Κατὰ Λουκάν 23

Λουκ. 23,1

Καὶ ἀναστὰν ἅπαν τὸ πλῆθος αὐτῶν ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸν Πιλᾶτον.

Σωτηρόπουλου

Καὶ σηκώθηκαν ὅλα τὰ μέλη τοῦ συνεδρίου καὶ τὸν ἔφεραν στὸν Πιλᾶτο.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθη ὅλον τὸ πλῆθος τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων, ποὺ ἀπετέλουν τὸ συνέδριον, ἔφεραν τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν Πιλᾶτον.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθηκε ὅλο τὸ πλῆθος τῶν συνέδρων, ἔφεραν τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν Πιλᾶτον.

Λουκ. 23,2

ἤρξαντο δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· τοῦτον εὕρομεν διαστρέφοντα τὸ ἔθνος καὶ κωλύοντα Καίσαρι φόρους διδόναι, λέγοντα ἑαυτὸν Χριστὸν βασιλέα εἶναι.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν κατηγοροῦν λέγοντας· «Αὐτὸν ἐδῶ βρήκαμε νὰ ἐξωθῇ σὲ ἐπανάστασι τὸ ἔθνος, καὶ νὰ εἶναι ἐναντίον τῆς πληρωμῆς φόρων στὸν Καίσαρα, μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ βασιλεύς».

Τρεμπέλα

Ἤρχισαν δὲ νὰ τὸν κατηγοροῦν καὶ νὰ λέγουν· Αὐτὸν τὸν ηὕραμε νὰ διαστρέφῃ καὶ νὰ παρακινῇ εἰς ἐπανάστασιν τὸ ἔθνος καὶ νὰ ἐμποδίζῃ νὰ δίδωμεν φόρους εἰς τὸν Καίσαρα. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔκαμε, διότι λέγει διὰ τὸν ἑαυτόν του, ὅτι εἶναι ὁ Χριστός, δηλαδὴ εἶναι βασιλεύς.

Κολιτσάρα

Ἤρχισαν δὲ νὰ τὸν κατηγοροῦν καὶ νὰ λέγουν· «αὐτὸν τὸν εὑρήκαμεν νὰ παρακινῇ τὸ ἔθνος εἰς ἐπανάστασιν καὶ νὰ ἐμποδίζῃ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων εἰς τὸν Καίσαρα καὶ νὰ λέγῃ διὰ τὸν εὐατόν του, ὅτι εἶναι ὁ Χριστός, ὁ βασιλεύς».

Λουκ. 23,3

ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ ἔφη· σὺ λέγεις.

Σωτηρόπουλου

Ὁ δὲ Πιλᾶτος τὸν ρώτησε λέγοντας· «Σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;». Ἀπαντώντας δὲ τοῦ εἶπε· «Τὸ λέγεις σύ (Ὁ Ἰησοῦς παραδέχθηκε, ὅτι εἶναι βασιλεύς, ἀλλὰ μὲ πνευματικὴ βασιλεία).

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἠρώτησε τὸν Ἰησοῦν καὶ τοῦ εἶπε· Σὺ ὁ ἀβοήθητος καὶ ἐγκαταλελειμμένος εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν· Τὸ λέγεις καὶ σὺ ὅτι εἶμαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων. Ἡ βασιλεία μου ὅμως δὲν εἶναι, ὅπως τὴν ἐννοεῖς σὺ καὶ οἱ κατήγοροί μου.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Πιλᾶτος τὸν ἠρώτησε, λέγων· «σύ, ὁ δεμένος ὑπόδικος, εἶσαι βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;» Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη καὶ τοῦ εἶπε· «ὅπως καὶ σὺ τὸ λέγεις εἶμαι βασιλεύς, ὄχι ὅμως ὅπως οἱ κοσμικοὶ βασιλεῖς».

Λουκ. 23,4

ὁ δὲ Πιλᾶτος εἶπε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ὄχλους ὅτι οὐδὲν εὑρίσκω αἴτιον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ.

Σωτηρόπουλου

Τότε ὁ Πιλᾶτος εἶπε στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τὸν ὄχλο· «Καμμία ἐνοχὴ δὲν βρίσκω στὸν ἄνθρωπο αὐτό».

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Πιλᾶτος εἶπε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ· Δὲν εὑρίσκω τίποτε τὸ ἔνοχον καὶ ἀξιοκατάκριτον εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Πιλᾶτος εἶπε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ὄχλους, ὅτι «δὲν εὑρίσκω καμμίαν ἐνόχην εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν».

Λουκ. 23,5

οἱ δὲ ἐπίσχυον λέγοντες ὅτι ἀνασείει τὸν λαὸν διδάσκων καθ’ ὅλης τῆς Ἰουδαίας, ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἕως ὧδε.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ αὐτοὶ ἐπέμεναν λέγοντας· «Ἀναστατώνει τὸ λαό, διδάσκοντας σ’ ὅλη τὴν Ἰουδαία. Ἄρχισε ἀπὸ τὴ Γαλιλαία καὶ ἔφθασε ὡς ἐδῶ».

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ αὐτοὶ μὲ δύναμιν καὶ ἐπιμονὴν μεγαλυτέραν κατηγόρουν τὸν Ἰησοῦν καὶ ἔλεγαν, ὅτι ἀναστατώνει τὸν λαόν, καὶ διδάσκει τὸ ἐπαναστατικόν του κήρυγμα εἰς ὅλην τὴν Ἰουδαίαν, διότι τὸ ἤρχισεν ἀπὸ τὴν Γαλιλαῖαν καὶ τὸ μετέφερεν ἕως ἐδῶ.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ αὐτοὶ μὲ περισσότερον πεῖσμα καὶ φανατισμὸν ἐπέμεναν, λέγοντες ὅτι ἀναταράσσει τὸν λαὸν μὲ τὸ νὰ διδάσκῃ τὰ ἐπαναστατικά του κηρύγματα, ποὺ ἔκαμε ἀρχὴν ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν καὶ τὰ ἔφερε ἕως ἐδῶ.

Λουκ. 23,6

Πιλᾶτος δὲ ἀκούσας Γαλιλαίαν ἐπηρώτησεν εἰ ὁ ἄνθρωπος Γαλιλαῖός ἐστι,

Σωτηρόπουλου

Ὁ Πιλᾶτος δέ, ὅταν ἄκουσε γιὰ Γαλιλαία, ρώτησε, ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι Γαλιλαῖος.

Τρεμπέλα

Ὁ Πιλᾶτος δέ, ὅταν ἤκουσε τὴν λέξιν Γαλιλαίαν, ἠρώτησεν ἐὰν ὁ ἄνθρωπος εἶναι Γαλιλαῖος.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Πιλᾶτος, ὅταν ἤκουσε τὴν λέξιν Γαλιλαία, ἠρώτησε, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν.

Λουκ. 23,7

καὶ ἐπιγνοὺς ὅτι ἐκ τῆς ἐξουσίας Ἡρῴδου ἐστίν, ἀνέπεμψεν αὐτὸν πρὸς Ἡρῴδην, ὄντα καὶ αὐτὸν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐν ταύταις ταῖς ἡμέραις.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὅταν ἔμαθε, ὅτι εἶναι ἀπὸ τὴν ἐπαρχία τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ἡρῴδη, τὸν παρέπεμψε στὸν Ἡρῴδη, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὸς τὶς ἡμέρες αὐτὲς στὰ Ἱεροσόλυμα.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ἐπληροφορήθη ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν τῆς ἐξουσίας καὶ δικαιοδοσίας τοῦ Ἡρῴδου, τὸν παρέπεμψεν εἰς τὸν Ἡρῴδην, ποὺ ἦτο καὶ αὐτὸς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς τοῦ Πάσχα.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅταν ἐξηκρίβωσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἀπὸ τὴν περιοχὴν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ἡρῴδου, τὸν παρέπεμψεν εἰς τὸν Ἡρῴδην, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς τοῦ Πάσχα εὑρίσκετο καὶ αὐτὸς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. (Καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ αὐτὸς ἀπὸ τὴν ἐνοχλητικὴν ἐκείνην δίκην).

