Πράξεις Ἀποστόλων 14

Πράξ. 14,1

Ἐγένετο δὲ ἐν Ἰκονίῳ κατὰ τὸ αὐτὸ εἰσελθεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν Ἰουδαίων καὶ λαλῆσαι οὕτως ὥστε πιστεῦσαι Ἰουδαίων τε καὶ Ἑλλήνων πολὺ πλῆθος.

Σωτηρόπουλου

Στὸ Ἰκόνιο δὲ αὐτοὶ (ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας) ὁμοίως μπῆκαν στὴ συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ μίλησαν ἔτσι, ὥστε πίστευσε μεγάλο πλῆθος καὶ Ἰουδαίων καὶ Ἑλλήνων.

Τρεμπέλα

Συνέβη δὲ καὶ ἐν Ἰκονίῳ τὸ αὐτὸ μὲ ἐκεῖνο, ποὺ ἔκαναν ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας καὶ εἰς τὰς ἄλλας πόλεις. Εἰσῆλθον δηλαδὴ οὗτοι εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν Ἰουδαίων καὶ ὁμίλησαν τόσον πειστικά, ὥστε πολὺ πλῆθος Ἰουδαίων καὶ Ἑλλήνων ἐπίστευσαν.

Κολιτσάρα

Συνέβη δὲ εἰς τὸ Ἰκόνιον τὸ ἴδιο μὲ ἐκεῖνο, ποὺ εἶχε συμβῆ εἰς τὴν Ἀντιόχειαν· εἰσῆλθαν δηλαδὴ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν Ἰουδαίων καὶ ὡμίλησαν μὲ τόσην πολλὴν δύναμιν καὶ πειστικότητα, ὥστε νὰ πιστεύσουν πλῆθος Ἰουδαῖοι καὶ Ἕλληνες.

Πράξ. 14,2

οἱ δὲ ἀπειθοῦντες Ἰουδαῖοι ἐπήγειραν καὶ ἐκάκωσαν τὰς ψυχὰς τῶν ἐθνῶν κατὰ τῶν ἀδελφῶν.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ οἱ ἀπιστοῦντες Ἰουδαῖοι ξεσήκωσαν καὶ φανάτισαν τις ψυχὲς τῶν ἐθνικῶν κατὰ τῶν ἀδελφῶν.

Τρεμπέλα

Ὅσοι ὅμως ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐπέμενον νὰ ἀπειθοῦν καὶ νὰ μὴ πιστεύουν εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, ἠρέθισαν καὶ ἐξώργισαν τὰς ψυχὰς τῶν ἐθνικῶν κατὰ τῶν ἀδελφῶν Χριστιανῶν.

Κολιτσάρα

Οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως, ποὺ ἐπέμεναν εἰς τὴν ἀπιστίαν των, ἐξηρέθισαν καὶ ἀνετάραξαν τὰς ψυχὰς τῶν ἐθνικῶν ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν Χριστιανῶν.

Πράξ. 14,3

ἱκανὸν μὲν οὖν χρόνον διέτριψαν παρρησιαζόμενοι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ τῷ μαρτυροῦντι τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ, διδόντι σημεῖα καὶ τέρατα γίνεσθαι διὰ τῶν χειρῶν αὐτῶν.

Σωτηρόπουλου

Ἐν τούτοις ἀρκετὸ χρόνο ἔμειναν ἐκεῖ καὶ κήρυτταν μὲ παρρησία γιὰ τὸν Κύριο, ποὺ βεβαίωνε τὸ λόγο τῆς χάριτός του κάνοντας νὰ γίνωνται σημεῖα καὶ καταπληκτικὰ θαύματα διὰ μέσου αὐτῶν.

Τρεμπέλα

Λόγῳ λοιπὸν τοῦ ὅτι παρὰ τὴν ἀντίδρασιν αὐτὴν τόσην ἐπιτυχίαν ἐσημείωσε τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, ἔμειναν ἐκεῖ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας ἀρκετὸν χρόνον. Καὶ ἐκήρυττον μετὰ θάρρους καὶ ἀφοβίας, ποὺ τοὺς ἐνέπνεεν ἡ πίστις καὶ ἡ πεποίθησίς των εἰς τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος ἐμαρτύρει περὶ τοῦ λόγου καὶ τοῦ κηρύγματος, μὲ τὸ ὁποῖον ἐγνωστοποιεῖτο ἡ φιλάνθρωπος βουλὴ καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἐμαρτύρει δὲ ὁ Κύριος δίδων δύναμιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐγίνοντο διὰ τῶν χειρῶν τῶν κηρύκων τοῦ λόγου ἀποδεικτικὰ καὶ καταπληκτικὰ θαύματα.

