Κατὰ Λουκάν 7
Λουκ. 7,1
Ἐπεὶ δὲ ἐπλήρωσε πάντα τὰ ῥήματα αὐτοῦ εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ λαοῦ, εἰσῆλθεν εἰς Καπερναούμ.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ (ὁ Ἰησοῦς) τελείωσε ὅλα τὰ λόγια, ποὺ εἶχε νὰ εἰπῇ στὸ λαό, μπῆκε στὴν Καπερναούμ.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἐτελείωσεν ὅλους τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ ἐγέμισε μὲ αὐτοὺς τὰ αὐτιὰ τοῦ λαοῦ, ἐμβῆκεν ἀπὸ τὸ πεδινὸν μέρος, ποὺ ἦτο, εἰς τὴν Καπερναούμ.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ἐτελείωσε ὁ Κύριος ὅλα τὰ λόγια αὐτὰ πρὸς τὸ πλῆθος, ποὺ μὲ προσοχὴν τὸν ἤκουε, εἰσῆλθε εἰς τὴν Καπερναούμ.
Λουκ. 7,2
Ἑκατοντάρχου δέ τινος δοῦλος κακῶς ἔχων ἤμελλε τελευτᾶν, ὃς ἦν αὐτῷ ἔντιμος.
Σωτηρόπουλου
Κάποιου δὲ ἑκατοντάρχου δοῦλος, τὸν ὁποῖον ἐκτιμοῦσε, ἦταν ἀσθενὴς καὶ ἑτοιμοθάνατος.
Τρεμπέλα
Ὁ δοῦλος δὲ κάποιου ἑκατοντάρχου εἶχεν ἄσχημα εἰς τὴν ὑγείαν του καὶ ἐκινδύνευε νὰ ἀποθάνῃ. Καὶ ὁ δοῦλος αὐτὸς ἦτο ἀγαπητὸς εἰς τὸν ἑκατόνταρχον διὰ τὴν πρὸς αὐτὸν πίστιν καὶ ὑπακοήν.
Κολιτσάρα
Κάποιου δὲ ἑκατοντάρχου ὁ δοῦλος ἦτο ἀσθενὴς πολὺ βαρειὰ καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀποθάνῃ. Καὶ ὁ δοῦλος αὐτὸς ἦτο διὰ τὴν τιμιότητα καὶ ὑπακοήν του πολὺ ἀγαπητὸς εἰς τὸν ἑκατόνταρχον.
Λουκ. 7,3
ἀκούσας δὲ περὶ τοῦ Ἰησοῦ ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων ἐρωτῶν αὐτὸν ὅπως ἐλθὼν διασώσῃ τὸν δοῦλον αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ ἄκουσε γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων μὲ τὴν παράκλησι νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ σώσῃ τὸ δοῦλο του.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἤκουσε περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ὅτι ἦλθεν εἰς τὴν Καπερναούμ, τοῦ ἔστειλε μερικοὺς προεστοὺς τῶν Ἰουδαίων καὶ τὸν παρεκάλει νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ σώσῃ ἀπὸ τὸν μεγάλον κίνδυνον τὸν δοῦλον του.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ὁ ἑκατόνταρχος ἐπληροφορήθηκε περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἔστειλε πρὸς αὐτὸν μερικοὺς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ ἔλθῃ καὶ σώσῃ τὸν δοῦλον του.
Λουκ. 7,4
οἱ δὲ παραγενόμενοι πρὸς τὸν Ἰησοῦν παρεκάλουν αὐτὸν σπουδαίως, λέγοντες ὅτι ἄξιός ἐστιν ᾧ παρέξει τοῦτο.
Σωτηρόπουλου
Ἐκεῖνοι δὲ πῆγαν στὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσαν θερμὰ λέγοντας· «Ἀξίζει νὰ τοῦ κάνῃς αὐτό.
Τρεμπέλα
Αὐτοὶ δὲ ἀφοῦ ἦλθον εἰς τὸν Ἰησοῦν, τὸν παρεκάλουν μὲ ἐπιμονὴν καὶ θερμότητα λέγοντες, ὅτι εἶναι ἄξιος αὐτός, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ παράσχῃ τὴν χάριν αὐτὴν ποὺ ζητεῖ,
Κολιτσάρα
Αὐτοὶ δέ, ἀφοῦ ἦλθαν εἰς τὸν Ἰησοῦν, τὸν παρακαλοῦσαν μὲ θερμὸν ἐνδιαφέρον καὶ ἐπιμονὴν λέγοντες, ὅτι ἀξίζει ὁ ἑκατόνταρχος νὰ τοῦ κάμῃς αὐτὴν τὴν χάριν,
Λουκ. 7,5
ἀγαπᾷ γὰρ τὸ ἔθνος ἡμῶν, καὶ τὴν συναγωγὴν αὐτὸς ᾠκοδόμησεν ἡμῖν.
Σωτηρόπουλου
Διότι ἀγαπᾷ τὸ ἔθνος μας, καὶ τὴ συναγωγὴ αὐτὸς ἔκτισε γιὰ μᾶς».
Τρεμπέλα
διότι, ἔλεγον οἱ προεστοὶ οὗτοι, ἀγαπᾷ τὸ ἔθνος μας καὶ τὴν συναγωγὴν αὐτὸς δι’ ἰδίων του χρημάτων μᾶς τὴν ἔκτισε.
Κολιτσάρα
διότι ἀγαπᾷ τὸ ἔθνος μας καὶ μὲ ἰδικά του χρήματα ἔκτισε τὴν συναγωγήν.
Λουκ. 7,6
ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐπορεύετο σὺν αὐτοῖς. ἤδη δὲ αὐτοῦ οὐ μακρὰν ἀπέχοντος ἀπὸ τῆς οἰκίας ἔπεμψε πρὸς αὐτὸν ὁ ἑκατόνταρχος φίλους λέγων αὐτῷ· Κύριε, μὴ σκύλλου· οὐ γάρ εἰμι ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην μου εἰσέλθῃς·
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Ἰησοῦς πῆγε μαζί τους. Ἀλλ’ ὅταν πλέον δὲν ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὸ σπίτι, ὁ ἑκατόνταρχος ἔστειλε πρὸς αὐτὸν φίλους καὶ τοῦ εἶπε· «Κύριε, νὰ μὴ ταλαιπωρῆσαι, διότι δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ μπῇς στὸ σπίτι μου.
Τρεμπέλα
Πράγματι δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐπήγαινε μαζί τους εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἑκατοντάρχου. Καὶ ὅταν πλέον δὲν ἦτο μακρὰν ἀπὸ τὸ σπίτι, ἔστειλεν ὁ ἑκατόνταρχος κάποιους φίλους του καὶ τοῦ εἶπε· Κύριε, μὴ ἐνοχλῆσαι καὶ μὴ ἐμβαίνῃς εἰς τὸν μεγαλύτερον κόπον του νὰ ἔλθῃς εἰς τὸ σπίτι μου. Διότι δὲν εἶμαι ἄξιος διὰ νὰ ἔμβῃς κάτω ἀπὸ τὴν στέγην μου.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐπήγαινε μαζῆ μὲ αὐτούς. Καὶ ὅταν ἐπλησίαζε εἰς τὸ σπίτι, ἔστειλε πρὸς αὐτὸν ὁ ἑκατόνταρχος μερικοὺς φίλους του καὶ τοῦ εἶπε· «Κύριε, μὴ ἐνοχλεῖσαι· διότι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἄξιος νὰ εἰσέλθῃς κάτω ἀπὸ τὴν στέγην μου.
Λουκ. 7,7
διὸ οὐδὲ ἐμαυτὸν ἠξίωσα πρός σε ἐλθεῖν· ἀλλ’ εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου.
Σωτηρόπουλου
Γι’ αὐτὸ δὲν θεώρησα τὸν ἑαυτό μου ἄξιο οὔτε νὰ ἔλθω πρὸς ἐσένα. Ἀλλὰ δῶσε διαταγὴ μὲ λόγο, καὶ θὰ θεραπευθῇ ὁ δοῦλος μου.
Τρεμπέλα
Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ δὲν ἔκρινα τὸν ἑαυτόν μου ἄξιον νὰ ἔλθω αὐτοπροσώπως εἰς σέ. Ἀλλὰ εἰπὲ μὲ ἀπλοῦν λόγον νὰ γίνῃ αὐτό, ποὺ σοῦ ζητῶ, καὶ θὰ ἰατρευθῇ ἀσφαλῶς ὁ ὑπηρέτης μου.
