Πράξεις Ἀποστόλων 12
Πράξ. 12,1
Κατ’ ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας.
Σωτηρόπουλου
Ἐκεῖνο δὲ τὸν καιρὸ ὁ Ἡρῴδης ὁ βασιλεύς συνέλαβε γιὰ νὰ κακοποιήσῃ μερικοὺς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
Τρεμπέλα
Κατ’ ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν ὁ βασιλεὺς Ἡρῴδης Ἀγρίππας ὁ Α', ἐγγονὸς τοῦ μεγάλου Ἡρῴδου, ἔβαλε χέρι εἰς μερικοὺς ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας διὰ νὰ τοὺς κακοποιήσῃ.
Κολιτσάρα
Κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ὁ βασιλεὺς Ἡρῴδης Ἀγρίππας, ἄπλωσε τὰ χέρια καὶ ἐπιασε μερικοὺς ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τῆς Ἐκκλησίας, διὰ νὰ τοὺς κακοποιήσῃ.
Πράξ. 12,2
ἀνεῖλε δὲ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννου μαχαίρᾳ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ θανάτωσε διὰ μαχαίρας τὸν Ἰάκωβο τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἰωάννου.
Τρεμπέλα
Ἐθανάτωσε δὲ διὰ μαχαίρας τὸν Ἰάκωβον, τὸν ἀδελφὸν τοῦ ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.
Κολιτσάρα
Ἐξετέλεσε δὲ διὰ μαχαίρας τὸν ἀπόστολον Ἰάκωβον, ἀδελφὸν τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.
Πράξ. 12,3
καὶ ἰδὼν ὅτι ἀρεστόν ἐστι τοῖς Ἰουδαίοις, προσέθετο συλλαβεῖν καὶ Πέτρον· ἦσαν δὲ αἱ ἡμέραι τῶν ἀζύμων·
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὅταν εἶδε, ὅτι αὐτὸ ἄρεσε στοὺς Ἰουδαίους, προχώρησε νὰ συλλάβῃ καὶ τὸν Πέτρο. Ἦταν δὲ οἱ ἡμέρες τῶν Ἀζύμων (τοῦ Πάσχα).
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν εἶδεν, ὅτι καὶ οἱ προεστοὶ καὶ ὁ λαὸς τῶν Ἰουδαίων εὐχαριστήθησαν διὰ τὴν ἐνέργειάν του αὐτήν, ἀπεφάσισεν ἐπιπροσθέτως νὰ συλλάβῃ καὶ τὸν Πέτρον. Ἦσαν δὲ τότε αἱ ἡμέραι τῆς ἑορτῆς τῶν ἀζύμων.
Κολιτσάρα
Καὶ ὅταν εἶδε ὅτι αὐτὸ ἦτο εὐχάριστον εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ἀπεφάσισε ἐν συνεχεία νὰ συλάβῃ καὶ τὸν Πέτρον. Ἦσαν δὲ τότε αἱ ἡμέραι τῶν ἀζύμων, δηλαδὴ τῆς ἑορτῆς τοῦ πάσχα.
Πράξ. 12,4
ὃν καὶ πιάσας ἔθετο εἰς φυλακήν, παραδοὺς τέσσαρσι τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν αὐτόν, βουλόμενος μετὰ τὸ πάσχα ἀναγαγεῖν αὐτὸν τῷ λαῷ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀφοῦ τὸν ἔπιασε, τὸν ἔβαλε στὴ φυλακὴ καὶ τὸν παρέδωσε σὲ τέσσερες τετράδες στρατιωτῶν γιὰ νὰ τὸν φυλάττουν, σκοπεύοντας μετὰ τὸ Πάσχα νὰ τὸν προσαγάγῃ γιὰ νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ συνέλαβε τοῦτον, τὸν ἔκλεισεν εἰς φυλακήν, παραδώσας αὐτὸν εἰς τέσσαρας τετράδας στρατιωτῶν διὰ νὰ τὸν φρουροῦν, διότι ἤθελε μετὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα νὰ τὸν ἀνεβάσῃ εἰς τὸ κριτήριον καὶ νὰ τὸν δικάσῃ ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ λαοῦ.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ τὸν συνέλαβε, τὸν ἔβαλε εἰς τὴν φυλακήν, παραδώσας αὐτὸν εἰς τέσσαρες τετράδες στρατιωτῶν νὰ τὸν φρουροῦν ὑπευθύνως, ἐπειδὴ ἤθελε ἔπειτα ἀπὸ τὸ πάσχα νὰ τὸν δικάσῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ.
Πράξ. 12,5
ὁ μὲν οὖν Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ φυλακῇ· προσευχὴ δὲ ἦν ἐκτενὴς γινομένη ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ἔτσι ὁ μὲν Πέτρος ἐκρατεῖτο στὴ φυλακή, ἡ δὲ Ἐκκλησία ἔκανε θερμὴ προσευχὴ πρὸς τὸ Θεὸ ὑπὲρ αὐτοῦ.