Κολιτσάρα

Παρ’ ὅλον ὅμως τοῦτο οἱ Ἀπόστολοι, διότι τὸ κήρυγμά των ἔφερνε πολλὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἔμειναν ἀρκετὸν χρόνον ἐκεῖ. Ἐκήρυτταν δὲ ἀφόβως μὲ τὸ θάρρος, ποὺ τοὺς ἔδιδε ἡ πίστις των εἰς τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος ἐπεβεβαίωνε τὸ κήρυγμά των περὶ τῆς χάριτος αὐτοῦ καὶ τοὺς ἔδιδε τὴν δύναμιν, ὥστε μὲ τὰ χέρια των νὰ γίνωνται καταπληκτικὰ σημεῖα καὶ θαύματα.

Πράξ. 14,4

ἐσχίσθη δὲ τὸ πλῆθος τῆς πόλεως, καὶ οἱ μὲν ἦσαν σὺν τοῖς Ἰουδαίοις, οἱ δὲ σὺν τοῖς ἀποστόλοις.

Σωτηρόπουλου

Διχάσθηκε δὲ ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλεως, καὶ οἱ μὲν ἦταν μὲ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ δὲ μὲ τοὺς ἀποστόλους.

Τρεμπέλα

Ἐδιχάσθη δὲ ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλεως. Καὶ ἄλλοι μὲν ἐτάχθησαν μὲ τὸ μέρος τῶν Ἰουδαίων, ἄλλοι δὲ ἦσαν μὲ τὸ μέρος τῶν Ἀποστόλων.

Κολιτσάρα

Διαιρέθηκε δὲ τὸ πλῆθος τῆς πόλεως εἰς δύο παρατάξεις· καὶ ἄλλοι μὲν ἦσαν μὲ τὸ μέρος τῶν Ἰουδαίων, ἄλλοι δὲ μὲ τὸ μέρος τῶν Ἀποστόλων.

Πράξ. 14,5

ὡς δὲ ἐγένετο ὁρμὴ τῶν ἐθνῶν τε καὶ Ἰουδαίων σὺν τοῖς ἄρχουσιν αὐτῶν ὑβρίσαι καὶ λιθοβολῆσαι αὐτούς,

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ἔγινε ἐξέγερσι τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν Ἰουδαίων μὲ τοὺς ἄρχοντές τους γιὰ νὰ τοὺς κακοποιήσουν καὶ νὰ τοὺς λιθοβολήσουν,

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ὁ διχασμὸς αὐτὸς ἐπροχώρησε καὶ ἔγινεν ἀναβρασμὸς καὶ ἐξέγερσις τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν Ἰουδαίων μὲ τοὺς ἄρχοντάς των καὶ ἐσχεδίαζαν ὅλοι αὐτοὶ νὰ ὑβρίσουν καὶ νὰ λιθοβολήσουν τοὺς Ἀποστόλους,

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ ἔγινε πολὺς ἐρεθισμὸς καὶ ἐξέγερσις τῶν ἀπιστούντων ἐθνικῶν καὶ Ἰουδαίων μαζῆ μὲ τοὺς ἄρχοντάς των καὶ ἐπῆραν τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑβρίσουν καὶ νὰ λιθοβολήσουν τοὺς Ἀποστόλους,

Πράξ. 14,6

συνιδόντες κατέφυγον εἰς τὰς πόλεις τῆς Λυκαονίας Λύστραν καὶ Δέρβην καὶ τὴν περίχωρον,

Σωτηρόπουλου

τὸ κατάλαβαν καὶ κατέφυγαν στὶς πόλεις τῆς Λυκαονίας Λύστρα καὶ Δέρβη καὶ στὰ περίχωρα.

Τρεμπέλα

τὸ ἀντελήφθησαν οὗτοι καὶ κατέφυγον εἰς τὰς πόλεις τῆς Λυκαονίας Λύστραν καὶ Δέρβην καὶ εἰς τὰ περίχωρα αὐτῶν.

Κολιτσάρα

ἐκατάλαβαν αὐτοὶ τὰς κακὰς ἐκείνων διαθέσεις καὶ κατέφυγαν εἰς τὰς πόλεις τῆς Λυκαονίας, τὴν Λύστραν καὶ τὴν Δέρβην καὶ εἰς τὰ περίχωρα.

Πράξ. 14,7

κἀκεῖ ἦσαν εὐαγγελιζόμενοι.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐκεῖ κήρυτταν τὸ εὐαγγέλιο.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐκεῖ ἐξηκολουθοῦν νὰ κηρύττουν τὸ εὐαγγέλιον.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐκεῖ ἐκήρυτταν τὸ Εὐαγγέλιον.

Πράξ. 14,8

Καί τις ἀνὴρ ἐν Λύστροις ἀδύνατος τοῖς ποσὶν ἐκάθητο, χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων, ὃς οὐδέποτε περιπεπατήκει.

