας ποὺ ὑψώνει μόνος του τὸν ἑαυτόν του θὰ ταπεινωθῇ καὶ καθένας ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ὑψωθῇ.
Κολιτσάρα
Διότι ἐκεῖνος ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτόν του καὶ ζητεῖ τιμᾶς καὶ πρωτοκαθεδρίας θὰ ταπεινωθῇ. Καὶ καθένας ποὺ ταπεινώνει τὸν εὐατόν του, θὰ ὑψωθῇ».
Λουκ. 14,12
Ἔλεγε δὲ καὶ τῷ κεκληκότι αὐτόν· ὅταν ποιῇς ἄριστον ἢ δεῖπνον, μὴ φώνει τοὺς φίλους σου μηδὲ τοὺς ἀδελφούς σου μηδὲ τοὺς συγγενεῖς σου μηδὲ γείτονας πλουσίους, μήποτε καὶ αὐτοί σε ἀντικαλέσωσι, καὶ γενήσεταί σοι ἀνταπόδομα.
Σωτηρόπουλου
Ἔλεγε δὲ καὶ σ’ ἐκεῖνον, ποὺ τὸν εἶχε προσκαλέσει· «Ὅταν παραθέτῃς γεῦμα ἢ δεῖπνο, νὰ μὴ καλῇς τοὺς φίλους σου, οὔτε τοὺς ἀδελφούς σου, οὔτε τοὺς συγγενεῖς σου, οὔτε πλουσίους γείτονες, μήπως καὶ αὐτοὶ κατόπιν σὲ καλέσουν καὶ ἔτσι σοῦ γίνῃ ἀνταπόδοσι.
Τρεμπέλα
Ἔλεγε δὲ καὶ πρὸς ἐκεῖνον, ποὺ τὸν εἶχε καλέσει· ὅταν κάνῃς πρωινὸν ἢ βραδυνὸν τραπέζι, μὴ περιορίζεσαι νὰ προσκαλῇς ἀποκλειστικῶς τοὺς φίλους σου, οὔτε τοὺς ἀδελφούς σου, οὔτε τοὺς συγγενεῖς σου, οὔτε γείτονας πλουσίους· μήπως καὶ ἐκεῖνοι σὲ καλέσουν, καὶ σοῦ γίνῃ ὑπ’ αὐτῶν καὶ ὄχι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀνταπόδοσις καὶ ἀνταμοιβὴ δι’ αὐτό, ποὺ τοὺς ἔκαμες.
Κολιτσάρα
Ἔλεγε δὲ καὶ πρὸς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε προσκαλέσει· «ὅταν παραθέτῃς γεῦμα ἢ δεῖπνον μὴ προσκαλεῖς τοὺς φίλους σου οὔτε τοὺς ἀδελφούς σου οὔτε τοὺς συγγενεῖς σου οὔτε τοὺς πλουσίους γείτονάς σου, μήπως καὶ αὐτοὶ μὲ τὴν σειρά των σὲ καλέσουν καὶ γίνει ἔτσι ἀνταπόδοσις, ὄχι ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. (Καὶ οἱ κακοὶ κάνουν τὸ ἴδιο, ἀποβλέποντες εἰς ἀνταπόδομα ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων).
Λουκ. 14,13
ἀλλ’ ὅταν ποιῇς δοχήν, κάλει πτωχούς, ἀναπήρους, χωλούς, τυφλούς,
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ ὅταν κάνῃς δεξίωσι, νὰ καλῇς πτωχούς, ἀναπήρους, κουτσούς, τυφλούς,
Τρεμπέλα
Ἀλλ’ ὅταν κάνῃς ὑποδοχὴν καὶ τραπέζι, προσκάλει εἰς αὐτὸ πτωχούς, σακάτηδες, κουτσούς, τυφλούς.
Κολιτσάρα
Ἀλλὰ ὅταν κάνῃς τραπέζι καὶ ὑποδέχεσαι φιλοξενουμένους, προσκάλεσε πτωχούς, ἀναπήρους, χωλούς, τυφλούς.
Λουκ. 14,14
καὶ μακάριος ἔσῃ, ὅτι οὐκ ἔχουσιν ἀνταποδοῦναί σοι· ἀνταποδοθήσεται γάρ σοι ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων.
Σωτηρόπουλου
καὶ θὰ εἶσαι εὐτυχής, διότι δὲν μποροῦν νὰ σοῦ ἀνταποδώσουν, καὶ θὰ σοῦ ἀνταποδοθῇ κατὰ τὴν ἀνάστασι τῶν εὐσεβῶν».
