Κατὰ Λουκάν 18

Λουκ. 18,1

Ἔλεγε δὲ καὶ παραβολὴν αὐτοῖς πρὸς τὸ δεῖν πάντοτε προσεύχεσθαι αὐτοὺς καὶ μὴ ἐκκακεῖν,

Σωτηρόπουλου

Τοὺς ἔλεγε δὲ καὶ παραβολὴ γιὰ τὸ ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ προσεύχωνται καὶ νὰ μὴν ἀποκάμνουν (στὴν προσευχή).

Τρεμπέλα

Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς του καὶ παραβολήν, διὰ να τοὺς διδάξῃ, ὅτι πρέπει πάντοτε αὐτοὶ νὰ προσεύχωνται καὶ νὰ μὴ ἀποκάμνουν καὶ ἀποθαρρύνωνται, ἐὰν αἱ προσευχαί των δὲν εἰσακούωνται ἀμέσως.

Κολιτσάρα

Διὰ νὰ διδάξῃ δὲ τοὺς μαθητάς του νὰ προσεύχωνται πάντοτε καὶ νὰ μὴ ἀποκάμνουν εἰς τὴν προσευχήν, τοὺς εἶπε καὶ τὴν παραβολὴν αὐτήν·

Λουκ. 18,2

λέγων· κριτής τις ἦν ἔν τινι πόλει τὸν Θεὸν μὴ φοβούμενος καὶ ἄνθρωπον μὴ ἐντρεπόμενος.

Σωτηρόπουλου

Ἔλεγε· «Σὲ κάποια πόλι ἦταν κάποιος δικαστής, ποὺ Θεὸ δὲν φοβόταν, καὶ ἀνθρώπους δὲν ντρεπόταν.

Τρεμπέλα

Καὶ τοὺς εἶπε· Ἦτο κάποιος δικαστὴς εἰς μίαν πόλιν, ποὺ δὲν ἐφοβεῖτο τὸν Θεόν, ἀλλ’ οὔτε ἐντρέπετο καὶ κανένα ἄνθρωπον.

Κολιτσάρα

«Εἰς μίαν πόλιν ὑπῆρχε κάποιος κριτής, ὁ χειρότερος τύπος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ, ὁ ὁποῖος οὔτε τὸν Θεὸν ἐφοβεῖτο οὔτε καὶ κανένα ἄνθρωπον ἐντρέπετο.

Λουκ. 18,3

χήρα δὲ ἦν ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ, καὶ ἤρχετο πρὸς αὐτὸν λέγουσα· ἐκδίκησόν με ἀπὸ τοῦ ἀντιδίκου μου.

Σωτηρόπουλου

Στὴν πόλι ἐκείνη ἦταν ἐπίσης μία χήρα, καὶ ἐρχόταν σ’ αὐτὸν καὶ ἔλεγε· “Δός μου τὸ δίκαιό μου ἀπέναντι τοῦ ἀντιδίκου μου”.

Τρεμπέλα

Ἦτο δὲ εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην μία χήρα, καὶ ἤρχετο εἰς αὐτὸν καὶ τοῦ ἔλεγε· Κάμε δικαίαν κρίσιν καὶ προστάτευσέ με ἀπὸ αὐτόν, μὲ τὸν ὁποῖον εὑρίσκομαι εἰς δίκην, διότι μὲ ἀδικεῖ.

Κολιτσάρα

Εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην ἦτο ἐπίσης καὶ μία χήρα, καὶ ἤρχετο πρὸς αὐτὸν λέγουσα· Ἀπόδωσέ μου τὸ δίκαιον· προστάτευσέ με ἀπὸ τὸν ἀντίδικόν μου, ὁ ὁποῖος μὲ ἀδικεῖ.

Λουκ. 18,4

καὶ οὐκ ἠθέλησεν ἐπὶ χρόνον· μετὰ δὲ ταῦτα εἶπεν ἐν ἑαυτῷ· εἰ καὶ τὸν Θεὸν οὐ φοβοῦμαι καὶ ἄνθρωπον οὐκ ἐντρέπομαι,

Σωτηρόπουλου

Γιὰ ἀρκετὸ δὲ χρόνο ἀρνήθηκε. Ἀλλ’ ὕστερα εἶπε μέσα του· “Ἂν καὶ τὸ Θεὸ δὲν φοβοῦμαι, καὶ ἄνθρωπο δὲν ντρέπομαι,

Τρεμπέλα

Καὶ δὲν ἤθελεν ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον ὁ δικαστὴς νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον εἰς τὴν χήραν. Μετὰ ταῦτα ὅμως, ἐπειδὴ ἐπέμενεν ἡ χήρα, εἶπε μέσα του· Ἂν καὶ δὲν φοβοῦμαι τὸν Θεὸν καὶ δεν ἐντρέπομαι κανένα ἄνθρωπον,

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ ὁ κριτὴς ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον δὲν ἤθελε νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον. Ἔπειτα ὅμως ἀπὸ καιρόν, ἐπειδὴ ἡ χήρα ἐπέμενε νὰ τὸν ἐνοχλῇ, εἶπε ἀπὸ μέσα του: ἂν καὶ ἐγὼ τὸν Θεὸν δὲν φοβοῦμαι καὶ κανένα ἄνθρωπον δὲν ἐντρέπομαι,

Λουκ. 18,5

διά γε τὸ παρέχειν μοι κόπον τὴν χήραν ταύτην ἐκδικήσω αὐτήν, ἵνα μὴ εἰς τέλος ἐρχομένη ὑποπιάζῃ με.