Λουκ. 23,8

ὁ δὲ Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν· ἦν γὰρ ἐξ ἱκανοῦ θέλων ἰδεῖν αὐτὸν διὰ τὸ ἀκούειν αὐτὸν πολλὰ περὶ αὐτοῦ, καὶ ἤλπιζέ τι σημεῖον ἰδεῖν ὑπ’ αὐτοῦ γινόμενον.

Σωτηρόπουλου

Ὁ δὲ Ἡρῴδης, ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ, χάρηκε πολύ. Διότι ἀπὸ πολὺ καιρὸ ἤθελε νὰ τὸν δῇ, ἐπειδὴ ἄκουε πολλὰ γι’ αὐτόν, καὶ ἤλπιζε νὰ δῇ νὰ γίνεται κάποιο θαῦμα ἀπ’ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Ἡρῴδης, ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦν, ἐχάρη πολύ· διότι ἐπεθύμει ἀπὸ πολὺν καιρὸν νὰ τὸν ἴδῃ, ἐπειδὴ ἤκουε πολλὰ δι’ αὐτὸν καὶ ἤλπιζε τώρα νὰ ἴδῃ κάποιο θαῦμα νὰ γίνεται ὑπ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἡρῴδης, ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ ἐχάρηκε πολύ, διότι ἀπὸ πολὺν καιρὸν ἤθελε νὰ τὸν ἴδῃ, ἐπειδὴ πολλὰ συνεχῶς ἤκουε δι’ αὐτὸν καὶ ἤλπιζε, πρὸς ἰκανοποίησιν τῆς περιεργείας του, νὰ ἴδῃ κάποιο θαῦμα νὰ γίνεται ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν.

Λουκ. 23,9

ἐπηρώτα δὲ αὐτὸν ἐν λόγοις ἱκανοῖς· αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο αὐτῷ.

Σωτηρόπουλου

Τοῦ ἔκανε δὲ πολλὲς ἐρωτήσεις, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν τοῦ ἀπαντοῦσε τίποτε.

Τρεμπέλα

Τὸν ἠρώτα δὲ ὁ Ἡρῴδης καὶ τοῦ προέβαλλε ζητήματα καὶ ἐρωτήσεις πολλάς. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως οὐδεμίαν ἀπόκρισιν ἔδωκεν εἰς αὐτόν.

Κολιτσάρα

Τὸν ἐρωτοῦσε δὲ ὁ Ἡρῴδης διὰ πολλὰ καὶ μὲ πολλὰς ἐρωτήσεις. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν τοῦ ἔδωκε καμμίαν ἀπάντησιν.

Λουκ. 23,10

εἱστήκεισαν δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς εὐτόνως κατηγοροῦντες αὐτοῦ.

Σωτηρόπουλου

Παρίσταντο δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, καὶ τὸν κατηγοροῦσαν ἐντόνως.

Τρεμπέλα

Ἔστεκαν δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ μὲ ἐπιμονὴν καὶ ζωηρότητα κατηγόρουν τὸν Ἰησοῦν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ δὲ κοντὰ ἐστέκοντο οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τὸν κατηγοροῦσαν μὲ ζωηρὸν τόνον καὶ ἐπιμονήν.

Λουκ. 23,11

ἐξουθενήσας δὲ αὐτὸν ὁ Ἡρῴδης σὺν τοῖς στρατεύμασιν αὐτοῦ καὶ ἐμπαίξας, περιβαλὼν αὐτὸν ἐσθῆτα λαμπρὰν ἀνέπεμψεν αὐτὸν τῷ Πιλάτῳ.

Σωτηρόπουλου

Ἀφοῦ δὲ ὁ Ἡρῴδης μὲ τοὺς στρατιῶτες του τὸν ἐξουθένωσε καὶ τὸν περιέπαιξε, τὸν ἔντυσε μεγαλόπρεπη στολὴ καὶ τὸν ἔστειλε πάλι στὸν Πιλᾶτο.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ τὸν ἐξηυτέλισεν ὁ Ἡρῴδης μαζὶ μὲ τὸ στράτευμά του καὶ ἀφοῦ τὸν ἐνέπαιξε, τὸν ἐνέδυσε πρὸς μεγαλύτερον ἐμπαιγμόν λαμπρὰν ἡγεμονικὴν στολὴν καὶ τὸν ἔστειλε πάλιν εἰς τὸν Πιλᾶτον.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἡρῴδης ὅμως, ἀφοῦ τὸν ἐξηυτέλισε μαζῆ μὲ τὰ στρατεύματά του καὶ τὸν ἐνέπαιξε, τοῦ ἐφόρεσε, διὰ νὰ τὸν εἰρωνευθῇ καὶ τὸν γελοιοποιήσῃ, μίαν λαμπρὰν στολήν, καὶ τὸν παρέπεμψε πάλιν εἰς τὸν Πιλᾶτον.

Λουκ. 23,12

ἐγένοντο δὲ φίλοι ὅ τε Ἡρῴδης καὶ ὁ Πιλᾶτος ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ μετ’ ἀλλήλων· προϋπῆρχον γὰρ ἐν ἔχθρᾳ ὄντες πρὸς ἑαυτούς.

Σωτηρόπουλου

Ἔγιναν δὲ φίλοι μεταξύ τους ὁ Ἡρῴδης καὶ ὁ Πιλᾶτος τὴν ἡμέρα αὐτή, διότι προηγουμένως βρίσκονταν σὲ ἔχθρα μεταξύ τους.

Τρεμπέλα

Μὲ τὴν κολακευτικὴν δὲ ταύτην φιλοφροσύνην, ποὺ ἔκαμεν ὁ Πιλᾶτος ἀποστείλας εἰς τὸν Ἡρῴδην τὸν Ἰησοῦν, συνεφιλιώθησαν κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν μεταξύ των καὶ οἱ δύο, καὶ ὁ Πιλᾶτος δηλαδὴ καὶ ὁ Ἡρῴδης, διότι προτήτερα εἶχαν ἔχθραν μεταξύ των.

Κολιτσάρα

Ἔγιναν δὲ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γεγονότος αὐτοῦ φίλοι μεταξύ των ὁ Ἡρῴδης καὶ ὁ Πιλᾶτος κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτήν. Διότι προηγουμένος εὑρίσκοντο εἰς ἔχθραν μεταξύ των. (Ἴσως ἓξ αἰτίας ζητημάτων δικαιοδοσίας).

Λουκ. 23,13

Πιλᾶτος δὲ συγκαλεσάμενος τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὸν λαὸν

Σωτηρόπουλου

Ὁ δὲ Πιλᾶτος κάλεσε μαζὶ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντες καὶ τὸ λαό,

Τρεμπέλα

Ὁ Πιλᾶτος δὲ ἀφοῦ συνεκάλεσε τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὸν λαόν,

Κολιτσάρα

Ὁ Πιλᾶτος δέ, ἀφοῦ ἐκάλεσε μαζῆ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὸν λαόν,

Λουκ. 23,14

εἶπε πρὸς αὐτούς· προσηνέγκατέ μοι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ὡς ἀποστρέφοντα τὸν λαόν, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἐνώπιον ὑμῶν ἀνακρίνας οὐδὲν εὗρον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ αἴτιον ὧν κατηγορεῖτε κατ’ αὐτοῦ.

Σωτηρόπουλου

καὶ τοὺς εἶπε· «Μοῦ φέρατε αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν κατηγορία, ὅτι παρακινεῖ τὸ λαὸ σὲ ἐπανάστασι, ἀλλ’ ἰδοὺ ἐγώ, κατόπιν ἀνακρίσεως ἐνώπιόν σας, δὲν βρῆκα ἔνοχο αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο σὲ τίποτε ἀπ’ ὅσα τὸν κατηγορεῖτε.

Τρεμπέλα

εἶπε πρὸς αὐτούς· Μοῦ ἔφερατε τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν καὶ τὸν ἐκατηγορήσατε, ὅτι ἀποτρέπει καὶ ἀπομακρήνει τὸν λαὸν ἀπὸ τὴν ὑπακοὴν καὶ νομιμοφροσύνην πρὸς τὸν Καίσαρα. Καὶ ἰδοὺ ἐγώ, ἀφοῦ τὸν ἀνέκρινα ἐμπρός σας, δὲν ηὗρα εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν τίποτε τὸ ἔνοχον καὶ ἀξιοκατάκριτον ἀπὸ ὅλα αὐτά, ποὺ τὸν κατηγορεῖτε.