Τρεμπέλα
Καὶ θὰ εἶσαι μακάριος, διότι αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἄλλο τι ἀπὸ εὐχὰς νὰ σοῦ ἀνταποδώσουν. Εἶσαι δὲ μακάριος δι’ αὐτό, διότι θὰ σοῦ ἀνταποδοθῇ αὐτό, ποὺ ἔκαμες, κατὰ τὴν ἀνάστασιν τῶν δικαίων, ὅταν ὁ Θεὸς θὰ ἀνταμείψῃ κάθε ἀγαθοεργίαν καὶ ἀρετήν.
Κολιτσάρα
Καὶ θὰ εἶσαι μακάριος διότι, ἐπειδὴ αὐτοὶ δὲν ἔχουν τί νὰ σοῦ ἀνταποδώσουν, θὰ σοῦ ἀνταποδοθῇ τὸ καλὸν ποὺ ἔκανες κατὰ τὴν ἐπίσημον ἐκείνην ἡμέραν τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν».
Λουκ. 14,15
Ἀκούσας δέ τις τῶν συνανακειμένων ταῦτα εἶπεν αὐτῷ· μακάριος ὃς φάγεται ἄριστον ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ κάποιος ἀπὸ τοὺς συνδαιτυμόνες ἄκουσε αὐτά, εἶπε σ’ αὐτόν· «Εὐτυχὴς ὅποιος θὰ φάγῃ γεῦμα στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἤκουσεν αὐτὰ κάποιος ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ συμπαρεκάθηντο εἰς τὸ τραπέζι, εἶπεν εἰς αὐτόν: Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ φάγῃ γεῦμα εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τὸν Μεσσίαν καὶ τοὺς πατριάρχας καὶ τοὺς ἄλλους δικαίους.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ κάποιος ἀπὸ τοὺς παρακαθημένους ἤκουσε αὐτὰ εἶπε· «μακάριος ἐκεῖνος, ποὺ θὰ παρακαθίσῃ εἰς τὸ γεῦμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ».
Λουκ. 14,16
ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς·
Σωτηρόπουλου
Αὐτὸς δὲ τοῦ εἶπε· «Κάποιος ἄνθρωπος ἑτοίμασε μεγάλο δεῖπνο καὶ κάλεσε πολλούς.
Τρεμπέλα
Ὁ δὲ Ἰησοῦς διὰ νὰ διδάξῃ, ποίας ἀρετὰς πρέπει νὰ ἔχῃ κανεὶς διὰ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν αἰωνίαν εὐφροσύνην τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, εἶπε πρὸς αὐτόν· Κάποιος ἄνθρωπος ἔκαμε βραδυνὸν συμπόσιον μεγάλο καὶ ἐκάλεσε πολλούς. Ἡ χαρὰ καὶ ἀπόλαυσις δηλαδὴ τῆς αἰωνίου βασιλείας παραβάλεται πρὸς δεῖπνον μεγαλοπρεπές, ποὺ ἑτοίμασεν ὁ Θεὸς καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐκάλεσε εἰς τὰς ἀρχὰς ὄχι ὅλους, ἀλλὰ πολλούς, τουτέστι τοὺς Ἰουδαίους.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε εἰς αὐτὸν τὴν ἐξῆς παραβολήν· «ἕνας ἄνθρωπος παρέθεσε μέγα δεῖπνον καὶ ἐκάλεσε πολλούς.
Λουκ. 14,17
καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀπέστειλε τὸ δοῦλο του τὴν ὥρα τοῦ δείπνου νὰ εἰπῇ στοὺς καλεσμένους· “Ἐλᾶτε, διότι ὅλα εἶναι πλέον ἕτοιμα”.
Τρεμπέλα
Καὶ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ δείπνου ἔστειλε τὸν δοῦλον του, δηλαδὴ τοὺς εἰς ἑκάστην ἐποχὴν ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ, τότε δέ, ὅτε ἐλέγετο ἡ παραβολή, ἔστειλε τὸν Βαπτιστὴ πρῶτον καὶ τὸν Υἱόν του ἔπειτα, ὁ ὁποῖος ἔλαβε διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως μορφὴν δούλου. Τὸν ἔστειλε δὲ διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς προσκαλεσμένους· Ἐλᾶτε, καὶ μὴ ἀναβάλλετε, διότι εἶναι πλέον ὅλα ἕτοιμα.
