Κατὰ Μάρκον 16
Μάρκ. 16,1
Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀφοῦ πέρασε τὸ Σάββατο, (ἡμέρα ἀργίας), ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν ἀρώματα γιὰ νὰ πᾶνε καὶ νὰ τὸν ἀλείψουν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἐπέρασε τὸ Σάββατον, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη ἠγόρασαν τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, διὰ νὰ ἔλθουν τὸ πρωῒ εἰς τὸν τάφον καὶ ἀλείψουν τὸν Ἰησοῦν.
Κολιτσάρα
Κατὰ τὴν ἑπομένην, ὅταν ἔδυσε τὸ ἥλιος καὶ ἐπερασε τὸ Σάββατον, ἡ Μαρία Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου, καὶ ἡ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, διὰ νὰ ἔλθουν εἰς τὸν τάφον καὶ ἀλείψουν τὸν Ἰησοῦν.
Μάρκ. 16,2
καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου.
Σωτηρόπουλου
Καὶ πολὺ πρωί, τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος (τὴν Κυριακή), μόλις ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος κάτω ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα (μόλις ἄρχισε τὸ λυκαυγές), ἔρχονται στὸ μνῆμα.
Τρεμπέλα
Καὶ πολὺ πρωῒ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται εἰς τὸ μνημεῖον τὴν ὥραν, ποὺ ὁ ὑποκάτω ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα ἀνατέλλων ἥλιος ἤρχισε νὰ διαλύῃ τὸ πρωϊνὸ σκοτάδι.
Κολιτσάρα
Καὶ πολὺ πρωΐ τὴν πρώτην ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, τὴν ὥρα ποὺ ἐγλυκοχάραζε τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, ἦλθαν εἰς τὸ μνημεῖον.
Μάρκ. 16,3
καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;
Σωτηρόπουλου
Ἔλεγαν δὲ μεταξύ τους· «Ποιός θ’ ἀποκυλίσῃ γιὰ μᾶς τὸ λίθο ἀπ’ τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος;».
Τρεμπέλα
Καὶ ἔλεγαν ἀναμεταξύ τους· Ποῖος θὰ μᾶς ἀποκυλίσῃ τὴν μεγάλην πέτραν ἀπὸ τὴν εἴσοδον τοῦ μνημείου;
Κολιτσάρα
Καὶ ἔλεγαν μεταξύ των· ποιὸς θὰ μᾶς ἀποκυλίσῃ τὸν βαρὺν λίθον ἀπὸ τὴν θύραν τοῦ μνημείου;
Μάρκ. 16,4
καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλὰ μόλις κοίταξαν, βλέπουν, ὅτι ὁ λίθος εἶχεν ἀποκυλισθῇ. Ἦταν δὲ πάρα πολὺ μεγάλος.
Τρεμπέλα
Καὶ μόλις ἐσήκωσαν τὰ μάτια τους, εἶδαν, ὅτι εἶχε κυλισθῆ μακρὰν ἀπὸ τὸ μνημεῖον ἡ πέτρα. Καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους αὐτά, διότι ἡ πέτρα αὐτὴ ἦτο πολὺ μεγάλη καὶ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἀποκυλισθῇ.
Κολιτσάρα
Καὶ μόλις ἐσήκωσαν τὰ βλέματά των εἶδαν ὅτι εἶχε ἀποκυλισθῆ ὁ λίθος ὁ ὁποῖος ἄλωστε ἦτο πολὺ μεγάλος.
Μάρκ. 16,5
καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀφοῦ μπῆκαν στὸ μνῆμα, εἶδαν ἕνα νέο νὰ κάθεται στὰ δεξιὰ ντυμένος μὲ λευκὴ στολή, καὶ τρόμαξαν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἐμβῆκαν εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδαν ἕνα νέον, ποὺ ἐκάθητο εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ μνημείου καὶ ἦταν ἐνδεδυμένος μὲ στολὴν λευκὴν καὶ τὰς κατέλαβε μεγάλος φόβος καὶ κατάπληξις.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ ἐμπῆκαν εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδαν νὰ κάθεται εἰς τὰ δεξιὰ ἕνας νέος, ντυμένος λευκὴν στολὴν καὶ κατελήφθησαν ἀπὸ φόβον καὶ κατάπληξιν.