Τρεμπέλα
Ἔτσι λοιπὸν ὁ μὲν Πέτρος ἐφρουρεῖτο μέσα εἰς τὴν φυλακήν· ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας ὅμως τῶν Ἱεροσολύμων ἐγίνετο ἑξακολουθητικῶς ὑπὲρ τῆς διασώσεως αὐτοῦ μακρὰ καὶ θερμὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Θεόν.
Κολιτσάρα
Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Πέτρος ἐφρουρεῖτο μέσα εἰς τὴν φυλακήν. Ἀπὸ ὅλην ὅμως τὴν Ἐκκλησίαν ἐγίνετο συνεχῶς μακρὰ καὶ θερμὴ προσευχὴ δι’ αὐτὸν εἰς τὸν Θεόν.
Πράξ. 12,6
Ὅτε δὲ ἔμελλεν αὐτὸν προάγειν ὁ Ἡρῴδης, τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ ἦν ὁ Πέτρος κοιμώμενος μεταξὺ δύο στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσι δυσί, φύλακές τε πρὸ τῆς θύρας ἐτήρουν τὴν φυλακήν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὅταν ὁ Ἡρῴδης ἐπρόκειτο νὰ τὸν προσαγάγῃ γιὰ νὰ δικασθῇ, τὴ νύκτα ἐκείνη ὁ Πέτρος κοιμόταν μεταξὺ δύο στρατιωτῶν δεμένος μὲ δύο ἁλυσίδες, καὶ φύλακες μπροστὰ ἀπὸ τὴν πόρτα φρουροῦσαν τὴ φυλακή.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἐπρόκειτο ὁ Ἡρῴδης νὰ τὸν προσαγάγῃ εἰς τὸ δικαστήριον, κατὰ τὴν προηγουμένην νύκτα τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὁ Πέτρος ἐκοιμᾶτο ἥσυχα ἐν μέσῳ δύο στρατιωτῶν δεμένος μὲ δύο ἁλυσίδες, καὶ φρουροὶ πρὸ τῆς θύρας ἐφύλαττον τὸ δεσμωτήριον.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ἐπρόκειτο νὰ τὸν φέρῃ ὁ Ἡρῴδης εἰς τὸ δικαστήριον, τὴν νύκτα ἐκείνη ὁ Πέτρος ἐκοιμᾶτο μεταξὺ δύο στρατιωτῶν δεμένος μαζῆ μὲ αὐτοὺς μὲ δύο ἁλυσίδες. Καὶ ἐπὶ πλέον φρουροὶ ἐμπρὸς εἰς τὴν θύραν ἐφρουρούσαν τὴν φυλακήν.
Πράξ. 12,7
καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη καὶ φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ οἰκήματι· πατάξας δὲ τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου ἤγειρεν αὐτὸν λέγων· ἀνάστα ἐν τάχει. καὶ ἐξέπεσον αὐτοῦ αἱ ἁλύσεις ἐκ τῶν χειρῶν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου παρουσιάσθηκε καὶ φῶς ἔλαμψε στὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς. Καὶ κτύπησε τὴν πλευρὰ τοῦ Πέτρου καὶ τὸν ξύπνησε καὶ εἶπε· «Σήκω γρήγορα». Καὶ ἔπεσαν οἱ ἁλυσίδες του ἀπὸ τὰ χέρια.
Τρεμπέλα
Καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἦλθεν ἔξαφνα καὶ φῶς ἔλαμψεν ἐντὸς τοῦ δωματίου, ὅπου ἐκοιμᾶτο ὁ Πέτρος. Ἀφοῦ δὲ ὁ ἄγγελος ἐκτύπησε τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου, τὸν ἐξύπνησε καὶ τοῦ εἶπε· Σήκω γρήγορα. Καὶ ἀμέσως ἔπεσαν αἱ ἁλυσίδες ἀπὸ τὰ χέρια του.
Κολιτσάρα
Καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἔξαφνα εἰσῆλθε καὶ φῶς ἔλαμψε εἰς τὸ κελλί, ὅπου ἐκοιμάτο ὁ Πέτρος. Ἐκτύπησε τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου, τὸν ἐξύπνησε καὶ τοῦ εἶπε· «Σήκω γρήγορα». Καὶ ἔπεσαν οἱ ἁλυσίδες ἀπὸ τὰ χέρια του.
Πράξ. 12,8
εἶπέ τε ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτόν· περίζωσαι καὶ ὑπόδησαι τὰ σανδάλιά σου. ἐποίησε δὲ οὕτω. καὶ λέγει αὐτῷ· περιβαλοῦ τὸ ἱμάτιόν σου καὶ ἀκολούθει μοι.