Σωτηρόπουλου

Καὶ κάποιος ἄνθρωπος στὰ Λύστρα, ἀσθενὴς στὰ πόδια, καθόταν. Ἦταν κουτσὸς ἐκ γενετῆς καὶ δὲν εἶχε ποτὲ περιπατήσει.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐκάθητο κάποιος ἄνθρωπος εἰς τὰ Λύστρα, ποὺ εἶχεν ἀδυναμίαν εἰς τὰ πόδια, διότι ἦτο χωλὸς ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του καὶ δὲν εἶχε περιπατήσει ποτὲ εἰς τὴν ζωήν του.

Κολιτσάρα

Εἰς τὰ Λύστρα ἐκάθητο κάποιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀδύνατα πόδια, διότι ἦτο χωλὸς ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του καὶ δὲν εἶχε ποτὲ περιπατήσει.

Πράξ. 14,9

οὗτος ἤκουσε τοῦ Παύλου λαλοῦντος· ὃς ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἰδὼν ὅτι πίστιν ἔχει τοῦ σωθῆναι,

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς ἄκουσε τὸν Παῦλο ποὺ κήρυτττε, καὶ ἐκεῖνος τὸν κοίταξε καλά, καὶ ἐπειδὴ εἶδε, ὅτι ἔχει πίστι νὰ θεραπευθῇ,

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ἤκουε μὲ προσοχὴν καὶ ἐνδιαφέρον τὸν Παῦλον, ὅταν ἐκήρυττεν. Ὁ Παῦλος δέ, ὅταν εἰς κάποιαν στιγμὴν τὸν παρετήρησε προσεκτικὰ καὶ εἶδεν, ὅτι εἶχε τὴν πίστιν, ποὺ ἐχρειάζετο διὰ νὰ γίνῃ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας του,

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ἤκουσε μὲ προσοχὴν καὶ πίστιν τὸν Παῦλον. Ὁ Παῦλος, ὅταν τὸν παρετήρησε προσεκτικὰ καὶ εἶδε ὅτι εἶχεν πίστιν, διὰ νὰ γίνῃ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας του,

Πράξ. 14,10

εἶπε μεγάλῃ τῇ φωνῇ· ἀνάστηθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου ὀρθός. καὶ ἥλατο καὶ περιεπάτει.

Σωτηρόπουλου

εἶπε μὲ φωνὴ μεγάλη· «Σήκω ὀρθὸς στὰ πόδια σου». Καὶ πήδησε ἐπάνω καὶ περιπατοῦσε.

Τρεμπέλα

εἶπε μὲ μεγάλην φωνήν· Σήκω ὀρθὸς εἰς τὰ πόδια σου. Καὶ ἐκεῖνος ἐπήδησεν ἐπάνω καὶ περιεπάτει.

Κολιτσάρα

εἶπε μὲ μεγάλην φωνήν· «Σήκω εἰς τὰ πόδια σου ὀρθός». Καὶ ἀμέσως ἐκεῖνος ἐπήδησε καὶ ἐντελῶς ὑγιὴς περιπατοῦσε.

Πράξ. 14,11

οἱ δὲ ὄχλοι ἰδόντες ὃ ἐποίησεν ὁ Παῦλος ἐπῆραν τὴν φωνὴν αὐτῶν Λυκαονιστὶ λέγοντες· οἱ θεοὶ ὁμοιωθέντες ἀνθρώποις κατέβησαν πρὸς ἡμᾶς·

Σωτηρόπουλου

Τὰ δὲ πλήθη τοῦ λαοῦ, ὅταν εἶδαν αὐτό, ποὺ ἔκανε ὁ Παῦλος, ὕψωσαν τὴ φωνή τους καὶ ἔλεγαν στὴ Λυκαονικὴ γλῶσσα· «Οἱ θεοὶ πῆραν μορφὴ ἀνθρώπων καὶ κατέβηκαν σ’ ἐμᾶς».

Τρεμπέλα

Τὰ πλήθη δὲ τοῦ λαοῦ, ὅταν εἶδαν αὐτό, ποὺ ἔκαμεν ὁ Παῦλος, ἐσήκωσαν τὴν φωνήν τους καὶ ἔλεγαν εἰς τὴν Λυκαονικὴν γλῶσσαν· Οἱ θέοι ἔγιναν ὅμοιοι πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ κατέβησαν πρὸς ἡμᾶς.

Κολιτσάρα

Τὰ πλήθη δὲ τοῦ λαοῦ, ὅταν εἶδαν τὸ θαῦμα αὐτό, ποὺ ἔκαμε ὁ Παῦλος, ἐσήκωσαν μεγάλην τὴν φωνὴν των λέγοντες εἰς τὴν λυκαονικὴν γλῶσσαν των· «Οἱ θεοὶ ἐπῆραν μορφὴν ἀνθρώπων καὶ κατέβηκαν εἰς ἡμᾶς».