Σωτηρόπουλου

ὅμως, ἐπειδὴ ἡ χήρα αὐτὴ μὲ ἐνοχλεῖ, θὰ τῆς δώσω τὸ δίκαιο, γιὰ νὰ μὴν ἔρχεται καὶ μοῦ βγάζῃ τὴν ψυχή”.

Τρεμπέλα

ὅμως μόνον καὶ μόνον ἐπειδὴ μοῦ παρέχει ἐνόχλησιν ἡ χήρα αὐτή, θὰ τῆς ἀποδώσω τὸ δίκαιον, διὰ νὰ μὴ μὲ ἐνοχλῇ καὶ μὲ πιέζῃ μὲ τὸ νὰ ἔρχεται ἑξακολουθητικῶς ἕως ὅτου λάβῃ τέλος ἡ ὑπόθεσίς της.

Κολιτσάρα

ὅμως ἐπειδὴ ἡ χήρα αὐτὴ μὲ ἐνοχλεῖ συνεχῶς, θὰ τῆς ἀποδώσω τὸ δίκαιον, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ ἔρχεται καὶ μὲ πιέζῃ καὶ μὲ στενοχωρῇ».

Λουκ. 18,6

εἶπε δὲ ὁ Κύριος· ἀκούσατε τί ὁ κριτὴς τῆς ἀδικίας λέγει·

Σωτηρόπουλου

Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· «Προσέξετε τί λέγει ὁ ἄσπλαγχνος δικαστής.

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· Ἀκούσατε καὶ προσέξατε καλῶς, τί λέγε ὁ κριτὴς ὁ ἄδικος.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· «ἀκοῦστε καὶ προσέξτε καλά, τί λέγει ὁ ἄδικος κριτής.

Λουκ. 18,7

ὁ δὲ Θεὸς οὐ μὴ ποιήσῃ τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἐκλεκτῶν αὐτοῦ τῶν βοώντων πρὸς αὐτὸν ἡμέρας καὶ νυκτός, καὶ μακροθυμῶν ἐπ’ αὐτοῖς;

Σωτηρόπουλου

Ὁ δὲ Θεὸς δὲν θὰ δικαιώσῃ τοὺς ἐκλεκτούς του, ποὺ κραυγάζουν πρὸς αὐτὸν ἡμέρα καὶ νύχτα, καὶ τοὺς εὐσπλαγχνίζεται;

Τρεμπέλα

Αἳ λοιπόν, ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον καὶ δὲν θὰ κάμῃ τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἐκλεκτῶν του, ποὺ διὰ τῶν προσευχῶν των φωνάζουν εἰς αὐτὸν ἡμέραν καὶ νύκτα καὶ ἀναβάλλει διὰ τὸ καλόν τους νὰ κάμῃ τὴν κρίσιν;

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ λοιπὸν ἐκεῖνος, ἀσεβὴς καὶ ἀναιδής, ἐδέχθηκε ἐπὶ τέλους τὴν αἴτησιν τῆς χήρας, ὁ Θεὸς ὁ πανάγαθος καὶ δίκαιος δὲν θὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον εἰς τοὺς ἐκλεκτούς του, οἱ ὁποῖοι φωνάζουν πρὸς αὐτὸν μὲ τὰς προσευχάς των ἡμέραν καὶ νύκτα, ἔστω καὶ ἂν εἰς πολλὰς περιστάσεις δὲν ἀπαντᾷ ἀμέσως ἀλλὰ ἀναβάλλει (μὲ τὸν σκοπὸν αὐτοὺς μὲν νὰ στηρίξη εἰς τὴν πίστιν, τοὺς δὲ ἀδικοῦντας νὰ καλέσῃ εἰς μετάνοιαν;)

Λουκ. 18,8

λέγω ὑμῖν ὅτι ποιήσει τὴν ἐκδίκησιν αὐτῶν ἐν τάχει. πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;

Σωτηρόπουλου

Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι γρήγορα θὰ τοὺς δικαιώσῃ. Ἀλλ’ ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔλθῃ, θὰ βρῇ ἆραγε τὴν πίστι ἐπάνω στὴ γῆ; (θὰ βρῇ πιστούς, ποὺ θὰ προσεύχωνται ἐπιμόνως;)».

Τρεμπέλα

Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ κάμῃ γρήγορα τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἐκλεκτῶν του καὶ θὰ τιμωρήσῃ ἐκείνους, ποὺ τοὺς ἀδικοῦν. Ἀλλ’ ὅμως ὅταν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου διὰ νὰ κάμῃ κρίσιν καὶ νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, θὰ εὕρῃ ἄραγε ἐπὶ τῆς γῆς ἀνθρώπους, ποὺ νὰ ἔχουν τὴν ἐπίμονον καὶ ἀκατάβλητον αὐτὴν πίστιν, ὥστε νὰ μὴ ἀποκάμνουν προσευχόμενοι;

Κολιτσάρα

Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι ὁ Θεὸς γρήγορα θὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον εἰς τοὺς ἐκλεκτούς του καὶ θὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἀδικοῦντας, ἐὰν δὲν μετανοήσουν. Ἀλλά, ὅταν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔλθῃ διὰ νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, ἆρά γε θὰ εὕρῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτὴν τὴν ζωντανὴν πίστιν, ποὺ θὰ τοὺς ἐνισχύῃ, ὥστε νὰ μὴ ἀποκάμνουν εἰς τὴν προσευχήν;»

Λουκ. 18,9

Εἶπε δὲ καὶ πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ’ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς, τὴν παραβολὴν ταύτην·