Κολιτσάρα
Δι’ αὐτό καὶ οὔτε τὸν εὐατόν μου ἔκρινα ἄξιον νὰ ἔλθω πρὸς σέ. Ἀλλὰ πὲς μόνον λόγον, δῶσε προσταγὴν καὶ θὰ θεραπευθῇ ἀμέσως ὁ ὑπηρέτης μου.
Λουκ. 7,8
καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν τασσόμενος, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ.
Σωτηρόπουλου
Διότι ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ὑποτασσόμενος σὲ ἐξουσία, ἔχοντας ὅμως στὶς διαταγές μου στρατιῶτες, καὶ λέγω σὲ τοῦτον, “Πήγαινε”, καὶ πηγαίνει, καὶ σ’ ἄλλον, “Ἔλα”, καὶ ἔρχεται, καὶ στὸ δοῦλο μου, “Κάνε αὐτό”, καὶ τὸ κάνει».
Τρεμπέλα
Διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος, ποὺ τίθεμαι ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀνωτέρου μου καὶ ἐξαρτῶμαι ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, ἔχω ὅμως καὶ ἐγὼ ὑπὸ τὸν ἑαυτόν μου στρατιώτας. Καὶ λέγω εἰς αὐτὸν τὸν στρατιώτην· Πήγαινε, καὶ πηγαίνει. Καὶ εἰς τὸν ἄλλον λέγω· Ἐλθέ, καὶ ἔρχεται. Καὶ εἰς τὸν ὑπηρέτην μου λέγω· Κάμε τοῦτο, καὶ τὸ κάνει. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἰδικός μου λόγος ἐκτελεῖται ἀμέσως, ἐὰν διατάξῃς σύ, ποὺ δὲν εἶσαι ὑπὸ τὰς διαταγὰς κανενὸς ἀνθρώπου, ἀλλ’ ἔχεις ἐξουσίαν καὶ ἐπὶ τῶν ἀοράτων δυνάμεων, δὲν θὰ γίνῃ ἐκεῖνο, ποὺ θέλεις;
Κολιτσάρα
Διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος, ποὺ θέτω τὸν εὐατόν μου κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τῶν ἀνωτέρων μου, ἔχω ὅμως καὶ ἐγὼ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν μου στρατιώτας καὶ λέγω εἰς τοῦτον, πήγαινε καὶ πηγαίνει καὶ εἰς τὸν ἄλλον, ἔλα καὶ ἔρχεται καὶ εἰς τὸν ὑπηρέτην μου, κάμε τοῦτο καὶ τὸ κάμνει. Πολὺ περισσότερον ὁ ἰδικός σου λόγος θὰ γίνῃ ἀμέσως ἔργον».
Λουκ. 7,9
ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασεν αὐτόν, καὶ στραφεὶς τῷ ἀκολουθοῦντι αὐτῷ ὄχλῳ εἶπε· λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, τὸν θαύμασε καὶ στράφηκε πρὸς τὸ λαό, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε, καὶ εἶπε· «Σᾶς λέγω, τόσο μεγάλη πίστι οὔτε στὸν Ἰσραὴλ δὲν βρῆκα».
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἤκουσεν αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, ἐθαύμασε τὸν ἑκατόνταρχον καὶ ἀφοῦ ἐγύρισε πρὸς τὸ μέρος τοῦ πλήθους, ποὺ τὸν ἠκολούθει, εἶπε· Σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε εἰς τὸν Ἰσραήλ, τὸν ἐκλεκτὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ, δὲν εὗρον τόσην μεγάλην πίστιν.
Κολιτσάρα
Ὅταν ἤκουσε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, ἐθαύμασε τὸν ἑκατόνταρχον, καὶ ἀφοῦ ἐγύρισε πρὸς τὸν λαόν, ποὺ ἀκολουθοῦσε, εἶπε· «σᾶς λέγω ὅτι οὔτε μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτών, ποὺ εἶναι παρασκευασμένοι ἀπὸ τὸν νόμον καὶ τοὺς προφήτας, δὲν εὑρῆκα τόσον μεγάλην πίστιν». (Ἀμέσως δὲ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐθεράπευσε μὲ τὴν ἄπειρόν του δύναμιν τὸν δοῦλον, χωρὶς νὰ τὸν ἐπισκεφθῇ εἰς τὸ σπίτι».
Λουκ. 7,10
καὶ ὑποστρέψαντες οἱ πεμφθέντες εἰς τὸν οἶκον εὗρον τὸν ἀσθενοῦντα δοῦλον ὑγιαίνοντα.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὅταν ἐπέστρεψαν οἱ ἀπεσταλμένοι στὸ σπίτι, βρῆκαν τὸν ἀσθενῆ δοῦλο ὑγιῆ.
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν ἐπέστρεψαν εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἑκατοντάρχου ἐκεῖνοι, ποὺ ἐστάλησαν ἀπὸ αὐτὸν διὰ νὰ παρακαλέσουν τὸν Ἰησοῦν, εὗρον τὸν δοῦλον νὰ εἶναι ἐν πλήρει ὑγείᾳ.
Κολιτσάρα
Καὶ ὅταν οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ ἑκατοντάρχου ἐπέστρεψαν εἰς τὸ σπίτι, εὐρῆκαν τὸν ἀσθενῆ δοῦλον ἐντελῶς ὑγιῆ.
Λουκ. 7,11
Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς.
Σωτηρόπουλου
Κατόπιν δὲ (ὁ Ἰησοῦς) πήγαινε σὲ μία πόλι ὀνομαζομένη Ναΐν. Καὶ πήγαιναν μαζί του ἀρκετοὶ μαθηταί του καὶ λαὸς πολύς.
Τρεμπέλα
Καὶ εἰς τὸν κατόπιν χρόνον συνέβη νὰ πηγαίνη ὁ Ἰησοῦς εἰς καποίαν πόλιν, ποὺ ἐλέγετο Ναΐν. Καὶ ἐπήγαιναν μαζί του οἱ μαθηταί του, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀρκετοί, καὶ πλῆθος λαοῦ πολύ.
Κολιτσάρα
Ἔπειτα ἀπὸ αὐτά, ἐπήγαινε ὁ Ἰησοῦς πρὸς τὴν πόλιν Ναΐν. Καὶ μαζῆ του ἐπήγαιναν ἀρκετοὶ μαθηταί του καὶ λαὸς πολύς.
Λουκ. 7,12
ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ πλησίασε στὴν πύλη τῆς πόλεως, ἰδοὺ γινόταν ἡ ἐκφορὰ ἑνὸς νεκροῦ, ποὺ ἦταν υἱὸς μονογενὴς στὴ μητέρα του, αὐτὴ δὲ ἦταν χήρα, καὶ λαὸς πολὺς ἀπὸ τὴν πόλι τὴ συνώδευε.
Τρεμπέλα
Μόλις δὲ ἐπλησίασεν εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἔβγαζαν ἔξω ἕνα πεθαμένον, ποὺ ἦτο μονάκριβος υἱὸς εἰς τὴν μητέρα του, καὶ αὐτὴ ἦτο χήρα μὴ ἔχουσα κανένα ἄλλον προστάτην. Καὶ λαὸς πολὺς ἀπὸ τὴν πόλιν ἦτο μαζὶ μὲ αὐτὴν παρακολουθῶν μὲ πολλὴν συμπάθειαν τὴν κηδείαν.
Κολιτσάρα
Μόλις δὲ ἐπλησίασε εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως καὶ ἰδοὺ ἐγίνετο ἡ ἐκφορὰ ἑνὸς νεκροῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο μονογενὴς υἱὸς εἰς μητέρα χήραν καὶ ἀποστράτευτον καὶ πολὺς λαὸς μὲ πολλὴν συμπάθειαν πρὸς αὐτὴν παρακολουθοῦσε μαζῆ της τὴν κηδείαν.
Λουκ. 7,13
καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε·
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ ὁ Κύριος τὴν εἶδε, τὴ σπλαγχνίσθηκε καὶ τῆς εἶπε· «Μὴν κλαῖς!».
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν τὴν εἶδεν ὁ Ἰησοῦς, τὴν ἐλυπήθη, καὶ βέβαιος περὶ τοῦ ὅτι μετ’ ὀλίγον ὁ υἱός της θὰ ἀνεσταίνετο, τῆς εἶπε· Μὴν κλαῖς.
Κολιτσάρα
Καὶ ὅταν τὴν εἶδε ὁ Κύριος, τὴν εὐσπλαγχνίσθη καὶ τῆς εἶπε· «μὴ κλαίεις».
Λουκ. 7,14
καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.