Κολιτσάρα

εἶπε πρὸς αὐτούς· «μοῦ ἐφέρατε τὸν ἄνθρωπος αὐτὸν νὰ τὸν δικάσω, διότι τάχα ἐξεγείρει τὸν λαὸν ἐναντίον τοῦ Καίσαρος καὶ τῶν νόμων τοῦ κράτους. Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ τὸν ἀνέκρινα ἐνώπιόν σας καὶ δὲν εὑρῆκα εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸς καμμιὰν παράβασιν καὶ ἐνοχήν, εἰς ὅσα σεῖς τὸν κατηγορεῖτε.

Λουκ. 23,15

ἀλλ’ οὐδὲ Ἡρῴδης· ἀνέπεμψα γὰρ ὑμᾶς πρὸς αὐτόν· καὶ ἰδοὺ οὐδὲν ἄξιον θανάτου ἐστὶ πεπραγμένον αὐτῷ.

Σωτηρόπουλου

Οὔτε καὶ ὁ Ἡρῴδης. Ἔστειλα καὶ σᾶς σ’ αὐτόν. Ἔτσι ἀποδείχθηκε, ὅτι δὲν ἔχει πράξει τίποτε ἄξιο θανάτου.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ οὔτε ὁ Ἡρῴδης εὗρεν ἐνοχήν. Καὶ ἡ ἀνάκρισις αὐτὴ τοῦ Ἡρῴδου ἦτο σοβαρά, διότι ἔστειλα πρὸς αὐτὸν καὶ σᾶς διὰ νὰ διατυπώσετε μόνοι σας τὰς κατηγορίας εἰς τὸν Ἡρῴδην. Καὶ ἰδοὺ ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἔχει διαπραχθῇ ἀπὸ αὐτὸν κανὲν ἔγκλημα ἄξιον τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ Ἡρῴδης δὲν τὸν εὑρῆκε ἔνοχον· διότι ἐγὼ ἔστειλα καὶ σᾶς μαζῆ μὲ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν πρὸς τὸν Ἡρῴδην καὶ ἰδού, ὅτι τίποτε τὸ ἄξιον θανάτου δὲν ἔχει διαπραχθῇ ἀπὸ αὐτόν.

Λουκ. 23,16

παιδεύσας οὖν αὐτὸν ἀπολύσω.

Σωτηρόπουλου

Γι’ αὐτό, ἀφοῦ τὸν βασανίσω, θὰ τὸν ἀπολύσω».

Τρεμπέλα

Λοιπόν, ἀφοῦ τοῦ ἐπιβάλω κάποιαν σωφρονιστικὴν ποινὴν καὶ τὸν μαστιγώσω, θὰ τὸν ἀπολύσω.

Κολιτσάρα

Λοιπόν, ἀφοῦ τὸν βασανίσω καὶ διατάξω νὰ τὸν φραγγελώσουν θὰ τὸν ἀπολύσω».

Λουκ. 23,17

ἀνάγκην δὲ εἶχεν ἀπολύειν αὐτοῖς κατὰ ἑορτὴν ἕνα.

Σωτηρόπουλου

Ἔπρεπε δὲ κατὰ τὴν ἑορτὴ (τοῦ Πάσχα) νὰ ἀπολύῃ ἕνα (κρατούμενο) γιὰ χάρι τους.

Τρεμπέλα

Ὑπεχρεοῦτο δὲ ὁ Πιλᾶτος ἀπὸ ἔθιμον κάθε ἑορτὴν τοῦ Πάσχα νὰ ἀφίνῃ ἐλεύθερον πρὸς χάριν αὐτῶν ἕνα φυλακισμένον.

Κολιτσάρα

Εἶχε δὲ ὑποχρέωσιν ὁ Πιλᾶτος, ἀπὸ κάποιο ἔθιμον, νὰ ἀπελευθερώνῃ χάριν τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα ἕνα κρατούμενον.

Λουκ. 23,18

ἀνέκραξαν δὲ παμπληθεὶ λέγοντες· αἶρε τοῦτον, ἀπόλυσον δὲ ἡμῖν Βαραββᾶν·

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὅλο τὸ πλῆθος κραύγασε λέγοντας· «Θανάτωσέ τον, καὶ ἀπόλυσε γιὰ χάρι μας τὸ Βαραββᾶ».

Τρεμπέλα

Ἐφώναξε δὲ ὅλον μαζὶ τὸ πλῆθος καὶ εἶπαν· Σήκωσε αὐτὸν ἀπὸ τὸ μέσον· θανάτωσέ τον, ἄφησέ μας δὲ ἐλεύθερον τὸν Βαραββάν,

Κολιτσάρα

Ἐφώναξαν δὲ δυνατὰ ὅλον τὸ πλῆθος μαζῆ, ἄρχοντες καὶ λαός, λέγοντες· «φόνευσε αὐτόν, νὰ μᾶς ἀφήσῃς ἐλεύθερον τὸν Βαραββᾶν».

Λουκ. 23,19

ὅστις ἦν διὰ στάσιν τινὰ γενομένην ἐν τῇ πόλει καὶ φόνον βεβλημένος εἰς τὴν φυλακήν.

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς (ὁ Βαραββᾶς) εἶχε φυλακισθῇ γιὰ κάποια ἐξέγερσι, ποὺ ἔγινε στὴν πόλι, καὶ γιὰ φόνο.

Τρεμπέλα

ὁ ὁποῖος εἶχε ριφθῇ εἰς τὴν φυλακὴν διὰ κάποιαν στάσιν, ποὺ ἔγινεν εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ διὰ κάποιον φόνον.

Κολιτσάρα

Ὁ ὁποῖος Βαραββᾶς εἶχε ριφθῇ εἰς τὴν φυλακὴν διὰ κάποιαν στάσιν, ποὺ ἔγινε εἰς τὴν πόλιν καὶ διὰ φόνον.

Λουκ. 23,20

πάλιν οὖν ὁ Πιλᾶτος προσεφώνησε, θέλων ἀπολῦσαι τὸν Ἰησοῦν.

Σωτηρόπουλου

Πάλι τότε ὁ Πιλᾶτος ἔκανε ἔκκλησι, θέλοντας νὰ ἀπολύσῃ τὸν Ἰησοῦ.

Τρεμπέλα

Πάλιν λοιπὸν ὁ Πιλᾶτος ἐφώναξε καὶ ὡμίλησε πρὸς τὸν λαόν, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸν Ἰησοῦν.

Κολιτσάρα

Πάλιν λοιπὸν ὁ Πιλᾶτος ὡμίλησε πρὸς τὸν λαόν, διότι ἤθελε νὰ ἀπολύσῃ τὸν Ἰησοῦν.

Λουκ. 23,21

οἱ δὲ ἐπεφώνουν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ αὐτοὶ κραύγαζαν λέγοντας· «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον!».

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ ὅμως ἐφώναζαν δυνατὰ καὶ ἔλεγον· Σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ ὅμως εἰς ἀπάντησιν ἐφώναζαν δυνατὰ λέγοντες· «σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν».

Λουκ. 23,22

ὁ δὲ τρίτον εἶπε πρὸς αὐτούς· τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν οὗτος; οὐδὲν ἄξιον θανάτου εὗρον ἐν αὐτῷ· παιδεύσας οὖν αὐτὸν ἀπολύσω.

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς δὲ γιὰ τρίτη φορὰ εἶπε πρὸς αὐτούς· «Ἀλλὰ τί κακὸ ἔκανε αὐτός; Δὲν βρῆκα σ’ αὐτὸν τίποτε ἄξιο θανάτου. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸν βασανίσω, θὰ τὸν ἀπολύσω».