Πράξ. 14,12

ἐκάλουν τε τὸν μὲν Βαρνάβαν Δία, τὸν δὲ Παῦλον Ἑρμῆν, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦν ὁ ἡγούμενος τοῦ λόγου.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὠνόμαζαν τὸν μὲν Βαρνὰβα Δία, τὸν δὲ Παῦλο Ἑρμῆ, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦταν ὁ κύριος ὁμιλητής.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐκάλουν τὸν μὲν Βαρνάβαν Δία, ὡς περισσότερον ἠλικιωμένον καὶ σοβαρώτερον· τὸν δὲ Παῦλον ἐκάλουν Ἑρμῆν, διότι αὐτὸς ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τοῦ λόγου καὶ ὡμίλει περισσότερον καὶ εὐχερέστερον.

Κολιτσάρα

Ὠνόμαζαν δὲ τὸν μὲ Βαρνάβαν Δίαν, διὰ τὸ παράστημα καὶ τὴν σοβαρότητα του, τὸν δὲ Παῦλον Ἑρμῆν, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τοῦ λόγου.

Πράξ. 14,13

ὁ δὲ ἱερεὺς τοῦ Διὸς τοῦ ὄντος πρὸ τῆς πόλεως αὐτῶν, ταύρους καὶ στέμματα ἐπὶ τοὺς πυλῶνας ἐνέγκας, σὺν τοῖς ὄχλοις ἤθελε θύειν.

Σωτηρόπουλου

Ὁ δὲ ἱερεὺς τοῦ Διός, τοῦ ὁποίου ὁ ναὸς ἦταν μπροστὰ ἀπὸ τὴν πόλι, ἔφερε ταύρους καὶ στεφάνια στὶς πύλες τῆς πόλεως, καὶ ἤθελε μὲ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ νὰ τοὺς προσφέρῃ θυσία.

Τρεμπέλα

Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ὁ ἱερεὺς τοῦ Διός, τοῦ ὁποίου ὁ ναὸς ἦτο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Λύστρων, ἔφερε πρὸς τὸ γειτονικὸν πρὸς τὸν ναὸν μέρος, ὅπου ἦσαν αἱ πόρται τοῦ τείχους τῆς πόλεως, ταύρους καὶ στεφάνους, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ ἐστεφάνωναν τὰ ζῶα, ποὺ θὰ ἐθυσιάζοντο, καὶ ἤθελε μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ νὰ προσφέρῃ θυσίαν πρὸς λατρείαν τῶν δύο ἀποστόλων.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ ἱερεὺς τοῦ Διός, τοῦ ὁποίου ὁ ναὸς ἦτο κτισμένος ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν πόλιν, ἔφερε ταύρους καὶ στεφάνια κοντὰ εἰς τὰς μεγάλας θύρας τοῦ τείχους, ὅπου εὑρίσκετο ὁ ναός, καὶ ἤθελε μαζῆ μὲ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ νὰ προσφέρῃ θυσίαν πρὸς τιμὴν τῶν δύο Ἀποστόλων.

Πράξ. 14,14

ἀκούσαντες δὲ οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Παῦλος, διαρρήξαντες τὰ ἱμάτια αὐτῶν εἰσεπήδησαν εἰς τὸν ὄχλον κράζοντες

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ τὸ ἄκουσαν οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Παῦλος, διέρρηξαν τὰ ἱμάτιά τους (αἰσθάνθηκαν ἀποτροπιασμὸ) καὶ ὥρμησαν μέσα στὸ πλῆθος φωνάζοντας

Τρεμπέλα

Ὅταν ὅμως ἤκουσαν ταῦτα οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Παῦλος, ἐξέσχισαν τὰ ρούχα των πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἀποστροφῆς των κατὰ τῆς εἰδωλολατρικῆς ταύτης πράξεως καὶ τῆς ἀσεβοῦς θεοποιήσεως, ποὺ τοὺς ἔκαμαν οἱ κάτοικοι τῶν Λύστρων, καὶ ἐπήδησαν μέσα εἰς τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ φωνάζοντες

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ Ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Παῦλος, ὅταν ἤκουσαν αὐτό, ἔσχισαν τὰ ἱμάτιά των, διὰ νὰ ἐκφράσουν ἔτσι τὴν διαμαρτυρίαν καὶ ἀγανάκτησίν των καὶ ὥρμησαν μέσα εἰς τὸ πλῆθος φωνάζοντες

