Κατὰ Μάρκον 15
Μάρκ. 15,1
Καὶ εὐθέως ἐπὶ τὸ πρωῒ συμβούλιον ποιήσαντες οἱ ἀρχιερεῖς μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ γραμματέων καὶ ὅλον τὸ συνέδριον, δήσαντες τὸν Ἰησοῦν ἀπήνεγκαν καὶ παρέδωκαν τῷ Πιλάτῳ.
Σωτηρόπουλου
Ἀμέσως δὲ τὸ πρωὶ οἱ ἀρχιερεῖς μαζὶ μὲ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς, ὅλο δὲ τὸ συνέδριο, ἔκαναν συμβούλιο, καὶ ἀφοῦ ἔδεσαν τὸν Ἰησοῦ, τὸν ἔφεραν καὶ τὸν παρέδωσαν στὸν Πιλᾶτο.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀμέσως μόλις ἔγινε πρωΐ, ἔκαναν σύσκεψιν οἱ ἀρχιερεῖς μὲ τοὺς προεστοὺς καὶ γραμματεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδρων περὶ τοῦ πῶς ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσουν πλησίον τοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ρώμης. Καὶ μετὰ τὴν σύσκεψιν αὐτήν, ἀφοῦ ἔδεσαν τὸν Ἰησοῦν, τὸν ἔφεραν καὶ τὸν παρέδωκαν εἰς τὸν Πιλᾶτον, κατηγοροῦντες αὐτὸν ὡς ἀντάρτην καὶ ὡς σφετεριζόμενον τὸ ἀξίωμα τοῦ βασιλέως τῶν Ἰουδαίων.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀμέσως τὸ πρωΐ ἔκαμαν τὴν ἐπίσημον νομικὴν συνεδρίασιν οἱ ἀρχιερεῖς μὲ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ ὅλους τοὺς συνέδρους καὶ ἀφοῦ κατεδίκασαν τὸν Ἰησοῦν, τὸν ἔδεσαν, τὸν ἔφεραν καὶ τὸν παρέδωσαν ὡς ἐγκληματίαν ἄξιον θανάτου εἰς τὸν Πιλᾶτον.
Μάρκ. 15,2
καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· σὺ λέγεις.
Σωτηρόπουλου
Καὶ τὸν ρώτησε ὁ Πιλᾶτος· «Σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;». Αὐτὸς δὲ ἀπάντησε καὶ τοῦ εἶπε· «Τὸ λέγεις σύ» (Ὁ Ἰησοῦς παραδέχθηκε, ὅτι εἶναι βασιλεύς, ἀλλὰ μὲ πνευματικὴ βασιλεία).
Τρεμπέλα
Καὶ τὸν ἠρώτησεν ὁ Πιλᾶτος· Σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; Αὐτὸς δὲ ἀπεκρίθη καὶ τοῦ εἶπε· Σὺ λέγεις, ὅτι εἶμαι βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων· ἡ βασιλεία μου ὅμως δὲν εἶναι, ὅπως τὴν ἐννοεῖς σὺ καὶ οἱ κατήγοροί μου.
Κολιτσάρα
Καὶ τὸν ἠρώτησε ὁ Πιλᾶτος ἔπειτα ἀπὸ τὶς κατηγορίες ποὺ εἶχε ἀκούσει ἐναντίον του ἐκ μέρους τῶν Ἑβραίων· «σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;» Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπεν· «σὺ λέγεις, ὅτι εἶμαι βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων».
Μάρκ. 15,3
καὶ κατηγόρουν αὐτοῦ οἱ ἀρχιερεῖς πολλά, αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο.
Σωτηρόπουλου
Οἱ ἀρχιερεῖς τότε ἐπέφεραν πολλὲς κατηγορίες ἐναντίον του, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἀποκρίθηκε τίποτε.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Πιλᾶτος ἐπείσθη, ὅτι ἡ κατηγορία αὐτὴ ἦτο ἀβάσιμος, οἱ ἀρχιερεῖς τὸν κατηγόρουν καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἀπεκρίθη τίποτε.
Κολιτσάρα
Καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐπέμειναν νὰ κατηγοροῦν αὐτὸν διὰ πολλὰ ἐγκλήματα, ἄξια θανάτου. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἔδιδε καμμίαν ἀπόκρισιν.
Μάρκ. 15,4
ὁ δὲ Πιλᾶτος πάλιν ἐπηρώτα αὐτὸν λέγων· οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν; ἴδε πόσα σου καταμαρτυροῦσιν.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Πιλᾶτος πάλι τὸν ρώτησε λέγοντας· «Δὲν ἀποκρίνεσαι τίποτε; Κοίταξε γιὰ πόσα σὲ κατηγοροῦν».
Τρεμπέλα
Ὁ δὲ Πιλᾶτος πάλιν τὸν ἠρώτησε καὶ εἶπε· Δὲν ἀποκρίνεσαι τίποτε; Κύττα, πόσας κατηγορίας μαρτυροῦν ἐναντίον σου. Δὲν ἀπολογεῖσαι τίποτε δι’ αὐτάς;
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Πιλᾶτος πάλιν τὸν ἠρώτησε λέγων· «δὲν ἀποκρίνεσαι τίποτε; Κύτταξε, πόσα αὐτοὶ καταθέτουν ἐναντίον σου»!
Μάρκ. 15,5
ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐκέτι οὐδὲν ἀπεκρίθη, ὥστε θαυμάζειν τὸν Πιλᾶτον.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Ἰησοῦς δὲν ἀποκρίθηκε πλέον τίποτε, ὥστε νὰ θαυμάζῃ ὁ Πιλᾶτος.
Τρεμπέλα
Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀπεκρίθη πλέον τίποτε, ὥστε ἐθαύμαζεν ὁ Πιλᾶτος διὰ τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἀταραξίαν, τὴν ὁποίαν ἐδείκνυεν εἱς στιγμάς, ποὺ τόσον ἐκινδύνευεν αὐτὴ ἡ ζωή του.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ἰησοῦς δὲν ἀπεκρίθη πλέον τίποτε, ὥστε ὁ Πιλᾶτος νὰ θαυμάζῃ (διότι τὸν ἔβλεπε νὰ μὴ προσφεύγῃ εἰς ἀπολογίαν καὶ διαμαρτυρίας ἐναντίον τῶν κατηγόρων του).
