Κατὰ Μάρκον 14
Μάρκ. 14,1
Ἦν δὲ τὸ πάσχα καὶ τὰ ἄζυμα μετὰ δύο ἡμέρας. καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς πῶς αὐτὸν ἐν δόλῳ κρατήσαντες ἀποκτείνωσιν.
Σωτηρόπουλου
Μετὰ δύο δὲ ἡμέρες ἦταν τὸ Πάσχα καὶ τὰ Ἄζυμα. Καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς συζητοῦσαν πῶς νὰ τὸν πιάσουν μὲ δόλο καὶ νὰ τὸν θανατώσουν.
Τρεμπέλα
Ἦτο δὲ μετὰ δύο ἡμέρας τὸ πάσχα καὶ τὰ ἄζυμα. Καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς, πῶς να τὸν πιάσουν μὲ ἀπάτην, κρυφὰ καὶ χωρὶς θόρυβον, καὶ νὰ τὸν θανατώσουν.
Κολιτσάρα
Ἔπειτα ἀπὸ δύο ἡμέρας, ἦτο Πάσχα καὶ τὰ ἄζυμα. Καὶ ἐζητοῦσαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς, πῶς μὲ ἀπάτην καὶ χωρὶς θόρυβον να τὸν πιάσουν καὶ νὰ τὸν θανατώσουν.
Μάρκ. 14,2
ἔλεγον δὲ μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ, μήποτε θόρυβος ἔσται τοῦ λαοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ἔλεγαν δέ· «Ὄχι κατὰ τὴν ἑορτή, γιὰ νὰ μὴ γίνῃ ἐξέγερσι τοῦ λαοῦ».
Τρεμπέλα
Ἔλεγον δὲ νὰ μὴ τὸν συλλάβουν κατὰ τὴν ἑορτήν, μήπως γίνῃ ταραχὴ τοῦ λαοῦ, ἐπειδὴ πολλοὶ συνεπάθουν τὸν Ἰησοῦν.
Κολιτσάρα
Ἔλεγαν δὲ νὰ μὴ τὸν συλλάβουν κατὰ τὴν ἑορτήν, μήπως καὶ γίνῃ θόρυβος καὶ ταραχὴ τοῦ λαοῦ (δεδομένου, ὅτι πολλοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι, ποὺ ἐθαύμαζαν καὶ ἐσέβοντο καὶ περιεστοίχιζαν τὸν Χριστόν).
Μάρκ. 14,3
Καὶ ὄντος αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, κατακειμένου αὐτοῦ ἦλθε γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς, καὶ συντρίψασα τὸ ἀλάβαστρον κατέχεεν αὐτοῦ κατὰ τῆς κεφαλῆς.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὅταν ἦταν στὴ Βηθανία στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, τὴν ὥρα ποὺ εἶχε γείρει καὶ ἔτρωγε στὸ τραπέζι, ἦλθε πρὸς αὐτὸν μία γυναῖκα κρατώντας ἀλάβαστρο (εἶδος δοχείου) μὲ μύρο, ποὺ ἦταν νάρδος ὁλοκάθαρη πανάκριβη, καὶ ἔσπασε τὸ ἀλάβαστρο καὶ τὸ ἔχυνε ἀφθόνως στὸ κεφάλι του.
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν αὐτὸς ἦτο ἐν τῇ Βηθανίᾳ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, τὴν ὥραν ποὺ ἦτο γερμένος εἰς τὸ τραπέζι καὶ ἔτρωγεν, ἦλθε μία γυναῖκα, ποὺ εἶχε ἀγγεῖον ἀπὸ ἀλάβαστρον γεμᾶτο μύρον κατασκευασμένον ἀπὸ νάρδον γνησίαν καὶ ἀνόθευτον, πολὺ ἀκριβήν. Καὶ ἀφοῦ ἔσπασε τὸ ἀλαβάστρινον ἀγγεῖον, ἔχυσε τὸ μύρον εἰς τὴν κεφαλήν του.
Κολιτσάρα
Καὶ ὅταν αὐτὸς εὑρίσκετο εἰς τὴν Βηθανίαν, εἰς τὸ σπίτι Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, τὴν ὥραν ποὺ εἶχε γείρει καὶ ἔτρωγε εἰς τὸ ταπέζι ἦλθε μιὰ γυναῖκα, ποὺ ἐκρατοῦσε ἕνα ἀλαβάστρινον δοχεῖον γεμᾶτο μύρον κατασκευασμένον ἀπὸ γνησίαν καὶ πολύτιμον νάρδον. Καὶ ἀφοῦ ἔσπασε τὸ ἀλαβάστρινο δοχεῖον ἔχυνε πλούσια ὅλο τὸ μύρο ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν του.
Μάρκ. 14,4
ἦσαν δέ τινες ἀγανακτοῦντες πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες· εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν;
Σωτηρόπουλου
Ἦσαν δὲ μερικοί, ποὺ ἐξέφραζαν ἀγανάκτησι μεταξύ τους λέγοντας· «Γιατί ἔγινε αὐτὴ ἡ σπατάλη τοῦ μύρου;
Τρεμπέλα
Ἦσαν δὲ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητάς, οἱ ὁποῖοι μεταξύ τους καὶ ἰδιαιτέρως ἀγανακτοῦσαν καὶ ἔλεγαν: Διατί ἔγινεν ἡ ἄσκοπος καὶ χαμένη σπατάλη τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ μύρου;
Κολιτσάρα
Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητὰς ἐκυριεύθησαν ἀπὸ ἀγανάκτησιν καὶ ἔλεγαν μεταξύ των· «διατί ἔγινε αὐτὴ ἡ ἄσκοπος σπατάλη τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ μύρου;
Μάρκ. 14,5
ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς· καὶ ἐνεβριμῶντο αὐτῇ.
Σωτηρόπουλου
Διότι θὰ μποροῦσε αὐτὸ τὸ μύρο νὰ πωληθῇ ἀντὶ τριακοσίων δηναρίων καὶ παραπάνω καὶ νὰ δοθῇ (ὡς χρηματικὴ ἀξία) στοὺς πτωχούς». Καὶ τὴν ἐπέπλητταν αὐστηρά.
Τρεμπέλα
Διότι μποροῦσε τὸ μύρον αὐτὸ νὰ πωληθῇ παραπάνω ἀπὸ τριακόσια δηνάρια καὶ τὸ ἀντίτιμόν του νὰ δοθῇ εἰς τοὺς πτωχούς. Καὶ τὴν ἐμάλωναν.
Κολιτσάρα
Διότι ἠμποροῦσε τοῦτο τὸ μύρον νὰ πωληθῇ περισσότερο ἀπὸ τριακόσια δηνάρια καὶ νὰ δοθοῦν τὰ χρήματα αὐτὰ εἰς τοὺς πτωχούς»· Καὶ ἐπέπλητταν τὴν γυναῖκα.
Μάρκ. 14,6
ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄφετε αὐτήν· τί αὐτῇ κόπους παρέχετε; καλὸν ἔργον εἰργάσατο ἐν ἐμοί.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· «Ἀφῆστε την. Γιατί τὴν ἐνοχλεῖτε; (Δὲν πρέπει νὰ τὴν ἐνοχλῆτε). Διότι καλὴ πρᾶξι ἔκανε σ’ ἐμένα.
Τρεμπέλα
Ὁ Ἰησοῦς ὅμως εἶπεν· Ἀφήσατέ την. Διατί τὴν ἐνοχλεῖτε; Μὴ τὴν στενοχωρῆτε, διότι καλὸν καὶ ἀξιέπαινον ἔργον ἔκαμεν εἰς ἐμέ.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· «ἀφήσατέ την· διατί τὴν ἐνοχλεῖτε καὶ τὴν στενοχωρεῖτε; Αὐτὴ καλὸν καὶ ἀξιέπαινον ἔργον ἔκαμε εἰς ἐμέ.
Μάρκ. 14,7
πάντοτε γὰρ τοὺς πτωχοὺς ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, καὶ ὅταν θέλητε δύνασθε αὐτοὺς εὖ ποιῆσαι· ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε.
Σωτηρόπουλου
Τοὺς πτωχοὺς βεβαίως πάντοτε θὰ ἔχετε μαζί σας, καί, ὅταν θὰ θέλετε, θὰ δύνασθε νὰ τοὺς εὐεργετήσετε. Ἐμένα ὅμως δὲν θὰ ἔχετε πάντοτε.
Τρεμπέλα
Διότι τοὺς πτωχοὺς τοὺς ἔχετε πάντοτε μαζί σας, καὶ ὅταν θέλετε ἠμπορεῖτε νὰ τοὺς εὐεργετήσετε. Ἐμὲ ὅμως δὲν μὲ ἔχετε πάντοτε μαζί σας.
Κολιτσάρα
Διότι τοὺς πτωχοὺς τοὺς ἔχετε πάντοτε κοντά σας καὶ ὅταν θέλετε, ἠμπορεῖτε νὰ τοὺς εὐεργετήσετε. Ἐμὲ ὅμως δὲν μὲ ἔχετε πάντοτε μαζῆ σας.
Μάρκ. 14,8
ὃ ἔσχεν αὕτη ἐποίησε· προέλαβε μυρίσαι μου τὸ σῶμα εἰς τὸν ἐνταφιασμόν.
Σωτηρόπουλου
Αὐτὸ ποὺ θέλησε αὐτὴ (ποὺ ἦταν στὴν πρόθεσί της, ποὺ αἰσθάνθηκε μέσα της) ἔκανε. Ἄλειψε προκαταβολικὰ τὸ σῶμα μου μὲ μύρο, γιὰ νὰ τὸ ἑτοιμάσῃ γιὰ τὸν ἐνταφιασμό.
Τρεμπέλα
Ἐκεῖνο ποὺ εἶχεν ἡ γυναῖκα αὐτὴ καὶ ἐξηρτᾶτο ἀπὸ αὐτὴν νὰ κάμῃ δι’ ἐμέ, τὸ ἔκαμεν. Ἐπρόλαβε νὰ ἀλείψῃ μὲ μῦρον τὸ σῶμα μου διὰ νὰ τὸ ἑτοιμάσῃ πρὸς ταφήν. Χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνῃ ἡ γυναῖκα αὐτή, ἀποδίδει εἰς ἐμέ, ἐνῷ ἀκόμη ζῶ, τὰς τιμὰς τῆς ταφῆς μου, ποὺ θὰ γίνῃ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας.