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Πιλᾶτος διὰ τρίτην φορὰν τοὺς εἶπε· θὰ τὸν ἀφήσω ἐλεύθερον καὶ δὲν θὰ τὸν σταυρώσω. Διότι τί κακὸν ἔκαμεν αὐτός; Δὲν εὗρον εἰς αὐτὸν τίποτε τὸ ἄξιον τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου. Θὰ τὸν μαστιγώσω λοιπὸν καὶ θὰ τὸν ἀφήσω ἐλεύθερον.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Πιλᾶτος διὰ τρίτην φορὰν εἶπεν εἰς αὐτούς· «διατί νὰ τὸν σταυρώσω; Ποῖον κακόν, ἄξιον σταυρικοῦ θανάτου, ἔπραξε αὐτός; Τίποτε τὸ ἄξιον θανάτου δὲν εὑρῆκα εἰς αὐτόν. Θὰ τὸν μαστιγώσω λοιπὸν καὶ θὰ τὸν ἀπολύσω». (Ἂν ἦτο ἀθῶος διατί νὰ τὸν μαστιγώση; Ἂν ἦτο ἔνοχος διατί νὰ τὸν ἀπολύσῃ; Ὁ Πιλᾶτος ἄδικος καθὼς ἦτο δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην καὶ ἀπολύσῃ τὸν Κύριον).

Λουκ. 23,23

οἱ δὲ ἐπέκειντο φωναῖς μεγάλαις αἰτούμενοι αὐτὸν σταυρωθῆναι, καὶ κατίσχυον αἱ φωναὶ αὐτῶν καὶ τῶν ἀρχιερέων.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ αὐτοὶ μὲ φωνὲς μεγάλες ἐπέμεναν στὸ αἴτημά τους νὰ σταυρωθῇ, καὶ οἱ φωνὲς αὐτῶν, καὶ μάλιστα τῶν ἀρχιερέων, ὑπερίσχυαν.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ ὅμως ἐπέμενον μὲ μεγάλας φωνὰς καὶ ἐζήτουν νὰ σταυρωθῇ οὗτος. Καὶ ὑπερίσχυον αἱ φωναὶ αὐτῶν καὶ τῶν ἀρχιερέων, ὥστε νὰ μὴ ἀκούεται ἡ φωνὴ τοῦ Πιλάτου.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ δὲ μαινόμενοι ἐπέμεναν μὲ μεγάλας φωνὰς καὶ ἐζητοῦσαν νὰ σταυρωθῇ. Καὶ αἱ φωναὶ αὐτῶν καὶ τῶν ἀρχιερέων ὑπερίσχυαν καὶ ἐσκέπαζαν τὰ λόγια τοῦ Πιλάτου.

Λουκ. 23,24

ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐπέκρινε γενέσθαι τὸ αἴτημα αὐτῶν,

Σωτηρόπουλου

Τότε ὁ Πιλᾶτος ἀποφάσισε νὰ γίνῃ τὸ αἴτημά τους,

Τρεμπέλα

Ὡς ἐκ τούτου δὲ ὁ Πιλᾶτος ἔβγαλε τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν νὰ γίνῃ αὐτό, ποὺ ἐζήτουν.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀπεφάσισε ὁριστικῶς νὰ γίνῃ τὸ αἴτημά των.

Λουκ. 23,25

ἀπέλυσε δὲ αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν τὸν διὰ στάσιν καὶ φόνον βεβλημένον εἰς τὴν φυλακήν, ὃν ᾐτοῦντο, τὸν δὲ Ἰησοῦν παρέδωκε τῷ θελήματι αὐτῶν.

Σωτηρόπουλου

καὶ τοὺς ἀπόλυσε τὸ Βαραββᾶ, ποὺ ζητοῦσαν, τὸν φυλακισμένο γιὰ ἐξέγερσι καὶ φόνο, ἐνῷ τὸν Ἰησοῦ παρέδωσε κατὰ τὸ θέλημά τους (γιὰ νὰ σταυρωθῇ).

Τρεμπέλα

Τοὺς ἀφῆκε δὲ ἐλεύθερον τὸν Βαραββᾶν, ὁ ὀποῖος εἶχε ριφθῇ εἰς τὴν φυλακὴν διὰ στάσιν καὶ φόνον, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἀπόλυσιν ἐζήτουν οἱ Ἰουδαῖοι, τὸν δὲ Ἰησοῦν παρέδωκε νὰ τὸν κάνουν ὅ,τι αὐτοὶ ἤθελαν, δηλαδὴ νὰ τὸν σταυρώσουν.

Κολιτσάρα

Ἀφῆκε δὲ πρὸς χάριν αὐτῶν ἐλεύθερον τὸν Βαραββᾶν, ὁ ὁποῖος ἦτο φυλακισμένος διὰ στάσιν καὶ φόνον καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἀπόλυσιν ἐζητοῦσαν ἐκεῖνοι, τὸν δὲ Ἰησοῦν παρέδωκε, σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά των, νὰ σταυρωθῇ.

Λουκ. 23,26

Καὶ ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου, ἐρχομένου ἀπ’ ἀγροῦ, ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν σταυρὸν φέρειν ὀπίσω τοῦ Ἰησοῦ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὅταν τὸν πῆραν καὶ τὸν μετέφεραν, ἔπιασαν κάποιον Σίμωνα Κυρηναῖο, ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὴν ὕπαιθρο, καὶ τὸν φόρτωσαν τὸ σταυρὸ γιὰ νὰ τὸν μεταφέρῃ ἀκολουθώντας τὸν Ἰησοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν τὸν ἐπήγαιναν εἰς τὸν τόπον τῆς σταυρώσεως, ἐπειδὴ ὁ Ἰησοῦς εἶχεν ἑξαντληθῇ καὶ δὲν ἄντεχε πλέον νὰ βαστάζῃ τὸν σταυρόν του, ἔπιασαν κάποιον Σίμωνα Κυρηναῖον, ποὺ ἤρχετο ἀπὸ τὸ χωράφι, καὶ ἔβαλαν ἐπὶ τῶν ὤμων του τὸν σταυρόν, διὰ νὰ τὸν φέρῃ ὀπίσω ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅταν τὸν ἐπήγαιναν πρὸς τὸν Γολγοθάν, ἔπιασαν κάποιον Σίμωνα Κυρηναῖον, ποὺ ἤρχετο ἀπὸ τὸ χωράφι, τοῦ ἐφόρτωσαν τὸν σταυρὸν νὰ τὸν φέρῃ πίσῳ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν, ὁ ὅποῖος εἶχε πλέον σωματικῶς ἐξαντληθῆ.

Λουκ. 23,27

ἠκολούθει δὲ αὐτῷ πολὺ πλῆθος τοῦ λαοῦ καὶ γυναικῶν, αἳ καὶ ἐκόπτοντο καὶ ἐθρήνουν αὐτόν.

Σωτηρόπουλου

Τὸν ἀκολουθοῦσε δὲ μεγάλο πλῆθος τοῦ λαοῦ, στὸ ὁποῖο περιλαμβάνονταν καὶ γυναῖκες, οἱ ὁποῖες ἔκλαιαν καὶ θρηνοῦσαν γι’ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Τὸν ἠκολούθει δὲ πολὺ πλῆθος λαοῦ καὶ γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐστηθοκοποῦντο καὶ τὸν ἔκλαιον.

Κολιτσάρα

Τὸν ἀκολουθοῦσε δὲ πολὺ πλῆθος λαοῦ καὶ γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκτυποῦσαν τὸ στῆθος καὶ τὴν κεφαλήν των καὶ ἐθρηνοῦσαν δι’ αὐτόν.

Λουκ. 23,28

στραφεὶς δὲ πρὸς αὐτὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ’ ἐμέ, πλὴν ἐφ’ ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν.

Σωτηρόπουλου

Ἔστρεψε δὲ πρὸς αὐτὲς ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· «Θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε γιὰ μένα, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἑαυτούς σας νὰ κλαίετε καὶ γιὰ τὰ τέκνα σας.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἔστρεψε πρὸς αὐτὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· Γυναῖκες, κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε δι’ ἐμέ, ἀλλὰ κλαίετε τοὺς ἑαυτούς σας καὶ τὰ παιδιά σας.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀφοῦ ἐγύρισε πρὸς αὐτὰς εἶπε· «θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε δι’ ἐμέ, ἀλλὰ κλαίετε διὰ τὸν εὐατόν σας καὶ τὰ τέκνα σας.

Λουκ. 23,29

ὅτι ἰδοὺ ἔρχονται ἡμέραι ἐν αἷς ἐροῦσι· μακάριαι αἱ στεῖραι καὶ κοιλίαι αἳ οὐκ ἐγέννησαν, καὶ μαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν.