Κολιτσάρα
Καὶ τὴν ὥραν, ποὺ θὰ παρετίθετο τὸ δεῖπνον, ἔστειλε τὸν δοῦλον του νὰ πῇ εἰς τοὺς προσκαλεσμένους· Ἐλᾶτε διότι τώρα εἶναι τὰ πάντα ἕτοιμα.
Λουκ. 14,18
καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ ἄρχισαν ἀμέσως ὅλοι νὰ προβάλλουν ἄρνησι. Ὁ πρῶτος τοῦ εἶπε· “Ἀγόρασα χωράφι, καὶ πρέπει νὰ βγῶ καὶ νὰ τὸ ἰδῶ. Σὲ παρακαλῶ, νὰ μὴ μὲ ὑπολογίσῃς”.
Τρεμπέλα
Καὶ ἤρχισαν οἱ προσκαλεσμένοι ἀπὸ μιᾶς γνώμης, σὰν νὰ ἦσαν προσυνεννοημένοι, νὰ δικαιολογοῦν τὴν ἀπουσίαν των ἀπὸ τὸ δεῖπνον. Ὁ πρῶτος εἶπεν· Ἠγόρασα κάποιο χωράφι καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ βγῶ ἔξω καὶ νὰ τὸ ἴδω· σὲ παρακαλῶ θεώρησέ με δικαιολογημένον καὶ ἀπηλλαγμένον τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἔλθω.
Κολιτσάρα
Καὶ αὐτοὶ σὰν νὰ ἦταν συνεννοημένοι ἤρχισαν νὰ παραιτοῦνται ὅλοι ἀπὸ τὸ δεῖπνον μὲ διαφόρους δικαιολογίας· ὁ πρῶτος εἶπε· Ἀγόρασα ἕνα ἀγρὸν καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ βγῶ ἔξω καὶ νὰ τὸν ἴδω· σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ θεωρήσῃς ἀπηλλαγμένον ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρακαθίσω εἰς τὸ δεῖπνον.
Λουκ. 14,19
καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.
Σωτηρόπουλου
Ἄλλος δὲ εἶπε· “Ἀγόρασα πέντε ζεύγη βόδια, καὶ πηγαίνω νὰ τὰ δοκιμάσω. Σὲ παρακαλῶ, νὰ μὴ μὲ ὑπολογίσῃς”.
Τρεμπέλα
Καὶ ἄλλὸς εἶπεν· Ἠγόρασα πέντε ζευγάρια βώδια καὶ πηγαίνω νὰ τὰ δοκιμάσω. Σὲ παρακαλῶ συγχώρησε τὴν δικιολογημένην ἀπουσίαν μου.
Κολιτσάρα
Καὶ ἄλλος εἶπε· Ἀγόρασα πέντε ζευγάρια βώδια καὶ πηγαίνω νὰ τὰ δοκιμάσω· σὲ παρακαλῶ νὰ θεωρήσῃς δικαιολογημένην τὴν ἀπουσίαν μου.
Λουκ. 14,20
καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἄλλος εἶπε· “Νυμφεύθηκα γυναῖκα, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ ἔλθω”.
Τρεμπέλα
Καὶ ἄλλος εἶπεν· Ἐπῆρα εἰς γάμον γυναῖκα καὶ δ’ αὐτὸ δεν ἡμπορῶ νὰ ἔλθω. Δηλαδὴ οἱ προσκεκλημένοι ὅλοι ἀπερροφήθησαν ἀπὸ τὰς βιοτικὰς καὶ σαρκικὰς μερίμνας καὶ ἠδιαφόρησαν εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐκάλει νὰ γίνουν συμμέτοχοι καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας του.
Κολιτσάρα
Καὶ ἄλλος εἶπε· Ἐνυμφεύθην καὶ διὰ τοῦτο δὲν μπορῶ νὰ ἔλθω.
Λουκ. 14,21
καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε.