Κολιτσάρα
Αὐτὴ δὲ ἡ γυναῖκα ἐκεῖνο ποὺ εἶχε καὶ ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ δι’ ἐμέ, τὸ ἔκαμε. Ἐπρόλαβε νὰ ἀλείψῃ τὸ σῶμα μου μὲ μύρον, διὰ νὰ τὸ προετοιμάσῃ πρὸς ἐνταφιασμόν. Καὶ τοῦτο χωρὶς ἡ ἰδία νὰ τὸ ἐννοήσει.
Μάρκ. 14,9
ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη λαληθήσεται εἰς μνημόσυνον αὐτῆς.
Σωτηρόπουλου
Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅπου θὰ κηρυχθῇ αὐτὸ τὸ εὐαγγέλιο σ’ ὅλο τὸν κόσμο, θ’ ἀναφέρεται καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκανε αὐτή, γιὰ νὰ διαιωνίζεται ἡ μνήμη της».
Τρεμπέλα
Ἀληθῶς σᾶς λέγω, εἰς ὅποιο μέρος ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον αὐτό, θὰ διαλαληθῇ καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκαμεν αὐτή, διὰ νὰ διατηρῆται ἀλησμόνητος ἡ μνήμη τῆς γυναικὸς αὐτῆς, ἡ ὁποία μὲ τόσην ἀφοσίωσιν καὶ μὲ τόσην θυσίαν ἐξεδήλωσε τὴν πρὸς ἐμὲ ἀγάπην της.
Κολιτσάρα
Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ, εἰς ὅλον τὸν κόσμον, τοῦτο τὸ Εὐαγγέλιον, θὰ διαλαληθῇ συγχρόνως καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκαμεν αὐτή, διὰ νὰ μένῃ ἀλησμόνητη ἡ ἀνάμνησίς της πρὸς δόξαν καὶ τιμήν της».
Μάρκ. 14,10
Καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἷς τῶν δώδεκα, ἀπῆλθε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς ἵνα παραδῷ αὐτὸν αὐτοῖς.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, πῆγε στοὺς ἀρχιερεῖς, γιὰ νὰ τὸν παραδώσῃ σ’ αὐτούς.
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, ἐπῆγεν εἱς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἐπρότεινε νὰ τοὺς τὸν παραδώσῃ.
Κολιτσάρα
Καὶ ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, γεμᾶτος ἀγανάκτησιν, ἐπῆγε κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἐπρότεινε νὰ παραδώσῃ εἰς αὐτοὺς τὸν Χριστόν.
Μάρκ. 14,11
οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐχάρησαν, καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι· καὶ ἐζήτει πῶς εὐκαίρως αὐτὸν παραδῷ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ αὐτοί, ὅταν ἄκουσαν, χάρηκαν, καὶ τοῦ ὑποσχέθηκαν νὰ τοῦ δώσουν ἀργύρια. Καὶ αὐτὸς ζητοῦσε εὐκαιρία νὰ τὸν παραδώσῃ.
Τρεμπέλα
Αὐτοὶ δέ, ὅταν ἤκουσαν τὴν πρότασιν αὐτήν, ἐχάρησαν, διότι τὸ φονικὸν σχέδιον τους θὰ ἐξετελεῖτο ἀθόρυβα καὶ μὲ κάθε ἀσφάλειαν. Καὶ τοῦ ὑπεσχέθησαν νὰ τοῦ δώσουν χρήματα. Καὶ ἐζήτει νὰ εὕρῃ τρόπον νὰ τοὺς τὸν παραδώσῃ εἰς κατάλληλον καιρόν, ὥστε νὰ προληφθῇ κάθε λαϊκὴ ἐξέγερσις.
Κολιτσάρα
Αὐτοὶ δὲ ὅταν ἤκουσαν τὴν πρότασιν ἐχάρησαν (διότι ἔνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα θὰ ἐπρόδιδε τὸν Διδάσκαλον καὶ διότι θὰ τὸν ἔπιαναν χωρὶς θόρυβον). Ὕπεσχέθησαν δὲ νὰ τοῦ δώσουν χρήματα. Καὶ ἐζητοῦσε ὁ Ἰούδας, πῶς εἰς πρώτην εὐκαιρίαν καὶ χωρὶς θόρυβον νὰ τὸν παραδώσῃ εἰς χέρια των.
Μάρκ. 14,12
Καὶ τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ τῶν ἀζύμων, ὅτε τὸ πάσχα ἔθυον, λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· ποῦ θέλεις ἀπελθόντες ἑτοιμάσωμεν ἵνα φάγῃς τὸ πάσχα;
Σωτηρόπουλου
Κατὰ τὴν πρώτη δὲ ἡμέρα τῶν Ἀζύμων, ὅταν ἔσφαζαν τὸν πασχαλινὸ ἀμνό, τοῦ λέγουν οἱ μαθηταί του· «Ποῦ θέλεις νὰ πᾶμε καὶ νὰ ἑτοιμάσωμε γιὰ νὰ φάγῃς τὸ πασχαλινὸ δεῖπνο;»
Τρεμπέλα
Καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀπὸ τὰς ἑπτὰ ἡμέρας, ποὺ διήρκει ἡ ἑορτὴ τῶν ἀζύμων, τὴν ἡμέραν ποὺ ἔσφαζαν οἱ Ἰουδαῖοι τὸν πασχάλιον ἀμνόν, λέγουν εἱς αὐτὸν οἱ μαθηταί του· Ποὺ θέλεις νὰ ὑπάγωμεν καὶ νὰ ἑτοιμάσωμεν διὰ νὰ φάγῃς τὸ πάσχα;
Κολιτσάρα
Καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, παραμονὴν τοῦ πάσχα, ποὺ ἐλέγετο ἡμέρα τῶν ἀζύμων (διότι κατ’ αὐτὴν ἑτοίμαζαν οἱ Ἑβραῖοι τὰ ἄζυμα διὰ τὸ πάσχα, ἔσφαζαν δὲ καὶ τὸν πασχάλιον ἀμνόν) εἶπον οἱ μαθηταὶ εἰς τὸν Κύριον· «ποῦ θέλεις νὰ πᾶμε νὰ ἑτοιμάσωμεν, διὰ νὰ φάγῃς τὸ πάσχα;»
Μάρκ. 14,13
καὶ ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀπαντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ,
Σωτηρόπουλου
Τότε ἀποστέλλει δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του λέγοντας σ’ αὐτούς· «Πηγαίνετε στὴν πόλι, καὶ θὰ σᾶς συναντήσῃ ἄνθρωπος ποὺ θὰ φέρῃ μιὰ στάμνα μὲ νερό. Ἀκολουθῆστε τον,
Τρεμπέλα
Καὶ ἀποστέλλει δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του καὶ λέγει εἰς αὐτούς· Πηγαίνετε εἱς τὴν πόλιν καὶ θὰ σᾶς συναντήσῃ ἄνθρωπος, ποὺ θὰ κρατῇ μίαν στάμναν νερό. Ἀκολουθήσατέ τον.
Κολιτσάρα
Καὶ ἔστειλε δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς εἶπε· «πηγαίνετε εἰς τὴν ἀπέναντι πόλιν καὶ θὰ σᾶς συναντήσῃ κάποιος ἄνθρωπος, ποὺ θὰ κρατῇ μία πήλινη στάμνα μὲ νερό· ἀκολουθῆστε τον.
Μάρκ. 14,14
καὶ ὅπου ἐὰν εἰσέλθῃ, εἴπατε τῷ οἰκοδεσπότῃ ὅτι ὁ διδάσκαλος λέγει· ποῦ ἐστι τὸ κατάλυμά μου ὅπου τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου φάγω;
Σωτηρόπουλου
καί, ὅπου μπῇ, νὰ εἰπῆτε στὸν οἰκοδεσπότη· “Ὁ Διδάσκαλος ρωτάει· Ποῦ εἶναι τὸ δωμάτιο γιὰ μένα, ὅπου θὰ φάγω μὲ τοὺς μαθητάς μου τὸ πασχαλινὸ δεῖπνο;”».
Τρεμπέλα
Καὶ εἰς ὅποιο σπίτι ἔμβῃ, εἴπατε εἰς τὸν οἰκοδεσπότῃ ὁ διδάσκαλος λέγει· Ποὺ εἶναι ἡ καθορισμένη δι’ ἐμὲ αἴθουσα τοῦ φαγητοῦ, ὅπου θὰ φάγω τὸ πάσχα μὲ τοὺς μαθητάς μου;
Κολιτσάρα
Καὶ εἰς ὅποιο σπίτι εἰσέλθῃ, πέστε εἰς τὸν νοικοκύρην, ὅτι ὁ διδάσκαλος λέγει· ποῦ εἶναι τὸ κατάλυμά μου, ὅπου θὰ φάγω τὸ πάσχα μὲ τοὺς μαθητάς μου;
Μάρκ. 14,15
καὶ αὐτὸς ὑμῖν δείξει ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον ἕτοιμον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε ἡμῖν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ αὐτὸς θὰ σᾶς δείξῃ ἕνα μεγάλο ἀνώγειο στρωμένο, ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμο (γιὰ τὴν παράθεσι τοῦ δείπνου). Ἐκεῖ νὰ ἑτοιμάσετε γιὰ μᾶς».
Τρεμπέλα
Καὶ αὐτὸς θὰ σᾶς δείξῃ ἕνα μεγάλο ἀνώγειον, δηλαδὴ πάνω διαμέρισμα τοῦ σπιτιοῦ, μὲ καθίσματα καὶ τραπέζια στρωμένα, καθ’ ὅλα ἕτοιμον. Ἐκεῖ ἑτοιμάσατέ μας τὸ πάσχα.
Κολιτσάρα
Καὶ αὐτὸς θὰ σᾶς δείξῃ ἕνα μεγάλο ἀνώγαιον μὲ τὰ καθίσματα καὶ τὸ τραπέζι στρωμένο, ἕτοιμον καθ’ ὅλα. Ἐκεῖ ἑτοιμάσατέ μας διὰ τὸ πάσχα».
Μάρκ. 14,16
καὶ ἐξῆλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ ἦλθον εἰς τὴν πόλιν, καὶ εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα.
Σωτηρόπουλου
Ἀναχώρησαν δὲ οἱ μαθηταί του καὶ πῆγαν στὴν πόλι καὶ τὰ βρῆκαν ὅπως τοὺς εἶπε, καὶ ἑτοίμασαν τὸ πασχαλινὸ δεῖπνο.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐβγῆκαν οἱ μαθηταί του καὶ ἦλθαν εἰς τὴν πόλιν εὗρον, καθὼς τοὺς εἶπεν ὁ διδάσκαλος, καὶ ἑτοίμασαν τὸ δεῖπνον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐγίνετο τὸ ἀληθινὸν Πάσχα τῆς Εὐχαριστίας.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐβγῆκαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, ἦλθαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εὐρῆκαν ὅπως τοὺς εἶχε πῇ ὁ Χριστὸς καὶ ἑτοίμασαν τὸ πάσχα (τὸ νέον δηλαδὴ χριστιανικὸν πάσχα τῆς θείας Εὐχαριστίας).