Σωτηρόπουλου

Εἶπε δὲ καὶ γιὰ μερικούς, ποὺ εἶχαν πεποίθησι στοὺς ἑαυτούς τους ὅτι εἶναι ἐνάρετοι, καὶ θεωροῦσαν τοὺς ἄλλους μηδέν, αὐτὴ τὴν παραβολή·

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ καὶ πρὸς μερικούς, ποὺ εἶχαν πεποίθησιν εἰς τοὺς ἑαυτούς των, ὅτι εἶναι δίκαιοι καὶ ἐνάρετοι, καὶ δι’ αὐτὸ περιφρονοῦσαν τοὺς ἄλλους, αὐτὴν τὴν παραβολήν·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ καὶ πρὸς μερικούς, ποὺ εἶχαν τὴν ἀλαζονικὴν αὐτοπεποίθησιν ὅτι εἶναι δίκαιοι καὶ περιφρονοῦσαν τοὺς ἄλλους, τὴν παραβολὴν αὐτήν.

Λουκ. 18,10

ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης.

Σωτηρόπουλου

«Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στὸ ναὸ νὰ προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης.

Τρεμπέλα

Δύο ἄνθρωποι ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν διὰ νὰ προσευχηθον· ὁ ἕνας ἦτο Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης.

Κολιτσάρα

«Δύο ἄνθρωποι ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν νὰ προσευχηθοῦν, ὁ ἔνας Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης.

Λουκ. 18,11

ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης·

Σωτηρόπουλου

Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε μόνος καὶ ἔκανε αὐτὴ τὴν προσευχή· “Θεέ, σ’ εὐχαριστῶ, διότι δὲν εἶμαι ὅπως οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι ἐκβιασταί, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὅπως αὐτὸς ὁ τελώνης.

Τρεμπέλα

Ὁ Φαρισαῖος ἐστάθη ὄρθιος, ὥστε νὰ φαίνεται καλά, καὶ προσηύχετο καθ’ ἑαυτὸν καὶ δι’ ἑαυτὸν ταῦτα· Σὲ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, διότι δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐκεῖ τὸν τελώνην. Εἰς καιρὸν δηλαδὴ ποὺ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἔνοχοι καὶ ἀξιοκατάκριτοι, ἐγὼ προβάλλω ὡς μόνος ἀνένοχος καὶ σὲ εὐχαριστῶ, διότι δὲν βλέπω εἰς τὸν ἑαυτόν μου τὰς τόσας κακίας, τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ ἄλλοι.

Κολιτσάρα

Ὁ Φαρισαῖος ἐστάθη ἐπιδεικτικῶς διὰ νὰ προκαλῇ ἐντύπωσιν· καὶ διὰ νὰ δοξάσῃ τὸν εὐατόν του, αὐτὰ προσηύχετο· Σὲ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, διότι δὲν εἶμαι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ καὶ ὡσὰν αὐτὸς ὁ τελώνης.

Λουκ. 18,12

νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι.

Σωτηρόπουλου

Νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα, δίνω τὸ ἕνα δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα ἀποκτῶ”.

Τρεμπέλα

Ἔχω ὅμως καὶ ἀρετάς. Νηστεύω δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα (Δευτέραν καὶ Πέμπτην)· δίδω τὸ δέκατον ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ ἀποκτῶ, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ πλέον μικρὰ καὶ εὐτελῆ, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιβάλλει ὁ νόμος τὴν δεκάτην.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα, Δευτέρα καὶ Πέμπτην, δίδω τὸ δέκατον ἀπὸ ὅλα γενικῶς ὅσα ἀποκτῶ. Ἐγὼ εἶμαι ἐνάρετος.

Λουκ. 18,13

καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.

Σωτηρόπουλου

Ὁ δὲ τελώνης στάθηκε μακριά (πολὺ πίσω), καὶ δὲν τολμοῦσε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσῃ πρὸς τὸν οὐρανό. Κτυποῦσε δὲ τὸ στῆθος του λέγοντας· “Θεέ μου, σπλαγχνίσου με καὶ συγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλό”.

Τρεμπέλα

Ὁ τελώνης ὅμως ἔστεκε μακρὰν ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον, ποὺ ἐκαίοντο αἱ θυσίαι, καὶ δὲν εἶχε τὴν τόλμην ὄχι μόνον τὰς χεῖρας του, ἀλλὰ οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσῃ ἐπάνω πρὸς τὸν οὐρανόν. Ἀλλ’ ἐκτύπα συνεχῶς τὸ στῆθος του, ποὺ περιέκλειε τὴν ἁμαρτωλὴν καὶ ἀκάθαρτον καρδίαν του, καὶ ἔλεγεν· Ὦ Κύριε καὶ Θεέ, σπλαγχνίσου με καὶ συγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλόν.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ τελώνης, ποὺ ἐστέκετο κάπου μακρυὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον, δὲν ἤθελε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσῃ εἰς τὸν οὐρανόν, ἀλλ’ ἐκτυποῦσε τὸ στῆθος του λέγων· Θεέ μου, σπλαγχνίσου με τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ συγχώρησέ με.

Λουκ. 18,14

λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Σωτηρόπουλου

Σᾶς βεβαιώνω· Κατέβηκε αὐτὸς δικαιωμένος στὸ σπίτι του, καὶ ὄχι ἐκεῖνος. Ὁπωσδήποτε καθένας, ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ταπεινωθῇ, ἐνῷ ἐκεῖνος, ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ὑψωθῇ».