Σωτηρόπουλου
Ἔπειτα πλησίασε καὶ ἄγγιξε τὸ φέρετρο, αὐτοὶ δὲ ποὺ τὸ βάσταζαν σταμάτησαν, καὶ εἶπε· «Νεανίσκε, σὲ σένα ἀπευθύνομαι, σήκω!».
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἐπλησίασεν, ἤγγισε τὸ φέρετρον. Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ τὸ ἐβάσταζαν, ἐστάθησαν. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Νεανίσκε, εἰς σὲ ὁμιλῶ· σήκω.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ ἐπλησίασε, ἤγγισε τὸ φέρετρον, ἐνῶ ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἐκρατοῦσαν ἐσταμάτησαν, καὶ εἶπε· «νεανίσκε, εἰς σὲ λέγω· Σήκω».
Λουκ. 7,15
καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀνασηκώθηκε ὁ νεκρὸς καὶ ἄρχισε νὰ μιλάῃ, καὶ τὸν παρέδωσε στὴ μητέρα του.
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ νεκρὸς ἀνεσηκώθη καὶ ἐκάθησε ζωντανὸς ἐπὶ τοῦ φερέτρου καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς τότε τὸν ἔδωκεν εἰς τὴν μητέρα του.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀμέσως ἐσηκώθη καὶ ἐκάθισε ὁ νεκρὸς καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔδωκε αὐτὸν εἰς τὴν μητέρα του.
Λουκ. 7,16
ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ δέος κυρίευσε ὅλους, καὶ δόξαζαν τὸ Θεὸ λέγοντας, «Μεγάλος προφήτης ἐμφανίσθηκε σ’ ἐμᾶς», καί, «Ὁ Θεὸς ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὸ λαό του».
Τρεμπέλα
Ἐκυρίευσε δὲ φόβος ὅλους, διότι ᾐσθάνοντο τὴν παρουσίαν θείας δυνάμεως ἐν μέσῳ τῆς ἁμαρτωλότητος καὶ ἀναξιότητος αὐτῶν. Καὶ ἐδόξαζαν τὸν Θεὸν καὶ ἔλεγαν, ὅτι προφήτης μεγάλος ἀνεφάνη μεταξύ μας καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐπεσκέφθη τὸν λαόν του διὰ νὰ προστατεύσῃ αὐτόν.
Κολιτσάρα
Καὶ κατέλαβε φόβος ὅλους καὶ ἐδόξαζαν τὸν Θεὸν λέγοντες ὅτι «προφήτης μέγας παρουσιάσθη μεταξύ μας καὶ ὅτι ὁ πανάγαθος Θεὸς ἐπεσκέφθηκε τὸν λαόν του».
Λουκ. 7,17
καὶ ἐξῆλθεν ὁ λόγος οὗτος ἐν ὅλῃ τῇ Ἰουδαίᾳ περὶ αὐτοῦ καὶ ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ διαδόθηκε αὐτὴ ἡ φήμη γι’ αὐτὸν σ’ ὅλη τὴν Ἰουδαία καὶ σ’ ὅλα τὰ περίχωρα.
Τρεμπέλα
Καὶ διεδόθη ἡ φήμη τῆς ἀναστάσεως αὐτῆς τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας εἰς ὅλην τὴν Ἰουδαίαν περὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἰς ὅλας τὰς γειτονικὰς χώρας, ποὺ ἦσαν τριγύρω ἀπὸ τὴν Ἰουδαίαν.
Κολιτσάρα
Καὶ διεδόθη τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως τοῦ νεκροῦ ἐκ μέρους τοῦ Χριστοῦ εἰς ὅλην τὴν Ἰουδαίαν καὶ εἰς τὰς πλησίον γειτονικὰς χώρας. (Ὅτι δηλαδὴ ὁ Ἰησοῦς μὲ ἕνα λόγον, χωρὶς καμμίαν δυσκολίαν καὶ χρονοτριβὴ ἀνέστησε τὸν νεκρόν).
Λουκ. 7,18
Καὶ ἀπήγγειλαν Ἰωάννῃ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ περὶ πάντων τούτων.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀνήγγειλαν στὸν Ἰωάννη οἱ μαθηταί του ὅλα αὐτά.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀνέφεραν εἰς τὸν Ἰωάννην οἱ μαθηταί του δι’ ὅλα αὐτά, τόσον διὰ τὴν θεραπείαν τοῦ δούλου τοῦ ἑκατοντάρχου, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἀνάστασιν τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας.
Κολιτσάρα
Καὶ οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰωάννου ἀνέφεραν εἰς τὸν Ἰωάννην, τὸν φυλακισμένον, ὅλα αὐτὰ τὰ καταπληκτικὰ θαύματα, ποὺ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς.
Λουκ. 7,19
καὶ προσκαλεσάμενος δύο τινὰς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ὁ Ἰωάννης ἔπεμψε πρὸς τὸν Ἰησοῦν λέγων· σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν;
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ Ἰωάννης κάλεσε δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του καὶ ἔστειλε στὸν Ἰησοῦ λέγοντας· «Σὺ εἶσαι ὁ Ἐρχόμενος (ὁ Μεσσίας), ἢ πρέπει νὰ περιμένωμε ἄλλον;».
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ προσεκάλεσεν ὁ Ἰωάννης δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, τοὺς ἔστειλε πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶπε· Σὺ εἶσαι ὁ Μεσσίας, ποὺ ἀπὸ ὤρας εἰς ὤραν πρόκειται νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν κόσμον, ἢ πρέπει νὰ περιμένωμεν ἄλλον; Καὶ ἔκαμε τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν ὁ Ἰωάννης, διὰ νὰ στηριχθοῦν οἱ κλονισμένοι μαθηταί του εἰς τὴν πίστιν πρὸς τὸν Χριστὸν μὲ τὴν ἀπάντησιν, ποὺ θὰ ἐλάμβανον ἀπὸ αὐτόν.
Κολιτσάρα
Καὶ ὁ Ἰωάννης, ἀφοῦ ἐκάλεσε δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, τοὺς ἔστειλε πρὸς τὸν Ἰησοῦν λέγων· «σὺ εἶσαι ὁ Μεσσίας, ποὺ τώρα ἔρχεται, ἢ πρέπει νὰ περιμένωμεν κανέναν ἄλλον; (Καὶ ἔκαμε αὐτὸ ὁ Ἰωάννης διὰ νὰ θέσῃ εἰς ἐπαφὴν τοὺς μαθητάς του μὲ τὸν Κύριον καὶ τοὺς στηρίξῃ ἔτσι εἰς τὴν πίστιν).
Λουκ. 7,20
παραγενόμενοι δὲ πρὸς αὐτὸν οἱ ἄνδρες εἶπον· Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς ἀπέσταλκεν ἡμᾶς πρός σε λέγων· σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν;
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ οἱ ἄνδρες πῆγαν σ’ αὐτόν, εἶπαν· «Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς μᾶς ἔστειλε σὲ σένα νὰ ρωτήσωμε· Σὺ εἶσαι ὁ Ἐρχόμενος (ὁ Μεσσίας), ἢ πρέπει νὰ περιμένωμε ἄλλον;».
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ δὲ ἦλθαν πρὸς αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, εἶπον· ὁ Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς μᾶς ἔστειλεν εἰς σὲ καὶ λέγει· Σὺ εἶσαι ὁ Μεσσίας, ποὺ πρόκειται τώρα σύντομα νὰ ἔλθῃ, ἢ πρέπει νὰ περιμένωμεν ἄλλον διάφορον ἀπὸ σέ;
Κολιτσάρα
Ἀφοῦ δὲ ἦλθαν πρὸς αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τοῦ εἶπον· «ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς μᾶς ἔστειλε εἰς σέ, λέγων· Σὺ εἶσαι ὁ Μεσσίας ποὺ ἔρχεται ἢ πρέπει νὰ περιμένωμεν ἄλλον;»
Λουκ. 7,21
ἐν αὐτῇ δὲ τῇ ὥρᾳ ἐθεράπευσε πολλοὺς ἀπὸ νόσων καὶ μαστίγων καὶ πνευμάτων πονηρῶν, καὶ τυφλοῖς πολλοῖς ἐχαρίσατο τὸ βλέπειν.
Σωτηρόπουλου
Αὐτὴ δὲ τὴν ὥρα (ὁ Ἰησοῦς) θεράπευσε πολλοὺς ἀπὸ νόσους καὶ βασανιστικὲς ἀσθένειες καὶ πονηρὰ πνεύματα, καὶ σὲ πολλοὺς τυφλοὺς χάρισε τὴν ὅρασι.