Μάρκ. 14,17
Καὶ ὀψίας γενομένης ἔρχεται μετὰ τῶν δώδεκα·
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὅταν βράδυασε, ἔρχεται μὲ τοὺς δώδεκα.
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν ἔγινε βράδυ, ἦλθεν ἐκεῖ μὲ τοὺς δώδεκα μαθητάς.
Κολιτσάρα
Καὶ ὅταν ἐβράδυασε, ἦλθε ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς μὲ τοὺς δώδεκα μαθητάς.
Μάρκ. 14,18
καὶ ἀνακειμένων αὐτῶν καὶ ἐσθιόντων εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με, ὁ ἐσθίων μετ’ ἐμοῦ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ τὴν ὥρα, ποὺ ἦταν στὸ τραπέζι καὶ ἔτρωγαν, ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἕνας ἀπὸ σᾶς θὰ μὲ προδώσῃ, ἕνας ποὺ τρώγει μαζί μου».
Τρεμπέλα
Καὶ τὴν ὥραν ποὺ ἦσαν γερμένοι εἰς τὸ τραπέζι καὶ ἔτρωγαν, εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἕνας ἀπὸ σᾶς θὰ μὲ παραδώσῃ εἰς τοὺς σταυρωτάς μου, ὁ ὁποῖος τώρα τρώγει μαζί μου.
Κολιτσάρα
Καὶ τὴν ὥραν ποὺ εἶχαν ξαπλώσει κοντὰ εἰς τὸ τραπέζι καὶ ἔτρωγαν, εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· «ἕνας ἀπὸ σᾶς θὰ μὲ παραδώσῃ· ἕνας, ὁ ὁποῖος τρώγει τώρα μαζῆ μου».
Μάρκ. 14,19
οἱ δὲ ἤρξαντο λυπεῖσθαι καὶ λέγειν αὐτῷ εἷς καθ’ εἷς· μήτι ἐγώ; καὶ ἄλλος· μήτι ἐγώ;
Σωτηρόπουλου
Ἐκεῖνοι δὲ ἄρχισαν νὰ λυποῦνται καὶ νὰ τοῦ λέγουν ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο· «Μήπως εἶμαι ἐγώ;». Καὶ ὁ ἄλλος· «Μήπως εἶμαι ἐγώ;».
Τρεμπέλα
Αὐτοὶ δὲ ἤρχισαν νὰ λυποῦνται καὶ νὰ τοῦ λέγουν ἕνας ἕνας χωριστά· Μήπως εἶμαι ἐγώ; Καὶ ὁ ἄλλος· Μήπως εἶμαι ἐγώ;
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνοι δὲ ἤρχισαν νὰ λυποῦνται καὶ νὰ τὸν ἐρωτοῦν ὁ ἕνας ὕστερα ἀπὸ τὸν ἄλλον· «μήπως εἶμαι ἐγώ;» καὶ ἄλλος· «μήπως εἶμαι ἐγώ;» (Κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἕνδεκα οὔτε διενοήθη ποτὲ τέτοιο ἐπαίσχυντο ἔργον. Ἐν τούτοις ἐπειδὴ εἶχον πίστιν μὲν εἰς τὰ λόγια τοῦ Διδασκάλου, γνῶσιν δὲ καὶ τῆς ἰδικῆς των ἀδυναμίας ὡς ἀνθρώπων, ἐρωτοῦν τὸν Κύριον).
Μάρκ. 14,20
ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ ἐμβαπτόμενος μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸ τρυβλίον.
Σωτηρόπουλου
Αὐτὸς δὲ ἀποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε· «Ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, αὐτὸς ποὺ βουτάει τὸ ψωμί του μαζί μου στὴν πιατέλα.
Τρεμπέλα
Αὐτὸς δὲ ἀπεκρίθη καὶ τοὺς εἶπεν· Ἕνας ἀπὸ σᾶς τοὺς δώδεκα, ὁ ὁποῖος τώρα συντρώγει μαζί μου καὶ βουτᾷ τὸ ψωμί του μαζί μου μέσα εἰς τὸν ζωμὸν τῆς πιατέλλας, αὐτὸς θὰ μὲ παραδώσῃ.
Κολιτσάρα
Αὐτὸς δὲ ἀπεκρίθη καὶ τοὺς εἶπε· «εἶναι ἔνας ἀπὸ σᾶς τοὺς δώδεκα, αὐτὸς ὁ ὁποῖος βουτᾷ τὸ ψωμὶ του μαζῆ μὲ ἐμὲ εἰς τὸ πιάτο καὶ τρώγει.
Μάρκ. 14,21
ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ, δι’ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος.
Σωτηρόπουλου
Ὁ Υἱὸς βεβαίως τοῦ ἀνθρώπου βαδίζει πρὸς τὸ θάνατο, καθὼς εἶναι γι’ αὐτὸν γραμμένο. Ἀλλ’ ἀλλοίμονο στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, ποὺ θὰ προδώσῃ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου. Συνέφερε σ’ αὐτὸν νὰ μὴν εἶχε γεννηθῇ».
Τρεμπέλα
Ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, φεύγει ἀπὸ τὴν παροῦσαν ζωὴν καὶ πηγαίνει πρὸς τὸν Πατέρα του, σύμφωνα μὲ τὰς προφητείας, ποὺ ἔχουν γραφῆ περὶ αὐτοῦ· ἀλλοίμο ὅμως εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ποὺ γίνεται ὄργανον διὰ να παραδοθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τοὺς σταυρωτάς του. Ἦτο συμφερώτερον δι’ αὐτὸν νὰ μὴ εἶχε γεννηθῇ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος.
Κολιτσάρα
Ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου προχωρεῖ πρὸς τὸν λυτρωτικὸν θάνατον σύμφωνα μὲ τὰς προφητείας, ποὺ ἔχουν γραφῆ δι’ αὐτόν. Ἀλοίμονον ὅμως εἰς τὸν ἄνθωπον ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται εἰς τοὺς σταυρωτάς του. Προτιμότερον θὰ ἦτο δι’ αὐτὸν νὰ μὴ εἶχε γεννηθῇ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος».
Μάρκ. 14,22
Καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν λαβὼν ὁ Ἰησοῦς ἄρτον εὐλογήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἐνῷ ἔτρωγαν, ὁ Ἰησοῦς πῆρε ἄρτο, εὐλόγησε καὶ ἔκοψε κομμάτια καὶ τοὺς ἔδωσε λέγοντας· «Λάβετε, φάγετε· αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα μου».
Τρεμπέλα
Καὶ ἐνῷ αὐτοὶ ἔτρωγον, ἐπῆρεν ὁ Ἰησοῦς ἄρτον καὶ ηὐχαρίστησε τὸν ἐπουράνιον Πατέρα, τὸν ἔκοψε εἰς τεμάχια καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς καὶ εἶπε· Λάβετε, φάγετε· αὐτό, ποὺ σᾶς δίνῳ, εἶναι τὸ σῶμα μου.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐνῶ αὐτοὶ ἔτρωγαν ἐπῆρε ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον, ἐδοξολόγησε τὸν οὐράνιον Πατέρα, ἔκοψε τὸν ἄρτον εἰς τεμάχια, ἔδωκε εἰς αὐτοὺς καὶ εἶπε· «λάβετε φάγετε· αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα μου».
Μάρκ. 14,23
καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς, καὶ ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες.
Σωτηρόπουλου
Ἐπίσης πῆρε τὸ ποτήριο, ἔκανε εὐχαριστήρια προσευχὴ καὶ τοὺς ἔδωσε, καὶ ἔπιαν ἀπ’ αὐτὸ ὅλοι.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἐπῆρε τὸ ποτήριον, ηὐχαρίστησε καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς καὶ ἔπιον ἀπὸ αὐτὸ ὅλοι.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ ἐπῆρε τὸ ποτήριον μὲ τὸν οἶνον εὐχαρίστησε τὸν Πατέρα, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς καὶ ἔπιον ἀπὸ αὐτὸ ὅλοι.
Μάρκ. 14,24
καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον.
Σωτηρόπουλου
Τοὺς εἶπε δέ· «Αὐτὸ εἶναι τὸ αἷμα μου, ποὺ ἐπικυρώνει τὴ νέα διαθήκη, ποὺ χύνεται γιὰ πολλούς (γιὰ ὅλους δηλαδή).
Τρεμπέλα
Καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· Τοῦτο, ποὺ πίνετε, εἶναι τὸ αἷμα μου, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπικυροῦται ἡ νέα Διαθήκη καὶ τὸ ὁποῖον χύνεται πρὸς σωτηρίαν πολλῶν.
Κολιτσάρα
Καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· «τοῦτο εἶναι τὸ αἷμα μου, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπικυρώνεται ἡ νέα διαθήκη, καὶ τὸ ὁποῖον χύνεται διὰ τὴν σωτηρίαν πολλῶν.
Μάρκ. 14,25
ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μὴ πίω ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτὸ πίνω καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ πιῶ πλέον ἀπὸ τὸ προϊὸν τοῦ κλήματος ἕως τὴν ἡμέρα ἐκείνη (τὴν αἰώνια ἡμέρα), ποὺ θὰ τὸ πίνω καινούργιο στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».
Τρεμπέλα
Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ πίω πλέον ἀπὸ τὸ προϊὸν καὶ γένημα τῆς ἀμπέλου, μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅταν εὐφραινόμενος θὰ τὸ πίνω καινούργιον καὶ πολὺ πιὸ χαρμόσυνον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ὁ μυστικὸς οὗτος δεῖπνος δηλαδὴ εἶναι πρόγευμα τῆς τελείας κοινωνίας καὶ ἑνώσεώς μας, ποὺ θὰ πραγματοποιηθῇ ἐν ἀτελευτήτῳ χαρᾷ εἰς τὴν οὐράνιον βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι δὲν θὰ πίω πλέον ἀπὸ τὸ προϊὸν αὐτὸ τῆς ἀμπέλου, μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅταν θὰ τὸ πίνω νέον καὶ ἀσύγκριτα πιὸ χαρμόσυνον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».
Μάρκ. 14,26
Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν.