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε· «Ζώσου, καὶ φόρεσε τὰ σανδάλιά σου». Καὶ τὸ ἔκανε. Ἔπειτα τοῦ εἶπε· «Φόρεσε τὸ μανδὺα σου καὶ ἀκολούθησέ με».
Τρεμπέλα
Καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτόν· Ζῶσε τὸ ὑποκάμισόν σου καὶ δέσε εἰς τὰ πόδια σου τὰ πέδιλά σου. Καὶ ὁ Πέτρος ἀμέσως ἔκαμεν, ὅπως διετάχθη. Καὶ λέγει εἰς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· Φόρεσε τὸ ἐξωτερικόν σου ροῦχο καὶ ἀκολούθησέ με.
Κολιτσάρα
Καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτόν· «Ζῶσε τὸν χιτῶνα σου καὶ δέσε τὰ πέδιλά σου». Καὶ ὁ Πέτρος ἔκαμε ἔτσι. Καὶ τοῦ λέγει ὁ ἄγγελος· «Φόρεσε τώρα τὸ ἱμάτιόν σου καὶ ἀκολούθησέ με».
Πράξ. 12,9
καὶ ἐξελθὼν ἠκολούθει αὐτῷ, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι ἀληθές ἐστι τὸ γινόμενον διὰ τοῦ ἀγγέλου, ἐδόκει δὲ ὅραμα βλέπειν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ βγῆκε καὶ τὸν ἀκολουθοῦσε. Δὲν καταλάβαινε ὅμως, ὅτι αὐτὸ ποὺ γινόταν διὰ τοῦ ἀγγέλου εἶναι πραγματικό, ἀλλὰ νόμιζε, ὅτι βλέπει ὅραμα.
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Πέτρος, ἀφοῦ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ δωμάτιον, ἠκολούθει τὸν ἄγγελον καὶ δὲν εἶχεν ἀντιληφθῇ ἀκόμη, ὅτι εἶναι πραγματικὸν αὐτό, ποὺ ἐγίνετο ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ μέσου τοῦ ἀγγέλου. Ἐνόμιζε δέ, ὅτι βλέπει εἰς τὸν ὕπνον του κάποιαν ὀπτασίαν.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐξελθὼν ὁ Πέτρος ἀκολουθοῦσε τὸν ἄγγελον καὶ δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐννοήσει ὅτι ἦτο πραγματικότης αὐτό, ποὺ ἐγίνετο διὰ μέσου τοῦ ἀγγέλου. Ἐνόμιζε ὅτι βλέπει κάποιο ὅραμα.
Πράξ. 12,10
διελθόντες δὲ πρώτην φυλακὴν καὶ δευτέραν ἦλθον ἐπὶ τὴν πύλην τὴν σιδηρᾶν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν πόλιν, ἥτις αὐτομάτη ἠνοίχθη αὐτοῖς, καὶ ἐξελθόντες προῆλθον ῥύμην μίαν, καὶ εὐθέως ἀπέστη ὁ ἄγγελος ἀπ’ αὐτοῦ.
Σωτηρόπουλου
Ἀφοῦ δὲ πέρασαν τὴν πρώτη φρουρὰ καὶ τὴ δεύτερη, ἔφθασαν στὴ σιδερένια πύλη, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πόλι. Αὐτὴ δὲ τοὺς ἀνοίχθηκε αὐτομάτως. Καὶ ἀφοῦ βγῆκαν, προχώρησαν ἕνα δρόμο, καὶ ἀμέσως ἔφυγε ἀπ’ αὐτὸν ὁ ἄγγελος.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ δὲ ἐπέρασαν τὸν πρῶτον καὶ τὸν δεύτερον φρουρόν, ἦλθον εἰς τὴν σιδηρᾶν ἐξώπορταν, ποὺ ὠδήγει ἀμέσως εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἡ πόρτα αὐτὴ τοὺς ἠνοίχθη μόνη της. Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκαν ἐπέρασαν μαζὶ μίαν στενωπόν. Καὶ ἀμέσως ἔφυγεν ἀπὸ τὸν Πέτρον ὁ ἄγγελος.
Κολιτσάρα
Ἀφοῦ δὲ ἐπέρασαν τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν φρουράν, ἦλθαν εἰς τὴν σιδερένιαν θύραν, ποὺ ὠδηγοῦσε πρὸς τὴν πόλιν, ἡ ὁποία καὶ ἀνοίχθηκε δι’ αὐτοὺς μόνη της. Ἀφοῦ ἐβγῆκαν, ἐπέρασαν μαζῆ ἕνα δρόμον καὶ ἀμέσως ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸν ὁ ἄγγελος.