Τρεμπέλα
Κατ’ αὐτὴν δὲ τὴν ὥραν ὁ Ἰησοῦς ἐθεράπευσε πολλοὺς ἀπὸ ἀσθενείας καὶ ἀπὸ βασανιστικὰ νοσήματα καὶ ἀπὸ πονηρὰ πνεύματα. Καὶ εἰς τυφλοὺς πολλοὺς ἐχάρισε τὸ φῶς των.
Κολιτσάρα
Κατὰ τὴν ὥραν δὲ ἐκείνην ὁ Ἰησοῦς ἐθεράπευσε πολλοὺς ἀπὸ ἀσθενείας καὶ ἀπὸ βασανιστικὰς παθήσεις καὶ ἀπὸ πονηρὰ πνεύματα. Καὶ εἰς πολλοὺς τυφλοὺς ἐχάρισε τὸ φῶς των.
Λουκ. 7,22
καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ εἴδετε καὶ ἠκούσατε· τυφλοὶ ἀναβλέπουσι καὶ χωλοὶ περιπατοῦσι, λεπροὶ καθαρίζονται, κωφοὶ ἀκούουσι, νεκροὶ ἐγείρονται, πτωχοὶ εὐαγγελίζονται·
Σωτηρόπουλου
Ἔπειτα ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· «Νὰ πᾶτε καὶ ν’ ἀναφέρετε στὸν Ἰωάννη αὐτὰ ποὺ εἴδατε καὶ ἀκούσατε· Τυφλοὶ ἀποκτοῦν τὴν ὅρασι καὶ κουτσοὶ περιπατοῦν, λεπροὶ καθαρίζονται (ἀπὸ τὴ λέπρα), κωφοὶ ἀκούουν, νεκροὶ ἀνασταίνονται, πτωχοὶ ἀκούουν χαρμόσυνα μηνύματα.
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη καὶ τοὺς εἶπε· Πηγαίνετε καὶ ἀναφέρετε εἰς τὸν Ἰωάννην αὐτά, ποὺ εἴδατε καὶ ἠκούσατε. Ὅτι δηλαδὴ τυφλοὶ ξαναβλέπουν, κουτσοὶ περιπατοῦν, λεπροὶ καθαρίζονται, κωφοὶ γίνονται καλὰ καὶ ἀκούουν, νεκροὶ ἀνασταίνονται, καὶ περιφρονημένοι ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ ἐπισήμους πτωχοὶ ἀκούουν τὸ χαροποιὸν ἄγγελμα τῆς οὐρανίου βασιλείας, ἡ ὁποία θὰ τοὺς φέρῃ τὴν εὐδαιμονίαν καὶ δόξαν.
Κολιτσάρα
Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· «πηγαίνετε καὶ ἀναφέρετε εἰς τὸν Ἰωάννην αὐτά, ποὺ εἴδατε καὶ ἠκούσατε· ὅτι δηλαδὴ τυφλοὶ ξαναβλέπουν, χωλοὶ περιπατοῦν, λεπροὶ καθαρίζονται, κωφοὶ ἀκούουν, νεκροὶ ἀνασταίνονται, πτωχοὶ καὶ ταπεινοὶ ἄνθρωποι ἀκούουν καὶ δέχονται τὸ χαροποιὸν μήνυμα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Λουκ. 7,23
καὶ μακάριός ἐστιν ὃς ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί.
Σωτηρόπουλου
Καὶ εὐτυχὴς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν θὰ κλονισθῇ ἀπέναντί μου».
Τρεμπέλα
Καὶ μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν θὰ λάβῃ ἀφορμὴν ἀπὸ τὸ ταπεινὸν φαινόμενον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς μου διὰ νὰ πέσῃ πνευματικῶς καὶ νὰ σκληρυνθῆ ἕνεκα τῆς πτωχείας καὶ ταπεινώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἑκουσίως ὑπεβλήθην διὰ νὰ ὑψώσω τὸν ἄνθρωπον.
Κολιτσάρα
Καὶ μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ κλονισθῇ εἰς τὴν πίστιν του ἐξ αἰτίας τῆς πτωχῆς καὶ ταπεινῆς ἐμφανίσεώς μου».
Λουκ. 7,24
ἀπελθόντων δὲ τῶν μαθητῶν Ἰωάννου ἤρξατο λέγειν πρὸς τοὺς ὄχλους περὶ Ἰωάννου· τί ἐξεληλύθατε εἰς τὴν ἔρημον θεάσασθαι; κάλαμον ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενον;
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰωάννου ἀναχώρησαν, (ὁ Ἰησοῦς) ἄρχισε νὰ λέγῃ στὰ πλήθη γιὰ τὸν Ἰωάννη· «Τί βγήκατε στὴν ἔρημο νὰ ἰδῆτε; Κανένα καλάμι, ποὺ τὸ σαλεύει ὁ ἄνεμος; (Ὄχι βεβαίως).
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἀνεχώρησαν οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Ἰωάννου, ἤρχησεν ὁ Ἰησοῦς νὰ λέγῃ εἰς τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ περὶ τοῦ Ἰωάννου· Τί ἐβγήκατε νὰ ἴδετε εἰς τὴν ἔρημον τὴν ἐποχήν, ποὺ ἐκήρυττεν ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης; Μήπως ἐβγήκατε νὰ ἴδετε κανένα ἄνθρωπον ἄστατον, ὁ ὁποῖος νὰ ὁμοιάζῃ μὲ κάλαμον, ποὺ σαλεύεται ἀπὸ κάθε φύσημα ἀέρος; Ὄχι βέβαια. Διότι δὲν θὰ ἄξιζε πλέον τὸν κόπον νὰ μεταβῆτε εἰς τὴν ἔρημον δ’ αὐτόν.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ἀνεχώρησαν οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰωάννου, ἤρχισεν νὰ λέγῃ ὁ Κύριος εἰς τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ διὰ τὸν Ἰωάννην· «τί ἐβγήκατε εἰς τὴν ἔρημον νὰ ἰδῆτε; Καλάμι ποῦ τὸ σαλεύει ἐδῶ κι’ ἐκεῖ ὁ ἄνεμος; Μήπως ἐβγήκατε νὰ ἰδῆτε κανένα ἄνθρωπον ἄστατον, ποὺ παρασύρεται ἀπὸ τὰς γνώμας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου καὶ προσπαθεῖ νὰ συμφωνῇ μὲ ὅλους; Ὄχι βέβαια.
Λουκ. 7,25
ἀλλὰ τί ἐξεληλύθατε ἰδεῖν; ἄνθρωπον ἐν μαλακοῖς ἱματίοις ἠμφιεσμένον; ἰδοὺ οἱ ἐν ἱματισμῷ ἐνδόξῳ καὶ τρυφῇ ὑπάρχοντες ἐν τοῖς βασιλείοις εἰσίν.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλὰ τί βγήκατε νὰ ἰδῆτε; Κανένα ἄνθρωπο ντυμένο μὲ πολυτελῆ ἐνδύματα; Ἰδού, ὅσοι φοροῦν λαμπρὲς ἐνδυμασίες καὶ ζοῦν μὲ ἀπολαύσεις, βρίσκονται στὰ ἀνάκτορα.
Τρεμπέλα
Ἀλλὰ τί ἐβγήκατε νὰ ἴδετε; Ἄνθρωπον ἐνδεδυμένον μαλακὰ φορέματα καὶ μαλθακόν; Ἰδοὺ αὐτοί, ποὺ φοροῦν φορέματα πολυτελῆ καὶ ζοῦν τὴν ἀποχαυνωτικὴν ζωὴν τῶν ἀπολαύσεων, μένουν εἰς τὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα.
Κολιτσάρα
Ἀλλὰ τί ἐξήλθατε νὰ ἰδῆτε; Ἄνθρωπον κοσμικὸν καὶ μαλθακόν, ἐνδεδυμένον μαλακὰ καὶ ἀκριβὰ φορέματα; Ἰδού, αὐτοὶ ποὺ φοροῦν τὰ πολύτιμα καὶ φανταχτερὰ ἐνδύματα καὶ ζοῦν μίαν τρυφηλὴν καὶ ἁμαρτωλὴν ζωήν, μένουν εἰς τὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα.
Λουκ. 7,26
ἀλλὰ τί ἐξεληλύθατε ἰδεῖν; προφήτην; ναὶ λέγω ὑμῖν, καὶ περισσότερον προφήτου.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλὰ τί βγήκατε νὰ ἰδῆτε; Προφήτη; Ναί, σᾶς λέγω, καὶ περισσότερο ἀπὸ προφήτη.