Μάρκ. 16,6
ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν.
Σωτηρόπουλου
Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· «Μὴ τρομάζετε! Τὸν Ἰησοῦ ζητεῖτε τὸ Ναζαρηνὸ τὸν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε, δὲν εἶναι ἐδῶ. Νὰ ὁ τόπος ὅπου τὸν ἐνταφίασαν.
Τρεμπέλα
Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· Μὴ ἐκπλήττεσθε καὶ μὴ φοβεῖσθε. Ἠξεύρω ποῖον ζητάτε. Ζητᾶτε τὸν Ἰησοῦν τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον. Ἀνεστήθη. Δὲν εἶναι ἐδῶ. Ἰδού, εἶναι ἀδειανὸ τὸ μέρος, ὅπου τὸν ἔβαλαν.
Κολιτσάρα
Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· «μὴ ἀπορεῖτε καὶ μὴ φοβεῖσθε. Γνωρίζω ὅτι ζητεῖτε Ἰησοῦν τὸν Ναζαρηνόν, τὸν ἐσταυρωμένον. Ἀνεστήθη, δὲν εἶναι ἐδῶ. Ἰδοὺ ὁ τόπος ποὺ τὸν εἶχαν θέσει.
Μάρκ. 16,7
ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν.
Σωτηρόπουλου
Πηγαίνετε δὲ νὰ εἰπῆτε στοὺς μαθητάς του, καὶ μάλιστα στὸν Πέτρο· Πηγαίνει πρὶν ἀπὸ σᾶς καὶ σᾶς περιμένει στὴ Γαλιλαία [Σημ.: Πρόκειται γιὰ τὴ μικρὴ Γαλιλαία, ἕνα τόπο στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ὅπου συγκεντρώνονταν οἱ Γαλιλαῖοι, ποὺ πήγαιναν στὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς προσκυνηταί], ἐκεῖ θὰ τὸν δῆτε, ὅπως σᾶς εἶπε».
Τρεμπέλα
Ἀλλὰ πηγαίνετε, εἴπατε εἰς τοὺς μαθητάς του καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν Πέτρον, ποὺ ἔχει ἀνάγκην παρηγορίας καὶ βεβαιώσεως ὅτι συνεχωρήθη διὰ τὴν ἄρνησίν του, ὅτι πηγαίνει προτήτερα ἀπὸ σᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ θὰ τὸν ἰδῆτε, καθὼς σᾶς εἶπε, προτοῦ νὰ σταυρωθῇ.
Κολιτσάρα
Ἀλλὰ πηγαίνετε, πέστε εἰς τοὺς μαθητάς του, καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν Πέτρον, ὅτι πηγαίνει ἐνωρίτερα ἀπὸ σᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ θὰ τὸν ἴδετε, ὅπως ἄλωστε σᾶς εἶχε πῆ».
Μάρκ. 16,8
καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.
Σωτηρόπουλου
Βγῆκαν δὲ καὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ ἦταν συγκλονισμένες καὶ ἐκστατικές (κατάπληκτες). Καὶ δὲν εἶπαν τίποτε σὲ κανένα, διότι φοβοῦνταν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐκεῖναι, ἀφοῦ ἐβγῆκαν, ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνημεῖον. Τὰς κατεῖχε δὲ τρόμος καὶ ἦσαν ἐκστατικαί. Καὶ δὲν εἶπαν τίποτε εἰς κανένα, διότι ἐφοβοῦντο.
Κολιτσάρα
Καὶ αὐταὶ ἀφοῦ ἐβγῆκαν, ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνημεῖον. Τὰς εἶχε δὲ καταλάβει τρόμος καὶ κατάπληξις καὶ δὲν εἶπαν εἰς κανένα τίποτε, διότι ἐφοβοῦντο. (Τὰς κατέλαβε δέος καὶ κατάπληξις διὰ τὸν ἄγγελον ποὺ εἶδαν καὶ πρὸ παντὸς διὰ τὴν ἀνάστασιν, ποὺ ἤκουσαν).
Μάρκ. 16,9
Ἀναστὰς δὲ πρωῒ πρώτῃ σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ’ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια.