Πράξ. 12,11
καὶ ὁ Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῶ εἶπε· νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἐξείλετό με ἐκ χειρὸς Ἡρῴδου καὶ πάσης τῆς προσδοκίας τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων.
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ Πέτρος συνῆλθε καὶ εἶπε· «Τώρα καταλαβαίνω πραγματικά, ὅτι ἀπέστειλε ὁ Κύριος τὸν ἄγγελό του καὶ μὲ γλύτωσε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἡρῴδη καὶ ἀπὸ κάθε κακὸ, ποὺ περίμενε ὁ Ἰουδαϊκὸς λαὸς νὰ μοῦ συμβῇ».
Τρεμπέλα
Καὶ τότε ὁ Πέτρος συνῆλθεν ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῆς ἐκπλήξεως καὶ τῆς ἐκστάσεως, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐνόμιζεν, ὅτι ἔβλεπεν ὅραμα καὶ εἶπε· Τώρα καταλαβαίνω, ὅτι πραγματικῶς ἀπέστειλεν ὁ Κύριος τὸν ἄγγελόν του καὶ μὲ ἠλευθέρωσεν ἀπὸ τὴν κακοποιὸν χεῖρα τοῦ Ἡρῴδου, καθὼς καὶ ἀπὸ κάθε κακόν, ποὺ ἐπερίμενεν ὁ λαὸς τῶν Ἰουδαίων νὰ γίνῃ εἰς ἐμέ.
Κολιτσάρα
Συνῆλθε τότε ὁ Πέτρος καὶ εἶπε· «Τώρα καταλαβαίνω καλά, ὅτι πράγματι ἔστειλε ὁ Κύριος τὸν ἄγγελόν του καὶ μὲ ἔβγαλε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἡρῴδου καὶ μὲ ἐγλύτωσε ἀπὸ κάθε κακόν, ποὺ ὁ λαὸς τῶν Ἰουδαίων ἐπερίμενε νὰ μοῦ γίνῃ».
Πράξ. 12,12
συνιδών τε ἦλθεν ἐπὶ τὴν οἰκίαν Μαρίας τῆς μητρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου, οὗ ἦσαν ἱκανοὶ συνηθροισμένοι καὶ προσευχόμενοι.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀφοῦ κατάλαβε ποῦ ἦταν, πῆγε στὸ σπίτι τῆς Μαρίας, τῆς μητέρας τοῦ Ἰωάννου, ποὺ ὠνομαζόταν καὶ Μᾶρκος, ὅπου ἦταν ἀρκετοὶ συγκεντρωμένοι καὶ προσεύχονταν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἀντελήφθη ποὺ ἦτο καὶ ἐσκέφθη τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ, ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι τῆς Μαρίας, τῆς μητρὸς τοῦ Ἰωάννου, ποὺ ἐπωνομάζετο Μᾶρκος, ὅπου ἦσαν μαζευμένοι ἀρκετοὶ καὶ προσηύχοντο ὑπὲρ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀφοῦ εἶδε πλέον καλά ποῦ εὑρίσκετο, ἦλθε εἰς τὸ σπίτι τῆς Μαρίας τῆς Μητρὸς τοῦ Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ἐλέγετο καὶ Μᾶρκος, ὅπου ἦσαν συγκεντρωμένοι ἀρκετοὶ καὶ προσηύχοντο.
Πράξ. 12,13
κρούσαντος δὲ αὐτοῦ τὴν θύραν τοῦ πυλῶνος προσῆλθε παιδίσκη ὑπακοῦσαι ὀνόματι Ῥόδη,
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ κτύπησε τὴν ἐξώπορτα, πῆγε μιὰ ὑπηρέτρια ὀνομαζομένη Ρόδη γιὰ ν’ ἀνοίξῃ.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ὁ Πέτρος ἐκτύπησε τὴν ἐξώπορταν τοῦ προαυλίου, ἐπλησίασε μία νεαρὰ ὑπηρέτρια, ποὺ ἐλέγετο Ρόδη, διὰ νὰ ἐρωτήσῃ καὶ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, ποὺ θὰ ἐδίδετο, νὰ ἀκούσῃ ποῖος ἦτο.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ἐκτύπησε τὴν αὐλόπορταν, ἦλθε μία νεαρὰ ὑπηρέτρια, ὀνόματι Ρόδη, νὰ ἐρωτήσῃ καὶ νὰ ἀκούσῃ, ποιὸς ἦτο.