Σωτηρόπουλου

Διότι ἰδοὺ ἔρχονται ἡμέρες, κατὰ τὶς ὁποῖες θὰ εἰποῦν· “Εὐτυχεῖς οἱ στεῖρες καὶ οἱ κοιλιὲς ποὺ δὲν γέννησαν καὶ οἱ μαστοὶ ποὺ δὲν θήλασαν”.

Τρεμπέλα

Διότι ἰδού, ἔρχονται ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ εἶπουν· Καλότυχες εἶναι αἱ στεῖραι γυναῖκες καὶ κοιλίαι, ποὺ δὲν ἐγέννησαν, καὶ μαστοὶ ποὺ δὲν ἐθήλασαν μικρά. Διότι ἐκεῖναι, ποὺ θὰ ἔχουν παιδιά, θὰ θλίβονται πολύ, ἐπειδὴ θὰ αἰσθάνωνται τὴν δυστυχίαν καὶ τὰ δεινὰ τῶν παιδιῶν τους.

Κολιτσάρα

Διότι ἰδοὺ ἔρχονται ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ εἴπουν· καλότυχες εἶναι οἱ στεῖρες γυναῖκες καὶ αἱ κοιλίαι ποὺ δὲν ἐγέννησαν καὶ οἱ μαστοὶ ποὺ δὲν ἐθήλασαν βρέφη. Διότι αὐταὶ ποὺ ἔχουν παιδιὰ θὰ αἰσθανθοῦν δριμύτερον τὸν πόνον διὰ τὰ δεινὰ ποὺ θὰ ἔλθουν εἰς αὐτὰς καὶ εἰς τὰ παιδιά των.

Λουκ. 23,30

τότε ἄρξονται λέγειν τοῖς ὄρεσι, πέσετε ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ τοῖς βουνοῖς, καλύψατε ἡμᾶς·

Σωτηρόπουλου

Τότε θὰ ἀρχίσουν νὰ λέγουν στὰ ὄρη, “Πέσετε ἐπάνω μας”, καὶ στὰ βουνά, “Σκεπάσετέ μας”.

Τρεμπέλα

Τότε κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἐπειδὴ δὲν θὰ ἡμποροῦν νὰ ὑποφέρουν τὰ δεινά, θὰ ἀρχίσουν νὰ λέγουν εἰς τὰ ὄρη· πέσατε ἐπάνω μας· Καὶ εἰς τὰ βουνὰ θὰ λέγουν· σκεπάσατέ μας, νὰ ἀποθάνωμεν διὰ μιᾶς καὶ νὰ γλυτώσωμεν ἀπὸ τὰ ἀνυπόφορα βάσανα.

Κολιτσάρα

Τότε θ’ αρχίσουν νὰ λέγουν εἰς τὰ ὄρη· πέσατε ἐπάνω μας· καὶ εἰς τὰ βουνά· σκεπάσατέ μας μὲ τὸ βάρος σας, διὰ νὰ ἀποθάνωμεν μίαν ὥραν ἐνωρίτερα καὶ μὴ βασανιζώμεθα ἀπὸ τὰ ἀνυπόφορα πλέον δεινά.

Λουκ. 23,31

ὅτι εἰ ἐν τῷ ὑγρῷ ξύλῳ ταῦτα ποιοῦσιν, ἐν τῷ ξηρῷ τί γένηται;

Σωτηρόπουλου

Διότι, ἐὰν στὸ χλωρὸ ξύλο (σὲ μένα τὸν ἀναμάρτητο καὶ ἅγιο) κάνουν αὐτά, στὸ ξερὸ (στοὺς ἁμαρτωλοὺς) τί θὰ γίνῃ;».

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ εἶναι πράγματι ἀνυπόφορα τὰ βάσανα, διότι ἐὰν εἰς ἐμέ, ποὺ εἶμαι ἀθῷος καὶ ὁμοιάζω πρὸς χλωρὸν δένδρον, ἐπειδὴ ἔχω θείαν ζωήν, κάνουν αὐτὰ οἱ Ρωμαῖοι, εἰς σᾶς, ποὺ εἶσθε δένδρον ξηρὸν καὶ νεκρὸν ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας, τί θὰ συμβῇ;

Κολιτσάρα

Διότι ἐὰν εἰς τὸ χλωρὸν δένδρον κάνουν αὐτὰ οἱ Ρωμαῖοι, εἰς τὸ ξηρὸν τί θὰ συμβῇ; (Ἐὰν εἰς ἐμὲ τὸν ἀθῶον, ποὺ ἔχω θείαν καὶ ἀκατάλυτον ζωήν, γίνωνται αὐτά, τί μέλλει νὰ γίνῃ εἰς σᾶς, ποὺ εἶσθε τόσον βαρειὰ ἔνοχοι διὰ τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα ἁμαρτήματά σας;)»

Λουκ. 23,32

Ἤγοντο δὲ καὶ ἕτεροι δύο κακοῦργοι σὺν αὐτῷ ἀναιρεθῆναι.

Σωτηρόπουλου

Ὡδηγοῦνταν δὲ καὶ ἄλλοι δύο, κακοῦργοι, γιὰ νὰ θανατωθοῦν μαζί του.

Τρεμπέλα

Ὠδηγοῦντο δὲ εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκτελέσεως ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν καὶ ἄλλοι δύο κακοῦργοι, διὰ νὰ θανατωθοῦν μαζί του.

Κολιτσάρα

Ὡδηγοῦντο δὲ εἰς τὸν τόπον τῆς σταυρώσεως καὶ ἄλλοι δύο, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κακοῦργοι, διὰ νὰ θανατωθοῦν μαζῆ μὲ αὐτόν.

Λουκ. 23,33

Καὶ ὅτε ἀπῆλθον ἐπὶ τὸν τόπον τὸν καλούμενον Κρανίον, ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτὸν καὶ τοὺς κακούργους, ὃν μὲν ἐκ δεξιῶν ὃν δὲ ἐξ ἀριστερῶν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὅταν ἔφθασαν στὸν τόπο, ποὺ ὀνομάζεται Κρανίο, ἐκεῖ σταύρωσαν αὐτὸν καὶ τοὺς κακούργους, τὸν ἕνα ἀπὸ τὰ δεξιὰ (τοῦ Ἰησοῦ) καὶ τὸν ἄλλο ἀπὸ τὰ ἀριστερά.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸν τόπον, ποὺ λόγω τοῦ ἐξωτερικοῦ σχήματός του ἐλέγετο κρανίον, ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτὸν καὶ τοὺς κακούργους, τὸν ἕνα μὲν δεξιὰ τοῦ Ἰησοῦ, τὸν ἄλλον δὲ ἀριστερά.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅταν ἔφθασαν εἰς τόπον, ποὺ ἐλέγετο Κρανίον, ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτὸν καὶ τοὺς δύο κακούργους, ἕνα εἰς τὰ δεξιὰ καὶ ἕνα εἰς τὰ ἀριστερά.

Λουκ. 23,34

ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔλεγε· πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι. διαμεριζόμενοι δὲ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἔβαλλον κλῆρον.

Σωτηρόπουλου

Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔλεγε· «Πατέρα, συγχώρησέ τους, διότι δὲν ξέρουν τί κάνουν». Ὅταν δὲ (οἱ στρατιῶτες) μοιράζονταν τὰ ἐνδύματά του, ἔβαλλαν κλῆρο.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἀντιθέτως πρὸς τὰ βασανιστήρια, ποὺ τοῦ ἔκαμαν, ἔλεγε· Πάτερ, συγχώρησέ τους· διότι εἶναι τυφλωμένοι ἀπὸ τὰ πάθη των καὶ δὲν ἡξεύρουν, τί κάνουν. Φονεύουν τὸν Μεσσίαν των καὶ δὲν καταλαβαίνουν, ὅτι μὲ αὐτὸ καταφέρουν θανάσιμον κτύπημα καὶ κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ των. Καὶ ὅταν ἐμοίραζαν τὰ ἐνδύματά του, ἔρριπταν λαχνόν.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔλεγε· «Πάτερ, συγχώρησέ τους· διότι τυφλωμένοι ἀπὸ τὴν ἐμπάθειάν των, δὲν γνωρίζουν τί κάνουν». Καὶ οἱ στρατιῶται ἐμοιράζοντο μεταξύ τους τὰ ἱμάτιά του καὶ ἔβαλλαν κλῆρον, τί θὰ πάρῃ ὁ καθένας.