Μάρκ. 15,6
Κατὰ δὲ ἑορτὴν ἀπέλυεν αὐτοῖς ἕνα δέσμιον, ὅνπερ ᾐτοῦντο.
Σωτηρόπουλου
Κάθε δὲ ἑορτὴ (τοῦ Πάσχα) ἀπελευθέρωνε γιὰ χάρι τους ἕνα φυλακισμένο, ὅποιον ζητοῦσαν.
Τρεμπέλα
Εἰς κάθε ἑορτὴν δὲ τοῦ πάσχα συνήθιζεν ὁ ἡγεμὼν νὰ ἀφίνῃ ἐλεύθερον πρὸς χάριν των ἕνα φυλακισμένον, ὅποιον θὰ ἐζήτουν.
Κολιτσάρα
Κάθε δὲ ἑορτὴν τοῦ πάσχα ὁ ἡγεμὼν ἐσυνήθιζε νὰ ἀπολύῃ πρὸς χάριν αὐτῶν ἕνα φυλακισμένον, ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἐζητοῦσαν.
Μάρκ. 15,7
ἦν δὲ ὁ λεγόμενος Βαραββᾶς μετὰ τῶν συστασιαστῶν δεδεμένος, οἵτινες ἐν τῇ στάσει φόνον πεποιήκεισαν.
Σωτηρόπουλου
Ἦταν δὲ φυλακισμένος κάποιος, ποὺ λεγόταν Βαραββᾶς, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους στασιαστάς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐξέγερσι εἶχαν κάνει φόνο.
Τρεμπέλα
Ἠτο δὲ ἕνας, ποὺ ἐλέγετο Βαραββάς, δεμένος καὶ φυλακισμένος μὲ τοὺς στασιαστάς, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν γνωστὴν κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας στάσιν εἶχαν κάμει φόνον.
Κολιτσάρα
Ὑπῆρχε δὲ εἰς τὴν φυλακὴν κάποιος λεγόμενος Βαραββᾶς, δεμένος μαζῆ μὲ τοὺς στασιαστάς, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν γνωστὴν ἀνταρσίαν εἶχαν διαπράξει φόνον.
Μάρκ. 15,8
καὶ ἀναβοήσας ὁ ὄχλος ἤρξατο αἰτεῖσθαι καθὼς ἀεὶ ἐποίει αὐτοῖς.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὁ ὄχλος μὲ κραυγὲς ἄρχισε νὰ ζητῇ (νὰ κάνῃ ὁ Πιλᾶτος) ὅπως ἔκανε πάντοτε γιὰ χάρι τους.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐφώναξε δυνατὰ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ καὶ ἄρχισε νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸν Πιλᾶτον ἐκεῖνο, ποὺ πάντοτε ἐσυνήθιζε νὰ τοὺς κάνη, δηλαδὴ νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ ἕνα δέσμιον.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐκραύγασε δυνατὰ ὁ ὄχλος καὶ ἤρχισαν νὰ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Πιλᾶτον νὰ ἀπολύσῃ ἕνα δέσμιον, ὅπως πάντοτε ἐσυνήθιζε νὰ κάμνῃ εἰς αὐτούς.
Μάρκ. 15,9
ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀπεκρίθη αὐτοῖς λέγων· θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Πιλᾶτος τοὺς ἀποκρίθηκε λέγοντας· «Θέλετε ν’ ἀφήσω ἐλεύθερο γιὰ χάρι σας τὸ βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;».
Τρεμπέλα
Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀπεκρίθη εἰς αὐτοὺς καὶ εἶπε· Θέλετε νὰ σᾶς ἐλευθερώσω τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀπήντησε καὶ τοὺς εἶπε· «Θέλετε νὰ ἀπολύσω πρὸς χάριν σας τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;»
Μάρκ. 15,10
ἐγίνωσκε γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παραδεδώκεισαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς.
Σωτηρόπουλου
Διότι ἤξερε, ὅτι ἀπὸ φθόνο τὸν εἶχαν παραδώσει οἱ ἀρχιερεῖς.
Τρεμπέλα
Καὶ τοὺς ἐπρότεινε νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν Ἰησοῦν, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι ἕνεκα φθόνου τὸν εἶχαν παραδώσει οἱ ἀρχιερεῖς.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐπρότεινε τοῦτο, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι ἕνεκα φθόνου τὸν εἶχαν παραδώσει οἱ ἀρχιερεῖς.
Μάρκ. 15,11
οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἀνέσεισαν τὸν ὄχλον ἵνα μᾶλλον τὸν Βαραββᾶν ἀπολύσῃ αὐτοῖς.
Σωτηρόπουλου
Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς διήγειραν τὸν ὄχλο νὰ προτιμήσουν ν’ ἀπελευθερώσῃ γιὰ χάρι τους τὸ Βαραββᾶ.
Τρεμπέλα
Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἔφεραν ἄνω κάτω τὸν ὄχλον καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ μᾶλλον τὸν Βαραββάν.
Κολιτσάρα
Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἐξεσήκωσαν καὶ ἔπεισαν τὸν ὄχλον νὰ ζητήσῃ ὅπως ἀπολύσῃ, κατὰ προτίμησίν των, τὸν Βαραββᾶν.
Μάρκ. 15,12
ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀποκριθεὶς πάλιν εἶπεν αὐτοῖς· τί οὖν θέλετε ποιήσω ὃν λέγετε τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Πιλᾶτος μίλησε πάλι καὶ τοὺς εἶπε· «Καὶ αὐτόν, ποὺ ὀνομάζετε βασιλέα τῶν Ἰουδαίων, τί θέλετε νὰ κάνω;».
Τρεμπέλα
Ὁ Πιλᾶτος δὲ ἀπεκρίθη πάλιν καὶ τοὺς εἶπε· Τί λοιπὸν θέλετε νὰ κάμω αὐτόν, τὸν ὁποῖον σεῖς ὀνομάζετε βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Πιλᾶτος (ὁ ὁποῖος ἕνεκα τῆς δειλείας του ἤθελε νὰ ἀπολύσῃ τὸν Χριστὸν κατὰ χάριν καὶ ὄχι διότι τὸν εὐρῆκε ἀθῶον) ἀπεκρίθη πάλιν καὶ τοὺς εἶπε· «τί λοιπὸν θέλετε νὰ κάμω αὐτόν, ποὺ τὸν ὀνομάζετε βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;
Μάρκ. 15,13
οἱ δὲ πάλιν ἔκραξαν· σταύρωσον αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Παρὰ ταῦτα δὲ (παρὰ τὶς ἐπανειλημμένες προσπάθειες τοῦ Πιλάτου ὑπὲρ τοῦ Ἰησοῦ) αὐτοὶ κραύγασαν· «Σταύρωσέ τον!».