Τρεμπέλα
Ἀλλὰ τί ἐβγήκατε νὰ ἴδετε; Προφήτην; Ναί· σᾶς λέγω δὲ καὶ περισσότερον ἀπὸ προφήτην, διότι αὐτὸς ἠξιώθη νὰ ἴδῃ τὸν προφητευόμενον Μεσσίαν, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ ἐπροφητεύθη ἡ δρᾶσις καὶ ἡ ἀποστολή του.
Κολιτσάρα
Ἀλλὰ τί ἐβγήκατε νὰ ἰδῆτε; Προφήτην; Βεβαίως, ναί· σᾶς λέγω ὅτι αὐτὸς εἶναι πολὺ περισσότερον ἀπὸ προφήτης.
Λουκ. 7,27
οὗτός ἐστι περὶ οὗ γέγραπται, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου·
Σωτηρόπουλου
Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶναι γραμμένο· Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἀγγελιαφόρο μου πρωτύτερα ἀπὸ σένα, καὶ θὰ προετοιμάσῃ τὸ δρόμο σου.
Τρεμπέλα
Πράγματι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχει γραφῆ ἀπὸ τοῦ Μαλαχίου· Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἀγγελιαφόρον μου ἀμέσως προτήτερα ἀπὸ σέ, ποὺ θὰ προετοιμάσῃ τὸν δρόμον σου ἐμπρὸς ἀπὸ σὲ καὶ θὰ προπαρασκευάσῃ τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων νὰ σὲ δεχθοῦν.
Κολιτσάρα
Αὐτὸς εἶναι, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν προφήτην Μαλαχίαν· Ἰδοὺ ἐγώ, λέγει ὁ Θεός, ἀποστέλλω τὸν ἀγγελιοφόρον μου, ὀλίγον ἐνωρίτερα ἀπὸ σέ, ὁ ὁποῖος θὰ προετοιμάσῃ ἔμπροσθέν σου τὸν δρόμον, θὰ προπαρασκευάσῃ δηλαδὴ τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων νὰ σὲ δεχθοῦν.
Λουκ. 7,28
λέγω γὰρ ὑμῖν, μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν προφήτης Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ οὐδείς ἐστιν· ὁ δὲ μικρότερος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ μείζων αὐτοῦ ἐστι.
Σωτηρόπουλου
Σᾶς λέγω δέ, γυναῖκα δὲν γέννησε προφήτη κανένα μεγαλύτερο ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστή. Ἐν τούτοις ὁ μικρότερος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ (στὴν Ἐκκλησία) εἶναι μεγαλύτερος ἀπ’ αὐτόν (ἐξ ἐπόψεως πνευματικῶν προνομίων).
Τρεμπέλα
Καὶ σᾶς εἶπα περισσότερον ἀπὸ προφήτην, διότι σᾶς προσθέτω· Μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἐγέννησαν ἕως τώρα γυναῖκες, μεγαλύτερος κατὰ τὴν ἀξίαν προφήτης ἀπὸ τὸν Ἰωάννην τὸν Βαπτιστὴν δὲν εἶναι κανείς. Πρέπει ὅμως νὰ ξεύρετε καὶ τοῦτο· ὅτι ὁ πλέον ταπεινὸς καὶ ἄσημος εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὸ τελευταῖον μέλος τῆς Ἐκκλησίας μου, εἶναι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν θείων χαρισμάτων καὶ τῆς σωτηριώδους γνώσεως τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας μου, μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν Ἰωάννην, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπήλαυσε τὰς δωρεὰς καὶ τὸ χαρίσματα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Κολιτσάρα
Διότι σᾶς λέγω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους ἕως τώρα ἐγέννησαν αἱ γυναῖκες, κανεὶς δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν Ἰωάννην τὸν Βαπτιστήν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρετε καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ πλέον ταπεινὸς καὶ ἄσημος πολίτης της βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τὸ ἐλάχιστον μέλος τῆς Ἐκκλησίας μου, εἶναι, ὡς πρὸς τὴν σωτηρίαν καὶ τὰ θεῖα χαρίσματα, ποὺ θὰ παίρνῃ μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Ἰωάννην τὸν Βαπτιστήν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπῆρε ἀκόμη τὰς ἀνεκτιμήτους αὐτὰς δωρεάς».
Λουκ. 7,29
καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἀκούσας καὶ οἱ τελῶναι ἐδικαίωσαν τὸν Θεόν, βαπτισθέντες τὸ βάπτισμα Ἰωάννου·
Σωτηρόπουλου
Ὅλος δὲ ὁ λαός, ὅταν ἄκουσε (τὸν Ἰωάννη), καὶ αὐτοὶ οἱ τελῶνες, δόξασαν τὸ Θεὸ καὶ βαπτίσθηκαν μὲ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου.
Τρεμπέλα
Καὶ ὅλος ὁ λαός, ὅταν ἤκουσαν τὸν Ἰωάννην, καὶ αὐτοὶ οἱ τελῶναι, ποὺ θεωροῦνται ὡς οἱ πλέον ἁμαρτωλοί, ἀπέδειξαν διὰ τῆς μετανοίας των, ὅτι ὀρθῶς καὶ δικαίως ἐνήργησεν ἡ σοφία καὶ ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔστειλεν ἕνα τέτοιον προφήτην. Ἀπέδειξαν δὲ τοῦτο, μὲ τὸ νὰ βαπτισθοῦν τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν δι’ αὐτοῦ εἰς καλυτέρευσιν βίου καὶ διαγωγῆς.
Κολιτσάρα
Καὶ ὅλος ὁ λαὸς καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ τελῶναι, ποὺ εἶχαν ἀκούσει τὸν Ἰωάννην, μὲ τὸ νὰ βαπτισθοῦν τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου καὶ νὰ μετανοήσουν, ὅπως ἐκεῖνος εἶπεν, ἀπέδειξαν ὅτι σαφῶς καὶ δικαίως ἐνήργησε ὁ Θεός.
Λουκ. 7,30
οἱ δὲ Φαρισαῖοι καὶ οἱ νομικοὶ τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ ἠθέτησαν εἰς ἑαυτούς, μὴ βαπτισθέντες ὑπ’ αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ νομοδιδάσκαλοι ἀρνήθηκαν στοὺς ἑαυτούς τους τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ μὴ βαπτισθοῦν ἀπ’ αὐτόν».
Τρεμπέλα
Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως, ποὺ θεωροῦνται ἐνάρετοι, καὶ οἱ νομικοί, ποὺ θεωροῦνται πεπαιδευμένοι εἰς τὸν νόμον, αὐτοὶ ἀπέδειξαν ἀνωφελὲς καὶ μάταιον διὰ τοὺς ἑαυτούς των τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου. Δι’ αὐτοὺς ἡ ἀποστολὴ τοῦ Προφήτου ἀπεδείχθη ἄκαρπος καὶ ὁ σκοπός, διότι δὲν ἐδέχθησαν τὸ κήρυγμά του καὶ δὲν ἐβαπτίσθησαν ὑπ’ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Ἀντιθέτως δὲ οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ νομικοί, ποὺ ἐθεωροῦντο ἐνάρετοι καὶ γνῶσται τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀπέδειξαν διὰ τὸν ἑαυτόν των μάταιον καὶ ἀνωφελὲς τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου. Ἐθεώρησαν ματαίαν τὴν ἀποστολὴν τοῦ Προδρόμου, ἀφοῦ οὔτε τὸ κήρυγμα οὔτε τὸ βάπτισμά του ἐδέχθησαν.
Λουκ. 7,31
Τίνι οὖν ὁμοιώσω τοὺς ἀνθρώπους τῆς γενεᾶς ταύτης, καὶ τίνι εἰσὶν ὅμοιοι;
Σωτηρόπουλου
«Μὲ τί λοιπὸν (κατόπιν τῆς ἀνωτέρω συμπεριφορᾶς τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν νομοδιδασκάλων) νὰ παρομοιάσω τοὺς ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς γενεᾶς; Μὲ τί εἶναι ὅμοιοι;
Τρεμπέλα
Κατόπιν λοιπὸν τῆς συμπεριφορᾶς αὐτῆς τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν νομικῶν πρὸς ποῖον νὰ παρομοιάσω τοὺς ἀνθρώπους τῆς γενεᾶς αὐτῆς; Καὶ πρὸς ποῖον εἶναι ὅμοιοι;
Κολιτσάρα
«Μὲ τί λοιπὸν να παρομοιάσω τοὺς ἀνθρώπους τῆς γενεὰς αὐτῆς; Μὲ ποιὸν εἶναι ὅμοιοι;
Λουκ. 7,32
ὅμοιοί εἰσι παιδίοις τοῖς ἐν ἀγορᾷ καθημένοις καὶ προσφωνοῦσιν ἀλλήλοις καὶ λέγουσιν· ηὐλήσαμεν ὑμῖν, καὶ οὐκ ὠρχήσασθε, ἐθρηνήσαμεν ὑμῖν, καὶ οὐκ ἐκλαύσατε.