Τρεμπέλα

Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὐτὸς ὁ περιφρονημένος τελώνης κατέβη ἀπὸ τὸ ἱερὸν εἰς τὸ σπίτι του ἀθωωμένος καὶ δίκαιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ὁ Φαρισαῖος ἐκεῖνος. Ἐδικαιώθη δὲ ὁ τελώνης καὶ κατεκρίθη ὁ Φαρισαῖος, διότι καθένας ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτόν του, θὰ ταπεινωθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ θὰ κατακριθῇ· ἐκεῖνος δέ, ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτόν του, θὰ ὑψωθῇ καὶ θὰ τιμηθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν.

Κολιτσάρα

Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι αὐτὸς ὁ περιφρονημένος ἀπὸ τὸν Φαρισαῖον τελώνης κατέβηκε εἰς τὸ σπίτι του μὲ συγχωρημένας τὰς ἁμαρτίας του, ἀθῶος καὶ δίκαιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, παρὰ ὁ Φαρισαῖος ἐκεῖνος. Διότι κάθε ἔνας ποὺ ὑψώνει τὸν εὐατόν του, θὰ ταπεινωθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ θὰ καταδικασθῇ, ἐνῶ ἐξ ἀντιθέτου ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώνει τὸν εὐατόν του θὰ ὑψωθῇ καὶ θὰ δοξασθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν».

Λουκ. 18,15

Προσέφερον δὲ αὐτῷ καὶ τὰ βρέφη ἵνα αὐτῶν ἅπτηται· καὶ ἰδόντες οἱ μαθηταὶ ἐπετίμησαν αὐτοῖς.

Σωτηρόπουλου

Τοῦ ἔφεραν δὲ καὶ τὰ μικρὰ παιδιά, γιὰ νὰ θέτῃ ἐπάνω τους τὰ χέρια του (καὶ ἔτσι νὰ τὰ εὐλογῇ). Ἀλλ’ ὅταν εἶδαν οἱ μαθηταί, τοὺς ἐπέπληξαν.

Τρεμπέλα

Τοῦ ἔφερναν δὲ ὄχι μόνον τοὺς ἀσθενεῖς, ἀλλὰ καὶ τὰ πολὺ μικρὰ παιδιὰ διὰ νὰ ἐγγίζῃ τὸ καθένα μὲ τὰς χεῖρας του πρὸς εὐλογίαν· οἱ μαθηταὶ ὅμως, ὅταν εἶδαν τοὺς γονεῖς νὰ πλησιάζουν, τοὺς ἐπέπληττον, ἐπειδὴ ἐνομιζαν, ὅτι δὲν ἤρμοζεν εἰς τὸν Χριστὸν νὰ τὸν ἀπασχολοὺν διὰ μικρὰ παιδιά.

Κολιτσάρα

Ἔφεραν δὲ εἰς αὐτὸν ἐκτὸς τῶν ἀσθενῶν καὶ τὰ βρέφη, διὰ νὰ τὰ ἐγγίσῃ μὲ τὰ ἄχραντα χέρια του καὶ τοὺς δώσῃ τὴν εὐλογίαν του. Ἀλλὰ οἱ μαθηταί, ὅταν εἶδαν τοὺς γονεῖς μὲ τὰ βρέφη νὰ πλησιάζουν, τοὺς ἐπέπληξαν, νὰ μὴ ἐνοχλοῦν τὸν διδάσκαλον μὲ τέτοια μικρὰ καὶ ἀσήμαντα ζητήματα.

Λουκ. 18,16

ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτὰ εἶπεν· ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με καὶ μὴ κωλύετε αὐτά· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Σωτηρόπουλου

Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τὰ κάλεσε κοντά του καὶ εἶπε· «Ἀφῆστε τὰ παιδιὰ νὰ ἔρχωνται πρὸς ἐμένα καὶ μὴ τὰ ἐμποδίζετε. Διότι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι γι’ αὐτούς, ποὺ εἶναι σὰν αὐτά.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς προσεκάλεσεν αὐτὰ νὰ ἔλθουν πλησίον του καὶ εἶπεν· Ἀφήσατε τὰ παιδιὰ νὰ ἔρχωνται πρὸς ἐμὲ καὶ μὴ τὰ ἐμποδίζετε· διότι δι’ αὐτούς, ποὺ θὰ γίνουν σὰν αὐτά, καὶ θὰ ἀποκτήσουν ταπεινὴν καρδίαν καὶ παιδικὴν διάθεσιν, εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἐπροσκάλεσε αὐτὰ καὶ εἶπε· «ἀφῆστε τὰ παιδιά νὰ ἔρχωνται κοντά μου καὶ μὴ τὰ ἐμποδίζετε, διότι εἰς αὐτά, καὶ εἰς ἐκείνους ποὺ θὰ ὁμοιάσουν μὲ αὐτὰ κατὰ τὴν ἁπλοϊκότητα καὶ ἀγαθότητα, ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Λουκ. 18,17

ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὃς ἐὰν μὴ δέξηται τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ὡς παιδίον, οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν.

Σωτηρόπουλου

Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅποιος δὲν θὰ δεχθῇ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ σὰν παιδί, δὲν θὰ μπῇ σ’ αὐτή».

Τρεμπέλα

Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ἐκεῖνος ποὺ δὲν θὰ δεχθῇ τὸν λόγον καὶ τὸ κήρυγμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ μὲ ἀφέλειαν καὶ ἐμπιστοσύνην καὶ ταπείνωσιν σὰν αὐτήν, ποὺ δεικνύει τὸ παιδίον εἰς τοὺς γονεῖς καὶ διδασκάλους του, δὲν θὰ εἰσέλθῃ εἰς αὐτὴν.

Κολιτσάρα

Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ἐκεῖνος ποὺ δὲν θὰ δεχθῇ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀφέλειαν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην μικροῦ παιδιοῦ, δὲν θὰ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν».