Τρεμπέλα
Αὐτοὶ δὲ πάλιν ἐφώναξαν· Σταύρωσέ τον.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνοι δὲ πάλιν ἔκραξαν· «σταύρωσέ τον».
Μάρκ. 15,14
ὁ δὲ Πιλᾶτος ἔλεγεν αὐτοῖς· τί γὰρ ἐποίησε κακόν; οἱ δὲ περισσοτέρως ἔκραξαν· σταύρωσον αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Ὁ Πιλᾶτος τότε τοὺς ἔλεγε· «Ἀλλὰ τί κακὸ ἔκανε;». Αὐτοὶ δὲ περισσότερο κραύγασαν· «Σταύρωσέ τον!».
Τρεμπέλα
Ὁ Πιλᾶτος ὅμως τοὺς ἔλεγε· Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν δικάσω εἰς θάνατον. Διότι ποῖον κακὸν ἔπραξεν; Αὐτοὶ δὲ περισσότερον ἐφώναξαν· σταύρωσέ τον.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἔλεγε εἰς αὐτούς· «διατί θέλετε τὸν θάνατόν του;» Τί κακὸν ἔκαμε; Αὐτοὶ ὅμως εφώναζαν δυνατώτερα· «σταύρωσέ τον».
Μάρκ. 15,15
ὁ δὲ Πιλᾶτος βουλόμενος τῷ ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ποιῆσαι, ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν, καὶ παρέδωκε τὸν Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα σταυρωθῇ.
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ Πιλᾶτος, θέλοντας νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν ὄχλο, ἀπελευθέρωσε γιὰ χάρι τους τὸ Βαραββᾶ, καὶ τὸν Ἰησοῦ, ἀφοῦ διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν, παρέδωσε γιὰ νὰ σταυρωθῇ.
Τρεμπέλα
Ὁ δὲ Πιλᾶτος, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἰκανοποιήσῃ καὶ εὐχαριστήσῃ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, τοὺς ἠλευθέρωσε τὸν Βαραββὰν καὶ ἀφοῦ διέταξε νὰ μαστιγώσουν τὸν Ἰησοῦν, παρέδωσεν αὐτὸν διὰ νὰ σταυρωθῇ.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἰκανοποιήσῃ τὸν ὄχλον, ἀπελευθέρωσε τὸν Βαραββᾶν καὶ τὸν Ἰησοῦν, ἀφοῦ πρῶτον διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν μὲ τὸ φραγγέλιον, τὸν παρέδωσε, διὰ νὰ σταυρωθῇ, (χωρὶς νὰ ὑποπτεύεται ὅτι θὰ προσεφέρετο ἡ μεγάλη λυτρωτικὴ θυσία ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων).
Μάρκ. 15,16
Οἱ δὲ στρατιῶται ἀπήγαγον αὐτὸν ἔσω τῆς αὐλῆς, ὅ ἐστι πραιτώριον, καὶ συγκαλοῦσιν ὅλην τὴν σπεῖραν·
Σωτηρόπουλου
Οἱ δὲ στρατιῶτες τὸν ὡδήγησαν στὸ ἐσωτερικὸ τῆς αὐλῆς, στὸ πραιτώριο δηλαδή, καὶ συγκεντρώνουν ὅλη τὴ φρουρά.
Τρεμπέλα
Οἱ δὲ στρατιῶται ἔφεραν τὸν Ἰησοῦν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν αὐλὴν τοῦ οἰκοδομήματος, ποὺ διέμενεν ὁ πραίτωρ, καὶ ἐμάζευσαν ἐκεῖ ὅλην τὴν φρουράν.
Κολιτσάρα
Οἱ δὲ στρατιῶται, ἔσυραν τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς αὐλῆς τοῦ κτηρίου, ὅπου ἔμενε ὁ πραίτωρ, καὶ ἐμάζεψαν ἐκεῖ ὅλην τὴν φρουράν.
Μάρκ. 15,17
καὶ ἐνδύουσιν αὐτὸν πορφύραν καὶ περιτιθέασιν αὐτῷ πλέξαντες ἀκάνθινον στέφανον,
Σωτηρόπουλου
Καὶ τὸν ντύνουν μὲ κόκκινο μανδύα (ὡς βασιλικὴ δῆθεν πορφύρα), καὶ ἀφοῦ ἔπλεξαν ἀκάνθινο στεφάνι τὸ ἔβαλαν στὸ κεφάλι του (ὡς βασιλικὸ δῆθεν στέμμα),
Τρεμπέλα
Καὶ διὰ νὰ διακωμωδήσουν τὰς βασιλικάς του ἀξίωσεις, τὸν ἐνέδυσαν κόκκινον μανδύαν, ποὺ ὠμοίαζε πρὸς βασιλικὸν ἔνδυμα, καὶ ἀφοῦ ἔπλεξαν στέφανον ἀπὸ ἀγκάθια, τὸν ἔβαλαν γύρω ἀπὸ τὴν κεφαλήν του ἀντὶ βασιλικοῦ στέμματος.
Κολιτσάρα
Καὶ διὰ νὰ τὸν ἐμπαίξουν ὡς ψευδῆ βασιλέα, τοῦ ἐφόρεσαν κάποιον κόκκινον μανδύαν, τάχα ὡς βασιλικὴν πορφύραν, ἔπλεξαν ἕνα στεφάνι ἀπὸ αγκάθια καὶ τὸ ἔβαλαν γύρω εἰς τὸ κεφάλι του, ὡς στέμμα τάχα βασιλικόν.
Μάρκ. 15,18
καὶ ἤρξαντο ἀσπάζεσθαι αὐτόν. χαῖρε ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων·
Σωτηρόπουλου
καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν χαιρετοῦν λέγοντας· «Χαῖρε, βασιλεῦ τῶν Ἰουδαίων!».
Τρεμπέλα
Καὶ ἤρχισαν νὰ τὸν χαιρετοῦν ἐμπαικτικῶς καὶ νὰ τοῦ λέγουν· χαῖρε, βασιλεῦ τῶν Ἰουδαίων.