Σωτηρόπουλου
Εἶναι ὅμοιοι μὲ παιδιά, ποὺ κάθονται κατὰ ὁμάδα καὶ προσφωνοῦν οἱ παῖκτες τῆς μιᾶς ὁμάδος τοὺς παῖκτες τῆς ἄλλης ὁμάδος καὶ λέγουν μεταξύ τους· σᾶς παίξαμε χαρούμενα τραγούδια, καὶ δὲν χορέψατε· σᾶς τραγουδήσαμε μοιρολόγια, καὶ δὲν κλάψατε.
Τρεμπέλα
Εἶναι ὅμοιοι πρὸς παιδιὰ ἄτακτα καὶ ὀκνηρά, ποὺ κάθηνται εἰς τὴν ἀγοράν, καὶ φωνάζουν δυνατὰ μεταξύ των καὶ λέγουν· Σᾶς ἐπαίξαμεν χαρούμενα μὲ τὸν αὐλὸν καὶ δὲν ἐχόρευσατε· σᾶς ἐμοιρολογήσαμεν καὶ σᾶς εἴπαμεν τραγούδια θλιβερὰ καὶ δὲν ἐκλαύσατε. Οὔτε μὲ τὸ ἕνα λοιπὸν εὐχαριστεῖσθε, οὔτε μὲ τὸ ἄλλο ἰκανοποιεῖσθε.
Κολιτσάρα
Ὁμοιάζουν μὲ ἄτακτα ἀργόσχολα παιδιά, ποὺ κάθονται εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ φωνάζουν μεταξύ των καὶ λέγουν· Σᾶς ἐπαίξαμεν μὲ τὸν αὐλὸν χαρούμενους σκοποὺς καὶ δὲν ἐχορέψατε, σᾶς ἐτραγουδήσαμε μοιρολόγια καὶ δὲν ἐκλάψατε. Οὔτε μὲ τὸ ἕνα οὔτε μὲ τὸ ἄλλο δὲν σᾶς ἰκανοποιήσαμεν.
Λουκ. 7,33
ἐλήλυθε γὰρ Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς μήτε ἄρτον ἐσθίων μήτε οἶνον πίνων, καὶ λέγετε· δαιμόνιον ἔχει.
Σωτηρόπουλου
Ἦλθε δηλαδὴ ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς χωρὶς νὰ τρώγῃ ψωμὶ καὶ χωρὶς νὰ πίνῃ κρασί, καὶ λέγετε, “Δαιμόνιο ἔχει”.
Τρεμπέλα
Ἔτσι καὶ σεῖς οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι· εἶσθε δύστροποι καὶ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ σᾶς εὕρῃ πουθενά. Διότι ἦλθεν ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ ὁποῖος οὔτε ἄρτον ἔτρωγε, οὔτε οἶνον ἔπινε. Καὶ λέγετε· ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ὑποχόνδριος καὶ μελαγχολικὸς καὶ ἔχει μέσα του δαιμόνιον, δι’ αὐτὸ δὲ ζῇ καὶ μακρὰν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
Κολιτσάρα
Ἔτσι καὶ σεῖς ποὺ δὲν πιστεύετε. Διότι ἦλθεν ὁ Ἰωάννης ὁ βαπτιστής, ὁ ὁποῖος, νηστευτὴς καὶ ἀσκητὴς καθὼς ἦτο, οὔτε ψωμὶ ἔτρωγε οὔτε κρασὶ ἔπινε, καὶ λέγετε· Ἔχει δαιμόνιον.
Λουκ. 7,34
ἐλήλυθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων, καὶ λέγετε· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν.
Σωτηρόπουλου
Ἦλθε ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τρώγει καὶ πίνει, καὶ λέγετε, “Ἰδοὺ ἄνθρωπος φαγᾶς καὶ οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν”.
Τρεμπέλα
Ἦλθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τρώγει καὶ πίνει, ὡς ἐγκρατὴς ἀλλὰ καὶ κοινωνικὸς ἄνθρωπος, καὶ λέγετε· Ἰδοὺ ἄνθρωπος φαγᾶς καὶ οἰνοπότης, φίλος τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν.
Κολιτσάρα
Ἦλθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος τρώγει καὶ πίνει, ὅπως κάθε κοινωνικὸς καὶ συνετὸς ἄνθρωπος, καὶ λέγετε· Ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν.
Λουκ. 7,35
καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς πάντων!
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ ἡ σοφία δικαιώθηκε ἀπὸ ὅλα τὰ παιδιά της (Ὅλοι οἱ συνετοὶ ἄνθρωποι ἀναγνώρισαν, ὅτι ἡ σοφία ἐνήργησε σωστὰ καὶ διὰ μέσου τοῦ Ἰωάννου καὶ διὰ μέσου τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου)».
Τρεμπέλα
Παρὰ ταῦτα ὅμως ἐθαυμάσθη ἡ θεία σοφία ὡς δικαία καὶ σοφῶς ἐργασθεῖσα διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ ὅλα τὰ τέκνα της, δηλαδὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς πράγματι συνετοὺς καὶ πνεῦμα σοφίας ἔχοντας ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπληροφορήθησαν ἀπὸ τῶν πραγμάτων, ὅτι καὶ διὰ τῶν δύο αὐτῶν μεθόδων ἡ θεία σοφία ἐνήργει θαυμαστῶς.
Κολιτσάρα
Καὶ ἔτσι ἡ θεία σοφία ἐθαυμάσθη ἀπὸ τὰ τέκνα της ὡς δικαία, διότι ὀρθῶς εἰς κάθε περίστασιν ἐνεργεῖ, χρησιμοποιοῦσα τὰς ἀρίστας καὶ δικαιοτάτας μεθόδους διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων».
Λουκ. 7,36
Ἠρώτα δέ τις αὐτὸν τῶν Φαρισαίων ἵνα φάγῃ μετ’ αὐτοῦ· καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη.
Σωτηρόπουλου
Κάποιος δὲ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τὸν παρακαλοῦσε γιὰ νὰ φάγῃ μαζί του. Καὶ μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Φαρισαίου καὶ κάθησε στὸ τραπέζι.
Τρεμπέλα
Τὸν παρεκάλει δὲ κάποιος ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους νὰ φάγῃ μαζί του. Καὶ ἀφοῦ ἐμβῆκεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Φαρισαίου, ἐξηπλώθη πλησίον τῆς τραπέζης, ὅπως τότε ἐσυνηθίζετο.
Κολιτσάρα
Τὸν παρακαλοῦσε δὲ κάποιος ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους νὰ φάγῃ μαζῆ του. Καὶ ἀφοῦ εἰσῆλθεν εἰς τὸ σπίτι τοῦ Φαρισαίου, ἐξηπλώθη, κατὰ συνήθειαν ποὺ ἐπικρατοῦσε τότε, πλησίον τῆς τραπέζης τοῦ φαγητοῦ.
Λουκ. 7,37
καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐν τῇ πόλει ἥτις ἦν ἁμαρτωλός, καὶ ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνάκειται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἰδοὺ στὴν πόλι ζοῦσε μία γυναῖκα, ἡ ὁποία ἦταν ἁμαρτωλή. Καὶ ὅταν ἔμαθε, ὅτι τρώγει στὸ σπίτι τοῦ Φαρισαίου, ἔφερε ἕνα ἀλάβαστρο (εἶδος δοχείου) μὲ μύρο,
Τρεμπέλα
Καὶ ἰδοὺ μία γυναῖκα, ποὺ ἔζη εἰς τὴν πόλιν, ἡ ὁποία ἦτο ἁμαρτωλή, ὅταν ἐπληροφορήθη ὅτι εἶναι καθισμένος καὶ τρώγει εἰς τὸν οἶκον τοῦ Φαρισαίου, ἔφερεν ἀγγεῖον ἀπὸ ἀλάβαστρον γεμᾶτον ἀπὸ μῦρον
Κολιτσάρα
Καὶ ἰδοὺ μία γυναῖκα τῆς πόλεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἦτο ἁμαρτωλή, ὅταν ἐπληροφορήθη ὅτι ὁ Ἰησοῦς τρώγει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου, ἔφερε ἕνα ἀλαβάστρινον δοχεῖον γεμᾶτο μύρον.