Πράξ. 12,14
καὶ ἐπιγνοῦσα τὴν φωνὴν τοῦ Πέτρου, ἀπὸ τῆς χαρᾶς οὐκ ἤνοιξε τὸν πυλῶνα, εἰσδραμοῦσα δὲ ἀπήγγειλεν ἑστάναι τὸν Πέτρον πρὸ τοῦ πυλῶνος.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ ὅταν ἀναγνώρισε τὴ φωνὴ τοῦ Πέτρου, ἀπὸ τὴ χαρά της δὲν ἄνοιξε τὴν ἐξώπορτα, ἀλλ’ ἔτρεξε μέσα καὶ ἀνήγγειλε, ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα εἶναι ὁ Πέτρος.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπειδὴ ἀνεγνώρισε τὴν φωνὴν τοῦ Πέτρου, ἀπὸ τὴν μεγάλην της χαρὰν δὲν ἤνοιξε τὴν ἐξωπορταν, ἀλλ’ ἔτρεξε μέσα καὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλόθυραν στέκεται ὁ Πέτρος.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐπειδὴ ἐγνώρισε καλὰ τὴν φωνὴν τοῦ Πέτρου, ἀπὸ τὴν χαράν της δὲν ἄνοιξε τὴν ἐξώπορτα, ἀλλὰ ἔτρεξε μέσα καὶ τοὺς ἐπληροφόρησε ὅτι ὁ Πέτρος στέκεται ἐμπρὸς εἰς τὴν ἐξώπορτα.
Πράξ. 12,15
οἱ δὲ πρὸς αὐτὴν εἶπον· μαίνῃ. ἡ δὲ διισχυρίζετο οὕτως ἔχειν. οἱ δὲ ἔλεγον· ὁ ἄγγελος αὐτοῦ ἐστιν.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ αὐτοὶ τῆς εἶπαν· «Εἶσαι τρελλή!». Ἐκείνη ὅμως ἐπέμενε λέγοντας, ὅτι ἔτσι εἶναι. Αὐτοὶ δὲ ἔλεγαν, «Ὁ ἄγγελός του εἶναι».
Τρεμπέλα
Αὐτοὶ ὅμως τῆς εἶπαν· Εἶσαι τρελλὴ καὶ δὲν ἠξεύρεις, τί λέγεις. Ἐκείνη ὅμως ἐβεβαίωνεν ἐπιμόνως, ὅτι οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι πρὸ τῆς ἐπιμονῆς τῆς μικρᾶς ὑπηρετρίας εἶπαν εἰς τὸ τέλος· Δὲν εἶναι ὁ Πέτρος, ἀλλ’ εἶναι ὁ ἄγγελός του.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνοι δὲ τῆς εἶπαν· «Ἔχεις παρακρούσεις, δὲν εἶσαι στὰ καλά σου». Ἐκείνη ὅμως ἐπέμενε καὶ τοὺς διεβεβαίωνε ὅτι ὅπως εἶπε, ἔτσι εἶναι. Ἐκεῖνοι δὲ εἰς τὸ τέλος εἶπεν ὅτι ὄχι ὁ Πέτρος, ἀλλὰ ὁ ἄγγελός του εἶναι.
Πράξ. 12,16
ὁ δὲ Πέτρος ἐπέμενε κρούων. ἀνοίξαντες δὲ εἶδον αὐτὸν καὶ ἐξέστησαν.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Πέτρος κτυποῦσε ἐπιμόνως τὴν ἐξώπορτα. Καὶ ὅταν ἄνοιξαν, τὸν εἶδαν καὶ ἔμειναν ἐκστατικοί.
Τρεμπέλα
Ὁ Πέτρος ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ ἐκτύπα ἐπιμόνως τὴν θύραν. Καὶ ὅταν ἤνοιξαν, τὸν εἶδαν καὶ ἐκυριεύθησαν ἀπὸ θαυμασμὸν καὶ ἔκστασιν.
Κολιτσάρα
Ὁ Πέτρος ὅμως ἐπέμενε νὰ κτυπᾷ τὴν θύραν. Καὶ ὅταν ἐπὶ τέλους ἤνοιξαν, τὸν εἶδαν καὶ ἔμειναν ἔκπληκτοι.
Πράξ. 12,17
κατασείσας δὲ αὐτοῖς τῇ χειρὶ σιγᾶν διηγήσατο αὐτοῖς πῶς ὁ Κύριος ἐξήγαγεν αὐτὸν ἐκ τῆς φυλακῆς, εἶπε δέ· ἀπαγγείλατε Ἰακώβῳ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς ταῦτα. καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς ἕτερον τόπον.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀφοῦ μὲ κίνησι τοῦ χεριοῦ τοὺς ἔκανε σῆμα νὰ σιωπήσουν, τοὺς διηγήθηκε, πῶς ὁ Κύριος τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴ φυλακή. Εἶπε ἐπίσης· «Ν’ ἀναγγείλετε αὐτὰ στὸν Ἰάκωβο καὶ στοὺς ἀδελφούς». Ἔπειτα ἀναχώρησε καὶ πῆγε σ’ ἄλλο τόπο.