Πράξ. 14,15

καὶ λέγοντες· ἄνδρες, τί ταῦτα ποιεῖτε; καὶ ἡμεῖς ὁμοιοπαθεῖς ἐσμεν ὑμῖν ἄνθρωποι, εὐαγγελιζόμενοι ὑμᾶς ἀπὸ τούτων τῶν ματαίων ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα, ὃς ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς·

Σωτηρόπουλου

καὶ λέγοντας· «Ἄνθρωποι, γιατὶ κάνετε αὐτά; Καὶ μεῖς εἴμεθα ἄνθρωποι τῆς αὐτῆς φύσεως μὲ σᾶς, καὶ σᾶς κηρύττουμε νὰ ἐπιστρέψετε ἀπ’ αὐτὰ τὰ εἴδωλα στὸ ζωντανὸ Θεό, ποὺ δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα καὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν σ’ αὐτά.

Τρεμπέλα

καὶ λέγοντες· Ἄνθρωποι, τί εἶναι αὐτά, ποὺ κάνετε; Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἄνθρωποι μὲ τὴν αὐτὴν ἀσθενῆ καὶ θνητὴν φύσιν, ποὺ ἔχετε καὶ σεῖς. Καὶ σᾶς κηρύττομεν νὰ ἀφήσετε τὰ μάταια αὐτά, ποὺ σχεδιάζετε νὰ κάνετε ὡς θυσίαν εἰς θεοὺς ψευδεῖς καὶ τιποτένιους καὶ νὰ ἐπιστρέψετε εἰς τὸν Θεόν, ποὺ δὲν εἶναι νεκρὸς σὰν τὰ εἴδωλα, ἀλλ’ εἶναι Θεὸς ζωντανός, ὁ ὁποῖος ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ ὅλα, ὅσα ὑπάρχουν εἰς αὐτά.

Κολιτσάρα

καὶ λέγοντες· «ἄνθρωποι, διατί κάνετε ὅλα αὐτά; Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὄμοιοι μὲ σᾶς ἄνθρωποι, ἔχοντες τὴν ἰδίαν ἀσθενῆ καὶ ἀδύνατον ἀνθρωπίνην φύσιν. Κηρύττομεν δὲ εἰς σᾶς, νὰ ἀφήσετε αὐτὰ τὰ ψευδῆ καὶ μάταια περὶ θεῶν καὶ θυσιῶν, ποὺ ἕως τώρα ἐπιστεύατε, καὶ νὰ γυρίσετε εἰς τὸν Θεὸν τὸν ζωντανὸν καὶ ἀληθινόν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν εἰς αὐτά.

Πράξ. 14,16

ὃς ἐν ταῖς παρῳχημέναις γενεαῖς εἴασε πάντα τὰ ἔθνη πορεύεσθαι ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν·

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς στὶς περασμένες ἐποχὲς ἄφησε ὅλους τοὺς ἐθνικοὺς νὰ βαδίζουν τοὺς δικοὺς τους δρόμους.

Τρεμπέλα

Ὁ Θεὸς αὐτὸς εἰς τὰς παρελθοῦσας γενεὰς ἐγκατέλιπεν ὅλους τοὺς ἐθνικοὺς νὰ πολιτεύωνται καὶ νὰ συμπεριφέρωνται κατὰ τὰς ἁμαρτωλὰς συνηθείας των καὶ τὰ εἰδωλολατρικὰ φρονήματά των.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ὁ Θεός, εἰς τὰς περασμένας γενεάς, ἀφῆκε τοὺς ἐθνικοὺς νὰ βαδίζουν τὸν δρόμον των, νὰ ζοῦν καὶ νὰ συμπεριφέρωνται σύμφωνα μὲ τὰς ἁμαρτωλὰς διαθέσεις τῆς καρδίας των,

Πράξ. 14,17

καίτοι γε οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ἀφῆκεν ἀγαθοποιῶν, οὐρανόθεν ὑμῖν ὑετοὺς διδοὺς καὶ καιροὺς καρποφόρους, ἐμπιπλῶν τροφῆς καὶ εὐφροσύνης τὰς καρδίας ὑμῶν.

Σωτηρόπουλου

Ἄν καὶ βεβαίως δὲν ἄφησε τὸν ἑαυτό του χωρὶς μαρτυρία (χωρὶς ἀπόδειξι τῆς ὑπάρξεώς του). Διότι ἐξακολουθοῦσε τὶς εὐεργεσίες, δίνοντας βροχὲς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ καιροὺς καρποφόρους, γεμίζοντας μὲ τροφὴ καὶ εὐφροσύνη τὶς ὑπάρξεις σας».