Σωτηρόπουλου
Πῆγε δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος καὶ ἀνέφερε αὐτὰ στὸν κύριό του. Ὠργίσθηκε τότε ὁ οἰκοδεσπότης καὶ εἶπε στὸ δοῦλο του· “Πήγαινε ἔξω γρήγορα στοὺς δρόμους καὶ στὰ στενὰ τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ κουτσοὺς καὶ τυφλοὺς φέρε ἐδῶ μέσα”.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἦλθεν ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, διηγήθη εἰς τὸν κύριόν του τὰ ὅσα εἶπον εἰς αὐτὸν οἱ προσκαλεσμένοι. Τότε ὁ οἰκοκύρης ἐθύμωσε καὶ εἶπεν εἰς τὸν δοῦλον του· Ἔβγα γρήγορα εἰς τὰς πλατείας καὶ τὰ στενὰ τῆς πόλεως καὶ φέρε ἐδῶ μέσα τοὺς πτωχούς, τοὺς σακάτηδες καὶ χωλοὺς καὶ τυφλούς, ποὺ θὰ εὕρῃς ἐκεῖ. Κάλεσε δηλαδὴ τοὺς περιφρονημένους μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἀφοῦ οἱ ἐπίσημοι ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ ἀρνοῦνται νὰ δεχθοῦν τὴν σωτηρίαν, ποὺ τοὺς προσφέρει ὁ Μεσσίας.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐπέστρεψε ὁ δοῦλος ἐκεῖνος πρὸς τὸν κύριον του καὶ τοῦ διηγήθηκε ὅλα αὐτά. Τότε, γεμᾶτος ὀργὴν ὁ οἰκοδεσπότης ἐναντίον τῶν ἀναξίων προσκαλεσμένων, εἶπε εἰς τὸν δοῦλον του· Ἔβγα γρήγορα εἰς τὰς πλατείας καὶ τοὺς δρόμους τῆς πόλεως καὶ φέρε ἐδῶ μέσα τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀναπήρους καὶ τοὺς χωλοὺς καὶ τοὺς τυφλούς.
Λουκ. 14,22
καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί.
Σωτηρόπουλου
Εἶπε δὲ ὁ δοῦλος (ὅταν ἐπέστρεψε)· “Κύριε, ἔγινε ὅπως διέταξες, καὶ ἀκόμη ὑπάρχει τόπος”.
Τρεμπέλα
Καὶ ὕστερα ἀπὸ ὀλίγον εἶπεν ὁ δοῦλος· Κύριε, ἔγινεν ὅπως διέταξες καὶ ὑπάρχει ἀκόμη τόπος ἀδειανὸς εἰς τὸ σπίτι διὰ νὰ προσκληθοῦν καὶ ἄλλοι.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου του ὁ δοῦλος, εἶπε· Κύριε, ἔγινε ὅπως διέταξες, καὶ εἶναι ἀκόμη τόπος ἀδειανός.
Λουκ. 14,23
καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὁ κύριος εἶπε στὸ δοῦλο· “Πήγαινε ἔξω στοὺς δρόμους καὶ στὰ στενὰ καὶ ἀνάγκασέ τους νὰ ἔλθουν μέσα, γιὰ νὰ γεμίσῃ τὸ σπίτι μου”.
Τρεμπέλα
Καὶ εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· Ἔβγα ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν εἰς τοὺς δρόμους καὶ εἰς τοὺς φράκτας τῶν κτημάτων, ὅπου συνήθως μαζεύονται οἱ περιπλανώμενοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν σπίτι καὶ μόνιμον κατοικίαν, καὶ ἐπειδὴ αὐτοὶ θὰ διστάζουν ἐκ συστολῆς νὰ λάβουν μέρος εἰς τὸ δεῖπνον μου, παρακίνησε τοὺς ἐπιμόνως νὰ ἔμβουν ἐδῶ, διὰ νὰ γεμίσῃ τὸ σπίτι μου. Προσκάλεσε δηλαδὴ καὶ τοὺς ἐθνικοὺς νὰ λάβουν μέρος εἰς τὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ Μεσσίου.
Κολιτσάρα
Καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· Ἔβγα εἰς τοὺς δρόμους, εἰς τοὺς φράκτες τῶν κτημάτων, ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ παρακίνησε μὲ ἐπιμονὴν ὅλους ὅσους εὕρῃς νὰ ἔλθουν ἐδῶ, διὰ νὰ γεμίσῃ οἶκος μου.
Λουκ. 14,24
λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου.
Σωτηρόπουλου
Σᾶς βεβαιώνω δέ, ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους τοὺς προσκεκλημένους δὲν θὰ γευθῇ τὸ δεῖπνο μου».
Τρεμπέλα
Διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι κανένας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους τοὺς προσκαλεσμένους, ὄχι μόνον δὲν θὰ παρακαθήσῃ ἀλλὰ οὐδὲ κὰν θὰ γευθῇ τὸ δεῖπνον μου.