Σωτηρόπουλου
Ἀφοῦ δὲ ἔψαλαν, βγῆκαν γιὰ νὰ πᾶνε στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἔψαλαν ὕμνον, ἐβγῆκαν εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ ἔψαλαν ὕμνους, ἐβγῆκαν εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.
Μάρκ. 14,27
καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντες σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· ὅτι γέγραπται, πατάξω τὸν ποιμένα καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα·
Σωτηρόπουλου
Καὶ τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Ὅλοι θὰ κλονισθῆτε ἀπέναντί μου αὐτὴ τὴ νύκτα, γι’ αὐτὸ εἶναι γραμμένο· Θὰ κτυπήσω τὸν ποιμένα, καὶ θὰ διασκορπισθοῦν τὰ πρόβατα.
Τρεμπέλα
Καὶ λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, ὅτι ὅλοι θὰ κλονισθῆτε εἰς τὴν πίστιν σας πρὸς ἐμὲ κατὰ τὴν νύκτα ταύτην. Διότι ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν προφήτην Ζαχαρίαν· θὰ ἐπιτρέψω ἐγὼ ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ νὰ κτυπηθῇ καὶ νὰ θανατωθὴ ὁ ποιμήν, ἤτοι ὁ Χριστός, καὶ θὰ διασκορπισθοῦν τὰ πρόβατα τοῦ κοπαδιοῦ, τουτέστιν οἱ μαθηταί του.
Κολιτσάρα
Καὶ λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς ὅτι «ὅλοι σας ἐξ αἰτίας τῶν τραγικῶν γεγονότων κατὰ τὴν νύκτα αὐτὴν θὰ κλονισθῆτε εἰς τὴν πρὸς ἐμὲ πίστιν σας. Διότι ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν προφήτην· Ἐγὼ ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ θὰ ἐπιτρέψω νὰ κτυπηθῇ ὁ ποιμὴν καὶ θὰ διασκορπισθοῦν τὰ πρόβατα.
Μάρκ. 14,28
ἀλλὰ μετὰ τὸ ἐγερθῆναί με προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν.
Σωτηρόπουλου
Μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασί μου θὰ σᾶς περιμένω καὶ θὰ συναντηθοῦμε στὴ Γαλιλαία» [Σημ.: Πρόκειται γιὰ τὴ μικρὴ Γαλιλαία, ἕνα τόπο στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ὅπου συγκεντρώνονταν Γαλιλαῖοι, ποὺ πήγαιναν στὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς προσκυνηταί].
Τρεμπέλα
Ὅταν ὅμως ἀναστηθῶ, θὰ σᾶς προλάβω εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ὅπου θὰ ὑπάγω προτήτερα ἀπὸ σᾶς καὶ θὰ σᾶς περιμένω.
Κολιτσάρα
Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνάστασίν μου θὰ προπορευθῶ καὶ θὰ σᾶς περιμένω εἰς τὴν Γαλιλαίαν».
Μάρκ. 14,29
ὁ δὲ Πέτρος ἔφη αὐτῷ· καὶ εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται, ἀλλ’ οὐκ ἐγώ.
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ Πέτρος τοῦ εἶπε· «Καὶ ἂν ὅλοι κλονισθοῦν, ἐγὼ ὅμως ὄχι».
Τρεμπέλα
Ἀλλ’ ὁ Πέτρος τοῦ εἶπε· Καὶ ἐὰν ὅλοι κλονισθοῦν εἰς τὴν πρὸς σὲ πίστιν, ἐγὼ ὅμως δὲν θὰ σκανδαλισθῶ.
Κολιτσάρα
Ἀλλ’ ὁ Πέτρος εἶπε εἰς αὐτόν· «καὶ ἐὰν ὅλοι κλονισθοῦν εἰς τὴν πίστιν, ἐγὼ ὅμως δὲν θὰ κλονισθῶ».
Μάρκ. 14,30
καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι ὅτι σὺ σήμερον ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ πρὶν ἢ δὶς ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέγει· Ἀληθινὰ σοῦ λέγω, ὅτι ἐσὺ σήμερα, αὐτὴ τὴ νύκτα, προτοῦ νὰ λαλήσῃ ὁ πετεινὸς δύο φορές, θὰ μὲ ἀπαρνηθῇς τρεῖς φορές».
Τρεμπέλα
Καὶ λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Ἀληθινὰ σοῦ λέγω, ὅτι σὺ ποὺ τώρα λέγεις αὐτά, σήμερον, κατὰ τὴν νύκτα αὐτήν, προτοῦ νὰ λαλήσῃ δύο φορὰς ὁ πετεινός, θὰ μὲ ἀπαρνηθῇς τρεῖς φοράς.
Κολιτσάρα
Καὶ λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· «σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι σὺ σήμερα, αὐτὴν ἐδῶ τὴν νύκτα πρίν, ἢ ὁ πετεινὸς λαλήσῃ δύο φορές, θὰ μὲ ἀπαρνηθῇς τρεῖς φορές».
Μάρκ. 14,31
ὁ δὲ Πέτρος ἐκ περισσοῦ ἔλεγε μᾶλλον· ἐάν με δέῃ συναποθανεῖν σοι, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι. ὡσαύτως δὲ καὶ πάντες ἔλεγον.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ αὐτὸς ἀκόμη ἐντονώτερα ἔλεγε· «Καὶ ἂν χρειασθῇ νὰ πεθάνω μαζί σου, δὲν θὰ σὲ ἀπαρνηθῶ». Τὸ ἴδιο εἶπαν καὶ ὅλοι.
Τρεμπέλα
Αὐτὸς δὲ ἐπέμενε πολὺ περισσότερον καὶ ἔλεγεν· Ἐὰν χρειασθῇ νὰ ἀποθάνω καὶ ἐγὼ μαζί σου, κατ’ οὐδένα λόγον θὰ σὲ ἀρνηθῶ. Τὰ ἴδια δὲ ἔλεγαν καὶ ὅλοι οἱ μαθηταί.
Κολιτσάρα
Ἀλλ’ ὁ Πέτρος μὲ τὸ παραπάνω ἐπέμενε νὰ λέγῃ καὶ νὰ ξαναλέγῃ· «ἐὰν χρειασθῇ νὰ ἀποθάνω καὶ ἐγὼ μαζῆ μὲ σέ, δὲν θὰ ἀρνηθῶ». Τὰ ἴδια ἔλεγαν καὶ ὅλοι οἱ μαθηταί.
Μάρκ. 14,32
Καὶ ἔρχονται εἰς χωρίον οὗ τὸ ὄνομα Γεθσημανῆ, καὶ λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· καθίσατε ὧδε ἕως προσεύξωμαι.
Σωτηρόπουλου
Ἔρχονται δὲ σ’ ἕνα τόπο, ποὺ ὀνομάζεται Γεθσημανῆ, καὶ λέγει στοὺς μαθητάς του· «Καθήσετε ἐδῶ, ἕως ὅτου προσευχηθῶ».
Τρεμπέλα
Καὶ ἔρχονται εἰς κάποιο περιφραγμένον ἀγρόκτημα, ποὺ ἐλέγετο Γεθσημανῆ, καὶ λέγει εἰς τοὺς μαθητάς του· καθήσατε ἐδῶ, ἕως ὅτου προσευχηθῶ.
Κολιτσάρα
Καὶ ἔρχονται εἰς κάποιαν περιοχήν, ποὺ ὠνομάζετο Γεσθημανῆ, καὶ λέγει εἰς τοὺς μαθητάς του, καθήσατε ἐδῶ, ἕως ὅτου προσευχηθῶ.
Μάρκ. 14,33
καὶ παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην μεθ’ ἑαυτοῦ, καὶ ἤρξατο ἐκθαμβεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν
Σωτηρόπουλου
Καὶ παίρνει μαζί του τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, καὶ ἄρχισε νὰ συνταράσσεται καὶ ν’ ἀγωνιᾷ.
Τρεμπέλα
Καὶ παίρνει μαζί του τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην καὶ ἤρχισε νὰ καταλαμβάνεται ἀπὸ μεγάλην λύπην καὶ ἔκπληξιν διὰ τὸ σκληρὸν πάθημα, ποὺ τοῦ ἑτοιμάζαν μὲ πρωτοφανὲς μῖσος αὐτοί, τοὺς ὁποίους αὐτὸς τόσον ἠγάπησε, καὶ νὰ αἰσθάνεται βάρος μεγάλο ἡ καρδία του.
Κολιτσάρα
Καὶ παίρνει μαζῆ του τὸν Πέτρον, τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην καὶ ἤρχισε νὰ καταλαμβάνεται ἀπὸ κατάπληξιν καὶ μεγάλην ὀδύνην καὶ νὰ αἰσθάνεται μεγάλη ψυχικὴν στενοχωρίαν.
Μάρκ. 14,34
καὶ λέγειν αὐτοῖς· περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε.
Σωτηρόπουλου
Καὶ τοὺς λέγει· «Τόσο λυπημένη εἶναι ἡ ψυχή μου, ποὺ κοντεύω ἀπὸ τὴ λύπη νὰ πεθάνω. Μείνετε ἐδῶ καὶ ἀγρυπνεῖτε».
Τρεμπέλα
Καὶ λέγει εἰς αὐτούς· Εἶναι καταλυπημένη ἡ ψυχή μου μέχρι σημείου, ποὺ νὰ κινδυνεύω νὰ ἀποθάνω. Μείνατε ἔδω καὶ ἀγρυπνεῖτε.
Κολιτσάρα
Καὶ λέγει εἰς αὐτούς· «ἡ ψυχή μου εἶναι πλημμηρισμένη ἀπὸ λύπην, ὥστε κινδυνεύω νὰ ἀποθάνω ἀπὸ αὐτήν. Μείνατε ἐδῶ καὶ ἀγρυπνεῖτε».
Μάρκ. 14,35
καὶ προελθὼν μικρὸν ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ προσηύχετο ἵνα, εἰ δυνατόν ἐστι, παρέλθῃ ἀπ’ αὐτοῦ ἡ ὥρα,
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀφοῦ προχώρησε λίγο, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ προσευχόταν, γιὰ νὰ φύγῃ ἀπ’ αὐτόν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ἡ ὥρα (τῶν παθῶν καὶ τοῦ θανάτου).