Λουκ. 18,18

Καὶ ἐπηρώτησέ τις αὐτὸν ἄρχων λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;

Σωτηρόπουλου

Κάποιος δὲ ἀριστοκράτης τὸν ρώτησε λέγοντας· «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω ζωὴ αἰώνια;».

Τρεμπέλα

Καὶ τὸν ἠρώτησε κάποιος ἄρχων τῆς συναγωγῆς καὶ εἶπε· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί νὰ κάμω διὰ νὰ κληρονομήσω ζωὴν αἰώνιον;

Κολιτσάρα

Καὶ τὸν ἠρώτησε κάποιος ἄρχων, λέγων· «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί πρέπει νὰ κάμω, διὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνιον ζωήν;»

Λουκ. 18,19

εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Γιατί μὲ λέγεις ἀγαθό (ἀφοῦ μὲ θεωρεῖς ἁπλῶς ἄνθρωπο); Κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθός, παρὰ ἕνας, ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Ἀφοῦ ἀπευθύνεσαι πρὸς ἐμὲ μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος ἁπλοῦς, διατί μὲ ἀποκαλεῖς ἀγαθόν; Κανεὶς δὲν εἶναι ἀπολύτως καὶ ἐξ ἑαυτοῦ ἀγαθός, παρὰ μόνον ἕνας, ὁ Θεός.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· «ἐφ’ ὅσον μὲ θεωρεῖς ἁπλοῦν ἄνθρωπον, διατί μὲ ὀνομάζεις ἀγαθόν; Κανένας δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀγαθός, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ νὰ ταιριάζῃ πλήρως τὸ ὄνομα αὐτό, εἰ μὴ μόνον ὁ Θεός.

Λουκ. 18,20

τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου.

Σωτηρόπουλου

Τὶς ἐντολὲς γνωρίζεις· Νὰ μὴ μοιχεύσῃς, νὰ μὴ φονεύσῃς, νὰ μὴ κλέψῃς, νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, νὰ τιμᾷς τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου.

Τρεμπέλα

Γνωρίζεις τὰς ἐντολάς· Νὰ μὴ μοιχεύσης· νὰ μὴ φονεύσῃς· νὰ μὴ κλέψης· νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσῃς· νὰ τιμᾷς τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου.

Κολιτσάρα

Γνωρίζεις τὰς ἐντολάς· νὰ μὴ μοιχεύσῃς, νὰ μὴ φονεύσῃς, νὰ μὴ κλέψῃς, νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου».

Λουκ. 18,21

ὁ δὲ εἶπε· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου.

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς δὲ εἶπε· «Ὅλα αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐκεῖνος εἶπεν· Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐφύλαξα ἀπὸ τὰ χρόνια, ποὺ ἤμουν νέος.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· «ὅλα αὐτὰ τὰ ἐφύλαξα ἐκ νεότητός μου».

Λουκ. 18,22

ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Ἰησοῦς, τοῦ εἶπε· «Ἀκόμη ἕνα σοῦ λείπει. Πώλησε ὅλα, ὅσα ἔχεις, καὶ διαμοίρασέ τα σὲ πτωχούς, καὶ θὰ ἔχῃς θησαυρὸ στὸν οὐρανό, καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσῃς».

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἤκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, τοῦ εἶπεν· Ἀκόμη ἕνα σοῦ λείπει· πώλησε ὅλα, ὅσα ἔχεις, καὶ μοίρασέ τα εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ θὰ ἔχῃς θησαυρὸν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσῃς ὡς μαθητής μου, συμμορφούμενος πάντοτε πρὸς ὅσα τὸ παράδειγμά μου καὶ ἡ διδασκαλία μου θὰ σὲ διδάσκουν.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἤκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «ἕνα ἀκόμα σοῦ λείπει· ὅλα ὅσα ἔχεις πώλησέ τα καὶ μοίρασέ τα εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ θὰ ἀποκτήσῃς ἔτσι θυσαυρὸν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐμπρὸς ἀκολούθησέ με ὡς πιστὸς καὶ ὑπάκουος μαθητής μου».

Λουκ. 18,23

ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὅταν ἐκεῖνος ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια, λυπήθηκε πολύ, διότι ἦταν πλούσιος πολύ.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ὅμως, ὅταν ἤκουσε τὰ λόγια αὐτά, ἐκαταλυπήθη· διότι ἦτο πολὺ πλούσιος καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἀποχωρισθῇ τὰ πλούτη του.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος, ὅταν ἤκουσε αὐτά, ἐλυπήθηκε βαθύτατα· διότι ἦτο πολὺ πλούσιος καὶ εἶχε προσκόλλησιν εἰς τὰ πλούτη του.

Λουκ. 18,24

ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ!

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὸν εἶδε καταλυπημένο, εἶπε· «Πόσο δύσκολο εἶναι αὐτοί, ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα, νὰ μποῦν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ!

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὸν εἶδε νὰ γίνεται καταλυπημένος, εἶπε· Πόσον δυσκόλα αὐτοί, ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα, θὰ ἔμβουν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ!

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ τὸν εἶδε ὁ Ἰησοῦς καταλυπημένον νὰ φεύγῃ, εἶπε εἰς τοὺς μαθητάς του· «πόσον δύσκολα αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα θὰ μποῦν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ!

Λουκ. 18,25

εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.

