Κατὰ Μάρκον 5

Μάρκ. 5,1

Καὶ ἦλθον εἰς τὸ πέραν τῆς θαλάσσης εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἔφθασαν στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης, στὴ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἦλθον εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης, εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνών.

Κολιτσάρα

Καὶ ἦλθον εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος τῆς θαλάσσης, εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν.

Μάρκ. 5,2

καὶ ἐξελθόντος αὐτοῦ ἐκ τοῦ πλοίου εὐθέως ἀπήντησεν αὐτῷ ἐκ τῶν μνημείων ἄνθρωπος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ,

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὅταν αὐτὸς βγῆκε ἀπὸ τὸ πλοῖο, ἀμέσως τὸν συνάντησε ἕνας ἄνθρωπος μὲ πνεῦμα ἀκάθαρτο (δαιμόνιο), ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὰ μνήματα,

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ πλοῖον, ἀμέσως τὸν συνήντησε κάποιος ἄνθρωπος, ποὺ ἤρχετο ἀπὸ τὰ μνημεῖα καὶ εἶχε πνεῦμα ἀκάθαρτον.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ πλοῖον, τὸν ἀπάντησε κάποιος ἄνθρωπος, ποὺ ἤρχετο ἀπὸ τὰ μνημεῖα, κυριευμένος ἀπὸ πνεῦμα ἀκάθαρτον.

Μάρκ. 5,3

ὃς τὴν κατοίκησιν εἶχεν ἐν τοῖς μνήμασι, καὶ οὔτε ἁλύσεσιν οὐδεὶς ἠδύνατο αὐτὸν δῆσαι,

Σωτηρόπουλου

καὶ κατοικοῦσε στὰ μνήματα, καὶ οὔτε μὲ ἁλυσίδες δὲν μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸν κρατήσῃ δεμένο,

Τρεμπέλα

Αὐτὸς τὴν κατοικίαν του εἶχε μέσα εἰς τὰ μνήματα καὶ οὔτε μὲ ἁλύσεις σιδηρᾶς δὲν ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ τὸν δέσῃ,

Κολιτσάρα

Αὐτὸς τόπον κατοικίας καὶ παραμονῆς εἶχε τὰ μνήματα καὶ κανεὶς δὲν ἠμποροῦσε οὔτε μὲ σιδερένιες ἁλυσίδες νὰ τὸν κρατήσῃ δεμένον.

Μάρκ. 5,4

διὰ τὸ αὐτὸν πολλάκις πέδαις καὶ ἁλύσεσι δεδέσθαι, καὶ διεσπάσθαι ὑπ’ αὐτοῦ τὰς ἁλύσεις καὶ τὰς πέδας συντετρῖφθαι, καὶ οὐδεὶς ἴσχυεν αὐτὸν δαμάσαι·

Σωτηρόπουλου

διότι πολλὲς φορὲς τὸν εἶχαν δέσει μὲ σιδερένια δεσμὰ στὰ πόδια καὶ μὲ ἁλυσίδες στὰ χέρια, ἀλλ’ εἶχε σπάσει τὶς ἁλυσίδες καὶ εἶχε συντρίψει τὰ σιδερένια δεσμὰ τῶν ποδιῶν, καὶ κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὸν δαμάσῃ.

Τρεμπέλα

διότι αὐτὸς πολλὰς φορὰς εἶχε δεθῆ μὲ σιδηρᾶ δεσμὰ εἰς τὰ πόδια καὶ μὲ ἁλυσίδας εἰς τὰ χέρια καὶ εἶχαν διασπασθῆ ἀπὸ αὐτὸν αἱ ἁλυσίδες καὶ εἶχαν συντριβῆ τὰ δεσμὰ τῶν ποδιῶν καὶ κανεὶς δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ τὸν δαμάσῃ.

Κολιτσάρα

Διότι πολλὲς φορὲς τὸν εἶχαν δέσει μὲ δεσμὰ εἰς τὰ πόδια καὶ μὲ σιδερένιες ἁλυσίδες εἰς τὰ χέρια καὶ αὐτὸς ἔσπαζε τὶς ἁλυσίδες καὶ συνέτριβε τὰ δεσμὰ καὶ κανεὶς δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ τὸν δαμάσῃ.

Μάρκ. 5,5

καὶ διὰ παντὸς νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐν τοῖς μνήμασι καὶ ἐν τοῖς ὄρεσιν ἦν κράζων καὶ κατακόπτων ἑαυτὸν λίθοις.

Σωτηρόπουλου

Καὶ συνεχῶς νύκτα καὶ ἡμέρα ἦταν στὰ μνήματα καὶ στὰ βουνά, καὶ κραύγαζε καὶ κατέκοπτε τὸ σῶμα του μὲ πέτρες.

Τρεμπέλα

Καὶ πάντοτε νύκτα καὶ ἡμέραν εἰς τὰ μνήματα καὶ εἰς τὰ ὄρη ἐξηκολούθει νὰ φωνάζῃ δυνατὰ καὶ νὰ κατακόπτῃ καὶ καταπληγώνῃ τὸν ἑαυτόν του μὲ λιθάρια.

Κολιτσάρα

Καὶ συνεχῶς νύκτα καὶ ἡμέραν ἦτο εἰς τὰ μνήματα καὶ τὰ ὄρη, ἐφώναζε, κατέκοπτε καὶ κατεπλήγωνε τὸν εὐατόν του μὲ λίθους.

Μάρκ. 5,6

ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ μακρόθεν ἔδραμε καὶ προσεκύνησεν αὐτόν,

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ εἶδε τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ μακριά, ἔτρεξε καὶ τὸν προσκύνησε.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ εἶδε τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ μακρυά, ἔτρεξε καὶ τὸν προσεκύνησε.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ εἶδε τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ μακρυά, ἔτρεξε πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν ἐπροσκύνησε.