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἐπροχώρησεν ὀλίγον ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς καὶ προσηύχετο, ἐὰν εἶναι δυνατόν, χωρὶς νὰ ματαιωθῇ τὸ περὶ σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων σχέδιον τοῦ Θεοῦ, νὰ περάσῃ μακρὰν ἀπὸ αὐτὸν ἡ ὥρα τῶν παθῶν καὶ τοῦ θανάτου.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ ἐπροχώρησε ὀλίγον ἔπεσε πρηνής, μὲ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν καὶ προσηύχετο νὰ περάσῃ ἀπὸ αὐτὸν ἡ σκληρὰ ὥρα τῶν παθῶν, ἐὰν τοῦτο ἦτο δυνατόν, χωρὶς νὰ ματαιωθῇ τὸ θεῖον σχέδιον τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.
Μάρκ. 14,36
καὶ ἔλεγεν· ἀββᾶ ὁ πατήρ, πάντα δυνατά σοι· παρένεγκε τὸ ποτήριον ἀπ’ ἐμοῦ τοῦτο· ἀλλ’ οὐ τί ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ εἴ τι σύ.
Σωτηρόπουλου
Ἔλεγε δέ· «Ἀββᾶ, Πατέρα, ὅλα εἶναι δυνατὰ σὲ σένα. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ μένα αὐτὸ τὸ ποτήρι (τὸ πικρὸ ποτήρι τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου). Ἀλλ’ (ἂς γίνῃ) ὄχι ὅ,τι θέλω ἐγώ, ἀλλ’ ὅ,τι θέλεις ἐσύ».
Τρεμπέλα
Καὶ ἔλεγεν· Ἀββᾶ, Πατέρα μου, ὅλα σοῦ εἶναι δυνατά· ἀπομάκρυνε ἀπὸ ἐμὲ τὸ ποτήριον αὐτὸ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Ἀλλ’ ὄχι ἐκεῖνο ποὺ θέλω ἐγώ, ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ θέλεις σύ, αὐτὸ νὰ γίνῃ.
Κολιτσάρα
Καὶ ἔλεγε· «Πάτερ, Πάτερ μου, ὅλα εἶναι δυνατὰ εἰς σέ, ἀπομάκρυνε ἀπὸ ἐμὲ τὸ ποτήριον τοῦτο. Ὅμως ἂς γίνῃ ὄχι ἐκεῖνο ποὺ θέλω ἐγώ, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ θέλεις σύ».
Μάρκ. 14,37
καὶ ἔρχεται καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας, καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ· Σίμων, καθεύδεις; οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι;
Σωτηρόπουλου
Ἔρχεται δὲ καὶ τοὺς βρίσκει νὰ κοιμῶνται, καὶ λέγει στὸν Πέτρο· «Σίμων, κοιμᾶσαι; Δὲν μπορέσατε ν’ ἀγρυπνήσετε μία ὥρα;
Τρεμπέλα
Καὶ ἔρχεται καὶ τοὺς εὑρίσκει νὰ κοιμῶνται καὶ λέγει εἰς τὸν Πέτρον· Σίμων, σὺ ποὺ πρὸ ὀλίγου ἔδιδες εἰς ἐμὲ τόσας ὑποσχέσεις, κοιμᾶσαι; δὲν ἠμπορέσατε οὔτε μίαν ὥραν να μείνετε ἄγρυπνοι;
Κολιτσάρα
Καὶ ἔρχεται καὶ εὑρίσκει τοὺς μαθητὰς νὰ κοιμῶνται καὶ λέγει εἰς τὸν Πέτρον· «Σίμων κοιμᾶσαι; Δὲν ἠμπορέσατε νὰ ἀγρυπνήσετε μίαν ὥραν;
Μάρκ. 14,38
γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής.
Σωτηρόπουλου
Ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε, γιὰ νὰ μὴν ὑποκύψετε σὲ πειρασμό. Τὸ πνεῦμα βεβαίως εἶναι πρόθυμο, ἀλλ’ ἡ σάρκα εἶναι ἀδύνατη».
Τρεμπέλα
Ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε, διὰ νὰ μὴ καταληφθῆτε καὶ κυριευθῆτε ἀπὸ πειρασμόν, ποὺ θὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν σας. Τὸ μὲν βάθος τῆς ψυχῆς σας εἶναι πρόθυμον νὰ ὑπακούῃ εἰς τὸ καθῆκον, τὸ σαρκικὸν φρόνημα ὅμως κάμνει τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἀδύνατον καὶ παρασύρει τὸν ἄνθρωπον παρὰ τὴν ἀγαθὴν διάθεσίν του εἰς τὸ κακόν.
Κολιτσάρα
Ἀγρυπνεῖτε, προσέχετε καὶ προσεύχεσθε, διὰ νὰ μὴ πέσετε εἰς πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα εἶναι πρόθυμον νὰ ὑποτάσσεται εἰς τὸ θεῖον θέλημα, ἀλλὰ ἡ σάρξ, ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, εἶναι ἀσθενής».
Μάρκ. 14,39
καὶ πάλιν ἀπελθὼν προσηύξατο τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών.
Σωτηρόπουλου
Καὶ πάλι πῆγε καὶ προσευχήθηκε καὶ εἶπε τὸν ἴδιο λόγο.
Τρεμπέλα
Καὶ πάλιν, ἀφοῦ ἔφυγεν ἀπὸ αὐτούς, προσηυχήθη καὶ εἶπε τὸν αὐτὸν λόγον.
Κολιτσάρα
Καὶ πάλιν ἀφοῦ ἀπεμακρύνθη ὀλίγον, προσηυχήθη καὶ εἶπε τὸν ἴδιον λόγον.
Μάρκ. 14,40
καὶ ὑποστρέψας εὗρεν αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· ἦσαν γὰρ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν καταβαρυνόμενοι, καὶ οὐκ ᾔδεισαν τί ἀποκριθῶσιν αὐτῷ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὅταν ἐπέστρεψε, τοὺς βρῆκε πάλι νὰ κοιμῶνται. Διότι τὰ μάτια τους ἦταν πολὺ βαρειὰ ἀπὸ τὸ νυσταγμό. Καὶ δὲν ἤξεραν τί νὰ τοῦ εἰποῦν γιὰ νὰ δικαιολογηθοῦν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἐπέστρεψε, τοὺς ηὗρε πάλιν νὰ κοιμῶνται· διότι τὰ μάτια τους ἦσαν βαρειὰ ἀπὸ τὸν νυσταγμόν, καὶ δὲν ἤξευραν, τί νὰ τοῦ ἀποκριθοῦν.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐπιστρέψας εὑρῆκε αὐτοὺς πάλιν νὰ κοιμῶνται, διότι τὰ μάτια των κατεβαρύνοντο καὶ ἔκλειαν ἀπὸ νύσταν καὶ δὲν ἐγνώριζαν, τί νὰ τοῦ ἀποκριθοῦν.
Μάρκ. 14,41
καὶ ἔρχεται τὸ τρίτον καὶ λέγει αὐτοῖς· καθεύδετε λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε! ἀπέχει· ἦλθεν ἡ ὥρα· ἰδοὺ παραδίδοται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἁμαρτωλῶν·
Σωτηρόπουλου
Ἔρχεται δὲ γιὰ τρίτη φορὰ καὶ τοὺς λέγει· «Κοιμᾶσθε ἀκόμη καὶ ἀναπαύεσθε! Ἀρκετό. Ἦλθεν ἡ ὥρα. Ἰδού, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται στὰ χέρια τῶν ἀσεβῶν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἔρχεται διὰ τρίτην φορὰν καὶ τοὺς λέγει· Περίεργον! Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σᾶς εἶπα, κοιμᾶσθε ἀκόμη καὶ ἀναπαύεσθε! Ἀρκεῖ πλέον ὁ ὕπνος. Ἦλθεν ἡ ὥρα· ἰδοὺ παραδίδεται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἁμαρτωλῶν.
Κολιτσάρα
Καὶ ἔρχεται τρίτη φορὰν καὶ τοὺς λέγει· «κοιμᾶσθε λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε! Ἀρκεῖ πλέον ὁ ὕπνος· ἦλθεν ἡ ὥρα· ἰδοὺ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται εἰς τὰ χέρια τῶν ἁμαρτωλῶν.
Μάρκ. 14,42
ἐγείρεσθε, ἄγωμεν· ἰδοὺ ὁ παραδιδούς με ἤγγικε.
Σωτηρόπουλου
Σηκωθῆτε, ἂς προχωρήσωμε. Ἰδού, πλησίασε αὐτὸς ποὺ θὰ μὲ παραδώσῃ».
Τρεμπέλα
Σηκωθῆτε, ἂς ὑπάγωμεν πρὸς συνάντησίν των. Ἰδοὺ, ἐπλησίασεν αὐτός, ποὺ μὲ παραδίδει εἰς τοὺς σταυρωτάς μου.
Κολιτσάρα
Σηκωθῆτε, πηγαίνομεν· ἰδοὺ ἐπλησίασε αὐτὸς ποὺ μὲ παραδίδει».
Μάρκ. 14,43
Καὶ εὐθέως, ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος, παραγίνεται Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἷς τῶν δώδεκα, καὶ μετ’ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων, ἀπεσταλμένοι παρὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀμέσως, ἐνῷ ἀκόμη μιλοῦσε, καταφθάνει ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, καὶ μαζί του ὄχλος πολὺς μὲ μαχαίρια καὶ ρόπαλα, ποὺ τοὺς εἶχαν στείλει οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀμέσως, ἐνῷ ὁ Ἰησοῦς ὡμίλει ἀκόμη, ἦλθεν ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ποὺ ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν ἦλθεν ὄχλος πολὺς μὲ μαχαίρας καὶ μὲ ρόπαλα ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς καὶ τοὺς προεστούς.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀμέσως, ἐνῶ ὁ Κύριος ὠμιλοῦσε, φθάνει ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, καὶ μαζῆ του ὄχλος πολὺς μὲ μαχαίρια καὶ ρόπαλα, σταλμένοι ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς πρεσβυτέρους.
Μάρκ. 14,44
δεδώκει δὲ ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν σύσσημον αὐτοῖς λέγων· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτὸν καὶ ἀπαγάγετε ἀσφαλῶς.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ προδότης του εἶχε δώσει σ’ αὐτοὺς (ἀναγνωριστικὸ) σημεῖο λέγοντας· «Ὅποιον θὰ φιλήσω, αὐτὸς εἶναι. Συλλάβετέ τον καὶ μεταφέρετέ τον μὲ ἀσφάλεια».
Τρεμπέλα
Εἶχε δώσει δὲ αὐτός, ποὺ τὸν παρέδιδεν εἰς τοὺς ἐχθρούς του, συμφωνημένον σημεῖον εἰς αὐτοὺς λέγων· Ἐκεῖνον ποὺ θὰ φιλήσω, αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς· συλλάβετε τὸν καὶ μεταφέρατέ τον μὲ ἀσφάλειαν.