Σωτηρόπουλου

Εὐκολώτερο δὲ εἶναι νὰ περάσῃ καμήλα ἀπὸ βελονότρυπα, παρὰ πλούσιος νὰ μπῇ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Τρεμπέλα

Πράγματι· πολὺ δυσκόλα. Διότι εἶναι εὐκολώτερον μία καμήλα νὰ περάσῃ ἀπὸ τὴν μικρὰν τρύπαν, ποὺ ἀνοίγει ἡ βελόνα, παρὰ νὰ εἰσέλθῃ ἕνας πλούσιος εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Διότι εἶναι εὐκολώτερον νὰ περάσῃ μιὰ γκαμήλα ἀπὸ τὴν μικρὴ τρύπα ποὺ ἀνοίγει ἕνα βελόνι, παρὰ ἔνας πλούσιος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».

Λουκ. 18,26

εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· καὶ τίς δύναται σωθῆναι;

Σωτηρόπουλου

Εἶπαν δὲ αὐτοὶ ποὺ ἄκουσαν· «Τότε ποιός δύναται νὰ σωθῇ;».

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνοι δέ, ποὺ ἤκουσαν αὐτά, εἶπαν· Καὶ ποῖος ἠμπορεῖ νὰ σωθῇ, ἀφοῦ εἶναι μέχρι τοῦ ἀδυνάτου δύσκολον νὰ σωθοῦν οἱ πλούσιοι, τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ηὐνόησε καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὰ ἐπίγεια ἀγαθά του;

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ τὸν ἤκουσαν εἶπαν· «καὶ ποιὸς εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ, ἀφοῦ λίγο-πολὺ ὅλοι ἀνακατευόμεθα μὲ τὰ χρήματα καὶ ἑλκυόμεθα ἀπὸ τὰ χρήματα;

Λουκ. 18,27

ὁ δὲ εἶπε· τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς δὲ εἶπε· «Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ στὸ Θεό».

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· Ἐκεῖνα, ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνουν μὲ τὴν ἀσθενῆ δύναμιν τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὰ εἶναι κατορθωτὰ καὶ δυνατὰ διὰ τῆς χάριτος καὶ τῆς δυνάμεως, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς λύει κάθε καλοπροαιρέτου πλουσίου τοὺς δεσμοὺς τῆς καρδίας του πρὸς τὸ χρῆμα καὶ τὸν καθιστᾲ ἄξιον τῆς σωτηρίας.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· «τὰ ἀδύνατα διὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι κατορθωτὰ καὶ δυνατὰ εἰς τὸν Θεόν».

Λουκ. 18,28

Εἶπε δὲ ὁ Πέτρος· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι.

Σωτηρόπουλου

Τότε ὁ Πέτρος εἶπε· «Ἰδοὺ ἐμεῖς τὰ ἀφήσαμε ὅλα καὶ σὲ ἀκολουθήσαμε».

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ὁ Πέτρος ἐξ ἀφορμῆς τῆς προτροπῆς τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὸν πλούσιον· Κύριε, ἰδοὺ ἡμεῖς ἔχομεν ἀφήσει ὅλα καὶ σὲ ἠκολουθήσαμεν.

Κολιτσάρα

Λαβὼν ὁ Πέτρος ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν προτροπὴν τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν πλούσιον εἶπε· «Κύριε, ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήσαμεν ὅλα καὶ σὲ ἠκολουθήσαμεν».

Λουκ. 18,29

ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ,

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· «Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανείς, ποὺ ἄφησε σπίτι ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ παιδιὰ γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ,

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Κύριος εἶπεν εἰς αὐτούς· Ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε σπίτι ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ παιδιὰ διὰ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ,

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Κύριος τοὺς εἶπε· σας διαβεβαιώνω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένας ποὺ ἀφῆκε οἰκίαν ἡ γονεῖς ἡ ἀδελφοὺς ἡ γυναῖκα ἡ τέκνα διὰ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ,

Λουκ. 18,30

ὃς οὐ μὴ ἀπολάβῃ πολλαπλασίονα ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.

Σωτηρόπουλου

καὶ δὲν θὰ λάβῃ ὡς ἀμοιβὴ πολλαπλάσια κατὰ τὸν καιρὸ τοῦτο, καὶ κατὰ τὸν μέλλοντα καιρὸ ζωὴ αἰώνια».

Τρεμπέλα

καὶ ὁ ὁποῖος νὰ μὴ λάβῃ πάλιν ὡς ἀμοιβὴν πολλαπλὰ μὲν ἀγαθὰ εἰς τὸν καιρὸν αὐτὸν τῆς ἐπιγείου ζωῆς, ἀλλὰ καὶ ζωὴν αἰώνιον εἰς τὸν αἰῶνα ποὺ μέλλει νὰ ἔλθῃ.

Κολιτσάρα

καὶ ὁ ὅποιος νὰ μὴ τὰ ξαναπάρῃ πολλαπλάσια κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἐπιγείου του ζωῆς, κατὰ δὲ τὸν αἰῶνα ποὺ ἔρχεται αἰωνίαν ζωήν».

Λουκ. 18,31

Παραλαβὼν δὲ τοὺς δώδεκα εἶπε πρὸς αὐτούς· ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ τελειωθήσεται πάντα τὰ γεγραμμένα διὰ τῶν προφητῶν τῷ υἱῷ τοῦ ἀνθρώπου.