Κολιτσάρα
Καὶ ἤρχισαν νὰ τὸν χαιρετοῦν εἰρωνικὰ καὶ νὰ τοῦ λέγουν· «χαῖρε, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων».
Μάρκ. 15,19
καὶ ἔτυπτον αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν καλάμῳ καὶ ἐνέπτυον αὐτῷ, καὶ τιθέντες τὰ γόνατα προσεκύνουν αὐτῷ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ κτυποῦσαν τὸ κεφάλι του μὲ καλάμι, καὶ τὸν ἔφτυναν, καὶ γονατίζοντας τὸν προσκυνοῦσαν.
Τρεμπέλα
Καὶ τοῦ ἐκτύπων τὴν κεφαλὴν μὲ κάλαμον καὶ τὸν ἔφτυναν. Καὶ ἀφοῦ ἔβαζαν τὰ γόνατά τους κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, τὸν ἐπροσκύνουν.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐκτυποῦσαν τὴν κεφαλήν του μὲ καλάμι καὶ τὸν ἔφτυναν καὶ ἀφοῦ ἔπεφταν εἰς τὰ γόνατα τὸν προσκυνοῦσαν ἐμπαικτικῶς.
Μάρκ. 15,20
καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν πορφύραν καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱμάτια τὰ ἴδια, καὶ ἐξάγουσιν αὐτὸν ἵνα σταυρώσωσιν αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὅταν τὸν περιέπαιξαν, τοῦ ἔβγαλαν τὸν κόκκινο μανδύα καὶ τὸν ἔντυσαν μὲ τὰ δικά του ἐνδύματα καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω (ἀπὸ τὴν πόλι), γιὰ νὰ τὸν σταυρώσουν.
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν τὸν ἐνέπαιξαν, τοῦ ἔβγαλαν τὸν κόκκινον μανδύαν καὶ τὸν ἔντυσαν τὰ ἰδικά του ρούχα καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν διὰ νὰ τὸν σταυρώσουν.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐνέπαιξαν τοῦ ἔβγαλαν τὸν κόκκινον μανδύαν, τὸν ἔντυσαν μὲ τὰ ἰδικά του ροῦχα καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, διὰ νὰ τὸν σταυρώσουν.
Μάρκ. 15,21
Καὶ ἀγγαρεύουσι παράγοντά τινα Σίμωνα Κυρηναῖον, ἐρχόμενον ἀπ’ ἀγροῦ, τὸν πατέρα Ἀλεξάνδρου καὶ Ῥούφου, ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀγγαρεύουν κάποιον περαστικό, τὸ Σίμωνα τὸν Κυρηναῖο, ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὴν ὕπαιθρο, τὸν πατέρα τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ Ρούφου, γιὰ νὰ μεταφέρῃ τὸ σταυρό του.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀντεῖχε πλέον νὰ βαστάζῃ τὸν σταυρόν του, ἠγγάρευσαν κάποιον, ποὺ διέβαινε ἀπ’ ἐκεῖ τὴν ὥραν ἐκείνην, τὸν Σίμωνα τὸν Κυρηναῖον, ὁ ὁποῖος ἤρχετο ἀπὸ τὸ χωράφι του, τὸν πατέρα τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ Ρούφου, καὶ τὸν ὑπεχρέωσαν νὰ σηκώσῃ τὸν σταυρόν του.
Κολιτσάρα
Καὶ (ἐπειδὴ ἀπὸ τὰς πολλὰς ταλαιπωρίας καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὸ φρικτὸν φραγγέλωμα εἶχε ἐξαντληθῆ καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ κρατῇ τὸν σταυρόν) ἠγγάρευσαν, διὰ νὰ φέρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, κάποιον ποὺ ἔτυχε νὰ περνᾷ, Σίμωνα τὸν Κυρηναῖον, ποὺ ἤρχετο ἀπὸ τὸ χωράφι του, τὸν πατέρα τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ Ρούφου.
Μάρκ. 15,22
Καὶ φέρουσιν αὐτὸν ἐπὶ Γολγοθᾶ τόπον, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον κρανίου τόπος.
Σωτηρόπουλου
Καὶ τὸν φέρουν στὸν τόπο Γολγοθᾶ, ποὺ μεταφραζόμενο σημαίνει, τόπος Κρανίου,
Τρεμπέλα
Καὶ τὸν ἔφεραν εἰς τὸν τόπον τοῦ Γολγοθά, ὄνομα, ποὺ ὅταν μεταφραστῇ, σημαίνει τόπος κρανίου.
Κολιτσάρα
Καὶ τὸν ἔφεραν εἰς τόπον, ποὺ λέγεται Γολγοθᾶς, ὄνομα ποὺ μεταφραζόμενον σημαίνει «τόπος κρανίου».
Μάρκ. 15,23
καὶ ἐδίδουν αὐτῷ πιεῖν ἐσμυρνισμένον οἶνον· ὁ δὲ οὐκ ἔλαβε.
Σωτηρόπουλου
καὶ τοῦ ἔδιναν νὰ πιῇ κρασὶ ἀνάμικτο μὲ σμύρνα (ὡς ἀναισθητικό). Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν τὸ δέχτηκε.
Τρεμπέλα
Καὶ διὰ νὰ μὴ αἰσθανθῇ πολὺ τοὺς πόνους τῆς σταυρώσεως καὶ δυσκολευθοῦν εἰς τὴν ἐκτελεσίν της οἱ σταυρωταί, τοῦ ἔδιναν νὰ πίῃ ὡς ναρκωτικὸν οἶνον ἀνακατευμένον μὲ σμύρναν· αὐτὸς ὅμως δὲν τὸ ἐπῆρε.
Κολιτσάρα
Καὶ (διὰ νὰ ναρκώσουν αὐτόν, ὥστε νὰ μὴ αἰσθανθῇ εἰς ὅλην τὴν ὀξύτητα τοὺς πόνους τῆς καθηλώσεως, νὰ μὴ δυσκολεύσῃ δὲ καὶ τοὺς δημίους εἰς τὸ ἔργον των) τοῦ ἔδιναν νὰ πίῃ κρασὶ ἀνακατεμένον μὲ σμύρναν. Αὐτὸς ὅμως δὲ τὸ ἐπῆρε.