Μάρκ. 5,7

καὶ κράξας φωνῇ μεγάλῃ λέγει· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; ὁρκίζω σε τὸν Θεόν, μή με βασανίσῃς.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἔβγαλε κραυγὴ μεγάλη καὶ εἶπε· «Τί θέλεις ἐσὺ σ’ ἐμένα, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; Στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ζητῶ νὰ μὴ μὲ βασανίσῃς».

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνήν, εἶπε· Ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ καὶ τὶ ζητεῖς ἀπὸ ἐμέ, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; Σὲ ἐξορκίζω ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἀφῆκεν ἐλεύθερον κατὰ τὴν περίοδον τοῦ παρόντος αἰῶνος, νὰ μὴ μὲ βασανίσῃς καὶ μὴ μὲ διώξῃς ἀπ’ ἐδῶ, ποὺ ἔχω εὐχάριστον διαμονήν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ ἐκραύγασε μὲ μεγάλην φωνὴν εἶπε· ποία σχέσις ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; Σὲ ἐξορκίζω εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ νὰ μὴ μὲ βασανίσῃς».

Μάρκ. 5,8

ἔλεγε γὰρ αὐτῷ· ἔξελθε τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον ἐκ τοῦ ἀνθρώπου.

Σωτηρόπουλου

Διότι ἔλεγε σ’ αὐτό· «Πνεῦμα ἀκάθαρτο, νὰ βγῇς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο».

Τρεμπέλα

Τοῦ εἶπε δὲ μὴ μὲ βασανίσῃς, διότι ὁ Κύριος ἔλεγεν εἰς αὐτόν· Ἔβγα, σὺ τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον.

Κολιτσάρα

Διότι ὁ Ἰησοῦς ἔλεγεν εἰς αὐτό· «τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον ἔβγα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν».

Μάρκ. 5,9

καὶ ἐπηρώτα αὐτόν· τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων· λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.

Σωτηρόπουλου

Τὸν ρωτοῦσε δέ· «Ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου;». Καὶ ἀποκρίθηκε λέγοντας· «Λεγεὼν εἶναι τὸ ὄνομά μου, διότι εἴμεθα πολλοί».

Τρεμπέλα

Καὶ τὸν ἠρώτα ὁ Ἰησοῦς· Ποῖον εἶναι τὸ ὄνομά σου; Καὶ ἀπεκρίθη καὶ εἶπε· Λεγεών, δηλαδὴ σύνταγμα στρατιωτῶν, εἶναι τὸ ὄνομά μου. Καὶ ἔχω αὐτὸ τὸ ὄνομα, διότι ἐδῶ μέσα εἴμεθα πολλοί.

Κολιτσάρα

Καὶ ἠρώτησεν αὐτόν· ποῖον εἶναι τὸ ὄνομά σου;» Καὶ ἐκεῖνο ἀπεκρίθη καὶ εἶπε· «λεγεὼν εἶναι τὸ ὄνομά μου, διότι εἴμεθα πολλοὶ ἐδῶ μέσα».

Μάρκ. 5,10

καὶ παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ ἵνα μὴ ἀποστείλῃ αὐτοὺς ἔξω τῆς χώρας.

Σωτηρόπουλου

Καὶ τὸν παρακαλοῦσε πολὺ νὰ μὴ τοὺς διώξῃ ἔξω ἀπὸ τὴ χώρα.

Τρεμπέλα

Καὶ παρεκάλει τὸν Ἰησοῦν πολὺ νὰ μὴ τοὺς στείλῃ ἔξω ἀπὸ τὴν χώραν ἐκείνην.

Κολιτσάρα

Καὶ παρακαλοῦσε τὸν Ἰησοῦν, μὲ πολλὰς παρακλήσεις, νὰ μὴ τοὺς διώξῃ ἔξω ἀπὸ τὴν χώραν αὐτήν.

Μάρκ. 5,11

ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων μεγάλη βοσκομένη πρὸς τῷ ὄρει·

Σωτηρόπουλου

Ἦταν δὲ ἐκεῖ πλησίον τοῦ βουνοῦ μιὰ μεγάλη ἀγέλη χοίρων, ποὺ ἔβοσκε.

Τρεμπέλα

Ἦτο δὲ ἐκεῖ πλησίον τοῦ ὄρους ἕνα μεγάλο κοπάδι χοίρων, ποὺ ἔβοσκε.

Κολιτσάρα

Εὑρίσκετο δὲ ἐκεῖ πλησίον εἰς τὸ ὄρος ἕνα μεγάλο κοπάδι χοίρων, ποὺ ἔβοσκε.

Μάρκ. 5,12

καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν πάντες οἱ δαίμονες λέγοντες· πέμψον ἡμᾶς εἰς τοὺς χοίρους, ἵνα εἰς αὐτοὺς εἰσέλθωμεν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ τὸν παρακάλεσαν ὅλοι οἱ δαίμονες λέγοντας· «Στεῖλε μας στοὺς χοίρους, γιὰ νὰ μποῦμε σ’ αὐτούς».

Τρεμπέλα

Καὶ τὸν παρεκάλεσαν ὅλοι οἱ δαίμονες καὶ τοῦ εἶπαν· Στεῖλε μας εἰς τοὺς χοίρους, διὰ νὰ ἔμβωμεν εἰς αὐτούς.

Κολιτσάρα

Καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν ὅλοι οἱ δαίμονες καὶ εἶπαν· «στεῖλε μας νὰ μποῦμε εἰς αὐτοὺς τοὺς χοίρους».