Τρεμπέλα
Αὐτὸς δέ, ἀφοῦ μὲ τὸ χέρι του τοὺς ἔκαμε σημεῖον να σιωπήσουν, ὥστε νὰ μὴ γίνουν ἀντιληπτοὶ εἰς τοὺς γείτονας, τοὺς διηγήθη, πῶς ὁ Κύριος διὰ τοῦ ἀγγέλου τὸν ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν φυλακήν. Εἶπε δέ· Ἀναγγείλατε εἰς τὸν Ἰάκωβον καὶ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτά, ποὺ σᾶς διηγήθην. Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Ἱεροσολύμων, ἐπῆγεν εἰς ἄλλο μέρος.
Κολιτσάρα
Αὐτὸς δέ, ἀφοῦ μὲ τὸ χέρι του τοὺς ἔκανε νόημα νὰ σιωπήσουν, τοὺς διηγήθηκε πῶς ὁ Κύριος τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴν καὶ εἶπε· «Ἀναφέρατε εἰς τὸν Ἰάκωβον καὶ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτά». Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ σπίτι, ἔφυγε ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ ἐπῆγε εἰς ἄλλο μέρος.
Πράξ. 12,18
Γενομένης δὲ ἡμέρας ἦν τάραχος οὐκ ὀλίγος ἐν τοῖς στρατιώταις, τί ἄρα ὁ Πέτρος ἐγένετο.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ ξημέρωσε, ἔγινε μεγάλη ταραχὴ στοὺς στρατιῶτες γιὰ τὸ τί ἆραγε ἔγινε ὁ Πέτρος.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἐξημέρωσεν, ἔγινεν ὄχι ὀλίγη ταραχὴ μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν νὰ ἀνακαλύψουν, τί ἆρά γε νὰ ἔγινεν ὁ Πέτρος.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ἔγινε ἡμέρα, μεγάλη ταραχὴ συνέβη μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν, διὰ τὸ τί ἄραγε εἶχε γίνει ὁ Πέτρος.
Πράξ. 12,19
Ἡρῴδης δὲ ἐπιζητήσας αὐτὸν καὶ μὴ εὑρών, ἀνακρίνας τοὺς φύλακας ἐκέλευσεν ἀπαχθῆναι, καὶ κατελθὼν ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας εἰς τὴν Καισάρειαν διέτριβεν.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Ἡρῴδης, ἀφοῦ τὸν ἀναζήτησε καὶ δὲν τὸν βρῆκε, ἀνέκρινε τοὺς φύλακες καὶ διέταξε νὰ φυλακισθοῦν. Ἔπειτα κατέβηκε ἀπὸ τὴν Ἰουδαία καὶ ἔμενε στὴν Καισάρεια.
Τρεμπέλα
Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ὁ Ἡρῴδης τὸν ἐζήτησεν, ἀλλὰ δὲν τὸν εὗρε. Καὶ ἀφοῦ ὑπέβαλεν εἰς ἀνάκρισιν τοὺς φρουρούς, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐφύλαττον, διέταξε νὰ τοὺς πάρουν ἀπὸ ἐμπρός του καὶ νὰ τοὺς μεταφέρουν εἰς τὸν τόπον τῆς θανατικῆς των ἐκτελέσεως. Καὶ μετὰ τοῦτο κατέβη ἀπὸ τὴν Ἰουδαίαν εἰς τὴν Καισάρειαν καὶ παρέμενεν ἐκεῖ.
Κολιτσάρα
Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ὁ Ἡρῴδης τὸν ἐζήτησε καὶ ἐπειδὴ φυσικὰ δὲν τὸν εὑρῆκε, ὑπέβαλεν εἰς ἀνάκρισιν τοὺς φύλακας. Ἐπειδὴ δὲ τοὺς ἐθεώρησε ὑπευθύνους διὰ τὴν ἀποφυλάκισιν τοῦ Πέτρου, διέταξε καὶ τοὺς ὡδήγησαν εἰς τὸν τόπον τῆς θανατικῆς των ἐκτελέσεως, (ὅπου καὶ τοὺς ἐξετέλεσαν. Ὑπεύθυνοι οἱ στρατιῶται διὰ τὴν τήρησιν τῶν κρατουμένων) ἔπρεπε ἐν περιπτώσει δραπετεύσεως αὐτῶν νὰ ὑποστοῦν, κατὰ τὸν ρωμαϊκὸν νόμον, τὴν ποινήν, ποὺ θὰ ὑφίσταντο οἱ κρατούμενοι). Ἔπειτα δὲ ἀπὸ αὐτὰ κατέβηκε ἀπὸ τὴν Ἰουδαίαν εἰς τὴν Καισάρειαν, ὅπου καὶ ἔμενε.