Μάρκ. 15,24
καὶ σταυρώσαντες αὐτὸν διαμερίζονται τὰ ἱμάτια αὐτοῦ βάλλοντες κλῆρον ἐπ’ αὐτὰ τίς τί ἄρῃ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀφοῦ τὸν σταύρωσαν, μοίρασαν μεταξύ τους τὰ ἐνδύματά του ρίχνοντας κλῆρο γι αὐτά, γιὰ τὸ ποιός καὶ τί θὰ πάρῃ.
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν τὸν ἐσταύρωσαν, ἐμοίρασαν τὰ ρούχα του, ἀφοῦ ἔρριψαν εἰς αὐτὰ λαχνὸν περὶ τοῦ τί θὰ ἔπαιρνεν ὁ καθένας τους.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐσταύρωσαν, ἐμοίρασαν μεταξύ των τὰ ἐνδύματά του ρίχνοντες κλῆρον, τί θὰ πάρῃ ὁ καθένας ἀπὸ αὐτά.
Μάρκ. 15,25
ἦν δὲ ὥρα τρίτη καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Ἦταν δὲ ὥρα ἐννέα τὸ πρωί [Σημ.: Γιὰ τὴν ὥρα τῆς σταυρώσεως, ποὺ ἀναφέρεται ἐδῶ, βλέπε παρατηρήσεις στὸ ὑπόμνημα τοῦ Π.Τρεμπέλα στὸ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιον καὶ στὸν οἰκεῖο τόπο], ὅταν τὸν σταύρωσαν.
Τρεμπέλα
Ἦτο δὲ ὥρα τρεῖς ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου καὶ τὸν ἐσταύρωσαν.
Κολιτσάρα
Ἦτο δὲ ἡ ὥρα τρεῖς ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, δηλαδὴ ἐννέα τὸ πρωΐ τότε, ποὺ τὸν ἐσταύρωσαν.
Μάρκ. 15,26
καὶ ἦν ἡ ἐπιγραφὴ τῆς αἰτίας αὐτοῦ ἐπιγεγραμμένη· ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὡς αἰτία τῆς καταδίκης του ἦταν γραμμένη ἡ ἐπιγραφή· Ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.
Τρεμπέλα
Καὶ ἦτο ἡ ἐπιγραφὴ τῆς κατηγορίας του γραμμένη εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ σταυροῦ· Ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.
Κολιτσάρα
Καὶ ἦτο γραμμένη ἡ ἐπιγραφὴ τῆς αἰτίας τοῦ σταυρικοῦ του θανάτου εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ σταυροῦ· «ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων».
Μάρκ. 15,27
Καὶ σὺν αὐτῷ σταυροῦσι δύο λῃστάς, ἕνα ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνα ἐξ εὐωνύμων αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ μαζί του σταυρώνουν δύο λῃστάς, ἕνα ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀριστερά του.
Τρεμπέλα
Καὶ μαζὶ μὲ αὐτόν, διὰ νὰ τὸν παραστήσουν ὡς κακοποιὸν καὶ τὸν ἐξευτελίσουν, ἐσταύρωσαν δύο λῃστάς, ἕνα ἀπὸ τὰ δεξιά του καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀριστερά του.
Κολιτσάρα
Καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν ἐσταύρωσαν δύο λῃστάς, ἕνα ἀπὸ τὰ δεξιά του καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀριστερά του (διὰ νὰ παραστήσουν ἔτσι καὶ αὐτὸν ὡς κακοῦργον).
Μάρκ. 15,28
καὶ ἐπληρώθη ἡ γραφὴ ἡ λέγουσα· καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἐκπληρώθηκε τὸ Γραφικὸ χωρίο, ποὺ λέγει· Καὶ μεταξὺ τῶν ἀνόμων (τῶν ἐγκληματιῶν) ὑπολογίσθηκε.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπραγματοποιήθη ἔτσι ἡ προφητεία τῆς Γραφῆς, ποὺ λέγει· Καὶ κατετάχθη μεταξὺ τῶν παραβατῶν τοῦ νόμου καὶ τῶν κακούργων καὶ ἐτιμωρήθη μαζὶ μὲ αὐτοὺς ὡς ἄνομος.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐπραγματοποιήθηκε ἡ προφητεία τῆς Γραφῆς· «καὶ κατατάχθηκε μεταξὺ ἐκείνων ποὺ παρέβησαν τὸν νόμον καὶ ἐγκλημάτησαν».
Μάρκ. 15,29
Καὶ οἱ παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ λέγοντες· οὐά, ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν!
Σωτηρόπουλου
Οἱ δὲ περαστικοὶ τὸν ἔβριζαν κουνώντας τὰ κεφάλια τους καὶ λέγοντας· «Οὐά, σὺ ποὺ θὰ γκρέμιζες τὸ ναὸ καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ τὸν οἰκοδομοῦσες!
Τρεμπέλα
Καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπερνοῦσαν κοντά, τὸν ἐβλασφήμουν καὶ ἐκίνουν ἐμπαικτικὰ τὰς κεφαλάς των καὶ ἔλεγαν· Οὐά, σὺ ποὺ θὰ ἐκρήμνιζες τὸν ναὸν καὶ εἰς τρεῖς ἡμέρας θὰ τὸν οἰκοδομοῦσες,
Κολιτσάρα
Καὶ αὐτοί, ποὺ ἐπερνοῦσαν εἰς τὸν δρόμον κοντὰ ἀπὸ τὸν σταυρόν, τὸν ἐβλασφημοῦσαν καὶ ἐκινοῦσαν τὰς κεφαλάς των λέγοντες· «οὐά, σύ ποὺ θὰ ἐκρήμνιζες τὸν ναὸν καὶ εἰς τρεῖς ἡμέρας θὰ τὸν ξανάκτιζες!
Μάρκ. 15,30
σῶσον σεαυτὸν καὶ κατάβα ἀπὸ τοῦ σταυροῦ.
Σωτηρόπουλου
Σῶσε τὸν ἑαυτό σου καὶ κατέβα ἀπὸ τὸ σταυρό».
Τρεμπέλα
σῶσε τὸν ἑαυτόν σου καὶ κατέβα ἀπὸ τὸν σταυρόν.
Κολιτσάρα
Σῶσε λοιπὸν τὸν εὐατόν σου καὶ κατέβα ἀπὸ τὸν σταυρόν».
Μάρκ. 15,31
ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες πρὸς ἀλλήλους μετὰ τῶν γραμματέων ἔλεγον· ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι.