Κολιτσάρα
Διότι σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς προσκαλεσμένους ἐκείνους ἄνδρες δὲν θὰ γευθῇ τίποτε ἀπὸ τὸ δεῖπνον μου». (Οἱ κυρίως προσκεκλημένοι, οἱ πνευματικοὶ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ καὶ οἱ ἄλλοι Ἑβραῖοι, ἀποροφημένοι ἀπὸ τὰ ὑλικά των συμφέροντα καὶ τὴν ματαιοδοξίαν των, ἠρνήθησαν τὴν πρόσκλησιν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπέκλεισαν τὸν εὐατόν των ἀπὸ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ εἰδωλολάτραι, οἱ περιφρονημένοι ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους ἐδέχθησαν μὲ εὐγνωμοσύνην καὶ ταπείνωσιν τὴν τιμητικὴν πρόσκλησιν καὶ ἔγιναν ἔτσι ἔνδοξα μέλη τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν).
Λουκ. 14,25
Συνεπορεύοντο δὲ αὐτῷ ὄχλοι πολλοί. καὶ στραφεὶς εἶπε πρὸς αὐτούς·
Σωτηρόπουλου
Κατὰ δὲ τὴν πορεία του πήγαιναν μαζί του πλήθη πολλά. Καὶ στράφηκε καὶ τοὺς εἶπε·
Τρεμπέλα
Ἐπήγαιναν δὲ μαζί του πολλὰ πλήθη λαοῦ καὶ ἀφοῦ πρὸς στιγμὴν ἐσταμάτησε, ἔστρεψε πρὸς αὐτοὺς καὶ τοὺς εἶπε· Καλὰ μὲ ἀκολουθεῖτε τώρα καὶ θέλετε νὰ εἶσθε μαθηταί μου καὶ φίλοι μου. Μάθετε ὅμως αὐτά, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα διὰ κάθε γνήσιον ἀκόλουθόν μου.
Κολιτσάρα
Μαζῆ δὲ μὲ αὐτὸν ἐπήγαιναν καὶ πλήθη λαοῦ. Ἐστράφη τότε πρὸς αὐτοὺς καὶ τοὺς εἶπε·
Λουκ. 14,26
εἴ τις ἔρχεται πρός με καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα ἑαυτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητὴς εἶναι.
Σωτηρόπουλου
Ἐὰν κανεὶς ἔρχεται πρὸς ἐμένα καὶ δὲν ἀπαρνῆται τὸν πατέρα του καὶ τὴ μητέρα καὶ τὴ γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές, ἀκόμη δὲ καὶ τὸν ἑαυτό του, δὲν δύναται νὰ εἶναι μαθητής μου.
Τρεμπέλα
Ἐὰν κανεὶς ἔρχεται μαζί μου, καὶ δὲν μισῇ τὸν πατέρα του καὶ τὴν μητέρα του καὶ τὴν γυναῖκα του καὶ τοὺς ἀδελφούς του καὶ τὰς ἀδελφάς του, ἐφ’ ὅσον αὐτοὶ τοῦ γίνονται ἐμπόδιον εἰς τὸ νὰ μὲ ἀκολουθῇ, ἀκόμη δὲ ἐὰν δὲν μισῇ καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν του, ἐφ’ ὅσον ὁ φόβος του νὰ χάσῃ τὴν ζωήν του τοῦ γίνεται αἰτία νὰ μὲ ἀρνηθῇ, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου.
Κολιτσάρα
«ἐὰν κανεὶς ἔρχεται πρὸς ἐμέ, διὰ νὰ γίνῃ ὀπαδός μου, καὶ δὲν ἀπαρνῆται τὸν πατέρα του καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἐφ’ ὅσον αὐτοὶ τοῦ εἶναι πρόσκομμα εἰς τὴν νέαν ζωήν του, ἀκόμη δὲ δὲν ἀπαρνῆται καὶ τὴν ζωήν του, ὅταν ἡ ἀνάγκη ἐπιβάλῃ νὰ τὴν θυσιάσῃ, αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου.
Λουκ. 14,27
καὶ ὅστις οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν ἑαυτοῦ καὶ ἔρχεται ὀπίσω μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὅποιος δὲν σηκώνει τὸ σταυρό του καὶ δὲν μὲ ἀκολουθεῖ, δὲν δύναται νὰ εἶναι μαθητής μου.
Τρεμπέλα
Καὶ ὅποιος δὲν παίρνει ἐπάνω του τὸν σταυρόν του, καὶ μὲ ἄλλας λέξεις, ὅποιος δὲν λαμβάνει τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποστῇ καὶ θάνατον σταυρικὸν καὶ ἐπονείδιστον δι’ ἐμὲ καὶ δὲν ἔρχεται μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ὀπίσω μου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν βαστάζει ἐπάνω του τὸν σταυρόν του καὶ δὲν ἔρχεται κοντά μου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου.