Λουκ. 23,35

καὶ εἱστήκει ὁ λαὸς θεωρῶν. ἐξεμυκτήριζον δὲ καὶ οἱ ἄρχοντες σὺν αὐτοῖς λέγοντες· ἄλλους ἔσωσε, σωσάτω ἑαυτόν, εἰ οὗτός ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ τοῦ Θεοῦ ἐκλεκτός.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὁ λαὸς στεκόταν καὶ ἔβλεπε. Περιέπαιζαν δὲ καὶ οἱ ἄρχοντες μαζὶ μ’ αὐτοὺς λέγοντας· «Ἄλλους ἔσωσε, ἂς σώσῃ καὶ τὸν ἑαυτό του, ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας), ὁ ἐκλεγμένος ἀπὸ τὸ Θεό».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐστέκετο ὁ λαὸς καὶ παρετήρει σὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ θεάματος περιέργου. Περιέπαιζον δὲ καὶ οἱ ἄρχοντες μαζὶ μὲ μερικοὺς ἄλλους ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ ἔλεγον· Ἄλλους ἔσωσε μὲ τὰ ἀγυρτικά του θαύματα. Ἂς σώσῃ τώρα καὶ τὸν ἑαυτόν του, ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, καὶ ἐὰν πράγματι ἔχῃ ἐκλεγῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ σχέδιον τῆς σωτηρίας τοῦ Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐστέκετο ὁ λαὸς παρατηρῶν καὶ ἀπολαμβάνων τὸ θέαμα τῆς σταυρώσεως. Περιγελοῦσαν δὲ αὐτὸν καὶ οἱ ἄρχοντες μαζῆ μὲ ἄλλους καὶ ἔλεγαν· «ἄλλους ἔσωσε. Ἂς σώσῃ τώρα καὶ τὸν ἑαυτόν του, ἐὰν εἶναι πράγματι αὐτὸς ὁ Χριστὸς ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ Θεοῦ».

Λουκ. 23,36

ἐνέπαιζον δὲ αὐτῷ καὶ οἱ στρατιῶται προσερχόμενοι καὶ ὄξος προσφέροντες αὐτῷ

Σωτηρόπουλου

Τὸν περιέπαιζαν δὲ καὶ οἱ στρατιῶτες πλησιάζοντας καὶ προσφέροντας σ’ αὐτὸν ξύδι

Τρεμπέλα

Τὸν ἐνέπαιζον δὲ καὶ οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἐπλησίαζαν καὶ τοῦ προσέφεραν ξίδι

Κολιτσάρα

Τὸν ἐνέπαιζαν δὲ οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι προσήρχοντο καὶ τοῦ προσέφεραν ξύδι

Λουκ. 23,37

καὶ λέγοντες· εἰ σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, σῶσον σεαυτόν.

Σωτηρόπουλου

καὶ λέγοντας· «Ἐὰν σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, σῶσε τὸν ἑαυτό σου».

Τρεμπέλα

καὶ ἔλεγαν: Ἐὰν σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, σῶσε, τὸν ἑαυτόν σου ἀπὸ τὸ σκληρὸν αὐτὸ μαρτύριον, ποὺ θὰ σοῦ φέρῃ τὸν θάνατον.

Κολιτσάρα

καὶ ἔλεγαν· «ἐὰν σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, σῶσε τὸν ἑαυτόν σου».

Λουκ. 23,38

Ἦν δὲ καὶ ἐπιγραφὴ γεγραμμένη ἐπ’ αὐτῷ γράμμασιν Ἑλληνικοῖς καὶ Ῥωμαϊκοῖς καὶ Ἑβραϊκοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

Σωτηρόπουλου

Ἦταν δὲ καὶ ἐπιγραφὴ ἀπὸ πάνω του γραμμένη στὰ Ἑλληνικὰ καὶ στὰ Ρωμαϊκὰ καὶ στὰ Ἑβραϊκά· Αὐτὸς εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

Τρεμπέλα

Ἦτο δὲ καὶ ἐπιγραφὴ εἰς πινακίδα στερεωμένην ἀπ’ ἐπάνω του, γραμμένη μὲ γράμματα ἑλληνικὰ καὶ ρωμαϊκὰ καὶ ἑβραϊκά· Αὐτὸς εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

Κολιτσάρα

Ἦτο δὲ καὶ ἐπιγραφὴ εἰς εἰδικὴν σανίδα, στερεωμένη εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ σταυροῦ, γραμμένη μὲ γράμματα Ἑλληνικὰ καὶ Ρωμαϊκὰ καὶ Ἑβραϊκά· Αὐτὸς εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

Λουκ. 23,39

Εἷς δὲ τῶν κρεμασθέντων κακούργων ἐβλασφήμει αὐτὸν λέγων· εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς.

Σωτηρόπουλου

Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς κακούργους, ποὺ κρεμάσθηκαν στὸ σταυρό, τὸν ἔβριζε λέγοντας· «Ἐὰν σὺ εἶσαι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας), σῶσε τὸν ἑαυτό σου καὶ ἐμᾶς».

Τρεμπέλα

Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς κακούργους, ποὺ ἐκρεμάσθησαν εἰς τὸν σταυρόν, τὸν ἐνέπαιζε μὲ βλασφήμους ὕβρεις καὶ ἔλεγεν· ἐὰν εἶσαι σὺ ὁ Χριστός, σῶσε τὸν ἑαυτόν σου καὶ ἡμᾶς.

Κολιτσάρα

Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς σταυρωθέντας κακούργους τὸν ἐβλασφημοῦσε λέγων· «ἐὰν σὺ εἶσαι πράγματι ὁ Χριστός, σῶσε τὸν εὐατόν σου καὶ ἡμᾶς».

Λουκ. 23,40

ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἕτερος ἐπετίμα αὐτῷ λέγων· οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ;

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὁ ἄλλος (κακοῦργος) μίλησε καὶ τὸν ἐπέπληξε λέγοντας· «Οὔτε σὺ φοβεῖσαι τὸ Θεό, ἂν καὶ ὑφίστασαι τὸ αὐτὸ πάθος;

Τρεμπέλα

Τοῦ ἀπεκρίθη δὲ ὁ ἄλλος καὶ τὸν ἐπέπληττε λέγων· Ὕστερα ἀπὸ λίγο θὰ ἐμφανισθῆς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Οὔτε ὁ φόβος λοιπὸν τοῦ Θεοῦ σὲ συγκροτεῖ ἀπὸ τοῦ νὰ προσθέτης καὶ τώρα νέας ἁμαρτίας εἰς τὸν ἑαυτόν σου; Δὲν ἐνθυμεῖσαι τὸ παρελθόν σου καὶ τὰ τόσα σου ἐγκλήματα; Διότι ὑφίστασαι τὴν αὐτὴν καταδίκην καὶ τὴν αὐτὴν ποινὴν τοῦ σταυροῦ, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτός.

Κολιτσάρα

Ἀπεκρίθη δὲ ὁ ἄλλος, τὸν ἐπέπληττε καὶ τοῦ ἔλεγε· οὔτε τὸν Θεὸν σὺ ὁ ἐγκληματίας καὶ ἔνοχος δὲν φοβεῖσαι, διότι ὑφίστασαι τὴν ἰδίαν καταδίκην μὲ αὐτὸν τὸν ἀθῶον;

Λουκ. 23,41

καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐμεῖς μὲν δικαίως (τιμωρούμεθα), διότι ἀπολαμβάνουμε αὐτά, ποὺ ἀξίζουν οἱ πράξεις μας. Ἀλλ’ αὐτὸς (ὁ Ἰησοῦς) κανένα ἄτοπο δὲν ἔπραξε».

Τρεμπέλα

Καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως τιμωρούμεθα, διότι ἀπολαμβάνομεν ἄξια ἐκείνων, ποὺ ἐπράξαμεν. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἔκαμε τίποτε τὸ ἄτοπον καὶ ἀπρεπές. Πολὺ περισσότερον δὲν ἔκαμε τίποτε τὸ ἐγκληματικόν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως τιμωρούμεθα, διότι ἀπολαμβάνομεν ἄξια ἐκείνων ποὺ ἐπράξαμεν. Αὐτὸς ὅμως κανένα ποτὲ ἄτοπον δὲν ἔπραξε».