Σωτηρόπουλου
Ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς μαζὶ μὲ τοὺς γραμματεῖς ἐμπαίζοντας ἔλεγαν μεταξύ τους· «Ἄλλους ἔσωσε, τὸν ἑαυτό του δὲν δύναται νὰ σώσῃ.
Τρεμπέλα
Παρομοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς τὸν περιέπαιζαν μεταξύ τους μὲ τοὺς γραμματεῖς καὶ ἔλεγον· Ἄλλους ἔσωσε μὲ τὰ ἀγυρτικά του θαύματα, τὸν ἑαυτόν του ὅμως δὲν δύναται νὰ σώσῃ.
Κολιτσάρα
Παρομοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες μεταξύ τους μαζῆ μὲ τοὺς γραμματεῖς ἔλεγαν· «ἄλλους ἔσωσε, τὸν εὐατόν του ὅμως δὲν ἠμπορεῖ νὰ σώσῃ.
Μάρκ. 15,32
ὁ Χριστὸς ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμεν αὐτῷ. καὶ οἱ συνεσταυρωμένοι αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Ὁ Μεσσίας, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ἂς κατεβῇ τώρα ἀπὸ τὸ σταυρό, γιὰ νὰ ἰδοῦμε καὶ νὰ πιστεύσωμε σ’ αὐτόν». Ἀκόμη καὶ οἱ σταυρωμένοι μαζί του τὸν ἔβριζαν (Ἀλλ’ ὁ ἕνας κατόπιν μετανόησε).
Τρεμπέλα
Ὁ Χριστός, ὁ βασιλεὺς τοῦ εὐλογημένου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἂς καταβῇ τώρα ἀπὸ τὸν σταυρόν, διὰ νὰ ἴδωμεν τὸ θαῦμα αὐτὸ τῆς ἀπελευθερώσεώς του καὶ πιστεύσωμεν. Καὶ αὐτοί, ποὺ ἦσαν σταυρωμένοι μαζί του, τὸν ὕβριζαν.
Κολιτσάρα
Ὁ Χριστός, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ἂς κατεβῇ τώρα ἀπὸ τὸν σταυρόν, διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ θαῦμα καὶ νὰ πιστεύσωμεν εἰς αὐτόν». Καὶ οἱ δύο κακοῦργοι, ποὺ ἦσαν σταυρωμένοι μαζῆ μὲ αὐτόν, τὸν ὕβριζαν.
Μάρκ. 15,33
Γενομένης δὲ ὥρας ἕκτης σκότος ἐγένετο ἐφ’ ὅλην τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης·
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ ἦλθε ὥρα δώδεκα τὸ μεσημέρι, ἔπεσε σκοτάδι σ’ ὅλη τὴ γῆ ἕως ὥρα τρεῖς τὸ ἀπόγευμα.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἡ ὥρα ἔγινεν ἓξ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, δηλαδὴ μεσημέρι, ἔγινε σκότος εἰς ὅλην τὴν γῆν μέχρι τὰς ἐννέα, τουτέστιν ἕως τὰς τρεῖς τὸ ἀπογεῦμα.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ἡ ὥρα ἔγινε ἓξ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, δηλαδὴ δώδεκα μεσημέρι, ἀπλώθηκε σκοτάδι εἰς ὅλην τὴν γῆν ἕως τὰς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα.
Μάρκ. 15,34
καὶ τῇ ὥρᾳ τῇ ἐνάτῃ ἐβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· Ἐλωῒ Ἐλωΐ, λιμᾶ σαβαχθανί; ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, ὁ Θεός μου ὁ Θεός μου, εἰς τί με ἐγκατέλιπες;
Σωτηρόπουλου
Καὶ τὴν ὥρα τρεῖς τὸ ἀπόγευμα ὁ Ἰησοῦς φώναξε μὲ φωνὴ μεγάλη λέγοντας· Ἐλωί, Ἐλωί, λιμᾶ σαβαχθανί· Αὐτὸ μεταφραζόμενο σημαίνει· Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες;
Τρεμπέλα
Καὶ κατὰ τὴν ἐνάτην ὥραν ἐφώναξε μὲ μεγάλη φωνὴ ὁ Κύριος· Ἐλωΐ, Ἐλωΐ, λιμᾶ σαβαχθανί, τὸ ὁποῖον, ὅταν ἐξηγηθῇ εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, σημαίνει· Θεέ μου, Θεέ μου, διατί μὲ ἐγκατέλιπες;
Κολιτσάρα
Καὶ κατὰ τὴν τρίτην ὥραν τοῦ ἀπογεύματος ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνὴν ὁ Κύριος· «Ἐλωΐ, Ἐλωΐ, λιμὰ σαβαχθανί», τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἑρμηνεύεται «Θεέ μου, Θεέ μου διατί μὲ ἐγκατέλιπες;»
Μάρκ. 15,35
καί τινες τῶν παρεστηκότων ἀκούσαντες ἔλεγον· ἴδε Ἠλίαν φωνεῖ.
Σωτηρόπουλου
Μερικοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους, ὅταν ἄκουσαν, ἔλεγαν· «Κοίταξε, τὸν Ἠλία φωνάζει».
Τρεμπέλα
Καὶ μερικοὶ ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἔστεκαν ἐκεῖ, ὅταν ἤκουσαν αὐτὸ, ἔλεγαν· Ἰδοὺ φωνάζει τὸν Ἠλίαν.
Κολιτσάρα
Καὶ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔστεκαν ἐκεῖ, ὅταν ἤκουσαν τὸν λόγον αὐτόν, ἔλεγαν· «κύτταξε, φωνάζει τὸν Ἠλίαν». (Αὐτοὶ δὲν ἐγνώριζαν τὴν ἑβραϊκὴν γλῶσσαν διὰ νὰ ἐννοήσουν τὴν φράσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὴν ἐγνώριζαν θὰ τοὺς ἦτο ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ εἰσχωρήσουν εἰς τὸ ἀνερμήνευτον μυστήριον τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ Κυρίου).
Μάρκ. 15,36
δραμὼν δὲ εἷς καὶ γεμίσας σπόγγον ὄξους περιθείς τε καλάμῳ ἐπότιζεν αὐτὸν λέγων· ἄφετε ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας καθελεῖν αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Ἔτρεξε τότε ἕνας, καὶ γέμισε ἕνα σφουγγάρι μὲ ξύδι, τὸ στερέωσε στὴν ἄκρη ἀπὸ ἕνα καλάμι καὶ τὸν πότιζε λέγοντας· «Ἀφῆστε νὰ ἰδοῦμε, ἂν θὰ ἔλθῃ ὁ Ἠλίας νὰ τὸν κατεβάσῃ (ἀπὸ τὸ σταυρό)».