Λουκ. 14,28
τίς γὰρ ἐξ ὑμῶν, θέλων πύργον οἰκοδομῆσαι, οὐχὶ πρῶτον καθίσας ψηφίζει τὴν δαπάνην, εἰ ἔχει τὰ πρὸς ἀπαρτισμόν;
Σωτηρόπουλου
Ποιός δὲ ἀπὸ σᾶς, ποὺ θέλει νὰ οἰκοδομήσῃ πύργο, δὲν κάθεται πρῶτα καὶ ὑπολογίζει τὴ δαπάνη, ἐὰν ἔχῃ δηλαδὴ τὰ ἀναγκαῖα γιὰ νὰ φέρῃ τὸ ἔργο σὲ πέρας,
Τρεμπέλα
Ἐξετάσατε καλὰ τὸν ἑαυτόν σας καὶ ἀφοῦ σκεφθῆτε, ἐὰν ἠμπορῆτε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὰς θυσίας αὐτάς, ἀποφασίσατε τότε νὰ μὲ ἀκολουθήσετε. Μελετήσατε τὸ πρᾶγμα, ἂν μὴ περισσότερον, τουλάχιστον ὅσον καὶ οἱ μελετῶντες νὰ ἀναλάβουν ἐγκοσμίους ἐπιχείρησεις δαπανηρὰς ἢ ἐπικινδύνους. Διότι ποῖος ἀπὸ σᾶς, ποὺ θέλει νὰ κτίσῃ σπίτι ἐφωδιασμένον μὲ πύργον, δὲν κάθεται πρῶτον νὰ λογαριάσῃ τὴν δαπάνην, ὥστε νὰ πεισθῇ, ἐὰν ἔχῃ τὰ χρήματα, ποὺ θὰ χρειασθοῦν διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον;
Κολιτσάρα
Πρὶν γίνετε μαθηταί μου ἐξετάσατε καλὰ ἂν μπορῆτε νὰ μὲ ἀκολουθήσετε ὅπως ἐγὼ θέλω. Διότι ποιὸς ἀπὸ σᾶς, ὅταν θέλῃ νὰ κτίσῃ ἕνα πύργον, δὲν θὰ καθίσῃ πρῶτον νὰ προϋπολογίσῃ τὴν δαπάνην, ἐὰν ἔχῃ δηλαδὴ τὰ χρήματα διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ ἔργου;
Λουκ. 14,29
ἵνα μήποτε, θέντος αὐτοῦ θεμέλιον καὶ μὴ ἰσχύσαντος ἐκτελέσαι, πάντες οἱ θεωροῦντες ἄρξωνται αὐτῷ ἐμπαίζειν,
Σωτηρόπουλου
γιὰ νὰ μὴ βάλῃ θεμέλιο καὶ δὲν μπορέσῃ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργο καὶ ἀρχίσουν ὅλοι, ὅσοι θὰ βλέπουν, νὰ τὸν εἰρωνεύωνται
Τρεμπέλα
Ἔτσι κάθε φρόνιμος λογαριάζει, διὰ νὰ μὴ τοῦ συμβῇ, ὥστε ἀφοῦ βάλῃ αὐτὸς θεμέλιον καὶ δὲν μπορέσῃ νὰ τελειώσῃ τὸν πύργον, νὰ ἀρχίσουν νὰ τὸν ἐμπαίζουν ὅλοι, ὅσοι θὰ βλέπουν, ὅτι τὸ ἔργον ἔμεινεν ἀτελείωτον,
Κολιτσάρα
Καὶ τοῦτο θὰ τὸ κάμῃ, μήπως τυχὸν βάλῃ θεμέλια καὶ δὲν ἠμπορέσῃ ν’ ἀποπερατώσῃ τὸν πύργον, ὁπότε ὅλοι ὅσοι βλέπουν ἀτελὲς τὸ ἔργον του, θὰ ἀρχίσουν νὰ τὸν ἐμπαίζουν
Λουκ. 14,30
λέγοντες ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἤρξατο οἰκοδομεῖν καὶ οὐκ ἴσχυσεν ἐκτελέσαι;
Σωτηρόπουλου
λέγοντας, “Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἄρχισε νὰ οἰκοδομῇ καὶ δὲν μπόρεσε νὰ τελειώσῃ”;
Τρεμπέλα
λέγοντες ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἤρχισε νὰ οἰκοδομῇ καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τελειώσῃ τὴν οἰκοδομήν. Οἰκοδομὴν πνευματικήν, αἰωνίαν καὶ ἀκατάλυτον καλεῖσθε νὰ κτίσετε καὶ σεῖς, ἐὰν γίνετε μαθηταί μου. Εἶσθε λοιπὸν ἀποφασισμένοι νὰ ὑποστῆτε δι’ αὐτὴν θυσίας καὶ νὰ μὴ ἀφήσετε τὸ ἔργον ἀτελείωτον;
Κολιτσάρα
καὶ νὰ λέγουν ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἤρχισε νὰ οἰκοδομῇ καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον του.