Λουκ. 7,38
καὶ στᾶσα ὀπίσω παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ κλαίουσα, ἤρξατο βρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ τοῖς δάκρυσι καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμασσε, καὶ κατεφίλει τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἤλειφε τῷ μύρῳ.
Σωτηρόπουλου
στάθηκε πίσω του κοντὰ στὰ πόδια του κλαίοντας, καὶ ἄρχισε νὰ βρέχῃ τὰ πόδια του μὲ τὰ δάκρυα, καὶ τὰ σκούπιζε μὲ τὰ μαλλιά της, καὶ καταφιλοῦσε τὰ πόδια του, καὶ τὰ ἄλειφε μὲ τὸ μύρο.
Τρεμπέλα
καὶ ἀφοῦ ἐστάθη πλησίον τῶν ποδῶν του, ὀπίσω ἀπὸ τὴν τράπεζαν, ὅπως ἦτο ἑξαπλωμένος ὁ Κύριος, σκεπτομένη τὰς ἁμαρτίας της ἐξέσπασεν εἰς κλαυθμούς. Καὶ ἤρχισε νὰ βρέχει τοὺς πόδας του μὲ τὰ ἄφθονα δάκρυά της καὶ τοὺς ἐσπόγγιζε μὲ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς της. Συγχρόνως δὲ ἐφιλοῦσε μὲ εὐλαβῆ πόθον τοὺς πόδας του καὶ τοὺς ἔλειφε μὲ τὸ μύρον.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ ἐστάθη πίσω, πλησίον εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, ἀνελύθη εἰς δάκρυα καὶ ἤρχισεν νὰ βρέχῃ τοὺς πόδας του μὲ τὰ δάκρυά της, καὶ νὰ τοὺς σπογγίζῃ μὲ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς της. Συγρόνως δὲ ἐφιλοῦσε συνεχῶς μὲ βαθεῖαν εὐλάβειαν τοὺς πόδας του καὶ τοὺς ἤλειφε μὲ μύρον.
Λουκ. 7,39
ἰδὼν δὲ ὁ Φαρισαῖος ὁ καλέσας αὐτὸν εἶπεν ἐν ἑαυτῷ λέγων· οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκεν ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ εἶδε ὁ Φαρισαῖος, ποὺ τὸν προσκάλεσε, εἶπε μέσα του· «Αὐτός, ἐὰν ἦταν προφήτης, θὰ γνώριζε ποιά καὶ ποιᾶς διαγωγῆς εἶναι ἡ γυναῖκα ποὺ τὸν ἀγγίζει, θὰ γνώριζε ὅτι εἶναι ἁμαρτωλή».
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ εἶδεν αὐτὸ ὁ Φαρισαῖος, ποὺ τὸν ἐκάλεσεν εἰς τὸ γεῦμα, ἐσκέφθη μέσα του καὶ εἶπεν· Αὐτός, ἐὰν ἦτο προφήτης, θὰ ἐγνώριζε διὰ τοῦ διορατικοῦ πνεύματος, ποὺ ἔχουν οἱ προφῆται, ποία εἶναι καὶ ποίαν διαγωγὴν καὶ ποῖον βίον διεφθαρμένον ἔχει ἡ γυναῖκα αὐτή, ποὺ τὸν ἐγγίζει· θὰ ἐγνώριζε δηλαδὴ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλή.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ὁ Φαρισαῖος, ποὺ τὸν εἶχε καλέσει εἰς τὸ γεῦμα, εἶδε τὸ γεγονὸς αὐτό, εἶπε μέσα του· Ἐὰν αὐτὸς ἦτο προφήτης, θὰ ἐγνώριζε ποίας διαγωγῆς εἶναι ἡ γυναῖκα αὐτή ποὺ τὸν ἐγγίζει, θὰ ἐγνώριζε δηλαδὴ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλή.
Λουκ. 7,40
καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· Σίμων, ἔχω σοί τι εἰπεῖν. ὁ δέ φησι· διδάσκαλε, εἰπέ.
Σωτηρόπουλου
Μίλησε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· «Σίμων, ἔχω κάτι νὰ σοῦ εἰπῶ». Αὐτὸς δὲ εἶπε· «Διδάσκαλε, λέγε».
Τρεμπέλα
Καὶ τότε ὁ Ἰησοῦς ἀπαντῶν εἰς τοὺς ἀποκρύφους αὐτοὺς διαλογισμοὺς τοῦ Φαρισαίου τοῦ εἶπε· Σίμων, ἔχω κάτι νὰ σοῦ εἴπω. Αὐτὸς δὲ εἶπε· Διδάσκαλε, εἰπέ.
Κολιτσάρα
Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀπαντῶν εἰς τοὺς διαλογισμοὺς αὐτοὺς τοῦ Σίμωνος εἶπε· «Σίμων, ἔχω κάτι νά σοῦ πῶ». Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· «διδάσκαλε, λέγε».
Λουκ. 7,41
δύο χρεωφειλέται ἦσαν δανειστῇ τινι· ὁ εἷς ὤφειλε δηνάρια πεντακόσια, ὁ δὲ ἕτερος πεντήκοντα.
Σωτηρόπουλου
«Δύο χρεωστοῦσαν σὲ κάποιο δανειστή. Ὁ ἕνας χρεωστοῦσε πεντακόσια δηνάρια, καὶ ὁ ἄλλος πενήντα.
Τρεμπέλα
Ἦσαν εἰς κάποιον δανειστὴν δύο χρεωφειλέται. Ὁ ἕνας ἐχρεώστει πεντακόσια δηνάρια, ὁ ἄλλος πεντήκοντα.
Κολιτσάρα
«Ἦσαν δύο χρεωφειλέται πρὸς κάποιον δανειστήν. Ὁ ἔνας τοῦ ἐχρεωστοῦσε πεντακόσια δηνάρια ὁ δὲ ἄλλος πενῆντα.
Λουκ. 7,42
μὴ ἐχόντων δὲ αὐτῶν ἀποδοῦναι, ἀμφοτέροις ἐχαρίσατο. τίς οὖν αὐτῶν, εἰπέ, πλεῖον αὐτὸν ἀγαπήσει;
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχαν νὰ τὰ δώσουν πίσω, τὰ χάρισε καὶ στοὺς δύο. Λέγε, λοιπόν, ποιός ἀπ’ αὐτοὺς θὰ τὸν ἀγαπήσῃ περισσότερο;».
Τρεμπέλα
Ἐπειδὴ δὲ αὐτοὶ δὲν εἶχαν νὰ δώσουν πάλιν τὰ δανεικά, ὁ δανειστὴς ἐχάρισε τὸ χρέος καὶ εἰς τοὺς δύο. Εἰπέ μου λοιπὸν τώρα, ποῖος ἐξ αὐτῶν θὰ ἀγαπήσῃ τοῦτον περισσότερον;
Κολιτσάρα
Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶχαν αὐτοὶ νὰ ἐξοφλήσουν τὸ χρέος των, ὁ δανειστὴς τὸ ἐχάρισε καὶ εἰς τοὺς δύο. Πές μου, ποιὸς ἀπὸ τοὺς δύο θὰ τὸν ἀγαπήσῃ περισσότερον;»
Λουκ. 7,43
ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σίμων εἶπεν· ὑπολαμβάνω ὅτι ᾧ τὸ πλεῖον ἐχαρίσατο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ὀρθῶς ἔκρινας.
Σωτηρόπουλου
Ἀπαντώντας δὲ ὁ Σίμων εἶπε· «Νομίζω ἐκεῖνος, στὸν ὁποῖο χάρισε τὰ περισσότερα». Καὶ αὐτὸς τοῦ εἶπε· «Ὀρθὰ ἔκρινες».
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Σίμων καὶ εἶπε· Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον ὁ δανειστὴς ἐχάρισε τὸ περισσότερον χρέος, αὐτὸς καὶ θὰ ἀγαπήσῃ περισσότερον. Ὁ Ἰησοῦς δὲ τοῦ εἶπε τότε· Ὀρθῶς ἔκρινας.
Κολιτσάρα
Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Σίμων καὶ εἶπε· νομίζω, ὅτι ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον ἐχάρισε τὸ μεγαλύτερον χρέος». Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «ὀρθὴ εἶναι ἡ κρίσις σου».