Μάρκ. 5,13

καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς εὐθέως ὁ Ἰησοῦς. καὶ ἐξελθόντα τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους· καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν δὲ ὡς δισχίλιοι· καὶ ἐπνίγοντο ἐν τῇ θαλάσσῃ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ τοὺς ἐπέτρεψεν ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς. Καὶ ἀφοῦ βγῆκαν τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα, μπῆκαν στοὺς χοίρους. Καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων καὶ γκρεμίστηκε στὴ λίμνη. Ἦσαν δὲ περίπου δυὸ χιλιάδες. Καὶ πνίγηκαν στὴ λίμνη.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ αὐτοί, ποὺ ἔτρεφαν τοὺς χοίρους, ἔπραττον τοῦτο παρὰ τὸν μωσαϊκὸν νόμον, ποὺ ἀπηγόρευεν ὡς ἀκάθαρτον τὸ χοιρινὸν κρέας καὶ συνεπῶς εὑρίσκοντο ἐν τῇ παραβάσει καὶ ἁμαρτία, ὁ Ἰησοῦς ἔδωκεν ἀμέσως τὴν ἄδειαν εἰς τὰ δαιμόνια. Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα, ἐμβῆκαν μέσα εἰς τοὺς χοίρους. Καὶ ἔτρεξεν ἀσυγκράτητα καὶ μὲ μανίαν τὸ κοπάδι ἀπὸ τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ κρημνοῦ πρὸς τὰ κάτω εἰς τὴν θάλασσαν. Ἦσαν δὲ περίπου δύο χιλιάδες οἱ χοῖροι, καὶ ἐπνίγοντο μέσα εἰς τὴν θάλασσαν.

Κολιτσάρα

Καὶ τοὺς ἐπέτρεψε ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀφοῦ ἐξῆλθαν τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα, ἐμπῆκαν εἰς τοὺς χοίρους καὶ ὅλο τὸ κοπάδι ὥρμησε ἀσυγκράτητο ἐπάνω εἰς τὸν κρημνὸν καὶ ἔπεσε εἰς τὴν θάλασσαν. Ἦσαν δὲ περίπου δύο χιλιάδες οἱ χοίροι καὶ ἐπνίγοντο μέσα εἰς τὴν θάλασσαν. (Καὶ ἔτσι ἐτιμωρήθησαν οἱ Γεργεσηνοί, οἱ ὁποῖοι ἔτρεφαν χοίρους, μολονότι τὸ ἀπηγόρευε ὁ Μωσαϊκὸς νόμος).

Μάρκ. 5,14

καὶ οἱ βόσκοντες τοὺς χοίρους ἔφυγον καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς· καὶ ἐξῆλθον ἰδεῖν τί ἐστι τὸ γεγονός.

Σωτηρόπουλου

Οἱ δὲ βοσκοὶ τῶν χοίρων ἔφυγαν καὶ διέδωσαν τὸ γεγονὸς στὴν πόλι καὶ στὰ χωριά. Καὶ οἱ κάτοικοι βγῆκαν γιὰ νὰ ἰδοῦν τί ἔγινε.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ δέ, ποὺ ἔβοσκαν τοὺς χοίρους, ἔφυγαν. Καὶ ἀνήγγειλαν τὸ συμβὰν εἰς τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως καὶ εἰς αὐτοὺς ποὺ ἔμεναν εἰς τὰ χωράφια. Καὶ ἐβγῆκαν οἱ κάτοικοι νὰ ἴδουν, τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ συνέβη.

Κολιτσάρα

Καὶ οἱ χοιροβοσκοὶ (κυριευμένοι ἀπὸ θαυμασμὸν καὶ τρόμον διὰ τὰ δύο καταπληκτικὰ θαύματα, ποὺ εἶδαν) ἔφυγαν καὶ ἀνήγγειλαν τὸ γεγονὸς εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς ὅσους εὐρῆκαν εἰς τὰ χωράφια· καὶ ἐβγῆκαν οἱ κάτοικοι νὰ ἰδοῦν, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ συνέβη.

Μάρκ. 5,15

καὶ ἔρχονται πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ θεωροῦσι τὸν δαιμονιζόμενον καθήμενον καὶ ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα, τὸν ἐσχηκότα τὸν λεγεῶνα, καὶ ἐφοβήθησαν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἔρχονται πρὸς τὸν Ἰησοῦ, καὶ βλέπουν τὸν δαιμονισμένο, ποὺ εἶχε τὴ λεγεῶνα (τῶν δαιμόνων), νὰ κάθεται καὶ νὰ φορῇ ροῦχα καὶ νὰ εἶναι φρόνιμος, καὶ φοβήθηκαν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἦλθαν πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶδαν τὸν δαιμονιζόμενον νὰ κάθηται ἐνδεδυμένος καὶ μὲ σωστὰ τὰ μυαλά του, αὐτὸν ποὺ εἶχε προτήτερα τὴν λεγεῶνα. Καὶ ἐφοβήθησαν έξ αἰτίας τῆς παρουσίας τοῦ θαυματουργοῦ αὐτοῦ, ποὺ τὸν ᾐσθάνοντο πολὺ ἀνώτερόν τους.

Κολιτσάρα

Ἔρχονται πλησίον τοῦ Ἰησοῦ καὶ βλέπουν τὸν δαιμονιζόμενον νὰ κάθεται ντυμένος καὶ μὲ πλῆρες τὸ λογικόν του, αὐτὸν ποὺ εἶχε προηγουμένως τὸν λεγεῶνα τῶν δαιμονίων. Καὶ ἐφοβήθησαν.

Μάρκ. 5,16

καὶ διηγήσαντο αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐγένετο τῷ δαιμονιζομένῳ καὶ περὶ τῶν χοίρων.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ εἶδαν, διηγήθηκαν σ’ αὐτοὺς τί συνέβη στὸν δαιμονισμένο καὶ στοὺς χοίρους.

Τρεμπέλα

Καὶ τοὺς διηγήθησαν ἐκεῖνοι, ποὺ εἶδαν τὰ συμβάντα, τί συνέβη εἰς τὸν δαιμονιζόμενον καὶ διὰ τοὺς χοίρους πῶς ἐπνίγησαν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ εἶχαν ἴδει τί συνέβη μὲ τὸν δαιμονιζόμενον καὶ τοὺς χοίρους, τὰ διηγήθηκαν εἰς αὐτούς.