Λουκ. 23,42

καὶ ἔλεγε τῷ Ἰησοῦ· μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.

Σωτηρόπουλου

Ἔλεγε δὲ στὸν Ἰησοῦ· «Θυμήσου με, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς μὲ τὴ βασιλική σου δύναμι».

Τρεμπέλα

Καὶ ἔλεγεν εἰς τὸν Ἰησοῦν: Ἐνθυμήσου με, Κύριε, ὅταν θὰ ἐπανέλθῃς μὲ τὴν δόξαν καὶ δύναμιν τῆς βασιλείας σου καὶ ἀνάστησέ με διὰ νὰ ἀπολαύσω καὶ ἐγὼ αὐτήν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔλεγεν εἰς τὸν Ἰησοῦν· «ἐνθυμήσου με, Κύριε, ὅταν θὰ ἔλθῃς μὲ δόξαν καὶ δύναμιν εἰς τὴν βασιλείαν σου, ὥστε νὰ ἀπολαύσω καὶ ἐγὼ τὴν χαρὰν καὶ τὴν μακαριότητα αὐτῆς».

Λουκ. 23,43

καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ.

Σωτηρόπουλου

Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἀληθινὰ σοῦ λέγω, σήμερα θὰ εἶσαι μαζί μου στὸν παράδεισο».

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Ἐν πάσῃ ἀληθεῖᾳ σὲ βεβαιῷ, ὅτι σήμερον ἀπὸ τὴν στιγμήν, ποὺ θὰ ἀποθάνωμεν, θὰ εἶσαι μαζί μου εἰς τὸν Παράδεισον.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· «σὲ διαβεβαιώνω, ὅτι σήμερον θὰ εἶσαι μαζῆ μου εἰς τὸν παράδεισον».

Λουκ. 23,44

Ἦν δὲ ὡσεὶ ὥρα ἕκτη καὶ σκότος ἐγένετο ἐφ’ ὅλην τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης, τοῦ ἡλίου ἐκλείποντος,

Σωτηρόπουλου

Ἦταν δὲ περίπου ὥρα δώδεκα τὸ μεσημέρι καὶ ἔπεσε σκοτάδι σ’ ὅλη τὴ γῆ ἕως ὥρα τρεῖς τὸ ἀπόγευμα, διότι ὁ ἥλιος ὑπέστη ἔκλειψι.

Τρεμπέλα

Ἦτο δὲ ὥρα περίπου ἓξ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, δηλαδὴ μεσημβρία. Καὶ ἔγινε σκότος εἰς ὅλην τὴν γῆν ἕως τὰς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα, καὶ ἐσκοτείνιασεν ὁ ἥλιος.

Κολιτσάρα

Ἦτο δὲ ὥρα ἓξ περίπου ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, δηλαδὴ μεσημέρι, καὶ ἀπλώθηκε σκότος εἰς ὅλην τὴν γῆν ἕως τὰς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα, διότι εἶχε χαθῆ ὁ ἥλιος ἀπὸ τὸν οὐρανόν.

Λουκ. 23,45

καὶ ἐσχίσθη τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ μέσον·

Σωτηρόπουλου

Καὶ τὸ παραπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίσθηκε στὸ μέσο.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐσχίσθη εἰς τὸ μέσον τὸ παραπέτασμα, ποὺ ἐχώριζεν εἰς τὸν ναὸν τὰ Ἅγια ἀπὸ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐσχίσθη εἰς τὸ μέσον τὸ πολύτιμον παραπέτασμα τοῦ ναοῦ.

Λουκ. 23,46

καὶ φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ ὁ Ἰησοῦς εἶπε· πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου· καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐξέπνευσεν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ φώναξε μὲ φωνὴ μεγάλη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· «Πατέρα, στὰ χέρια σου παραδίδω τὸ πνεῦμα μου». Καὶ μόλις εἶπε αὐτό, ἐξέπνευσε.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐφώναξε μὲ φωνὴν μεγάλην ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· Πάτερ, γεμᾶτος ἐλπίδα καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς σέ, παραδίδω εἰς τὰς χεῖρας σου τὴν λογικὴν καὶ ἀθάνατον ψυχήν μου. Καὶ ἀφοῦ εἶπε τοὺς λόγους αὐτούς, ἐξεψύχησεν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐφώναξε μὲ φωνὴν μεγάλην ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· «πάτερ, εἰς τὰς χεῖρας σου παραίδω τὸ πνεῦμα μου». Καὶ ἀφοῦ εἶπε τοὺς λόγους αὐτούς, ἐξέπνευσε.

Λουκ. 23,47

ἰδὼν δὲ ὁ ἑκατόνταρχος τὸ γενόμενον ἐδόξασε τὸν Θεὸν λέγων· ὄντως ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος ἦν.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ὁ ἑκατόνταρχος εἶδε αὐτὸ ποὺ ἔγινε, δόξασε τὸ Θεὸ καὶ εἶπε· «Ὄντως αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀθῷος».

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ εἶδεν ὁ ἑκατόνταρχος αὐτὸ ποὺ ἔγινε, τὸ σκότος δηλαδὴ καὶ τὸν σεισμόν, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος ποὺ ὥριζε τὴν ζωήν του, παρέδωκε τὸ πνεῦμα του εἰς τὸν Πατέρα του, ἐδόξασε τὸν Θεὸν μὲ τὴν ὁμολογίαν αὐτήν, ποὺ εἶπε· Πράγματι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦτο δίκαιος καὶ δὲν ἠπατᾶτο, ὅταν ἔλεγε τὸν ἑαυτόν του Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ὁ ἑκατόνταρχος εἶδεν αὐτὸ ποὺ ἔγινε, δηλαδὴ τὸ σκότος, τὸν σεισμὸν καὶ πρὸ παντὸς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς ὡς Κύριος τῆς ζωῆς του παρέδωσε τὸ πνεῦμα, ἐδόξασε τὸν Θεόν, λέγων· «πράγματι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἦτο δίκαιος».

Λουκ. 23,48

καὶ πάντες οἱ συμπαραγενόμενοι ὄχλοι ἐπὶ τὴν θεωρίαν ταύτην, θεωροῦντες τὰ γενόμενα, τύπτοντες ἑαυτῶν τὰ στήθη ὑπέστρεφον.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὅλα τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ποὺ μαζεύθηκαν γιὰ νὰ ἰδοῦν αὐτὸ τὸ θέαμα (τῆς σταυρώσεως), βλέποντας ὅσα ἔγιναν, ἐπέστρεφαν κτυπώντας τὰ στήθη τους.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅλα τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ποὺ εἶχαν ἔλθει μαζὶ ἐκ περιεργείας διὰ νὰ ἴδουν τὸ θέαμα αὐτὸ τῆς θανατικῆς ἐκτελέσεως, ὅταν εἶδαν ὅσα ἔγιναν, ἐγύριζαν ὀπίσω εἰς τὴν πόλιν κτυπῶντες τὰ στήθη των εἰς ἐκδήλωσιν λύπης καὶ μετανοίας.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅλα τὰ πλήθη ποὺ εἶχαν ἔλθει μαζῆ διὰ νὰ παρακολουθήσουν τὸ θέαμα τῆς σταυρώσεως, ὅταν εἶδαν αὐτὰ ποὺ ἔγιναν, ἐγύρισαν πίσω εἰς τὴν πόλιν, κτυπῶντες τὰ στήθη των, διὰ νὰ ἐκδηλώσουν ἔτσι τὴν μετάνοιάν των.

Λουκ. 23,49

εἱστήκεισαν δὲ πάντες οἱ γνωστοὶ αὐτοῦ ἀπὸ μακρόθεν, καὶ γυναῖκες αἱ συνακολουθήσασαι αὐτῷ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, ὁρῶσαι ταῦτα.

Σωτηρόπουλου

Ὅλοι δὲ οἱ γνωστοί του, καθὼς καὶ οἱ γυναῖκες, ποὺ μαζὶ τὸν ἀκολούθησαν ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, στέκονταν μακριὰ καὶ παρακολουθοῦσαν τὰ γεγονότα.