Λουκ. 7,44
καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν γυναῖκα τῷ Σίμωνι ἔφη· βλέπεις ταύτην τὴν γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου εἰς τὴν οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς πόδας μου οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέ μου τοὺς πόδας καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμαξε.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀφοῦ γύρισε πρὸς τὴ γυναῖκα, εἶπε στὸ Σίμωνα· «Βλέπεις αὐτὴ τὴ γυναῖκα; Μπῆκα στὸ σπίτι σου, νερὸ δὲν μοῦ ἔδωσες γιὰ τὰ πόδια μου αὐτὴ ὅμως μὲ τὰ δάκρυα ἔβρεξε τὰ πόδια μου καὶ μὲ τὰ μαλλιά της τὰ σκούπισε.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἔστρεψε πρὸς τὴν γυναῖκα, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· Βλέπεις αὐτὴν τὴν γυναῖκα; Ἐμβῆκα εἰς τὸν οἶκον σου καὶ δέν μοῦ ἔρριψες νερὸ διὰ νὰ πλύνω τοὺς πόδας μου· αὐτὴ ὅμως ὄχι μὲ κοινὸν νερό, ἀλλὰ μὲ αὐτὰ τὰ δάκρυά της μοῦ ἔβρεξε τοὺς πόδας καὶ μοῦ τοὺς ἐσπόγγισε μὲ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς της.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ ἐγύρισε πρὸς τὴν γυναῖκα, εἶπε εἰς τὸν Σίμωνα· «βλέπεις αὐτὴν τὴν γυναῖκα; Ἦλθα εἰς τὸ σπίτι σου καὶ δὲν μοῦ ἔδωσες νερὸ νὰ διὰ τὸ πλύσιμο τῶν ποδιῶν μου. Αὐτὴ ὅμως ἔβρεξε τὰ πόδια μου μὲ τὰ δάκρυα της καὶ τὰ ἐσπόγγισε μὲ τὰς τρίχας τῂς κεφαλῆς της.
Λουκ. 7,45
φίλημά μοι οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ ἀφ’ ἧς εἰσῆλθεν οὐ διέλιπε καταφιλοῦσά μου τοὺς πόδας.
Σωτηρόπουλου
Φίλημα δὲν μοῦ ἔδωσες· αὐτὴ ὅμως, ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ ἦρθε μέσα, δὲν ἔπαυσε νὰ καταφιλῇ τὰ πόδια μου.
Τρεμπέλα
Σὺ δέν μοῦ ἔδωκες φίλημα οὔτε εἰς τὸ πρόσωπον. Αὐτὴ ὅμως, ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ ἐμβῆκε, δὲν ἔπαυσε μὲ πολλὴν ταπείνωσιν νὰ μοῦ καταφιλῇ τοὺς πόδας.
Κολιτσάρα
Σὺ δὲν μοῦ ἔδωσες φίλημα, ὅπως συνηθίζουν διὰ τὸν κάθε φιλοξενούμενον· αὐτὴ δὲ ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ ἐμπῆκε εἰς τὸ σπίτι, δὲν ἔπαυσε μὲ πολλὴν εὐλάβειαν νὰ καταφιλῇ τοὺς πόδας μου.
Λουκ. 7,46
ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου οὐκ ἤλειψας· αὕτη δὲ μύρῳ ἤλειψέ μου τοὺς πόδας.
Σωτηρόπουλου
Μὲ λάδι δὲν ἄλειψες τὸ κεφάλι μου αὐτὴ ὅμως μὲ μύρο ἄλειψε τὰ πόδια μου.
Τρεμπέλα
Σὺ δὲν μοῦ ἤλειψες τὴν κεφαλὴν μὲ ἀπλοῦν ἔλαιον, ποὺ εἶναι τόσον ἐθηνόν. Αὐτὴ ὅμως μὲ πανάκριβον μύρον μοῦ ἤλειψεν ὄχι τὴν κεφαλήν, ἀλλὰ τοὺς πόδας.
Κολιτσάρα
Σὺ δὲν μοῦ ἄλειψες τὴν κεφαλὴν οὔτε μὲ ἁπλὸ λάδι. Αὐτὴ δὲ μοῦ ἄλειψε τοὺς πόδας μὲ πανάκριβο μύρον.
Λουκ. 7,47
οὗ χάριν λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ· ᾧ δὲ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ.
Σωτηρόπουλου
Ἐξ αἰτίας τούτου σοῦ λέγω· Ἔχουν συγχωρηθῇ οἱ ἁμαρτίες της οἱ πολλές, γι’ αὐτὸ ἀγάπησε πολύ· ἐκεῖνος δέ, στὸν ὁποῖο συγχωρεῖται λίγο, ἀγαπάει λίγο».
Τρεμπέλα
Ἕνεκα δὲ τούτου, σὲ βεβαιῶ καὶ μάθε το, εἶναι συγχωρημέναι αἱ πολλαί της ἁμαρτίαι, διότι ἠγάπησε πολύ. Ἐζήτησε τὴν ἄφεσιν τοῦ χρέους τῶν ἁμαρτιῶν της, γεμᾶτη εὐγνωμοσύνην καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς ἐμέ, ποὺ θὰ τὴν συνεχώρουν. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ νομίζει, ὅτι δὲν χρεωστεῖ πολλά, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν ἰδέαν του ἀφίνεται ὀλίγον χρέος, ὀλίγον ἀγαπᾷ, ὅπως συμβαίνει μὲ σέ. Ἡ γυναῖκα δηλαδὴ αὐτὴ μὲ ἠγάπησεν ὡς σωτῆρα της πολὺ περισσότερον ἀπὸ σέ, ποὺ δὲν αἰσθάνεσαι τόσον τὴν ἀνάγκην νὰ σὲ σώσω.
Κολιτσάρα
Ἕνεκα δὲ τούτου ἀκριβῶς σοῦ λέγω ὅτι εἶναι συγχωρημέναι αἱ πολλαὶ αὐτῆς ἁμαρτίαι, διότι ἠγάπησε πολὺ ἐμὲ τὸν Λυτρωτήν, καὶ ἐπόθησε βαθύτατα τὴν λύτρωσίν της. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ νομίζει ὅτι ὀλίγον χρέος ἔχει ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, ὀλίγον ἀγαπᾷ».
Λουκ. 7,48
εἶπε δὲ αὐτῇ· ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι.
Σωτηρόπουλου
Εἶπε δὲ σ’ αὐτή· «Ἔχουν συγχωρηθῆ οἱ ἁμαρτίες σου».
Τρεμπέλα
Εἶπε δὲ πρὸς αὐτήν· Εἶναι συγχωρημέναι αἱ ἁμαρτίαι σου.
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς· «εἶναι συγχωρημέναι αἱ ἁμαρτίαι σου»
Λουκ. 7,49
καὶ ἤρξαντο οἱ συνανακείμενοι λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· τίς οὗτός ἐστιν ὃς καὶ ἁμαρτίας ἀφίησιν;
Σωτηρόπουλου
Τότε ἄρχισαν οἱ συνδαιτυμόνες νὰ λένε μεταξύ τους· «Ποιός εἶναι αὐτός, ὥστε νὰ συγχωρῇ καὶ ἁμαρτίες;».
Τρεμπέλα
Καὶ ἤρχισαν αὐτοί, ποὺ ἐκάθηντο μαζὶ εἰς τὸ τραπέζι, νὰ λέγουν μέσα τους· Ποῖος εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος καὶ ἁμαρτίας ἀκόμη τολμᾷ νὰ συγχωρῇ;
Κολιτσάρα
Καὶ αὐτοί, ποὺ παρεκάθηντο μαζῆ του εἰς τὸ τραπέζι ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ λέγουν ἀπὸ μέσα των· «ποιὸς εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος καὶ ἁμαρτίας ἀκόμη συγχωρεῖ;»
Λουκ. 7,50
εἶπε δὲ πρὸς τὴν γυναῖκα· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην.
Σωτηρόπουλου
Εἶπε δὲ πρὸς τὴ γυναῖκα· «Ἡ πίστι σου σὲ ἔσωσε. Φύγε ἥσυχη».
Τρεμπέλα
Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς τὴν γυναῖκα· Οἱ ὁμοτράπεζοί μου δὲν ἔχουν τὴν πίστιν τὴν ἰδικήν σου. Σὺ ἦλθες εἰς ἐμὲ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ λάβῃς τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν σου. Ἡ πίστις σου αὐτὴ σὲ ἔσωσε. Πήγαινε μὲ τὴν συνείδησιν ἤρεμον καὶ μὲ τὴν καρδίαν γεμᾶτην εἰρήνην. Καὶ πρόσεξε νὰ μὴ χάσῃς ποτὲ τὴν εἰρήνην αὐτήν.
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ πρὸς τὴν γυναῖκα ὁ Ἰησοῦς· «ἡ πίστις σου σὲ ἔχει σώσει· πήγαινε μὲ εἰρηνικὴ καὶ καθαρὰν τὴν καρδίαν σου εἰς τὸν δρόμον τῆς εἰρήνης».