Μάρκ. 5,17

καὶ ἤρξαντο παρακαλεῖν αὐτὸν ἀπελθεῖν ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν παρακαλοῦν (τὸν Ἰησοῦ) νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν περιοχή τους.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο, μήπως πάθουν καὶ ἄλλο μεγαλύτερον κακόν, ἤρχισαν νὰ τὸν παρακαλοῦν νὰ φύγῃ ἀπὸ τὰ σύνορά των.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ ἐφοβήθησαν καὶ διὰ τὰς ἄλλας παραβάσεις τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, ἤρχισαν νὰ παρακαλοῦν τὸν Ἰησοῦν νὰ ἀναχωρήσῃ ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορά των.

Μάρκ. 5,18

καὶ ἐμβαίνοντος αὐτοῦ εἰς τὸ πλοῖον παρεκάλει αὐτὸν ὁ δαιμονισθεὶς ἵνα μετ’ αὐτοῦ ᾖ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὅταν ἔμπαινε στὸ πλοῖο, ὁ ἄλλοτε δαιμονισμένος τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν πάρῃ κοντά του.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐμβῆκεν εἰς τὸ πλοῖον διὰ νὰ φύγῃ, τὸν παρεκάλει ἐκεῖνος ποὺ προτήτερα εἶχε δαιμονισθῇ, νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ διὰ νὰ μένῃ μαζί του.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀνέβαινε εἰς τὸ πλοῖον, τὸν παρακαλοῦσε ὁ τέως δαιμονισμένος νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ καὶ νὰ μένῃ μαζῆ του.

Μάρκ. 5,19

καὶ οὐκ ἀφῆκεν αὐτόν, ἀλλὰ λέγει αὐτῷ· ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου πρὸς τοὺς σοὺς καὶ ἀνάγγειλον αὐτοῖς ὅσα σοι ὁ Κύριος πεποίηκε καὶ ἠλέησέ σε.

Σωτηρόπουλου

Δὲν τὸν ἄφησε ὅμως νὰ ἀκολουθήσῃ, ἀλλὰ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε στὸ σπίτι σου στοὺς δικούς σου, καὶ διηγήσου σ’ αὐτοὺς ὅσα σοῦ ἔκανε ὁ Κύριος, μὲ τὰ ὁποῖα σοῦ ἔδειξε τὸ ἔλεός του».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν τὸν άφῆκεν, ἀλλ’ εἶπεν εἰς αὐτόν· Πήγαινε εἰς τὸ σπίτι σου πρὸς τοὺς ἰδικούς σου καὶ διηγήσου εἰς αὐτοὺς ὅσα σοῦ ἔχει κάμει ὁ Κύριος καὶ πόσον σὲ ἠλέησε ἐλευθερώσας σε ἀπὸ πλῆθος πολὺ δαιμόνων.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν τὸν ἀφῆκεν, ἀλλὰ τοῦ εἶπε· «πήγαινε εἰς τὸ σπίτι σου πρὸς τοὺς δικού σου καὶ νὰ διηγηθῇς ὅσα ὁ Κύριος σοῦ ἔκαμε καὶ πόσο σὲ ἠλέησε».

Μάρκ. 5,20

καὶ ἀπῆλθε καὶ ἤρξατο κηρύσσειν ἐν τῇ Δεκαπόλει ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ πάντες ἐθαύμαζον.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἔφυγε καὶ ἄρχισε νὰ διακηρύττῃ στὴ Δεκάπολι ὅσα ἔκανε σ’ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ὅλοι θαύμαζαν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔφυγεν ἐκεῖνος, καὶ ἤρχισε νὰ διακηρύττῃ εἰς τὰς δέκα ἑλληνικὰς πόλεις, ποὺ εἶχαν κτισθῇ πρὸς ἀνατολὰς τοῦ Ἰορδάνου, τὰ ὅσα τοῦ ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ὅλοι, ὅσοι τὰ ἤκουον, ἐθαύμαζον.

Κολιτσάρα

Καὶ πράγματι ἐκεῖνος ἐπέστρεψε καὶ ἤρχισε νὰ κηρύσσῃ πρὸς τὰς δέκα ἑλληνικὰς πόλεις, ποὺ εὑρίσκοντο ἀνατολικὰ τοῦ Ἰορδάνου, ὅσα ὁ Ἰησοῦς ἔκαμεν εἰς αὐτόν· καὶ ὅλοι ἐθαύμαζαν. (Εὐεργετημένοι πνευματικῶς καὶ ὑλικῶς ἀπὸ τὸν Κύριον ἔχομεν καθῆκον νὰ διηγούμεθα εἰς ὅλους τὰ μεγαλεῖα του).

Μάρκ. 5,21

Καὶ διαπεράσαντος τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ πλοίῳ πάλιν εἰς τὸ πέραν συνήχθη ὄχλος πολὺς ἐπ’ αὐτόν, καὶ ἦν παρὰ τὴν θάλασσαν.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς πέρασε μὲ τὸ πλοῖο πάλιν ἀπέναντι, συγκεντρώθηκε γύρω του λαὸς πολύς. Ἦταν δὲ κοντὰ στὴ λίμνη.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ἐπέρασεν ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸ πλοῖον πάλιν εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος, ἐμαζεύθη λαὸς πολὺς πλησίον του, καὶ ἦτο κοντὰ εἰς τὴν θάλασσαν.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅταν πάλιν ἐπέρασε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸ πλοῖον εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος συνεκεντρώθη πλῆθος πολὺ κοντὰ του. Ἦτο δὲ πλησίον εἰς τὴν θάλασσαν.