Λουκ. 14,31
ἢ τίς βασιλεύς, πορευόμενος συμβαλεῖν ἑτέρῳ βασιλεῖ εἰς πόλεμον, οὐχὶ πρῶτον καθίσας βουλεύεται εἰ δυνατός ἐστιν ἐν δέκα χιλιάσιν ἀπαντῆσαι τῷ μετὰ εἴκοσι χιλιάδων ἐρχομένῳ ἐπ’ αὐτόν;
Σωτηρόπουλου
Ἢ ποιός βασιλεύς, προκειμένου νὰ ἐκστρατεύσῃ ἐναντίον ἄλλου βασιλέως, δὲν κάθεται πρῶτα καὶ σκέπτεται, ἂν δύναται μὲ δέκα χιλιάδες ν’ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὸν ποὺ ἔρχεται ἐναντίον του μὲ εἴκοσι χιλιάδες ἄνδρες;
Τρεμπέλα
Ἀλλὰ καὶ πόλεμον ὡς στρατιώτης ἰδικός μου καλεῖτε νὰ διεξαγάγῃ κάθε μαθητής μου. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν προτοῦ συγκαταριθμηθῇ εἰς τὴν παράταξίν μου, ἂς τὸ σκεφθῇ καλά. Διότι ποῖος βασιλεύς, ποὺ πηγαίνει νὰ συγκρουσθῇ καὶ νὰ πολεμίσῃ μὲ ἄλλον βασιλέα, δὲν κάθεται πρῶτα νὰ σκεφθῇ καὶ λογαριάσῃ, ἐὰν ἔχῃ τὴν δύναμιν μὲ δέκα χιλιάδας νὰ συναντήσῃ καὶ ἀποκρούσῃ ἐκεῖνον, ποὺ ἔρχεται ἐναντίον του μὲ εἴκοσι χιλιάδας;
Κολιτσάρα
Ἢ ποιὸς βασιλεύς, ποὺ πηγαίνει νὰ συμπλακῇ καὶ νὰ πολεμήσῃ ἐναντίον ἄλλου βασιλέως, δὲν θὰ καθίσῃ πρῶτον νὰ σκεφθῇ, ἐὰν ἔχῃ τὴν δύναμιν μὲ δέκα χιλιάδες στρατιώτας νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἀποκρούσῃ ἐκεῖνον, ποῦ ἔρχεται ἐναντίον του μὲ εἴκοσι χιλιάδας;
Λουκ. 14,32
εἰ δὲ μήγε, ἔτι πόρρω αὐτοῦ ὄντος πρεσβείαν ἀποστείλας ἐρωτᾷ τὰ πρὸς εἰρήνην.
Σωτηρόπουλου
Ἂν δὲν δύναται, ἐνῷ ἐκεῖνος εἶναι ἀκόμη μακριὰ ἀποστέλλει μεσολαβητὰς καὶ ζητεῖ διαπραγματεύσεις γιὰ εἰρήνη.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸς νὰ τὸν ἀντικρούσῃ, ἐνόσῳ εἶναι ἀκόμη μακρὰν ὁ βασιλεὺς οὗτος, στέλλει ἀνθρώπους, ποὺ μεσιτεύσουν ὡς ἀντιπρόσωποί του, καὶ ζητεῖ διαπραγματεύσεις δι’ εἰρήνην.
Κολιτσάρα
Εἰ δ’ ἄλλως ἐνῶ ἀκόμη εἶναι μακρὰν αὐτὸς ὁ Βασιλεύς, στέλνει πρεσβευτὰς καὶ ζητεῖ νὰ διαπραγματευθοῦν διὰ τὴν εἰρήνην.
Λουκ. 14,33
οὕτως οὖν πᾶς ἐξ ὑμῶν, ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
Σωτηρόπουλου
Ἔτσι λοιπὸν καθένας ἀπὸ σᾶς, ποὺ δὲν ἀπαρνεῖται τὰ πάντα, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου».