Σωτηρόπουλου
Ἀφοῦ δὲ ἀναστήθηκε πρωὶ τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος (τὴν Κυριακή), ἐμφανίσθηκε πρῶτα στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή, ἀπ’ τὴν ὁποία εἶχε βγάλει ἑπτὰ δαιμόνια.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἀνέστη ὁ Ἰησοῦς τὸ πρωῒ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, ἐφάνη πρῶτον εἰς τὴν Μαρίαν τὴν Μαγδαληνήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶχε βγάλει ἑπτὰ δαιμόνια.
Κολιτσάρα
Ἀφοῦ δὲ ἀνεστήθη ὁ Ἰησοῦς τὸ πρωΐ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρῶτον εἰς τὴν Μαρίαν τὴν Μαγδαληνήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶχε διώξει ἑπτὰ δαιμόνια.
Μάρκ. 16,10
ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ’ αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι.
Σωτηρόπουλου
Ἐκείνη πῆγε καὶ τὸ ἀνήγγειλε στοὺς μαθητάς του, οἱ ὁποῖοι πενθοῦσαν καὶ ἔκλαιαν.
Τρεμπέλα
Ἐκείνη ἐπῆγε καὶ ἀνήγγειλε τοῦτο εἰς τοὺς μαθητάς, ποὺ ἦσαν προτήτερα μαζί του καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχαν πένθος καὶ ἔκλαιαν διὰ τὸν θάνατον τοῦ διδασκάλου των.
Κολιτσάρα
Αὐτὴ ἐπῆγε καὶ ἀνήγγειλε τὸ εὐχάριστον γεγονὸς εἰς τοὺς μαθητάς του, οἱ ὁποῖοι ἐπενθοῦσαν καὶ ἔκλαιον.
Μάρκ. 16,11
κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ’ αὐτῆς, ἠπίστησαν.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ζῇ καὶ τὸν εἶδε αὐτή, δὲν πίστευσαν.
Τρεμπέλα
Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, ὅταν ἤκουσαν ὅτι ζῇ καὶ ὅτι αὐτὴ τὸν εἶδε, δὲν ἐπίστευσαν εἰς τοὺς λόγους της.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνοι δὲ ὅταν ἤκουσαν ὅτι ὁ Διδάσκαλος ζῇ καὶ ὅτι παρουσιάσθηκε εἰς αὐτήν, δὲν ἐπίστευσαν.
Μάρκ. 16,12
Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις εἰς ἀγρόν.
Σωτηρόπουλου
Μετὰ δὲ ἀπ’ αὐτὰ φανερώθηκε μὲ διαφορετικὴ μορφὴ σὲ δύο ἀπ’ αὐτούς, ποὺ πήγαιναν σ’ ἕνα χωριό.
Τρεμπέλα
Μετὰ ταῦτα δὲ ἐνεφανίσθη μὲ ἄλλην μορφήν, διαφορετικὴν ἀπὸ ἐκείνην ποὺ εἶχε προτοῦ σταυρωθῇ, εἰς δύο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐβάδιζαν καὶ ἐπήγαιναν εἰς κάποιο χωράφι.
Κολιτσάρα
Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ ἐφανερώθηκε μὲ ἄλλην μορφήν, ἀπὸ ἐκείνην ποὺ εἶχε πρὶν σταυρωθῇ, εἰς δύο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐπεριπατοῦσαν καὶ ἐπήγαιναν εἰς κάποιον χωράφι.
Μάρκ. 16,13
κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς· οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἐκεῖνοι πῆγαν καὶ τὸ ἀνήγγειλαν στοὺς ὑπολοίπους. Ἀλλ’ οὔτε σ’ ἐκείνους πίστευσαν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐκεῖνοι ἐπῆγαν καὶ ἀνήγγειλαν τοῦτο εἰς τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους, ἀλλ’ οὔτε εἰς ἐκείνους ἐπίστευσαν.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐκεῖνοι ἐπῆγαν καὶ ἀνήγγειλαν τοῦτο εἰς τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους, ἀλλ’ οὔτε εἰς ἐκείνους ἐπίστευσαν.
Μάρκ. 16,14
Ὕστερον ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη, καὶ ὠνείδισε τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον οὐκ ἐπίστευσαν.