Κολιτσάρα
Εἶχε δώσει εἰς αὐτοὺς ἐκ τῶν προτέρων ὁ Ἰούδας ἕνα σύνθημα λέγων· «ἐκεῖνος ποὺ θὰ φιλήσω, αὐτὸς εἶναι· πιᾶστε τον καὶ μεταφέρατέ τον ἀσφαλῶς».
Μάρκ. 14,45
καὶ ἐλθὼν εὐθέως προσελθὼν αὐτῷ λέγει· χαῖρε, ῥαββί, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀφοῦ ἦλθε (ὁ προδότης), ἀμέσως τὸν πλησίασε καὶ λέγει· «Χαῖρε, διδάσκαλε!». Καὶ τὸν καταφίλησε.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἦλθεν ἐκεῖ ὁ Ἰούδας, ἀμέσως τὸν ἐπλησίασε καὶ εἶπε· Χαῖρε, διδάσκαλε, καὶ μὲ ὑποκρισίαν τὸν ἐφίλησε θερμά.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ ἦλθεν ἐκεῖ ὁ Ἰούδας, ἀμέσως ἐπλησίασε τὸν Κύριον καὶ τοῦ εἶπε· «χαῖρε διδάσκαλε», καὶ ἐφίλησε καὶ ξαναφίλησε αὐτὸν μὲ ὑποκριτικὴν στοργήν.
Μάρκ. 14,46
οἱ δὲ ἐπέβαλον ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ ἐκράτησαν αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Αὐτοὶ τότε ἅπλωσαν ἐπάνω του τὰ χέρια τους καὶ τὸν συνέλαβαν.
Τρεμπέλα
Αὐτοὶ δὲ ἔβαλαν ἐπάνω του χέρι καὶ τὸν συνέλαβον.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνοι δὲ ἄπλωσαν ἐπάνω του τὰ χέρια των καὶ τὸν ἔπιασαν.
Μάρκ. 14,47
Εἷς δέ τις τῶν παρεστηκότων σπασάμενος τὴν μάχαιραν ἔπαισε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον.
Σωτηρόπουλου
Κάποιος δὲ ἀπὸ τοὺς παρισταμένους τράβηξε τὸ μαχαίρι καὶ κτύπησε τὸ δοῦλο τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἀπέκοψε τὸ αὐτί.
Τρεμπέλα
Ἕνας δὲ κάποιος ἀπὸ αὐτούς, ποὺ παρέστεκαν, ἀφοῦ ἐτράβηξε τὴν μάχαιραν, ἐκτύπησε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ αὐτί.
Κολιτσάρα
Κάποιος δὲ ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἔστεκαν ἐκεῖ κοντά, ἐτράβηξε τὴν μάχαιραν, ἐκτύπησε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ αὐτί.
Μάρκ. 14,48
καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν με·
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Ἰησοῦς μίλησε καὶ τοὺς εἶπε· «Καθὼς ἐναντίον λῃστοῦ βγήκατε μὲ μαχαίρια καὶ μὲ ρόπαλα νὰ μὲ συλλάβετε.
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ τοὺς εἶπε· Σὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ λῃστοῦ, ἐβγήκατε μὲ μαχαίρας καὶ μὲ ρόπαλα νὰ μὲ πιάσετε.
Κολιτσάρα
Ἔλαβε τότε ὁ Ἰησοῦς τὸν λόγον καὶ τοὺς εἶπε· «σὰν νὰ ἐπρόκειτο διὰ λῃστήν, ἐβγήκατε μὲ μαχαίρια καὶ ρόπαλα νὰ μὲ συλλάβετε;
Μάρκ. 14,49
καθ’ ἡμέραν πρὸς ὑμᾶς ἤμην ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων, καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ με. ἀλλ’ ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαί.
Σωτηρόπουλου
Κάθε ἡμέρα ἤμουν μαζί σας καὶ δίδασκα στὸν ἱερὸ περίβολο τοῦ ναοῦ καὶ δὲν μὲ συλλάβατε. Ἀλλ’ ἔτσι ἐκπληρώθηκαν οἱ (προφητικὲς) Γραφές».
Τρεμπέλα
Κάθε ἡμέραν ἤμην κοντά σας καὶ ἐδίδασκον μέσα εἰς τὸ ἱερόν, καὶ δὲν μὲ ἐπιάσατε. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ ἔγιναν διὰ νὰ πληρωθοῦν καὶ ἐπαληθεύσουν αἱ προφητικαὶ γραφαί, αἱ ὁποῖαι προλέγουν, ὅτι θὰ μὲ μετεχειρίζεσθε σὰν κακοποιόν.
Κολιτσάρα
Κάθε ἡμέραν ἤμουνα κοντά σας καὶ ἐδίδασκα εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ ναοῦ καὶ δὲν μὲ ἐπιάσατε. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ ἔγιναν, διὰ νὰ ἐκπληρωθοῦν ὅσα αἱ προφητεῖαι γράφουν».
Μάρκ. 14,50
καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον πάντες.
Σωτηρόπουλου
Τότε ὅλοι (οἱ μαθηταὶ) τὸν ἐγκατέλειψαν καὶ ἔφυγαν.
Τρεμπέλα
Καὶ οἱ μαθηταὶ τὸν ἀφῆκαν καὶ ἔφυγαν ὅλοι.
Κολιτσάρα
Καὶ οἱ μαθηταὶ τὸν ἐγκατέλειψαν καὶ ἔφυγαν ὅλοι.
Μάρκ. 14,51
Καὶ εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθησεν αὐτῷ, περιβεβλημένος σινδόνα ἐπὶ γυμνοῦ· καὶ κρατοῦσιν αὐτὸν οἱ νεανίσκοι.
Σωτηρόπουλου
Καὶ κάποιος νέος τὸν ἀκολούθησε περιτυλιγμένος κατάσαρκα μὲ ἕνα σεντόνι. Καὶ τὸν ἔπιασαν οἱ (ἄλλοι) νέοι,
Τρεμπέλα
Καὶ κάποιος νέος ἠκολούθησεν αὐτὸν γυμνὸς τυλιγμένος μίαν σινδόνα. Καὶ τὸν ἔπιασαν οἱ ἐκ τοῦ ἀποσπάσματος νεώτεροι·
Κολιτσάρα
Καὶ κάποιος νέος τὸν ἠκολούθησε γυμνός, τυλιγμένος μ’ ἕνα σινδόνι. Καὶ τὸν ἔπιασαν οἱ νέοι ποὺ συμετεῖχαν εἰς τὸ ἀπόσμασμα.
Μάρκ. 14,52
ὁ δὲ καταλιπὼν τὴν σινδόνα γυμνὸς ἔφυγεν ἀπ’ αὐτῶν.
Σωτηρόπουλου
ἀλλ’ ἐκεῖνος ἄφησε τὸ σεντόνι καὶ τοὺς ξέφυγε γυμνός.
Τρεμπέλα
ἐκεῖνος ὅμως ἀφῆκε τὴν σινδόνα εἰς τὰς χεῖρας των καὶ ἔφυγεν ἀπὸ αὐτοὺς γυμνός. Ἔτσι οὔτε αὐτὸς ἔμεινε μὲ τὸν Ἰησοῦν.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνος ὅμως ἀφῆκε τὸ σινδόνι εἰς τὰ χέρια των καὶ καθὼς ἦτο νύχτα ἔφυγε γυμνὸς ἀνάμεσα ἀπὸ αὐτούς. (Καὶ ἔτσι ἔμεινε ἐντελῶς μόνος ὁ Κύριος, ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ τοὺς μαθητάς του καὶ ἀπὸ οἰανδήποτε ἄλλον, ποὺ θὰ ἔτρεφε κάποιαν συμπάθειαν πρὸς αὐτόν).
Μάρκ. 14,53
Καὶ ἀπήγαγον τὸν Ἰησοῦν πρὸς τὸν ἀρχιερέα· καὶ συνέρχονται αὐτῷ πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὡδήγησαν τὸν Ἰησοῦ στὸν ἀρχιερέα. Καὶ μαζεύονται καὶ συνεδριάζουν μαζί του ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς.
Τρεμπέλα
Καὶ ἔφεραν τὸν Ἰησοῦν πρὸς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἐμαζεύθησαν διὰ νὰ συνεδριάσουν μὲ αὐτὸν ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς.
Κολιτσάρα
Καὶ ὡδήγησαν τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν ἀρχιερέα· καὶ μαζεύονται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀρχιερέως ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς.
Μάρκ. 14,54
καὶ ὁ Πέτρος ἀπὸ μακρόθεν ἠκολούθησεν αὐτῷ ἕως ἔσω εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως, καὶ ἦν συγκαθήμενος μετὰ τῶν ὑπηρετῶν καὶ θερμαινόμενος πρὸς τὸ φῶς.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Πέτρος τὸν ἀκολούθησε ἀπὸ μακριὰ μέχρι μέσα στὴν αὐλὴ τοῦ μεγάρου τοῦ ἀρχιερέως. Καὶ καθόταν ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ὑπηρέτες καὶ ζεσταινόταν κοντὰ στὴ φωτιά.
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Πέτρος ἠκολούθησεν αὐτὸν ἀπὸ μακράν, ἕως ἐμβῆκε μέσα εἰς τὴν ἐσωτερικὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως. Καὶ ἐκάθητο μαζὶ μὲ τοὺς ὑπηρέτας καὶ ἐθερμαίνετο πλησίον εἰς τὸ φῶς, ποὺ ἔρριπτεν ἡ φωτιά, ὥστε ἐφαίνετο καλὰ εἰς ὅλους, ποὺ ἐκάθηντο ἐκεῖ.
Κολιτσάρα
Καὶ ὁ Πέτρος ἠκολούθησεν τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ μακρὰν μέχρι τὴν ἐσωτερικὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως. Καὶ ἐκάθητο μαζῆ μὲ τοὺς ὑπηρέτας καὶ ἐθερμαίνετο πλησίον εἰς τὸ φῶς, ποὺ ἔρριπτε ἡ φωτιά.
Μάρκ. 14,55
Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον ἐζήτουν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ μαρτυρίαν εἰς τὸ θανατῶσαι αὐτόν, καὶ οὐχ εὕρισκον·
Σωτηρόπουλου
Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλο τὸ συνέδριο ζητοῦσαν μαρτυρία κατὰ τοῦ Ἰησοῦ γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν, ἀλλὰ δὲν ἔβρισκαν.
Τρεμπέλα
Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον ἐζήτουν μαρτυρίαν ἐνοχοποιητικὴν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ διὰ νὰ τὸν θανατώσουν, καὶ δὲν εὕρισκον.