Τρεμπέλα
Ἔτσι λοιπὸν καθένας ἀπὸ σᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν κάνει ἐκ μέρους του τὸν λογαριασμόν του καὶ δὲν ἀπαρνεῖται ὅλα τὰ ὑπάρχοτά του, καὶ φυσικοὺς δηλαδὴ δεσμοὺς καὶ πλοῦτον καὶ ἀπολαύσεις καὶ τὴν ζωήν του αὐτήν, δὲν δύναται νὰ εἶναι μαθητής μου.
Κολιτσάρα
Ἔτσι λοιπὸν καὶ καθένας ἀπὸ σᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπαρνεῖται ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του καὶ δὲν κόπτει διὰ τὸ ὄνομά μου κάθε δεσμόν, ποὺ ὑπάρχει φόβος νὰ τὸν κρατήσῃ μακρυὰ ἀπὸ ἐμέ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου.
Λουκ. 14,34
Καλὸν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀρτυθήσεται;
Σωτηρόπουλου
«Χρήσιμο τὸ ἁλάτι. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ τὸ ἁλάτι χάσῃ τὴν ἁλμύρα του, μὲ τί θὰ τὴν ἀποκτήσῃ πάλι;
Τρεμπέλα
Καλὸν εἶναι νὰ γίνῃ κανεὶς μαθητής μου καὶ νὰ καταστῇ ἅλας πνευματικόν, τὸ ὁποῖον προλαμβάνει τὴν ἠθικὴν σαπίλα καὶ ἐξυγιαίνει τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἅλας χάσῃ τὴν δύναμίν του, μὲ τί θὰ ἀρτυθῇ, ὥστε νὰ γίνῃ πάλιν χρήσιμον;
Κολιτσάρα
Τὸ ἁλάτι εἶναι καλὸν καὶ ὠφέλιμον διὰ τὸν ἄνθρωπον· κάθε μαθητής μου καλεῖται νὰ γίνῃ πνευματικὸ ἁλάτι μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐὰν ὅμως τὸ ἁλάτι χάσῃ τὴν δύναμίν του, τότε μὲ τί εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρτυθῇ αὐτό, ὥστε νὰ γίνῃ πάλι καλὸ καὶ ὠφέλιμον;
Λουκ. 14,35
οὔτε εἰς γῆν οὔτε εἰς κοπρίαν εὔθετόν ἐστιν· ἔξω βάλλουσιν αὐτό. ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
Σωτηρόπουλου
Οὔτε ὡς χῶμα χρησιμεύει οὔτε ὡς κοπριά. Τὸ πετοῦν. Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ νὰ ἀκούῃ, ἂς ἀκούῃ».
Τρεμπέλα
Δὲν εἶναι κατάλληλον καὶ χρήσιμον οὔτε εἰς τὴν γῆν νὰ ριφθῇ καὶ νὰ προστεθῇ εἰς αὐτὴν ὡς χῶμα ἀβλαβὲς καὶ παραγωγικόν, οὔτε νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς λίπασμα. Τὸ ρίπτουν ἔξω ὡς ἄχρηστον. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αὐτιὰ πνευματικὰ καὶ πραγματικὸν ἐνδιαφέρον, ὥστε νὰ ἀκούῃ καὶ νὰ ἐγκολποῦται αὐτὰ ποὺ λέγω, ἂς τὰ ἀκούῃ. Καὶ ἂς μαθαίνῃ ὅτι καὶ καθένας ἀπὸ τοὺς μαθητάς μου, ποὺ δὲν θὰ ἀπαρνηθῇ τὸν ἑαυτόν του καὶ ὅλους τοὺς ἐπιγείους του δεσμούς, γίνεται ἅλας ἄχρηστον, ποὺ πρέπει νὰ πεταχθῇ ἔξω καὶ νὰ καταπατηθῇ ἀπὸ ὅλους.
Κολιτσάρα
Οὔτε σὰν χῶμα δὲν εἶναι κατάλληλον νὰ ριφθῇ εἰς τὴν γῆν οὔτε βέβαια σὰν λίπασμα εἰς τὸ χωράφι. Τὸ ρίπτουν ἔξω ὡς ἐντελῶς ἄχρηστον. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αὐτιὰ πνευματικὰ διὰ νὰ ἀκούῃ, ἂς ἀκούσῃ, ἂς ἐννοήσῃ καὶ ἂς δεχθῇ αὐτὰ ποὺ λέγω.