Πράξ. 12,20
Ἦν δὲ Ἡρῴδης θυμομαχῶν Τυρίοις καὶ Σιδωνίοις· ὁμοθυμαδόν τε παρῆσαν πρὸς αὐτόν, καὶ πείσαντες Βλάστον τὸν ἐπὶ τοῦ κοιτῶνος τοῦ βασιλέως ᾐτοῦντο εἰρήνην, διὰ τὸ τρέφεσθαι αὐτῶν τὴν χώραν ἀπὸ τῆς βασιλικῆς.
Σωτηρόπουλου
Ὁ Ἡρῴδης δὲ βρισκόταν σὲ διένεξι μὲ τοὺς Τυρίους καὶ τοὺς Σιδωνίους. Ἀπὸ συμφώνου δὲ καὶ ἀπὸ κοινοῦ παρουσιάσθηκαν σ’ αὐτόν, καὶ ἀφοῦ ἐξαγόρασαν τὸ Βλάστο, τὸ θαλαμηπόλο τοῦ βασιλέως, ζητοῦσαν φιλικὲς σχέσεις, διότι ἡ χώρα τους προμηθευόταν τὰ τρόφιμα ἀπὸ τὴ χώρα τοῦ βασιλέως.
Τρεμπέλα
Ἦτο δὲ ὁ Ἡρῴδης πολὺ ἐξωργισμένος ἐναντίον τῶν κατοίκων τῶν πόλεων Τύρου καὶ Σιδῶνος. Ἀπὸ συμφώνου δὲ οὗτοι ἔστειλαν ἀντιπροσώπους καὶ παρουσιάσθησαν εἰς αὐτόν. Καὶ ἀφοῦ κατώρθωσαν νὰ προσεταιρισθοῦν τὸν Βλαστόν, τὸν αὐλικὸν ποὺ ἐπεριποιεῖτο τὸ ἰδιαίτερον δωμάτιον τοῦ βασιλέως, ἐζήτουν νὰ ἀποκαταστήσουν μετ’ αὐτοῦ σχέσεις εἰρηνικὰς καὶ φιλικάς, διότι ἡ χώρα των ἐπρομηθεύετο τὰ τρόφιμά της ἀπὸ τὴν χώραν τοῦ βασιλέως Ἡρῴδου.
Κολιτσάρα
Συνέβη δὲ τότε νὰ εἶναι ὁ Ἡρῴδης πολὺ ὠργισμένος ἐναντίον τῶν καστοίκων Τύρου καὶ Σιδῶνος. Ἐκεῖνοι δὲ συνεφώνησαν καὶ ἔστειλαν ἀντιπροσώπους των πρὸς αὐτόν. Καὶ ἀφοῦ κατώρθωσαν νὰ πάρουν μὲ τὸ μέρος των τὸν Βλάστον, τὸν θαλαμηπόλον τοῦ βασιλέως, ποὺ ἐπεριποιεῖτο τὸν κοιτῶνα του, ἐζητοῦσαν εἰρήνην καὶ φιλίαν μὲ τὸν Ἡρῴδην, διότι ἡ χώρα των ἔπαιρνε τὰ τρόφιμα της ἀπὸ τὴν χώραν τοῦ βασιλέως Ἡρῴδου.
Πράξ. 12,21
τακτῇ δὲ ἡμέρᾳ ὁ Ἡρῴδης ἐνδυσάμενος ἐσθῆτα βασιλικὴν καὶ καθίσας ἐπὶ τοῦ βήματος ἐδημηγόρει πρὸς αὐτούς.
Σωτηρόπουλου
Σὲ τακτὴ δὲ ἡμέρα ὁ Ἡρῴδης ντύθηκε βασιλικὴ στολὴ καὶ κάθησε στὸ θρόνο καὶ ἀγόρευε δημοσίως πρὸς αὐτούς.
Τρεμπέλα
Εἰς ὡρισμένην δὲ ἡμέραν ὁ Ἡρῴδης, ἀφοῦ ἐνεδύθη στολὴν βασιλικὴν καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ θρόνου, ποὺ εἶχε στηθῆ εἰς τὸ θέατρον, ἠγόρευε δημοσίᾳ πρὸς αὐτούς.
Κολιτσάρα
Εἰς ὡρισμένην δὲ ἡμέραν ὁ Ἡρῴδης, ἀφοῦ ἐφόρεσε λαμπρὰν βασιλικὴν στολήν, ἐκάθησε εἰς τὸν θρόνον καὶ ἤρχισε νὰ δημηγορῇ πρὸς αὐτοὺς καὶ πρὸς τὸν λαόν.
Πράξ. 12,22
ὁ δὲ δῆμος ἐπεφώνει· Θεοῦ φωνὴ καὶ οὐκ ἀνθρώπου.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ λαὸς ἐπευφημοῦσε λέγοντας· «Αὐτὴ εἶναι φωνὴ Θεοῦ καὶ ὄχι ἀνθρώπου!».