Σωτηρόπουλου

Πῆρε δὲ ἰδιαιτέρως τοὺς δώδεκα καὶ τοὺς εἶπε· «Ἰδοὺ ἀνεβαίνουμε στὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ θὰ ἐκπληρωθοῦν ὅλα, ὅσα οἱ προφῆτες ἔγραψαν γιὰ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἐπῆρεν ἰδιαιτέρως τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους, τοὺς εἶπεν· Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ θὰ πληρωθοῦν τελείως κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ὅλα, ὅσα εἶναι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον γραμμένα διὰ μέσου τῶν προφητῶν.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρε τότε ἰδιαιτέρως τοὺς δώδεκα καὶ τοὺς εἶπε· «ἰδοὺ ἀναβαίνομεν τώρα εἰς Ἱεροσόλημα καὶ θὰ πραγματοποιηθοῦν πλήρως ὅλα ὅσα ἔχουν γραφῆ ἀπὸ τοὺς προφήτας διὰ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

Λουκ. 18,32

παραδοθήσεται γὰρ τοῖς ἔθνεσι καὶ ἐμπαιχθήσεται καὶ ὑβρισθήσεται καὶ ἐμπτυσθήσεται,

Σωτηρόπουλου

Θὰ τὸν παραδώσουν δηλαδὴ στοὺς ἐθνικούς (εἰδωλολάτρες), καὶ θὰ τὸν ἐμπαίξουν, καὶ θὰ τὸν βρίσουν, καὶ θὰ τὸν φτύσουν,

Τρεμπέλα

Διότι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῇ ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἄρχοντας τῶν Ἰουδαίων εἰς τοὺς ἐθνικούς, τὸν Πιλᾶτον δηλαδὴ καὶ τοὺς στρατιώτας τῆς εἰδωλολατρικῆς Ρώμης, καὶ θὰ ἐμπαιχθῇ καὶ θὰ ὑβρισθῇ καὶ θὰ ἐμπτυσθῇ.

Κολιτσάρα

Διότι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῇ ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας τῶν Ἰουδαίων εἰς τοὺς ἐθνικοὺς καὶ εἰδωλολάτρας καὶ θὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ θὰ τὸν ὑβρίσουν καὶ θὰ τὸν φτύσουν.

Λουκ. 18,33

καὶ μαστιγώσαντες ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ ἀναστήσεται.

Σωτηρόπουλου

καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν, καὶ θὰ τὸν θανατώσουν, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα θὰ ἀναστηθῇ».

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ τὸν μαστιγώσουν, θὰ τὸν φονεύσουν, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν ἀπὸ τοῦ θανάτου του θὰ ἀναστηθῇ.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ τὸν μαστιγώσουν, θὰ τὸν φονεύσουν· καὶ τὴν τρίτην ἡμέρα ἀπὸ τοῦ θανάτου του θὰ ἀναστηθῇ».

Λουκ. 18,34

καὶ αὐτοὶ οὐδὲν τούτων συνῆκαν, καὶ ἦν τὸ ῥῆμα τοῦτο κεκρυμμένον ἀπ’ αὐτῶν, καὶ οὐκ ἐγίνωσκον τὰ λεγόμενα.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ αὐτοὶ τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν κατάλαβαν, διότι ἡ σημασία αὐτοῦ τοῦ λόγου ἦταν κρυμμένη ἀπ’ αὐτούς, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν καταλάβαιναν τὰ λεγόμενα.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ ὅμως δὲν ἐκατάλαβαν τίποτε ἀπὸ αὐτά, ποὺ τοὺς προεῖπεν ὁ διδάσκαλός των· καὶ ἡ ἔννοια τοῦ λόγου αὐτοῦ ἔμενε κρυμμένη ἀπὸ αὐτοὺς καὶ δὲν ἤξευραν, τὶ σημασίαν εἶχαν τὰ λεγόμενα, διότι δὲν ἐφαντάζοντο, πῶς ἦτο δυνατὸν να σταυρωθῇ ὁ Μεσσίας, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπῆρχε γενικῶς ἡ πεποίθησις, ὅτι δὲν θὰ ἀπέθνησκε ποτέ.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ ὅμως τίποτε δὲν ἐκατάλαβαν ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἔμεινε κρυμμένος καὶ ἀκατάληπτος ἀπὸ αὐτοὺς ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ διδασκάλου καὶ δὲν ἐγνώριζαν ποίαν σημασίαν εἶχαν τὰ λεγόμενα του.

Λουκ. 18,35

Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἱεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν·

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ πλησίαζε στὴν Ἱεριχώ, κάποιος τυφλὸς καθόταν στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἐπλησίαζεν ὁ Κύριος εἰς τὴν Ἱεριχῶ, συνέβη κάποιος τυφλὸς νὰ κάθεται κοντὰ εἰς τὸν δρόμον καὶ νὰ ζητιανεύῃ.

Κολιτσάρα

Καθὼς δὲ ἐπλησίαζε ὁ Κύριος εἰς τὴν Ἱεριχώ, ἔνας τυφλὸς ἐκάθητο δίπλα εἰς τὸν δρόμον καὶ ἐζητιάνευε.

Λουκ. 18,36

ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὅταν ἄκουσε τὸ θόρυβο τοῦ λαοῦ, ποὺ περνοῦσε, ρωτοῦσε τί συμβαίνει.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἤκουσε τὸν θόρυβον τοῦ λαοῦ ποὺ ἐπερνοῦσεν, ἠρώτησε, σὰν τί νὰ ἦσαν αὐτά, ποὺ ἤκουε.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἤκουσε τὸν θόρυβον τοῦ λαοῦ που ἐπερνοῦσε, ἐρώτησε, τί τάχα εἶναι αὐτά, ποὺ ἤκουε.

Λουκ. 18,37

ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται.

Σωτηρόπουλου

Καὶ τοῦ εἶπαν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος διαβαίνει».