Τρεμπέλα

Καὶ ἔζων ἐκεῖνοι εἰδωλολατρικῶς μακρὰν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἀγνοοῦντες αὐτόν, καίτοι ὁ Θεὸς δὲν ἀφῆκεν ἄγνωστον καὶ χωρὶς μαρτυρίαν τὸν ἑαυτόν του. Διότι ἐξηκολούθει καὶ τότε νὰ σᾶς εὐεργετῇ καὶ νὰ σᾶς δίδῃ ἐξ οὐρανοῦ βροχὰς καὶ ἐποχάς, κατὰ τὰς ὁποίας γίνονται καὶ ὠριμάζουν οἱ καρποί, καὶ παρεῖχεν ἀφθόνως τροφὴν καὶ εὐφροσύνην εἰς τὰς καρδίας σας.

Κολιτσάρα

μολονότι δὲν ἀφῆκε καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὁ Θεὸς τὸν εὐατόν του χωρὶς μαρτυρίας, διὰ τὴν ὕπαρξίν του καὶ τὰς τελειότητάς του, διότι καὶ τότε σᾶς εὐεργετοῦσε, ἔστελνε ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ὠφελίμους βροχὰς καὶ καταλλήλους καιροὺς διὰ πλουσίαν καρποφορίαν καὶ σᾶς ἔδιδεν ἄφθονον τροφὴν καὶ χαρὰν εἰς τὰς καρδίας σας».

Πράξ. 14,18

καὶ ταῦτα λέγοντες μόλις κατέπαυσαν τοὺς ὄχλους τοῦ μὴ θύειν αὐτοῖς.

Σωτηρόπουλου

Καὶ λέγοντας αὐτά, μόλις καὶ μετὰ βίας συγκράτησαν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ γιὰ νὰ μὴ τοὺς προσφέρουν θυσία.

Τρεμπέλα

Καὶ μὲ αὐτά, ποὺ ἔλεγαν οἱ ἀπόστολοι, μόλις καὶ μετὰ βίας ἐσταμάτησαν τοὺς ὄχλους, ὥστε νὰ μὴ προσφέρουν θυσίαν εἰς αὐτούς.

Κολιτσάρα

Καὶ μὲ αὐτὰ τὰ λόγια οἱ Ἀπόστολοι μόλις καὶ μετὰ βίας ἐσταμάτησαν τοὺς ὄχλους, νὰ μὴ προσφέρουν εἰς αὐτοὺς τὰς θυσίας ἐκείνας.

Πράξ. 14,19

Ἐπῆλθον δὲ ἀπὸ Ἀντιοχείας καὶ Ἰκονίου Ἰουδαῖοι, καὶ πείσαντες τοὺς ὄχλους καὶ λιθάσαντες τὸν Παῦλον ἔσυραν ἔξω τῆς πόλεως, νομίσαντες αὐτὸν τεθνάναι.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια καὶ τὸ Ἰκόνιο ἐπέδραμαν Ἰουδαῖοι, καὶ παρέσυραν τὰ πλήθη καὶ λιθοβόλησαν τὸν Παῦλο, καὶ τὸν ἔσυραν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι, νομίζοντας ὅτι πέθανε.

Τρεμπέλα

Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἦλθον ἐκεῖ Ἰουδαῖοι ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν καὶ τὸ Ἰκόνιον καὶ ἀφοῦ παρέπεισαν τοὺς ὄχλους, ἐλιθοβόλησαν τὸν Παῦλον, καὶ ἔσυραν αὐτόν, καθὼς ἦτο ἐπὶ τοῦ ἑδάφους ἀναίσθητος, ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, ἐπειδὴ ἐνόμισαν, ὅτι εἶχεν ἀποθάνει οὗτος καὶ ἔσπευδαν νὰ ἀποκρύψουν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τὸ ἔγκλημά των.

Κολιτσάρα

Τότε ὅμως ἦλθαν εἰς τὴν Λύστραν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν καὶ τὸ Ἰκόνιον φανατικοὶ Ἰουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τοὺς ὄχλους καὶ ἐλιθοβόλησαν τὸν Παῦλον καὶ τὸν ἔσυραν ἀναίσθητον ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, ἐπειδὴ ἐνόμισαν ὅτι εἶχε ἀποθάνει.

Πράξ. 14,20

κυκλωσάντων δὲ αὐτὸν τῶν μαθητῶν ἀναστὰς εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ τῇ ἐπαύριον ἐξῆλθε σὺν τῷ Βαρνάβᾳ εἰς Δέρβην.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ τὸν περικύκλωσαν οὶ μαθηταί (οἱ χριστιανοί), σηκώθηκε καὶ μπῆκε στὴν πόλι. Καὶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα ἀναχώρησε μαζὶ μὲ τὸ Βαρνάβα γιὰ τὴ Δέρβη.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ τὸν περιεκύκλωσαν οἱ μαθηταὶ μὲ τὸν σκοπὸν νὰ τὸν κηδεύσουν, ὁ Παῦλος δι’ ἐπεμβάσεως θείας ἐσηκώθη ὑγιὴς καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν. Καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἀνεχώρησε μαζὶ μὲ τὸν Βαρνάβαν καὶ ἦλθον εἰς τὴν Δέρβην.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ οἱ Χριστιανοὶ περιεκύκλωσαν μὲ πόνον αὐτόν, διὰ νὰ τὸν κηδεύσουν, ἐσηκώθηκε ὁ Παῦλος ὑγιής, μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ, καὶ εἰσῆλθε εἰς τὴν πόλιν. Τὴν ἑπομένην δὲ ἔφυγε μαζῆ μὲ τὸν Βαρνάβαν καὶ ἦλθε εἰς τὴν Δέρβην.