Τρεμπέλα
Τὰ εἰδωλολατρικα δὲ πλήθη τῆς Καισαρείας, διὰ νὰ τὸν κολακεύσουν, ἐφώναζαν· Αὐτὴ εἶναι φωνὴ Θεοῦ καὶ ὄχι φωνὴ ἀνθρώπου.
Κολιτσάρα
Ὁ εἰδωλολατρικὸς δὲ λαὸς τῆς Καισαρείας ἐπεδοκίμαζε καὶ ἐφώναζε· «Αὐτὴ εἶναι ἡ φωνὴ Θεοῦ καὶ ὄχι ἀνθρώπου!»
Πράξ. 12,23
παραχρῆμα δὲ ἐπάταξεν αὐτὸν ἄγγελος Κυρίου ἀνθ’ ὧν οὐκ ἔδωκε τὴν δόξαν τῷ Θεῷ, καὶ γενόμενος σκωληκόβρωτος ἐξέψυξεν.
Σωτηρόπουλου
Ἀμέσως δέ, ἐπειδὴ δὲν ἔδωσε τὴ δόξα στὸ Θεό, ἄγγελος Κυρίου τὸν κτύπησε (μὲ ἀπαισία νόσο), καὶ τὸν ἔτρωγαν τὰ σκουλήκια καὶ ξεψύχησε.
Τρεμπέλα
Τὴν ἰδίαν ὅμως στιγμὴν ἄγγελος Κυρίου τὸν ἐπάταξε δι’ ἀπαισίας νόσου, ἐπειδὴ δὲν ἔδωκε τὴν ὀφειλομένην δόξαν εἰς τὸν Θεόν, ἀλλ’ ἀπεδέχθη τὴν θεοποίησιν αὐτὴν καὶ ἐθεώρησε τὸν ἑαυτόν του ἄξιον αὐτῆς. Καὶ μετὰ τὴν πληγὴν αὐτὴν τοῦ ἀγγέλου, σκώληκες κατέτρωγον τὰς σάρκας του, ἕως ὅτου μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐξεψύχησεν.
Κολιτσάρα
Ἀμέσως ὅμως τὴν ὥραν ἐκείνην ἄγγελος Κυρίου ἐκτύπησε μὲ φοβερὰν νόσον τὸν Ἡρῴδην, διότι δὲν ἔδωσε τὴν δόξαν εἰς τὸν Θεόν, ἀλλὰ εἰς τὸν ἑαυτόν του, καὶ μετὰ τὸ κτύπημα αὐτὸ σκώληκες ἔτρωγαν τὰς σάρκας του, ἕως ὅτου ἐπέθανε.
Πράξ. 12,24
Ὁ δὲ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε καὶ ἐπληθύνετο.
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ λόγος τοῦ Θεοῦ προώδευε καὶ ἐπικρατοῦσε καὶ κατακτοῦσε πλήθη.
Τρεμπέλα
Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ Ἡρῴδης τοιοῦτον ἄθλιον ἔλαβε τέλος, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔκανε νέας προόδους καὶ ἐπολλαπλασιάζοντο οἱ ὀπαδοί του.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ λόγος τοῦ Θεοῦ προώδευε καὶ οἱ πιστοὶ ἐπληθύνοντο.
Πράξ. 12,25
Βαρνάβας δὲ καὶ Σαῦλος ὑπέστρεψαν ἐξ Ἱερουσαλὴμ πληρώσαντες τὴν διακονίαν, συμπαραλαβόντες καὶ Ἰωάννην τὸν ἐπικληθέντα Μᾶρκον.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὁ Βαρνάβας καὶ ὁ Σαῦλος ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, ἀφοῦ ἐξετέλεσαν τὴν ἀποστολή τους, καὶ παρέλαβαν μαζί τους καὶ τὸν Ἰωάννη, ποὺ ὠνομάσθηκε καὶ Μᾶρκος.
Τρεμπέλα
Ὁ Βαρνάβας δὲ καὶ ὁ Σαῦλος, ἀφοῦ μετέφεραν τὰς συνεισφορὰς τῶν ἀδελφῶν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ἐτελείωσαν τὴν ὑπηρεσίαν, ποὺ τοὺς εἶχαν ἀναθέσει οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἀντιοχείας, ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ παρέλαβον ἀπ’ ἐκεῖ μαζί των καὶ τὸν Ἰωάννην, ποὺ ἐπωνομάσθη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Μᾶρκος.
Κολιτσάρα
Ὁ Βαρνάβας δὲ καὶ ὁ Σαῦλος, ἀφοῦ ἐξεπλήρωσαν τὴν ἀποστολήν των καὶ ἔφεραν τὰ βοηθήματα, ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, παραλαβόντες μαζῆ των καὶ τὸν Ἰωάννην, ὁ ὁποῖος ἐλέγετο καὶ Μᾶρκος.