Μάρκ. 5,22

Καὶ ἔρχεται εἷς τῶν ἀρχισυναγώγων, ὀνόματι Ἰάειρος, καὶ ἰδὼν αὐτὸν πίπτει πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ

Σωτηρόπουλου

Τότε ἔρχεται ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχισυναγώγους, ποὺ ὠνομαζόταν Ἰάειρος, καὶ μόλις τὸν εἶδε (τὸν Ἰησοῦ) πέφτει στὰ πόδια του

Τρεμπέλα

Καὶ ἰδοὺ ἔρχεται ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχισυναγώγους, ποὺ ἐλέγετο Ἰάειρος, καὶ ὅταν τὸν εἶδεν ἔπεσε γονατιστὸς ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια του.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔρχεται ἐκεῖ ἔνας ἀπὸ τοὺς ἀρχισυναγώγους, ὀνόματι Ἰάειρος, ὁ ὁποῖος ὅταν τὸν εἶδεν, ἔπεσε γονατιστὸς ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια του

Μάρκ. 5,23

καὶ παρεκάλει αὐτὸν πολλά, λέγων ὅτι τὸ θυγάτριόν μου ἐσχάτως ἔχει, ἵνα ἐλθὼν ἐπιθῇς αὐτῇ τὰς χεῖρας, ὅπως σωθῇ καὶ ζήσεται.

Σωτηρόπουλου

καὶ τὸν παρακαλοῦσε πολὺ λέγοντας· «Ἡ κοροῦλα μου βρίσκεται στὰ τελευταῖα της. Ἔλα καὶ βάλε ἐπάνω της τὰ χέρια σου γιὰ νὰ γίνῃ καλὰ καὶ νὰ ζήσῃ».

Τρεμπέλα

Καὶ τὸν παρεκάλει πολὺ καὶ ἔλεγεν· ὅτι ἡ μικρά μου θυγατέρα εὑρίσκεται εἰς τὰ τελευταῖα της. Σὲ παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἔλθῃς καὶ νὰ βάλῃς ἐπάνω της τὰς χεῖρας σου, διὰ νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν καὶ ζήσῃ.

Κολιτσάρα

καὶ τὸν παρακαλοῦσε μὲ πολλὰς καὶ θερμὰς παρακλήσεις καὶ ἔλεγε, ὅτι «ἡ μικρά μου κόρη εὑρίσκεται εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου. Σὲ παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἔλθῃς εἰς τὸ σπίτι, νὰ βάλῃς ἐπάνω της τὰς χεῖρας, διὰ νὰ σωθῇ καὶ ζήσῃ».

Μάρκ. 5,24

καὶ ἀπῆλθε μετ’ αὐτοῦ· καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς, καὶ συνέθλιβον αὐτόν.

Σωτηρόπουλου

Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς πῆγε μαζί του. Τὸν ἀκολουθοῦσε δὲ λαὸς πολὺς καὶ τὸν συνέθλιβαν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπῆγε μαζί του καὶ τὸν ἠκολούθει πολὺς λαὸς καὶ τὸν ἐστρίμωχναν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀνεχώρησε μαζῆ του. Λαὸς δὲ πολὺς τὸν ἀκολουθοῦσε καὶ οἱ ἄνθρωποι τὸν ἐστρύμωχναν.

Μάρκ. 5,25

Καὶ γυνή τις οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἔτη δώδεκα,

Σωτηρόπουλου

Μία δὲ γυναῖκα, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ αἱμορραγία δώδεκα ἔτη,

Τρεμπέλα

Καὶ μία γυναῖκα, ποὺ ἔπασχεν ἀπὸ αἱμορραγίαν ἐπὶ ἔτη δώδεκα,

Κολιτσάρα

Καὶ μιὰ γυναῖκα, ἡ ὁποία ἔπασχεν ἐπὶ δώδεκα ἔτη ἀπὸ αἱμορραγίαν

Μάρκ. 5,26

καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν καὶ δαπανήσασα τὰ παρ’ ἑαυτῆς πάντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα,

Σωτηρόπουλου

καὶ ταλαιπωρήθηκε πολὺ ἀπὸ πολλοὺς ἰατρούς, καὶ δαπάνησε ὅλη τὴν περιουσία της, καὶ δὲν ὠφελήθηκε τίποτε, ἀλλὰ μᾶλλον πῆγε στὸ χειρότερο,

Τρεμπέλα

καὶ ἡ ὁποία πολλὰ ὑπέφερεν ἀπὸ τὴν κακὴν θεραπείαν πολλῶν ἰατρῶν καὶ ἐξώδευσεν ὅλα, ὅσα ἠμπόρεσε νὰ ἐξοικονομήση, καὶ δὲν ὠφελήθη τίποτε, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπῆγεν εἰς τὸ χειρότερον,

Κολιτσάρα

καὶ εἶχε ταλαιπωρηθῇ πολὺ ἀπὸ πολλοὺς ἰατρούς, εἶχε δὲ ἐξοδεύσει ὅλα τὰ ὑπάρχοντά της, χωρὶς νὰ ἵδῃ καμμίαν ὠφέλειαν, ἀλλὰ μᾶλλον εἶχε ἔλθει εἰς τὸ χειρότερον,

Μάρκ. 5,27

ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλῳ ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ·

Σωτηρόπουλου

ὅταν ἄκουσε γιὰ τὸν Ἰησοῦ, διασχίζοντας τὸ πλῆθος ἔφθασε ἀπὸ πίσω, καὶ ἄγγιξε τὸ ἔνδυμά του.

Τρεμπέλα

ἐπειδὴ ἤκουσε διὰ τὸν Ἰησοῦν, ὅτι ἐνεργεῖ θαυματουργικὰς θεραπείας, ἦλθε μέσα εἰς τὸν λαὸν ἀπὸ πίσω του καὶ ἤγγισε τὸ ἔνδυμά του.

Κολιτσάρα

ὅταν ἤκουσε διὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, ἀνεμίχθη μὲ τὸ πλῆθος, ἦλθε πίσω ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἤγγισε τὸ ἔνδυμά του.