Σωτηρόπουλου
Ὕστερα φανερώθηκε στοὺς ἰδίους τοὺς ἕνδεκα, ὅταν ἔτρωγαν, καὶ τοὺς ἐπέπληξε γιὰ τὴν ἀπιστία τους καὶ τὴ σκληροκαρδία τους, διότι δὲν πίστευσαν σὲ πρόσωπα, ποὺ τὸν εἶδαν ἀναστημένο (δὲν πίστευσαν σὲ αὐτόπτες μάρτυρες).
Τρεμπέλα
Ὕστερα ἐνεφανίσθη εἰς τοὺς ἕνδεκα, ὅταν αὐτοὶ εἶχαν καθίσει νὰ δειπνήσουν. Καὶ τοὺς ἐμέμφθη διὰ τὴν ὀλιγοπιστίαν τους καὶ διὰ τὴν σκληρότητα τῆς καρδίας των, διότι δὲν ἐπίστευσαν εἰς ἐκείνους, ποὺ τὸν εἶδαν ἀναστημένον.
Κολιτσάρα
Ὕστερον δὲ ἐφανερώθηκε καὶ εἰς τοὺς ἕνδεκα, ὅταν αὐτοὶ εἶχαν καθίσῃ νὰ φάγουν, καὶ τοὺς ἤλεγξε διὰ τὴν ἀπιστίαν των καὶ τὴν σκληροκαρδίαν των, διότι δὲν ἐπίστευσαν εἰς ἐκείνους, ποὺ τὸν εἶχαν ἴδει ἀναστημένον.
Μάρκ. 16,15
καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει.
Σωτηρόπουλου
Ἔπειτα τοὺς εἶπε· «Πορευθῆτε σ’ ὅλο τὸν κόσμο καὶ κηρύξετε τὸ εὐαγγέλιο σ’ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα.
Τρεμπέλα
Καὶ τοὺς εἶπε· Νὰ πᾶτε εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην καὶ νὰ κηρύξετε τὸ εὐαγγέλιον εἰς ὅλην τὴν λογικὴν κτίσιν καὶ δημιουργίαν.
Κολιτσάρα
Καὶ τοὺς εἶπεν· «πηγαίνετε εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον, τὸ χαρμόσυνον μήνυμα τῆς σωτηρίας, εἰς ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα.
Μάρκ. 16,16
ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται.
Σωτηρόπουλου
Ὅποιος θὰ πιστεύσῃ καὶ θὰ βαπτισθῇ, θὰ σωθῇ. Ἐνῷ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν θὰ πιστεύσῃ, θὰ καταδικασθῇ».
Τρεμπέλα
Ἐκεῖνος, ποὺ θὰ πιστεύσῃ εἰς τὸ κήρυγμά σας καὶ θὰ βαπτισθῇ, θὰ σωθῇ, ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ ἀπιστήσῃ, θὰ κατακριθῇ.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνος ποὺ θὰ πιστεύσῃ καὶ βαπτισθῇ, θὰ σωθῇ, ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἀπιστήσῃ εἰς τὸ κήρυγμά σας θὰ καταδικαστῇ.
Μάρκ. 16,17
σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει· ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι· γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς·
Σωτηρόπουλου
«Σ’ ἐκείνους δέ, ποὺ θὰ πιστεύσουν, θ’ ἀκολουθοῦν αὐτὰ τὰ θαύματα· Μὲ τὴ δύναμί μου θὰ βγάζουν δαιμόνια· θὰ ὁμιλοῦν νέες γλῶσσες·
Τρεμπέλα
Εἰς ἐκείνους δὲ ποὺ θὰ κιοτεύσουν, θὰ παρακολουθήσουν αὐτὰ τὰ ὑπερφυσικὰ σημάδια, ποὺ θὰ ἀποδεικνύουν τὴν δι’ αὐτῶν ἐνεργοῦσαν χάριν, καὶ τὴν ἀλήθειαν τῆς πίστεώς των· διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματός μου θὰ βγάλουν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δαιμόνια, θὰ ὁμιλήσουν γλώσσας ξένας, ποὺ δι’ αὐτοὺς θὰ εἶναι νέαι καὶ ἄγνωστοι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης.