Κολιτσάρα
Οἱ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον ἐζητοῦσαν νὰ εὔρουν ἐνοχοποιητικὴν μαρτυρίαν ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ, διὰ νὰ τὸν θανατώσουν, καὶ δὲν εὔρισκαν.
Μάρκ. 14,56
πολλοὶ γὰρ ἐψευδομαρτύρουν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἴσαι αἱ μαρτυρίαι οὐκ ἦσαν.
Σωτηρόπουλου
Πολλοὶ δὲ ψευδομαρτυροῦσαν ἐναντίον του, ἀλλ’ οἱ μαρτυρίες τους δὲν συνέπιπταν.
Τρεμπέλα
Δὲν εὕρισκον δὲ ἐνοχοποιητικὴν μαρτυρίαν, διότι πολλοὶ μὲν κατέθεταν ψέματα ἐναντίον του, ἀλλ’ αἱ μαρτυρίαι δὲν ἦσαν σύμφωνοι μεταξύ των.
Κολιτσάρα
Διότι πολλοὶ παρουσιάσθησαν καὶ κατέθεσαν ἐναντίον του ψευδομαρτυρίας, ἀλλὰ δὲν ἦσαν αἱ καταθέσεις των σύμφωνοι μεταξύ των.
Μάρκ. 14,57
καί τινες ἀναστάντες ἐψευδομαρτύρουν κατ’ αὐτοῦ λέγοντες
Σωτηρόπουλου
Ἔπειτα παρουσιάσθηκαν μερικοὶ καὶ ψευδομαρτυροῦσαν ἐναντίον του λέγοντας·
Τρεμπέλα
Καὶ μερικοὶ ἐσηκώθησαν καὶ ἐψευδομαρτυροῦσαν ἐναντίον του καὶ ἔλεγον·
Κολιτσάρα
Καὶ μερικοὶ προσῆλθαν καὶ ἐψευδομαρτυροῦσαν ἐναντίον αὐτοῦ λέγοντες
Μάρκ. 14,58
ὅτι ἡμεῖς ἠκούσαμεν αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι ἐγὼ καταλύσω τὸν ναὸν τοῦτον τὸν χειροποίητον καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν ἄλλον ἀχειροποίητον οἰκοδομήσω.
Σωτηρόπουλου
«Ἐμεῖς τὸν ἀκούσαμε νὰ λέγῃ· Ἐγὼ θὰ γκρεμίσω αὐτὸ τὸ ναὸ τὸν χειροποίητο καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ οἰκοδομήσω ἄλλον, ἀχειροποίητο».
Τρεμπέλα
ὅτι ἡμεῖς τὸν ἠκούσαμεν μὲ τὰ αὐτιά μας νὰ λέγῃ· Ὅτι ἐγὼ θὰ κρημνίσω τὸν ναὸν αὐτόν, ποὺ εἶναι κτισμένος ἀπὸ χέρια ἀνθρώπινα, καὶ μέσα εἰς τρεῖς ἡμέρας θὰ οἰκοδομήσω ἄλλον ναόν, ποὺ δὲν γίνεται ἀπὸ χέρια ἀνθρώπινα.
Κολιτσάρα
ὅτι «ἡμεῖς τὸν ἀκούσαμε νὰ λέγῃ· Ἐγὼ θὰ κρημνίσω τὸν ναὸν αὐτόν, τὸν κτισμένον ἀπὸ χέρια ἀνθρώπων, καὶ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θὰ ἀνοικοδομήσω ἄλλον ἀχειροποίητον».
Μάρκ. 14,59
καὶ οὐδὲ οὕτως ἴση ἦν ἡ μαρτυρία αὐτῶν.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλὰ (καίτοι κατέθεταν ἐπὶ τῇ βάσει λόγου τοῦ Ἰησοῦ) οὔτε ἔτσι συνέπιπταν στὴ μαρτυρία τους (διότι διέστρεφαν τὸ λόγο τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔτσι στὴν ἐξέτασι κατ’ ἀντιπαράστασιν περιέπιπταν σὲ ἀντιφάσεις).
Τρεμπέλα
Ἀλλὰ καὶ ἔτσι ποὺ κατέθεταν, δὲν ἦτο σύμφωνος ἡ μαρτυρία των.
Κολιτσάρα
Ἀλλὰ οὔτε καὶ ἔτσι δὲν ἦτο σύμφωνος ἡ κατάθεσίς των.
Μάρκ. 14,60
καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἰς τὸ μέσον ἐπηρώτα τὸν Ἰησοῦν λέγων· οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν; τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν;
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ ἀρχιερεὺς σηκώθηκε ἐνώπιόν τους καὶ ρώτησε τὸν Ἰησοῦ λέγοντας· «Δὲν ἔχεις τίποτε νὰ εἰπῇς; Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ σὲ κατηγοροῦν αὐτοί;».
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθη ὁ ἀρχιερεὺς εἱς τὸ μέσον, ἠρώτησε τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶπε· Δὲν ἀποκρίνεσαι τίποτε; Τί σὲ κατηγοροῦν αὐτοί;
Κολιτσάρα
Τότε ἐσηκώθηκε ὁ ἀρχιερεύς, ἐστάθη εἰς τὸ μέσον, καὶ ἐρωτοῦσε τὸν Ἰησοῦν λέγων· «δὲν ἀπαντᾷς τίποτε; Τί εἶναι αὐτά, ποῦ σὲ κατηγοροῦν αὐτοὶ ἐδῶ;»
Μάρκ. 14,61
ὁ δὲ ἐσιώπα καὶ οὐδὲν ἀπεκρίνατο. πάλιν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπηρώτα αὐτὸν καὶ λέγει αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ;
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ αὐτὸς σιωποῦσε, καὶ τίποτε δὲν ἀπάντησε. Πάλι ὁ ἀρχιερεὺς τὸν ρώτησε καὶ τοῦ εἶπε· «Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας), ὁ Υἱὸς τοῦ Εὐλογητοῦ (τοῦ Θεοῦ);».
Τρεμπέλα
Αὐτὸς δὲ ἐσιώπα καὶ δὲν ἀπήντησε τίποτε. Πάλιν ὁ ἀρχιερεὺς τὸν ἠρώτα καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν· Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς ἐκείνου, ποὺ μόνος πρέπει λατρευτικῶς νὰ εὐλογῆται καὶ νὰ ἀνυμνῆται;
Κολιτσάρα
Αὐτὸς δὲ ἐσιωποῦσε καὶ δὲν ἔδωσε καμμίαν ἀπάντησιν. Πάλιν ὁ ἀρχιερεὺς τὸν ἐρωτοῦσε καὶ τοῦ ἔλεγε· «Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ εὐλογημένου καὶ δοξασμένου Θεοῦ;»
Μάρκ. 14,62
ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἐγώ εἰμι· καὶ ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν καθήμενον τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι. Καὶ θὰ βλέπετε τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ κάθεται στὰ δεξιὰ τῆς Δυνάμεως (τοῦ Παντοδυνάμου) καὶ νὰ φέρεται πάνω στὰ σύννεφα τοῦ οὐρανοῦ (θὰ βλέπετε δηλαδὴ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ δοξάζεται)».
Τρεμπέλα
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· Ἐγὼ εἶμαι. Καὶ θὰ ἴδετε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τὸν Μεσσίαν, νὰ κάθεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ καὶ νὰ ἔρχεται ἐπάνω εἰς τὰ σύννεφα τοῦ οὐρανοῦ.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· «ἐγὼ εἶμαι· καὶ θὰ ἰδῆτε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ κάθεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ καὶ νὰ ἔρχεται πάλιν ἐπάνω εἰς τὰς νεφέλας τοῦ οὐρανοῦ». (Προαναγγέλλει τὴν ἔνδοξον δευτέραν του παρουσίαν, διὰ νὰ τοὺς δώσῃ εὐκαιρίαν μήπως καὶ συναισθανθοῦν τὸ βάρος τοῦ ἐγκλήματός των καὶ μετανοήσουν).
Μάρκ. 14,63
ὁ δὲ ἀρχιερεὺς διαρρήξας τοὺς χιτῶνας αὐτοῦ λέγει· τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων;
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ ἀρχιερεὺς διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του (βγῆκε ἀπὸ τὰ ροῦχα του, ἀγανάκτησε!) καὶ εἶπε· «Τί μᾶς χρειάζονται πλέον μάρτυρες;
Τρεμπέλα
Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς μὲ ὑποκριτικὸν καὶ ἐπιδεικτικὸν ἀποτροπιασμὸν διὰ τὴν φρικτὴν βλασφημίαν ἔσχισε τὰ ρούχα του σύμφωνα μὲ τὴν συνήθειαν, ποὺ ἐπεκράτει μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων, καὶ εἶπε· Τί μᾶς χρειάζονται πλέον μάρτυρες;
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ἔσχισε τὰ ροῦχα του διὰ τὴν ὕβριν τάχα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ποὺ ἤκουσε καὶ εἶπε· «τί μᾶς χρειάζονται πλέον οἱ μάρτυρες;
Μάρκ. 14,64
ἠκούσατε πάντως τῆς βλασφημίας· τί ὑμῖν φαίνεται; οἱ δὲ πάντες κατέκριναν αὐτὸν εἶναι ἔνοχον θανάτου.
Σωτηρόπουλου
Ἀκούσατε βεβαίως τὴ βλασφημία. Τί νομίζετε;». Ὅλοι δὲ ἀποφάνθηκαν ἐναντίον του, ὅτι εἶναι ἄξιος θανάτου.
Τρεμπέλα
Ἠκούσατε καθαρά, ὥστε νὰ μὴ σᾶς μένῃ καμμία ἀμφιβολία, τὴν βλασφημίαν ποὺ ἐξεστομίσθη. Τί γνώμην ἔχετε; Αὐτοὶ δὲ ὅλοι ἀπεφάνθησαν κατ’ αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἔνοχος βλασφημίας, ποὺ τιμωρεῖται μὲ θάνατον.
Κολιτσάρα
Ἠκούσατε βέβαια τὴν βλασφημίαν· τί γνώμην ἔχετε; Αὐτοὶ δὲ ὅλοι μ’ ἕνα στόμα κατεδίκασαν αὐτόν, ὅτι εἶναι ἔνοχος θανάτου διὰ τὴν βλασφημίαν, ποὺ ἐξεστόμισε.