Μάρκ. 5,28

ἔλεγε γὰρ ἐν ἑαυτῇ ὅτι ἐὰν ἅψωμαι κἂν τῶν ἱματίων αὐτοῦ, σωθήσομαι.

Σωτηρόπουλου

Ἔλεγε δὲ μέσα της· «Ἐὰν καὶ μόνο ἀγγίξω τὰ ἐνδύματά του, θὰ σωθῶ».

Τρεμπέλα

Ἤγγισε δὲ τὸ ἔνδυμά του, διότι ἔλεγε μέσα της, ὅτι καὶ ἐὰν μόνον τὰ ἐνδύματά του ἐγγίσω, θὰ σωθῶ ἀπὸ τὴν ἀσθένειάν μου.

Κολιτσάρα

Διότι ἔλεγε μέσα της, ὅτι «ἐὰν καὶ μόνον ἐγγίσω τὰ ἐνδύματά του, θὰ σωθῶ».

Μάρκ. 5,29

καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος.

Σωτηρόπουλου

Ἀμέσως δὲ σταμάτησε ἡ αἱμορραγία της καὶ κατάλαβε στὸ σῶμα της, ὅτι θεραπεύθηκε ἀπὸ τὴ βασανιστικὴ ἀσθένεια.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀμέσως ἐστείρευσε καὶ ἐξηράνθη τὸ μέρος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔτρεχε τὸ αἷμα της, καὶ ἐκατάλαβεν ἀπὸ τὴν μεταβολὴν ποὺ ἐπῆρε τὸ σῶμα της, ὅτι ἐθεραπεύθη ἀπὸ τὴν βασανιστικὴν ἀρρώστιαν της.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀμέσως ἐξηράθηκε καὶ ἔκλεισεν ἡ πηγή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔτρεχε τὸ αἷμα της, καὶ ἀντελήφθη ἀπὸ τὴν βελτίωσίν που ἦλθε εἰς τὸ σῶμα της, ὅτι ἰατρεύθη ἀπὸ τὸ βάσανον ἐκεῖνο.

Μάρκ. 5,30

καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεὶς ἐν τῷ ὄχλῳ ἔλεγε· τίς μου ἥψατο τῶν ἱματίων;

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς κατάλαβε, ὅτι βγῆκε δύναμι ἀπ’ αὐτόν, καὶ στράφηκε πρὸς τὸ πλῆθος καὶ ἔλεγε· «Ποιός ἄγγιξε τὰ ἐνδύματά μου;».

Τρεμπέλα

Καὶ ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς ἐπληροφορήθη ἐσωτερικῶς ἀπὸ τὴν θείαν του φύσιν τὴν δύναμιν, ποὺ ἐβγῆκεν ἀπὸ αὐτόν, καὶ ἀφοῦ ἐστράφη πρὸς τὸν λαόν, εἶπε· Ποῖος ἤγγισε τὰ ἐνδύματά μου;

Κολιτσάρα

Καὶ ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς ἀντελήφθη πολὺ καλά, ὡς παντογνώστης, τὴν δύναμιν ποὺ ἐβγῆκεν ἀπὸ αὐτὸν καὶ στραφεὶς εἰς τὸ πλῆθος ἔλεγε· «ποιὸς ἤγγισε τὰ ἐνδύματά μου;

Μάρκ. 5,31

καὶ ἔλεγον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλίβοντά σε, καὶ λέγεις τίς μου ἥψατο;

Σωτηρόπουλου

Οἱ δὲ μαθηταί του τοῦ ἔλεγαν· «Βλέπεις, ὅτι ὁ κόσμος σὲ συνθλίβει, καὶ ἐν τούτοις λέγεις, “Ποιός μὲ ἄγγιξε;”».

Τρεμπέλα

Καὶ τοῦ ἔλεγον οἱ μαθηταί του· Βλέπεις, ὅτι ὁ ὄχλος σὲ σπρώχνει ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη καὶ λέγεις· ποῖος μὲ ἤγγισε;

Κολιτσάρα

Καὶ ἔλεγον εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταί του· «βλέπεις τὸν ὄχλον νὰ σὲ σπρώχνῃ ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα καὶ ἐρωτᾷς ποιὸς σὲ ἤγγισε;»

Μάρκ. 5,32

καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς κοίταζε γύρω του γιὰ νὰ ἰδῇ τὴ γυναῖκα ποὺ ἔκανε αὐτὸ.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς παρετήρει γύρω διὰ νὰ ἴδῃ αὐτήν, ποὺ ἔκαμεν αὐτό.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰησοῦς ὅμως περιέφερε γύρω τὸ βλέμμα του, διὰ νὰ ἴδῃ αὐτήν, ποὺ εἶχε κάμει αὐτό.

Μάρκ. 5,33

ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα, εἰδυῖα ὃ γέγονεν ἐπ’ αὐτῇ, ἦλθε καὶ προσέπεσεν αὐτῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν.

Σωτηρόπουλου

Ἡ δὲ γυναῖκα, φοβισμένη καὶ τρομαγμένη, ἐπειδὴ εἶχε συνείδησι τοῦ θαύματος ποὺ ἔγινε σ’ αὐτή, ἦλθε καὶ ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοῦ εἶπε ὅλη τὴν ἀλήθεια.

Τρεμπέλα

Ἡ γυνὴ δὲ μὲ φόβον καὶ τρόμον, ἐπειδὴ ἐγνώριζε τὴν θεραπείαν, ποὺ τῆς εἶχε γίνει, ἦλθε καὶ ἔπεσε γονατιστὴ ἐμπρός του καὶ τοῦ εἶπεν ὅλην τὴν ἀλήθειαν.