Τρεμπέλα

Τοῦ ἀνήγγειλαν δέ, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ἐπέρνα ἀπ’ ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Τὸν ἐπληροφόρησαν δὲ ὅτι περνᾷ ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος.

Λουκ. 18,38

καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με·

Σωτηρόπουλου

Τότε φώναξε δυνατὰ λέγοντας· «Ἰησοῦ, Υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησέ με».

Τρεμπέλα

Καὶ τότε αὐτὸς ἔβαλε φωνὴν δυνατὴν καὶ ἔλεγεν· Ἰησοῦ, ἀπόγονε ἔνδοξε τοῦ Δαβίδ, τὸν ὁποῖον προανήγγειλαν καὶ προεκήρυξαν οἱ προφῆται, ἐλέησέ με.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνὴν καὶ εἶπε· «Ἰησοῦ, ἀπόγονε τοῦ Δαυΐδ, ἐλέησέ με».

Λουκ. 18,39

καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ αὐτοί, ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ μπροστά του, τὸν ἐπέπλητταν γιὰ νὰ σιωπήσῃ. Αὐτὸς ὅμως πολὺ περισσότερο φώναζε· «Υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησέ με».

Τρεμπέλα

Καὶ αὐτοί, ποὺ ἐπροπορεύοντο, τὸν ἐπέπληττον καὶ τὸν ἀνάγκαζον νὰ σιωπήσῃ νομίζοντες, ὅτι μὲ τὰς φωνάς του θὰ ἠνωχλεῖτο ὁ Ἰησοῦς. Αὐτὸς ὅμως πολὺ περισσότερον ἐφώναζεν· Ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ, ἐλέησέ με.

Κολιτσάρα

Καὶ αὐτοὶ ποὺ ἐπροπορεύοντο, τὸν ἐπέπλητταν καὶ τοῦ ἔλεγαν νὰ σιωπήσῃ, διὰ νὰ μὴ ἐνοχλῇ τὸν διδάσκαλον. Αὐτὸς ὅμως πολὺ περισσότερο ἐκραύγαζε· «ἀπόγονε τοῦ Δαυῒδ, ἐλέησέ με».

Λουκ. 18,40

σταθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν. ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων·

Σωτηρόπουλου

Ὁ δὲ Ἰησοῦς σταμάτησε καὶ διέταξε νὰ τὸν φέρουν πρὸς αὐτόν. Καὶ ὅταν πλησίασε, τὸν ρώτησε·

Τρεμπέλα

Διέκοψε δὲ τὴν πορείαν του ὁ Ἰησοῦς καὶ διέταξε νὰ τὸν φέρουν πλησίον του. Ὅταν δὲ αὐτὸς ἐπλησίασε, τὸν ἠρώτησεν ὁ Κύριος καὶ τοῦ εἶπε·

Κολιτσάρα

λέγων· Ἐστάθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔδωσε ἐντολὴν νὰ φέρουν τὸν τυφλὸν πλησίον του. Ὅταν δὲ αὐτὸς ἐπλησίασε, τὸν ἠρώτησε

Λουκ. 18,41

τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω.

Σωτηρόπουλου

«Τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω;». Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· «Κύριε, νὰ ἀποκτήσω τὸ φῶς μου».

Τρεμπέλα

Τί θέλεις νὰ σοῦ κάμω; Ὁ δὲ τυφλὸς εἶπε· Κύριε, θέλω νὰ ἀποκτήσω πάλιν τὸ φῶς μου καὶ νὰ ξαναΐδω.

Κολιτσάρα

«τί θέλεις νά σοῦ κάνω;» Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· «Κύριε, θέλω νὰ ἀποκτήσω καὶ πάλιν τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου».

Λουκ. 18,42

καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἀπόκτησε τὸ φῶς σου! Ἡ πίστι σου σὲ ἔσωσε».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπεν: Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις ποὺ ἔχεις, ὅτι εἶμαι ὁ ἀπόγονος τοῦ Δαβὶδ καὶ ὅτι ἔχω τὴν δύναμιν νὰ σοῦ δώσω τὴν ὑγείαν τῶν ματιῶν σου, σὲ ἔσωσεν ἀπὸ τὴν ἀθεράπευτον τύφλωσίν σου.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «ἀνάβλεψε· ἡ πίστις, ποὺ ἔχεις σ’ ἐμένα, σὲ ἔσωσε ἀπὸ τὴν τύφλωσίν σου».

Λουκ. 18,43

καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀμέσως ἀπέκτησε τὸ φῶς του, καὶ τὸν ἀκολουθοῦσε δοξάζοντας τὸ Θεό. Καὶ ὅλος ὁ λαός, ὅταν εἶδε (τὸ θαῦμα), δόξασε τὸ Θεό.

Τρεμπέλα

Καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἀπέκτησε πάλιν τὸ φῶς του καὶ ἠκολούθει τὸν Ἰησοῦν δοξάζων τὸν Θεόν, ποὺ τὸν ἐθεράπευσε διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ὅλον τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, ὅταν εἶδε τὸ θαῦμα, ἐδοξολόγησε καὶ ἀνύμνησε τὸν Θεόν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀμέσως ἀπέκτησε τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του καὶ γεμᾶτος χαρὰν ἀκολουθοῦσε τὸν Χριστόν, δοξάζων τὸν Θεόν. Καὶ ὅλος ὁ λαός, ὅταν εἶδε τὸ θαῦμα, ἔδωσε δόξαν εἰς τὸν Θεόν. (Οἱ καλοπροαίρετοι δοξάζουν τὸν Θεὸν καὶ διὰ τὸ καλόν, ποὺ γίνεται εἰς τοὺς ἄλλους).