Κολιτσάρα
Ὑπερφυσικὰ δὲ σημεῖα εἰς τοὺς πιστεύοντας ποὺ θὰ μαρτυροῦν τὴν ἀλήθειαν τῆς πίστεώς των, θὰ ἀκολουθήσουν τὰ ἐξῆς· Μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἐπίκλησιν τοῦ ὀνόματός μου θὰ διώξουν δαιμόνια· θὰ ὁμιλήσουν ξένας γλώσσας, νέας καὶ ἀγνώστους εἰς αὐτούς.
Μάρκ. 16,18
ὄφεις ἀροῦσι· κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει· ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν.
Σωτηρόπουλου
θὰ θανατώνουν φίδια· καὶ ἂν πιοῦν κάτι θανατηφόρο, δὲν θὰ τοὺς βλάψῃ· θὰ θέτουν τὰ χέρια πάνω σὲ ἀρρώστους καὶ θὰ γίνωνται καλά».
Τρεμπέλα
Θὰ σηκώσουν μὲ τὰ χέρια τους φίδια φαρμακερά, χωρὶς νὰ πάθουν τίποτε ἀπὸ τὰ δαγκώματά των· καὶ ἐὰν ἀκόμη πίουν δηλητήριον, ποὺ φέρει θάνατον, δὲν θὰ τοὺς βλάψῃ· θὰ βάλουν τὰ χέρια τους ἐπὶ ἀσθενῶν καὶ θὰ γίνουν καλά.
Κολιτσάρα
Θὰ σηκώσουν μὲ τὰ χέρια τους φίδια φαρμακερά, χωρὶς νὰ πάθουν τίποτε ἀπὸ τὸ δάγκωμά των· καὶ ἐὰν ἀκόμη πιοῦν κανένα θανατηφόρον δηλητήριον, δὲν θὰ τοὺς βλάψῃ· θὰ βάζουν τὰ χέρια των ἐπάνω εἰς τοὺς ἀρρώστους καὶ ἐκεῖνοι, θὰ γίνωνται καλά». (Τὰ θαύματα, ποὺ ἔκαμεν Ἐκεῖνος θὰ κάνουν καὶ αὐτοί).
Μάρκ. 16,19
Ὁ μὲν οὖν Κύριος μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ὁ μὲν Κύριος, ἀφοῦ μίλησε σ’ αὐτούς, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ κάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ.
Τρεμπέλα
Ὁ μὲν Κύριος λοιπόν, ἀφοῦ τοὺς ὡμίλησεν ἐπανειλημμένως καὶ τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων καὶ αὐτά, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Ὁ μὲν λοιπὸν Κύριος ἔπειτα ἀπὸ τὰς ὀμιλίας αὐτὰς καὶ πολλὰς ἄλλας ποὺ ἔκαμε πρὸς αὐτούς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ.
Μάρκ. 16,20
ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. ἀμήν.
Σωτηρόπουλου
Ἐκεῖνοι δὲ βγῆκαν καὶ κήρυξαν παντοῦ, καὶ ὁ Κύριος ἦταν συνεργός τους καὶ βεβαίωνε τὸ κήρυγμα μὲ τὰ θαύματα ποὺ τὸ ἀκολουθοῦσαν. Ἀμήν [Σημ.: Οἱ στίχοι 9-20 λείπουν ἀπὸ ὡρισμένα ἀρχαῖα χειρόγραφα].
Τρεμπέλα
Ἐκεῖνοι δέ, ἀφοῦ ἐβγῆκαν εἰς περιοδείαν, ἐκήρυξαν εἰς κάθε μέρος, καὶ ὁ Κύριος ἦτο συνεργός των καὶ ἐπεβεβαίωνε τὸν λόγον τοῦ κηρύγματός των μὲ τὰ θαύματα, ποὺ ἐπηκολούθουν εἰς τὸ κήρυγμά των. Ἀμήν.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνοι δὲ ἀφοῦ ἐβγῆκαν πρὸς ὅλην τὴν οἰκουμένην, ἐκήρυξαν παντοῦ τὸ Εὐαγγέλιον. Ὁ δὲ Κύριος συνέπραττε καὶ συνεργοῦσε μαζῆ των καὶ ἐπιβεβαίωνε τὸ κήρυγμά των μὲ τὰ θαύματα, ποὺ ἐπακολουθοῦσαν ὕστερα ἀπὸ τὸ κήρυγμα. Ἀμήν.