Τρεμπέλα
Ἔτρεξε δὲ ἕνας καὶ ἐγέμισε μὲ ξίδι ἕνα σφουγγάρι, καὶ ἀφοῦ τὸ ἔβαλε γύρω ἀπὸ ἕνα καλάμι, τὸν ἐπότιζε λέγων· Ἀφήσατέμε καὶ μὴ μὲ ἐμποδίζετε νὰ προλάβω τὴν λιποθυμίαν του, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν θὰ ἔλθῃ ὁ Ἠλίας νὰ τὸν κατεβάσῃ.
Κολιτσάρα
Ἔτρεξε δὲ ἕνας, ἐγέμισε μὲ ξύδι ἕνα σφουγγάρι καὶ ἀφοῦ τὸ ἔβαλε γύρω ἀπὸ ἕνα καλάμι, τὸν ἐπότιζε λέγων· «ἀφῆστε, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν θὰ ἔλθῃ ὁ Ἠλίας νὰ τὸν κατεβάσῃ ἀπὸ τὸν σταυρόν».
Μάρκ. 15,37
ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀφεὶς φωνὴν μεγάλην ἐξέπνευσε.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ἀφοῦ ἔβγαλε φωνὴ μεγάλη, ἐξέπνευσε.
Τρεμπέλα
Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀφῆκε φωνὴν μεγάλην καὶ ἐξεψύχησε.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀφοῦ ἀφῆκε φωνὴν μεγάλην ἐξέπνευσε.
Μάρκ. 15,38
Καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω.
Σωτηρόπουλου
Καὶ τὸ παραπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίσθηκε στὰ δύο ἀπὸ πάνω ἕως κάτω.
Τρεμπέλα
Καὶ τὸ καταπέτασμα, ποὺ ἐχώριζε εἰς τὸν ναὸν τὰ Ἅγια ἀπὸ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἐσχίσθη εἰς τὰ δύο ἀπὸ ἐπάνω ἕως κάτω.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀμέσως τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ, ποὺ ἐχώριζε τὰ ἅγια ἀπὸ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ἐσχίσθη εἰς τὰ δύο ἀπὸ ἐπάνω ἕως κάτω.
Μάρκ. 15,39
Ἰδὼν δὲ ὁ κεντυρίων ὁ παρεστηκὼς ἐξ ἐναντίας αὐτοῦ ὅτι οὕτω κράξας ἐξέπνευσεν, εἶπεν· ἀληθῶς ὁ ἄνθρωπος οὗτος υἱὸς ἦν Θεοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ εἶδε ὁ ἑκατόνταρχος, ποὺ ἦταν ἀπέναντί του, ὅτι ἐξέπνευσε ἀφοῦ φώναξε τόσο δυνατά, εἶπε· «Πραγματικῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ὁ ἑκατόνταρχος, ποὺ ἐστέκετο ἀπέναντί του, εἶδε μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἔκτακτα σημεῖα ποὺ συνέβησαν, καὶ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐξεψύχησεν ὄχι ἀπὸ ἑξάντλησιν, ὅπως ἐπέθαιναν οἱ σταυρωμένοι, ἀλλὰ ἀφοῦ ἀφῆκε φωνὴν δυνατήν, ποὺ δὲν ἔδειχνε κανὲν σημεῖον θανάτου, εἶπεν· Ἀλήθεια, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦτο υἱὸς Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ὁ ἑκατόνταρχος, ποὺ ἐστέκετο ἀπέναντί του, εἶδεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ ἔκραξε μὲ ἰσχυρὰν φωνὴν (πρᾶγμα ποὺ μαρτυροῦσε ἰσχὺν καὶ ὄχι ἐξάντλησιν) παρέδωσε τὸ πνεῦμα του, εἶπε· «ἀλήθεια· ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἦτο Υἱὸς Θεοῦ».
Μάρκ. 15,40
Ἦσαν δὲ καὶ γυναῖκες ἀπὸ μακρόθεν θεωροῦσαι, ἐν αἷς ἦν καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ καὶ Ἰωσῆ μήτηρ, καὶ Σαλώμη,
Σωτηρόπουλου
Ἦταν δὲ καὶ γυναῖκες ποὺ παρακολουθοῦσαν ἀπὸ μακριά, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ καὶ τοῦ Ἰωσῆ, καὶ ἡ Σαλώμη,
Τρεμπέλα
Ἦσαν δὲ καὶ μερικαὶ γυναῖκες, ποὺ ἀπὸ μακρυὰ παρετήρουν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ καὶ τοῦ Ἰωσῆ, καὶ ἡ Σαλώμη.
Κολιτσάρα
Ἦσαν δὲ καὶ μερικαὶ γυναῖκες, ποὺ ἀπὸ μακρυὰ παρακολουθοῦσαν τὰ γεγονότα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ καὶ τοῦ Ἰωσῆ, καὶ ἡ Σαλώμη.
Μάρκ. 15,41
αἳ καὶ ὅτε ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἠκολούθουν αὐτῷ καὶ διηκόνουν αὐτῷ, καὶ ἄλλαι πολλαὶ αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα.
Σωτηρόπουλου
οἱ ὁποῖες, καὶ ὅταν (ὁ Ἰησοῦς) ἦταν στὴ Γαλιλαία, τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ τὸν ὑπηρετοῦσαν, καθὼς καὶ πολλὲς ἄλλες, οἱ ὁποῖες ἀνέβηκαν μαζί του στὰ Ἱεροσόλυμα.
Τρεμπέλα
Αὐταί, καὶ ὅτε ἦτο ὁ Ἰησοῦς ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, τὸν ἠκολούθουν καὶ τὸν ὑπηρέτουν. Ἦσαν δὲ καὶ ἄλλαι πολλαί, αἱ ὁποῖαι ἀνέβησαν μαζὶ μὲ αὐτὸν ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.
Κολιτσάρα
Αὐταὶ καὶ ὅταν εὑρίσκετο ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν Γαλιλαίαν τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ τὸν ὑπηρετοῦσαν. Ἦσαν ἀκόμη καὶ πολλαὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι εἶχαν ἀνεβῆ μαζῆ μὲ αὐτὸν ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὰ Ἰεροσόλυμα.