Κολιτσάρα

Ἡ δὲ γυναῖκα φοβισμένη καὶ τρέμουσα, ἐπειδὴ εἶχε πλέον ἀντιληφθῇ πολὺ καλὰ τὴν θεραπείαν, ποὺ τῆς εἶχε γίνει, ἦλθε καὶ ἔπεσεν εἰς τὰ γόνατα ἐμπρός του καὶ τοῦ εἶπεν ὅλην τὴν αλήθειαν.

Μάρκ. 5,34

ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· ὕπαγε εἰς εἰρήνην, καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου.

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς δὲ τῆς εἶπε· «Κόρη μου, ἡ πίστι σου σὲ ἔσωσε. Φύγε ἥσυχη, καὶ νὰ εἶσαι γιὰ πάντα ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὴ βασανιστικὴ ἀσθένειά σου».

Τρεμπέλα

Αὐτὸς δὲ τῆς εἶπε· Κόρη μου, ἡ πίστις καὶ πεποίθησις ποὺ εἶχες, ὅτι θὰ ἐθεράπευεσο, ἐὰν ἤγγιζες τὸ ἔνδυμά μου, σὲ ἔχει σώσει ἀπὸ τὴν ἀσθένειάν σου. Πήγαινε εἰς τὸ καλὸ εἰρηνικὴ καὶ ἥσυχος καὶ ἔσο γιὰ πάντα ὑγιὴς ἀπὸ τὸ βάσανόν σου.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος δὲ τῆς εἶπε· «κόρη μου, ἡ πίστις σου σὲ ἔχει σώσει· πήγαινε μὲ εἰρήνην εἰς τὴν ψυχήν σου καὶ νὰ εἶσαι γιὰ πάντα ὑγιὴς καὶ ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὴν βασανιστικὴν ἀσθένειάν σου».

Μάρκ. 5,35

Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχονται ἀπὸ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγοντες ὅτι ἡ θυγάτηρ σου ἀπέθανε· τί ἔτι σκύλλεις τὸν διδάσκαλον;

Σωτηρόπουλου

Ἐνῷ ἀκόμη αὐτὸς (ὁ Ἰησοῦς) μιλοῦσε, ἔρχονται ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ λέγουν· «Ἡ θυγατέρα σου πέθανε. Γιατί πλέον ἐνοχλεῖς τὸ διδάσκαλο;».

Τρεμπέλα

Ἐνῷ δὲ ὁ Ἰησοῦς ὡμίλει ἀκόμη, ἔρχονται ἀπὸ τὸ σπίτι του ἀρχισυναγώγου ἄνθρωποι καὶ εἶπαν ὅτι ἡ κόρη σου ἀπέθανε. Πρὸς τί ἐνοχλεῖς ἀκόμη τὸν Διδάσκαλον καὶ τὸν βάζεις εἰς τὸν κόπον νὰ ἔλθῃ ἐκεῖ;

Κολιτσάρα

Ἐνῶ δὲ αὐτὸς ἀκόμη ὠμιλοῦσε, ἔρχονται ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου ἄνθρωποι λέγοντες ὅτι «ἡ θυγάτηρ σου ἀπέθανε· διατί ἐνοχλεῖς ἀκόμη τὸν διδάσκαλον;»

Μάρκ. 5,36

ὁ δὲ Ἰησοῦς εὐθέως ἀκούσας τὸν λόγον λαλούμενον λέγει τῷ ἀρχισυναγώγῳ· μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς ἀμέσως, ὅταν ἄκουσε νὰ λέγεται αὐτὸς ὁ λόγος, λέγει στὸν ἀρχισυνάγωγο· «Μή φοβᾶσαι, μόνο πίστευε».

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀμέσως, ὅταν ἤκουσε νὰ λέγεται ὁ λόγος αὐτός, λέγει εἰς τὸν ἀρχισυνάγωγον· Μὴ φοβεῖσαι, μόνον ἑξακολούθει νὰ πιστεύῃς εἰς τὴν δύναμίν μου.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀμέσως, μόλις ἄκουσε τὰ λόγια αὐτά, λέγει εἰς τὸν ἀρχισυνάγωγον· «μὴ φοβεῖσαι, μόνο πίστευε».

Μάρκ. 5,37

καὶ οὐκ ἀφῆκεν αὑτῷ οὐδένα συνακολουθῆσαι εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν Ἰακώβου.

Σωτηρόπουλου

Καὶ δὲν ἄφησε κανένα νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, παρὰ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἰακώβου.

Τρεμπέλα

Καὶ δὲν ἀφῆκε κανένα νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ παρὰ μόνον τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἰακώβου.

Κολιτσάρα

Καὶ δὲν ἀφῆκε κανένα νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ παρὰ μόνον τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην, τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἰακώβου.

Μάρκ. 5,38

καὶ ἔρχεται εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχισυναγώγου, καὶ θεωρεῖ θόρυβον, καὶ κλαίοντας καὶ ἀλαλάζοντας πολλά,

Σωτηρόπουλου

Καὶ φθάνει στὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου, καὶ βλέπει ταραχή, καὶ νὰ κλαῖνε καὶ νὰ θρηνολογοῦν δυνατά.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔρχεται εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ βλέπει θόρυβον, καὶ κόσμον, ποὺ ἔκλαιαν καὶ ἐμοιρολογοῦσαν δυνατά.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔρχεται εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ ἀκούει θόρυβον καὶ βλέπει πολλοὺς νὰ κλαίουν καὶ νὰ ὀλοφύρωνται πολύ.

Μάρκ. 5,39

καὶ εἰσελθὼν λέγει αὐτοῖς· τί θορυβεῖσθε καὶ κλαίετε; τὸ παιδίον οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. καὶ κατεγέλων αὐτοῦ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀφοῦ μπῆκε στὸ σπίτι, τοὺς λέγει· «Γιατί ταράσσεσθε καὶ κλαίετε; Τὸ παιδὶ δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται». Τότε ἄρχισαν νὰ γελοῦν εἰς βάρος του.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἐμβῆκεν εἰς τὸν οἶκον, τοὺς εἶπε· Διατί μὲ τὰ μοιρολόγια σας κάνετε θόρυβον καὶ κλαίετε; Τὸ παιδίον δὲν ἀπέθανεν, ἀλλὰ κοιμᾶται. Καὶ τὸν περιγελοῦσαν.