Πράξ. 14,21

εὐαγγελισάμενοί τε τὴν πόλιν ἐκείνην καὶ μαθητεύσαντες ἱκανοὺς ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Λύστραν καὶ Ἰκόνιον καὶ Ἀντιόχειαν,

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀφοῦ κήρυξαν τὸ εὐαγγέλιο στὴν πόλι ἐκείνη, καὶ ἔκαναν ἀρκετοὺς μαθητὰς (χριστιανοὺς), ἐπέστρεψαν στὴ Λύστρα καὶ στὸ Ἰκόνιο καὶ στὴν Ἀντιόχεια.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἐκήρυξαν τὸ εὐαγγέλιον εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην καὶ ἐδίδαξαν πολλούς, ἐπέστρεψαν εἰς τὰς πόλεις Λύστραν καὶ Ἰκόνιον καὶ Ἀντιόχειαν,

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ ἐκήρυξαν καὶ εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ἐδίδαξαν πολλούς, ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Λύστραν καὶ τὸ Ἰκόνιον καὶ τὴν Ἀντιόχειαν

Πράξ. 14,22

ἐπιστηρίζοντες τὰς ψυχὰς τῶν μαθητῶν, παρακαλοῦντες ἐμμένειν τῇ πίστει, καὶ ὅτι διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ στήριζαν τὶς ψυχὲς τῶν μαθητῶν (τῶν χριστιανῶν), κηρύττοντας νὰ μένουν ἀμετακίνητοι στὴν πίστι, καὶ ὅτι κατόπιν πολλῶν θλίψεων δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμε στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

στηρίζοντες ἀκόμη περισσότερον τὰς ψυχὰς τῶν μαθητῶν, προτρέποντες αὐτοὺς νὰ μένουν ἀμετακίνητοι εἰς τὴν πίστιν καὶ λέγοντες ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ Θεὸς τὸ ὥρισεν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἠθικὴ κατάστασις τόσον τοῦ κόσμου, ὅσον καὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων τὸ καθιστᾷ ἀναπόφευκτον, πρέπει νὰ ὑποστῶμεν ἡμεῖς πολλὰς θλίψεις διὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

στηρίζοντες περισσότερον τὰς ψυχὰς τῶν μαθητῶν, παρακαλοῦντες αὐτοὺς νὰ μένουν ἀκλόνητοι εἰς τὴν πίστιν καὶ λέγοντες ὅτι διὰ μέσου πολλῶν θλίψεων θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.

Πράξ. 14,23

χειροτονήσαντες δὲ αὐτοῖς πρεσβυτέρους κατ’ ἐκκλησίαν καὶ προσευξάμενοι μετὰ νηστειῶν παρέθεντο αὐτοὺς τῷ Κυρίῳ, εἰς ὃν πεπιστεύκασι.

Σωτηρόπουλου

Ἀφοῦ δὲ χειροτόνησαν γι’ αὐτοὺς πρεσβυτέρους σὲ κάθε Ἐκκλησία, προσευχήθηκαν καὶ νήστευσαν καὶ τοὺς ἐμπιστεύθηκαν στὸν Κύριο, στὸν ὁποῖο εἶχαν πιστεύσει.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ διὰ χειροθεσίας καὶ εὐχῶν ἐγκατέστησαν πρεσβυτέρους εἰς μίαν ἑκάστην Ἐκκλησίαν καὶ προσηυχήθησαν μὲ ἀφοσίωσιν, τὴν ὁποίαν καθιστῶν θερμοτέραν αἱ συνοδεύουσαι τὰς προσευχὰς νηστεῖαι, ἐνεπιστεύθησαν αὐτοὺς εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Κυρίου, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον πιστεύσει.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ ἐχειροτόνησαν δι’ αὐτοὺς πρεσβυτέρους εἰς κάθε Ἐκκλησίαν καὶ προσηυχήθησαν μὲ νηστείας, ἐνεπιστεύθησαν αὐτοὺς εἰς τὸν Κύριον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχαν πιστεύσει.