Μάρκ. 15,42
Καὶ ἤδη ὀψίας γενομένης, ἐπεὶ ἦν παρασκευή, ὅ ἐστι προσάββατον,
Σωτηρόπουλου
Ἀργὰ δὲ πλέον τὸ ἀπόγευμα, ἐπειδὴ ἦταν Παρασκευή, παραμονὴ τοῦ Σαββάτου,
Τρεμπέλα
Καὶ σὰν ἔγινε πλέον βράδυ, ἐπειδὴ ἦτο ἡμέρα παρασκευῆς καὶ προετοιμασίας, δηλαδὴ παραμονὴ τοῦ Σαββάτου, προτοῦ ἀρχίσῃ μὲ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, κατὰ τὴν ὁποίαν συνέπιπτε καὶ τὸ πάσχα,
Κολιτσάρα
Καὶ ἀργὰ πλέον τὸ ἀπόγευμα, ἐπειδὴ ἦτο Παρασκευή, παραμονὴ τοῦ Σαββάτου, πρὶν δύσῃ ὁ ἥλιος καὶ ἀρχίσῃ ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου,
Μάρκ. 15,43
ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
Σωτηρόπουλου
ἦλθε ὁ Ἰωσήφ, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία, σεμνὸς [Σημ.: Ἤ, τῆς ἀνωτέρας κοινωνικῇς τάξεως, πλούσιος, ἀριστοκράτης], βουλευτής (μέλος τοῦ Ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου), ποὺ καὶ αὐτὸς περίμενε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ τόλμησε καὶ ἐπισκέφθηκε τὸν Πιλᾶτο καὶ ζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
Τρεμπέλα
ἦλθεν ὁ Ἰωσήφ, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν πόλιν Ἀριμαθαίαν, σεβαστὸν καὶ ἐπίσημον μέλος τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου, ποὺ καὶ αὐτὸς εἶχε πιστεύσει εἰς τὸ περὶ βασιλείας τοῦ Θεοῦ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐπερίμενε τὴν βασιλείαν αὐτήν, χωρὶς νὰ κλονισθῇ ἡ ἐλπίς του αὐτὴ ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ἔλαβε τὴν τόλμην καὶ παρουσιάσθη εἰς τὸν Πιλᾶτον καὶ ἐζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
Κολιτσάρα
ἦλθεν ὁ Ἰωσήφ, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν πόλιν Ἀριμαθαίαν, διακεκριμένος καὶ εὐϋπόληπτος βουλευτής, ὁ ὁποῖος εἶχε πιστεύσει εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἐπερίμενε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ἐτόλμησε καὶ παρουσιάσθηκε μὲ θάρρος εἰς τὸν Πιλᾶτον καὶ ἐζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
Μάρκ. 15,44
ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε·
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐξεπλάγη, διότι ἀπέθανε γρήγορα, καὶ κάλεσε τὸν ἑκατόνταρχο καὶ τὸν ρώτησε ἐὰν ἀπέθανε ἀπὸ ὥρα.
Τρεμπέλα
Ὁ Πιλᾶτος δὲ ἐξεπλάγη καὶ ἠπόρησεν, ἐὰν τόσον γρήγορα ἀπέθανεν ὁ Ἰησοῦς. Καὶ ἀφοῦ ἐπροσκάλεσε τὸν ἑκατόνταρχον, τὸν ἠρώτησεν, ἐὰν εἶχεν ὤραν πολλὴν ποὺ ἀπέθανε.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἠπόρησε, ἐὰν τόσον γρήγορα πράγματι ἀπέθανε ὁ Ἰησοῦς. Καὶ ἀφοῦ ἐπροσκάλεσε τὸν ἑκατόνταρχον, τὸν ἠρώτησε, ἐὰν εἶχε πολλὴν ὥραν ποὺ ἀπέθανε ὁ Ἰησοῦς.
Μάρκ. 15,45
καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὅταν ἔμαθε ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχο, δώρισε τὸ σῶμα στὸν Ἰωσήφ.
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν ἔμαθεν ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχον, ὅτι πράγματι ἀπέθανεν, ἐχάρισεν εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸ σῶμα.
Κολιτσάρα
Καὶ ὅταν ἐπληροφορήθη ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχον τὸ γεγονός, ἐχάρισε εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸ σῶμα.
Μάρκ. 15,46
καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀφοῦ ἀγόρασε σεντόνι καὶ τὸν κατέβασε (ἀπὸ τὸ σταυρό), τὸν τύλιξε στὸ σεντόνι καὶ τὸν ἔθεσε σὲ μνῆμα, ποὺ ἦταν λαξευμένο σὲ βράχο, καὶ κύλισε ἕνα λίθο στὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐκεῖνος ἀφοῦ ἠγόρασε σινδόνα καινουργῆ καὶ ἀμεταχείριστον καὶ τὸν ἐκατέβασεν ἀπὸ τὸν σταυρόν, ἐτύλιξε τὸ σῶμα εἰς τὴν σινδόνα καὶ τὸν ἔβαλε χάμω εἰς μνημεῖον, ποὺ ἦτο σκαλισμένον μέσα εἰς τὸν βράχον· καὶ ἐκύλισε λίθον βαρὺν ἐπάνω εἰς τὸ στόμιον τοῦ μνημείου.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἠγόρασε καινούριο σινδόνι καὶ τὸν ἐκατέβασε ἀπὸ τὸν σταυρόν, ἐτύλιξε τὸ σῶμα εἰς τὸ σινδόνι καὶ ἔβαλε αὐτὸν εἰς μνημεῖον, ποὺ ἦτο σκαμμένον εἰς βράχον· καὶ ἐκύλισε βαρὺν λίθον ἐπάνω εἰς τὴν θύραν τοῦ μνημείου.
Μάρκ. 15,47
ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.
Σωτηρόπουλου
Ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσῆ παρακολουθοῦσαν ποῦ ἐνταφιάζεται.
Τρεμπέλα
Ἡ Μαγδαληνὴ δὲ Μαρία καὶ ἡ Μαρία τοῦ Ἰωσῆ παρετήρουν προσεκτικὰ καὶ μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον ποὺ ἐτέθη τὸ σῶμα.
Κολιτσάρα
Ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσῆ παρακολουθοῦσαν μὲ προσοχήν, ποὺ ἐτέθη τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.