Κολιτσάρα

Καὶ εἰσελθὼν λέγει εἰς αὐτούς· «διατί κάνετε τόσον θόρυβον μὲ τὰς κραυγάς σας καὶ διατί κλαίετε; Τὸ παιδὶ δὲν ἀπέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται». Καὶ ἐκεῖνοι τὸν περιγελοῦσαν.

Μάρκ. 5,40

ὁ δὲ ἐκβαλὼν πάντας παραλαμβάνει τὸν πατέρα τοῦ παιδίου καὶ τὴν μητέρα καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ, καὶ εἰσπορεύεται ὅπου ἦν τὸ παιδίον ἀνακείμενον,

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς ὅμως, ἀφοῦ ἔβγαλε ἔξω ὅλους, παίρνει μαζί του τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ καὶ τὴ μητέρα καὶ τοὺς μαθητὰς ποὺ ἦταν μαζί του (τοὺς τρεῖς), καὶ μπαίνει στὸ δωμάτιο ποὺ ἦταν ξαπλωμένο τὸ παιδί.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ὅμως ἀφοῦ ἔβγαλεν ἔξω ὅλους, παίρνει μαζί του τὸν πατέρα τοῦ κορασίου καὶ τὴν μητέρα καὶ τοὺς τρεῖς μαθητὰς ποὺ ἦσαν μαζί του, καὶ ἐμβαίνει ἐκεῖ, ὅπου ἦτο ἑξαπλωμένον τὸ παιδίον.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ὅμως, ἀφοῦ ἔβγαλε ἔξω ὅλους, ἐπῆρε τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τοὺς τρεῖς μαθητάς, ποὺ ἦσαν μαζῆ του, καὶ ἐμπῆκε ἐκεῖ, ὅπου ἦτο ἐξηπλωμένο τὸ παιδί.

Μάρκ. 5,41

καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς τοῦ παιδίου λέγει αὐτῇ· ταλιθά, κοῦμι· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, τὸ κοράσιον, σοὶ λέγω, ἔγειρε.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀφοῦ ἔπιασε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ χέρι, τῆς λέγει· «Ταλιθᾶ, κοῦμι», ποὺ μεταφραζόμενο σημαίνει· «Κορίτσι, σὲ διατάσσω, σήκω ἐπάνω».

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ παιδίου, λέγει εἰς αὐτό· «Ταλιθά, κούμι», τὸ ὁποῖον, ὅταν ἐξηγήθη εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, σημαίνει· Τὸ κοράσιον, εἰς σὲ ὁμιλῶ, σήκω.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ παιδιοῦ, εἶπε πρὸς αὐτό· «ταλιθὰ κοῦμι»· πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἑρμηνευόμενον σημαίνει· «τὸ κοράσιον, εἰς σὲ ἐγὼ ὁμιλῶ, σήκω».

Μάρκ. 5,42

καὶ εὐθέως ἀνέστη τὸ κοράσιον καὶ περιεπάτει· ἦν γὰρ ἐτῶν δώδεκα. καὶ ἐξέστησαν ἐκστάσει μεγάλῃ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀμέσως σηκώθηκε τὸ κορίτσι καὶ περιπατοῦσε. Ἦταν δὲ δώδεκα ἐτῶν. Καὶ κυριεύθηκαν ἀπὸ ἔκπληξι μεγάλη.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀμέσως ἀνεστήθη τὸ κοράσιον καὶ ἐπεριπάτει. Διότι δὲν ἦτο πολὺ μικρόν, ἀλλ’ ἦτο ἐτῶν δώδεκα καὶ εἶχεν ἡλικίαν ἀρκετήν, ὥστε νὰ περιπατῇ ἐλεύθερα. Καὶ τοὺς κατέλαβεν ἔκπληξις καὶ θαυμασμὸς μεγάλος.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀμέσως τὸ κοράσιον ἐσηκώθη καὶ ἐντελῶς ὑγιὲς περιπατοῦσε· διότι ἦτο δώδεκα ἐτῶν. Καὶ κατελήφθησαν ὅλοι ἀπὸ ἔκπληξιν καὶ μεγάλον θαυμασμόν.

Μάρκ. 5,43

καὶ διεστείλατο αὐτοῖς πολλὰ ἵνα μηδεὶς γνῷ τοῦτο· καὶ εἶπε δοθῆναι αὐτῇ φαγεῖν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ τοὺς διέταξε αὐστηρὰ νὰ μὴ τὸ μάθῃ κανείς. Καὶ εἶπε νὰ τῆς δώσουν νὰ φάγῃ.

Τρεμπέλα

Καὶ τοὺς παρήγγειλεν αὐστηρὰ καὶ ἔντονα νὰ μὴ μάθῃ κανεὶς τὸ θαῦμα αὐτό. Καὶ ἐπειδὴ τὸ κοράσιον λόγῳ τῆς ἀσθενείας του εἶχε μείνει ἀρκετὰς ἡμέρας νηστικόν, εἶπε νὰ δώσουν εἰς αὐτὸ νὰ φάγῃ.

Κολιτσάρα

Καὶ τοὺς εἶπε καὶ τοὺς ξαναεῖπε καὶ τοὺς ἔδωσε ἐντολὴν μὲ ἕνα τρόπον ἔντονον, κανεὶς νὰ μὴ μάθῃ αὐτὸ τὸ θαῦμα. Καὶ εἶπε νὰ τῆς δώσουν νὰ φάγῃ. (Διὰ νὰ βεβαιωθοῦν ἔτσι ὅτι ἦτο καὶ πλήρως ὑγιὴς ἡ κόρη των).