Μάρκ. 14,65
Καὶ ἤρξαντό τινες ἐμπτύειν αὐτῷ καὶ περικαλύπτειν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ κολαφίζειν αὐτὸν καὶ λέγειν αὐτῷ· προφήτευσον ἡμῖν τίς ἐστιν ὁ παίσας σε. καὶ οἱ ὑπηρέται ῥαπίσμασιν αὐτὸν ἔβαλον.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἄρχισαν μερικοὶ νὰ τὸν φτύνουν, καὶ νὰ σκεπάζουν τὸ πρόσωπό του, καὶ νὰ τὸν γρονθοκοποῦν, καὶ νὰ τοῦ λέγουν· «Προφήτευσέ μας, ποιός σὲ κτύπησε;». Καὶ οἱ ὑπηρέτες τὸν κτύπησαν μὲ ραπίσματα.
Τρεμπέλα
Καὶ ἤρχισαν μερικοὶ νὰ τὸν φτύνουν καὶ νὰ τοῦ σκεπάζουν γύρω τὸ πρόσωπόν του διὰ νὰ μὴ βλέπῃ καὶ νὰ τὸν κολαφίζουν καὶ νὰ τοῦ λέγουν· Προφήτευσέ μας, ποῖος σὲ ἐκτύπησε. Καὶ οἱ ὑπηρέται τὸν ἐκτύπησαν μὲ ραπίσματα.
Κολιτσάρα
Καὶ ἤρχισαν μερικοὶ νὰ τὸν φτύνουν, νὰ τοῦ σκεπάζουν ὁλόγυρα τὸ πρόσωπόν του, ὥστε νὰ μὴ βλέπῃ, νὰ καταφέρουν ἰσχυρὰ ραπίσματα καὶ γρονθοκοπήματα καὶ νὰ τοῦ λέγουν· «προφήτεψέ μας ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἐκτύπησε». Καὶ οἱ ὑπηρέται ἐκτυποῦσαν αὐτὸν μὲ ραπίσματα.
Μάρκ. 14,66
Καὶ ὄντος τοῦ Πέτρου κάτω ἐν τῇ αὐλῇ ἔρχεται μία τῶν παιδισκῶν τοῦ ἀρχιερέως,
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἐνῷ ὁ Πέτρος ἦταν κάτω στὴν αὐλή, ἔρχεται μία ἀπὸ τὶς δοῦλες τοῦ ἀρχιερέως,
Τρεμπέλα
Καὶ ἐνῷ ὁ Πέτρος ἦτο κάτω εἰς τὴν αὐλήν, ἦλθε μία ἀπὸ τὰς ὑπηρετρίας τοῦ ἀρχιερέως.
Κολιτσάρα
Ἐνῶ δὲ ὁ Πέτρος εὑρίσκετο κάτω εἰς τὴν αὐλήν, ἦλθε μία ἀπὸ τὰς ὑπηρετρίας τοῦ ἀρχιερέως
Μάρκ. 14,67
καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον θερμαινόμενον ἐμβλέψασα αὐτῷ λέγει· καὶ σὺ μετὰ τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρηνοῦ ἦσθα.
Σωτηρόπουλου
καὶ ὅταν εἶδε τὸν Πέτρο νὰ ζεσταίνεται, τὸν κοίταξε καλὰ καὶ τοῦ λέγει· «Καὶ σὺ ἤσουν μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζαρηνό».
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν εἶδε τὸν Πέτρον νὰ ζεσταίνεται, ἀφοῦ τὸν ἐκύτταξε προσεκτικά, εἶπε· Καὶ σὺ ἤσουν μὲ τὸν Ἰησοῦν τὸν Ναζαρηνόν.
Κολιτσάρα
καὶ ὅταν εἶδε τὸν Πέτρον νὰ ζεσταίνεται, τὸν ἐκύτταξε μὲ πολλὴν προσοχὴν καὶ τοῦ εἶπε· «καὶ σὺ ἤσουν μαζῆ μὲ τὸν Ἰησοῦν τὸν Ναζαρηνόν».
Μάρκ. 14,68
ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων· οὐκ οἶδα οὐδὲ ἐπίσταμαι τί σὺ λέγεις. καὶ ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὸ προαύλιον, καὶ ἀλέκτωρ ἐφώνησε.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ αὐτὸς ἀρνήθηκε λέγοντας· «Δὲν γνωρίζω καὶ δὲν καταλαβαίνω τί λὲς ἐσύ». Καὶ βγῆκε ἔξω στὸ προαύλιο, καὶ ὁ πετεινὸς λάλησε.
Τρεμπέλα
Αὐτὸς ὅμως ἠρνήθη καὶ εἶπε· Δὲν ἠξεύρω, οὔτε καταλαβαίνω τί λέγεις σύ. Καὶ ἐβγῆκεν ἔξω εἰς τὸ προαύλιον, καὶ ἐλάλησεν ὁ πετεινός.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνος ὅμως ἠρνήθη λέγων· «δὲν γνωρίζω οὔτε ἐνοῶ τί λέγεις». Καὶ ἐβγῆκε ἔξω εἰς τὸ προαύλιον καὶ ὁ πετεινὸς ἐλάλησε.
Μάρκ. 14,69
καὶ ἡ παιδίσκη ἰδοῦσα αὐτὸν πάλιν ἤρξατο λέγειν τοῖς παρεστηκόσιν ὅτι οὗτος ἐξ αὐτῶν ἐστιν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἡ δούλη, ὅταν τὸν εἶδε, πάλι ἄρχισε νὰ λέγῃ στοὺς παρισταμένους· «Αὐτὸς ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι».
Τρεμπέλα
Καὶ ἡ ὑπηρέτρια, ὅταν τὸν ξαναεῖδεν, ἤρχισε νὰ λέγῃ εἰς αὐτοὺς ποὺ ἔστεκαν ἐκεῖ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀπὸ ἐκείνους.
Κολιτσάρα
Καὶ ἡ ὑπηρέτρια, ὅταν τὸν ξαναεῖδε, ἤρχισε νὰ λέγῃ εἰς αὐτοὺς ποὺ ἔστεκαν ἐκεῖ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀπὸ ἐκείνους.
Μάρκ. 14,70
ὁ δὲ πάλιν ἠρνεῖτο. καὶ μετὰ μικρὸν πάλιν οἱ παρεστῶτες ἔλεγον τῷ Πέτρῳ· ἀληθῶς ἐξ αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ Γαλιλαῖος εἶ καὶ ἡ λαλιά σου ὁμοιάζει.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ αὐτὸς πάλι ἀρνιόταν. Καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο πάλι οἱ παριστάμενοι ἔλεγαν στὸν Πέτρο· «Ἀσφαλῶς εἶσαι ἀπ’ αὐτούς, διότι εἶσαι Γαλιλαῖος καὶ ἡ προφορά σου ὁμοιάζει».
Τρεμπέλα
Αὐτὸς δὲ πάλιν ἠρνεῖτο. Καὶ ὕστερ’ ἀπὸ λίγο, πάλιν ἐκεῖνοι ποὺ ἔστεκαν ἐκεῖ, ἔλεγον εἰς τὸν Πέτρον· Ἀληθῶς, ἀπὸ αὐτοὺς εἶσαι, διότι εἶσαι Γαλιλαῖος καὶ ἡ προφορὰ τῆς ὁμιλίας σου ὁμοιάζει πρὸς τὴν προφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Γαλιλαίας.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Πέτρος πάλιν ἠρνήθη. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγον πάλιν οἱ παριστάμενοι ἔλεγαν εἰς τὸν Πέτρον· «πράγματι εἶσαι ἀπὸ αὐτούς, διότι εἶσαι Γαλιλαῖος, καὶ ἡ προφορά σου ὁμοιάζει μὲ τὴν προφορὰν τῶν Γαλιλαίων».
Μάρκ. 14,71
ὁ δὲ ἤρξατο ἀναθεματίζειν καὶ ὀμνύναι ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ὃν λέγετε. καὶ ἐκ δευτέρου ἀλέκτωρ ἐφώνησε.
Σωτηρόπουλου
Αὐτὸς δὲ ἄρχισε νὰ ὁρκίζεται καὶ νὰ ὀμνύῃ· «Δὲν ξέρω τὸν ἄνθρωπο αὐτό, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλᾶτε». Καὶ γιὰ δεύτερη φορὰ λάλησε ὁ πετεινός.
Τρεμπέλα
Αὐτὸς δὲ ἤρχισε νὰ ἐπικαλῆται κατάρας κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ νὰ ὁρκίζεται, ὅτι δὲν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ποὺ λέγετε. Καὶ διὰ δευτέραν φορὰν ἐλάλησεν ὁ πετεινός.
Κολιτσάρα
Αὐτὸς δὲ ἤρχισε να καταριέται καὶ νὰ ὁρκίζεται, ὅτι «δὲν ξεύρω τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, ποὺ λέτε». Καὶ δευτέραν φορὰν ὁ πετεινὸς ἐλάλησε.
Μάρκ. 14,72
καὶ ἀνεμνήσθη ὁ Πέτρος τὸ ῥῆμα ὃ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι δίς, ἀπαρνήσῃ με τρίς· καὶ ἐπιβαλὼν ἔκλαιε.
Σωτηρόπουλου
Καὶ θυμήθηκε ὁ Πέτρος τὸ λόγο, ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς, «Προτοῦ λαλήσῃ ὁ πετεινὸς δύο φορές, θὰ μὲ ἀπαρνηθῇς τρεῖς φορές», καὶ ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ ἔκλαιε.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐνεθυμήθη ὁ Πέτρος τὸν λόγον, ποὺ τοῦ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς, ὅτι προτοῦ νὰ λαλήσῃ ὁ πετεινὸς δύο φοράς, θὰ μὲ ἀπαρνηθῇς τρεῖς φοράς. Καὶ ἤρχισε νὰ κλαίῃ.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐθυμήθηκε ὁ Πέτρος τὸν λόγον, ποὺ τοῦ εἶχε πῇ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι πρὶν ὁ πετεινὸς λαλήσῃ δύο φορές, θὰ μὲ ἀπαρνηθῇς τρεῖς φορές. Καὶ ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον καὶ ἤρχισε νὰ κλαίῃ. (Ἡ βαθεῖα συναίσθησις τοῦ βαρέος σφάλματός του, ἡ συγκλονιστικὴ του λύπη, τὰ θερμὰ δάκρυα τῆς μετανοίας τὸν ἐπανέφεραν καὶ πάλιν ψυχικῶς πλησίον τοῦ Διδασκάλου καὶ τὸ ἔκαμαν ἄξιον νὰ δεχθῇ τὴν συγχώρησιν καὶ τὴν ἐξάλειψιν τῆς μεγάλης του ἐνοχῆς).