Πράξ. 14,24

καὶ διελθόντες τὴν Πισιδίαν ἦλθον εἰς Παμφυλίαν,

Σωτηρόπουλου

Ἔπειτα πέρασαν τὴν Πισιδία καὶ πῆγαν στὴν Παμφυλία.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ κηρύττοντες περιώδευσαν τὴν χώραν τῆς Πισιδίας, ἦλθον εἰς τὴν Παμφυλίαν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ περιώδευσαν τὴν χώραν τῆς Πισιδίας, ἦλθαν εἰς τὴν Παμφυλίαν.

Πράξ. 14,25

καὶ λαλήσαντες ἐν Πέργῃ τὸν λόγον κατέβησαν εἰς Ἀττάλειαν,

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀφοῦ κήρυξαν στὴν Πέργη τὸ λόγο, κατέβηκαν στὴν Ἀττάλεια.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἐδίδαξαν τὸν λόγον εἰς τὴν Πέργην, κατέβησαν ἀπὸ τὰ μεσόγεια μέρη εἰς τὴν παραλιακὴν Ἀττάλειαν.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ καὶ εἰς τὴν Πέργην ἐκήρυξαν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, κατέβηκαν εἰς τὴν παράλιον πόλιν Ἀττάλειαν.

Πράξ. 14,26

κἀκεῖθεν ἀπέπλευσαν εἰς Ἀντιόχειαν, ὅθεν ἦσαν παραδεδομένοι τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ἔργον ὃ ἐπλήρωσαν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἀπέπλευσαν γιὰ τὴν Ἀντιόχεια, ἀπ’ ὅπου εἶχαν παραδοθῇ στὴ χάρι τοῦ Θεοῦ (καὶ ξεκίνησαν) γιὰ τὸ ἔργο, ποὺ ἔφεραν σὲ πέρας.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἀνεχώρησαν μὲ πλοῖον εἰς τὴν Ἀντιόχειαν. Εἰς τὴν πόλιν δηλαδή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶχαν ξεκινήσει, ὅταν οἱ ἀδελφοί τους εἶχαν παραδώσει εἰς τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ διὰ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔφερον εἰς πέρας. Οὕτως ἔλαβε τέλος ἡ πρώτη ἀποστολικὴ πορεία.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ ἐκεῖ ἔπλευσαν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, εἰς πόλιν ὅπου οἱ ἀδελφοὶ τοὺς εἶχαν παραδώσει εἰς τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ διὰ τὸ ἔργον τοῦ εὐαγγελισμοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ ἔφεραν εἰς πέρας.

Πράξ. 14,27

Παραγενόμενοι δὲ καὶ συναγαγόντες τὴν ἐκκλησίαν ἀνήγγειλαν ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς μετ’ αὐτῶν, καὶ ὅτι ἤνοιξε τοῖς ἔθνεσι θύραν πίστεως.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὅταν ἔφθασαν καὶ συγκέντρωσαν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀνέφεραν ὅσα ὁ Θεὸς ἔκανε δι’ αὐτῶν, καὶ ὅτι ἄνοιξε στοὺς ἐθνικοὺς θύρα πίστεως.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας ἦλθον καὶ συνήθροισαν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἀντιοχείας, διηγήθησαν ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς παρέχων τὴν χάριν του καὶ συνεργαζόμενος μετ’ αὐτῶν καὶ ὅτι ἤνοιξεν ὁ Θεὸς εἰς τοὺς ἐθνικοὺς τὴν θύραν, διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι θὰ ἐκαλοῦντο εἰς τὴν πίστιν καὶ θὰ ἐσώζοντο δι’ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ὅταν λοιπὸν ἦλθαν, συνεκέντρωσαν τοὺς πιστοὺς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐγνωστοποίησαν εἰς αὐτοὺς ὅσα ὁ Θεός, χρησιμοποιῶν αὐτοὺς ὡς συνεργούς του, ἔκαμε καὶ ὅτι ἤνοιξε εἰς τοὺς ἐθνικοὺς τὴν θύραν τῆς πίστεως καὶ τῆς σωτηρίας.

Πράξ. 14,28

διέτριβον δὲ ἐκεῖ χρόνον οὐκ ὀλίγον σὺν τοῖς μαθηταῖς.

Σωτηρόπουλου

Παρέμειναν δὲ ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητὰς (τοὺς χριστιανοὺς) ἐπὶ ἀρκετὸ χρόνο.

Τρεμπέλα

Παρέμειναν δὲ ἀρκετὸν χρόνον ἐκεῖ εἰς τὴν Ἀντιόχειαν μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς.

Κολιτσάρα

Ἔμειναν δὲ ἐκεῖ μαζῆ μὲ τοὺς ἄλλους Χριστιανοὺς ἀρκετὸν χρόνον.