Τρεμπέλα

Ὅλοι δὲ οἱ γνωστοί του καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες, ποὺ τὸν ἠκολούθησαν μαζὶ ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν, ἐστέκοντο ἀπὸ μακρυὰ καὶ ἔβλεπαν καὶ τὰ περιστατικὰ τῆς σταυρώσεως τοῦ Κυρίου καὶ τὰ σημεῖα, ποὺ ἐτρόμαξαν ὅλους, καὶ τὴν ἐπάνοδον τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἐκτύπων τὰ στήθη των.

Κολιτσάρα

Ὅλοι δὲ οἱ γνωστοὶ τοῦ Κυρίου ἐστέκοντο ἀπὸ μακρυά, ὅπως ἐπίσης καὶ αἱ γυναῖκες, ποὺ τὸν εἶχαν ἀκολουθήσει ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν, καὶ ἔβλεπαν ὅλα τὰ περιστατικὰ τῆς σταυρώσεως.

Λουκ. 23,50

Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσήφ, βουλευτὴς ὑπάρχων καὶ ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος -

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἰδοὺ παρουσιάζεται ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ἰωσήφ, ποὺ ἦταν βουλευτής (μέλος τοῦ συνεδρίου), καὶ ἄνθρωπος καλὸς καὶ εὐσεβής, -

Τρεμπέλα

Καὶ ἰδοὺ παρουσιάζεται ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ ἐλέγετο Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἦτο βουλευτής, μέλος τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου δηλαδή, ἄνθρωπος καλὸς καὶ εὐεργετικός, συγχρόνως δὲ καὶ ἐνάρετος.

Κολιτσάρα

Καὶ ἰδού, ἐμφανίζεται ἔνας ἄνθρωπος ποὺ ἐλέγετο Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἦτο βουλευτής, μέλος δηλαδὴ τοῦ συνεδρίου, ἄνθρωπος ἀγαθὸς καὶ δίκαιος.

Λουκ. 23,51

οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειμένος τῇ βουλῇ καὶ τῇ πράξει αὐτῶν - ἀπὸ Ἀριμαθαίας πόλεως τῶν Ἰουδαίων, ὃς προσεδέχετο καὶ αὐτὸς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ,

Σωτηρόπουλου

αὐτὸς δὲν εἶχε συμφωνήσει μὲ τὴν ἀπόφασι καὶ τὴν πρᾶξι αὐτῶν (τῶν μελῶν τοῦ συνεδρίου) - , καταγόμενος ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία, πόλι τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἀνέμενε καὶ αὐτὸς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς δὲν εἶχε συμφωνήσει εἰς τὴν ἀπόφασιν, ποὺ ἔλαβαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ οὔτε εἰς τὰ μέτρα καὶ τὴν ἐνέργειάν των, διὰ τῶν ὁποίων ἐξησφάλισαν τὴν ἐπικύρωσιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἦτο δὲ ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Ἰουδαίων Ἀριμαθαίαν καὶ εἶχε πιστεύσει εἰς τὸ περὶ βασιλείας τοῦ Θεοῦ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐπερίμενε καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ τόσους ἄλλους μαθητὰς τὴν βασιλείαν ταύτην.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς δὲν εἶχε συγκατατεθῆ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ συνεδρίου καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐνέργειαν τῶν συνέδρων διὰ τὴν σταύρωσιν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς κατήγετο ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαίαν, πόλιν τῶν Ἰουδαίων, εἶχε δὲ δεχθῇ καὶ πιστεύσει εἰς τὸ κήρυγμα περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ τὴν ὁποίαν καὶ ἐπερίμενε.

Λουκ. 23,52

οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ,

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς προσῆλθε στὸν Πιλᾶτο καὶ ζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ διακεκριμένος λοιπὸν καὶ ἐνάρετος αὐτὸς ἄνθρωπος παρουσιάσθη εἰς τὸν Πιλᾶτον καὶ ἐζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς προσῆλθε εἰς τὸν Πιλᾶτον καὶ ἐζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

Λουκ. 23,53

καὶ καθελὼν αὐτὸ ἐνετύλιξε σινδόνι καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν μνήματι λαξευτῷ, οὗ οὐκ ἦν οὐδεὶς οὐδέπω κείμενος·

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀφοῦ τὸ κατέβασε (ἀπὸ τὸ σταυρό), τὸ τύλιξε σ’ ἕνα σεντόνι, καὶ τὸ ἔθεσε σ’ ἕνα μνῆμα λαξευμένο σὲ βράχο, ὅπου κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχε ἐνταφιασθῇ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ τὸ ἐκατέβασεν ἀπὸ τὸν σταυρόν, τὸ ἐτύλιξεν εἰς σινδόνα καὶ τὸ ἔθεσεν εἰς μνημεῖον σκαλισμένον μέσα εἰς βράχον, εἰς τὸ ὁποῖον κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχε ἀποτεθῇ καὶ ταφῇ.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ τὸ κατέβασε ἀπὸ τὸν σταυρόν, τὸ ἐτύλιξεν εἰς σινδόνι καὶ τὸ ἔθεσε εἰς μνημεῖον σκαλισμένον εἰς βράχον, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον κανείς ποτὲ δὲν εἶχε ταφῇ.

Λουκ. 23,54

καὶ ἡμέρα ἦν παρασκευή, σάββατον ἐπέφωσκε.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἦταν ἡμέρα Παρασκευή, πλησίαζε νὰ ἀρχίσῃ τὸ Σάββατο.

Τρεμπέλα

Καὶ ἦτο ἡμερα Παρασκευή· διότι δὲν εἶχε δύσει ἀκόμη ὁ ἥλιος. Ἐπλησίαζεν ὅμως μὲ τὸ ἑσπερινὸν φῶς νὰ ἀρχίσῃ τὸ Σάββατον.

Κολιτσάρα

Καὶ ἦτο ἀκόμη ἡμέρα Πρασκευή. Ἐπλησίαζεν ὅμως τὸ Σάββατον, ποὺ θὰ ἤρχιζε μὲ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου.

Λουκ. 23,55

Κατακολουθήσασαι δὲ αἱ γυναῖκες, αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ ἐκ τῆς Γαλιλαίας, ἐθεάσαντο τὸ μνημεῖον καὶ ὡς ἐτέθη τὸ σῶμα αὐτοῦ,

Σωτηρόπουλου

Οἱ δὲ γυναῖκες, ποὺ εἶχαν ἔλθει μαζί του ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, εἶδαν τὸ μνῆμα, καὶ ὅτι ἐτέθη ἐκεῖ τὸ σῶμα του.

Τρεμπέλα

Παρηκολούθησαν δὲ μέχρι τέλους τὴν ταφὴν αἱ γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἔλθει μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τὴν Γαλιλαῖαν καὶ παρετήρησαν μὲ προσοχὴν τὴν τοποθεσίαν τοῦ μνημείου, καθὼς καὶ τὸ πῶς, σαβανωμένον καὶ τυλιγμένον εἰς τὴν σινδόνα, ἐτέθη εἰς αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

Κολιτσάρα

Παρακολουθοῦσαν δὲ μὲ προσοχὴν αἱ γυναῖκες, ποὺ εἶχαν ἔλθει μαζῆ μὲ τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν καὶ εἶδαν τὸ μνημεῖον, ὅπως ἐπίσης εἶδαν πῶς ἐτέθη τὸ σῶμα του εἰς αὐτὸ σαβανωμένον.

Λουκ. 23,56

ὑποστρέψασαι δὲ ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα. καὶ τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀφοῦ ἐπέστρεψαν (στὴν πόλι), ἑτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα. Καὶ τὸ μὲν Σάββατο δὲν ἔκαναν καμμία ἐνέργεια συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολή (περὶ ἀργίας τοῦ Σαββάτου).

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν πόλιν, ἑτοίμασαν πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου βοτάνια ἀρωματικὰ καὶ ἔλαια εὐώδη. Καὶ κατὰ μὲν τὸ Σάββατον ἡσύχασαν σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολήν, ποὺ ἐπιβάλλει ἀργίαν κατὰ τὸ Σάββατον.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν πόλιν, ἡτοίμασαν πρὶν δύσῃ ὁ ἥλιος, ἀρώματα καὶ εὐώδη ἔλαια. Καὶ κατὰ μὲν τὸν Σάββατον ἡσύχασαν καὶ δὲν ἔκαναν τίποτε, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν περὶ τῆς σαββατικῆς ἀργίας.