Πράξεις Ἀποστόλων 16

Πράξ. 16,1

Κατήντησε δὲ εἰς Δέρβην καὶ Λύστραν. καὶ ἰδοὺ μαθητής τις ἦν ἐκεῖ ὀνόματι Τιμόθεος, υἱὸς γυναικός τινος Ἰουδαίας πιστῆς, πατρὸς δὲ Ἕλληνος,

Σωτηρόπουλου

Ἔφθασε δὲ στὴ Δέρβη καὶ στὴ Λύστρα. Καὶ ἰδοὺ κάποιος μαθητὴς (χριστιανὸς) ἦταν ἐκεῖ, ὀνομαζόμενος Τιμόθεος, ἀπὸ μητέρα Ἰουδαία πιστὴ καὶ ἀπὸ πατέρα Ἕλληνα.

Τρεμπέλα

Ὀδοιπορῶν δὲ τώρα ὁ Παῦλος ἀπὸ ἀνατολῶν πρὸς δυσμὰς ἔφθασε πρῶτον εἰς τὴν Δέρβην καὶ μετ’ αὐτὴν εἰς τὴν Λύστραν. Καὶ ἰδοὺ ἦτο ἐκεῖ κάποιος μαθητής, ποὺ ἐλέγετο Τιμόθεος, υἱὸς μιᾶς γυναικὸς Ἰουδαίας, ἡ ὁποία εἶχε πιστεύσει εἰς τὸν Χριστόν, ὁ πατέρας τοῦ ὅμως ὑπῆρξεν ἐθνικός.

Κολιτσάρα

Ἔφθασε δὲ εἰς τὴν Δέρβην καὶ εἰς τὴν Λύστραν καὶ ἰδοὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ κάποιος μαθητής, ὀνόματι Τιμόθεος, υἱὸς μιᾶς γυναικὸς Ἰουδαίας, πιστῆς εἰς τὸν Χριστόν, πατρὸς δὲ Ἕλληνος, ἐθνικοῦ.

Πράξ. 16,2

ὃς ἐμαρτυρεῖτο ὑπὸ τῶν ἐν Λύστροις καὶ Ἰκονίῳ ἀδελφῶν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀπέλαυε ἐκτιμήσεως ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς στὰ Λύστρα καὶ στὸ Ἰκόνιο.

Τρεμπέλα

Διὰ τὸν νέον αὐτὸν ἔδιδον ἀγαθὴν μαρτυρίαν, καὶ τὸν ὑπελήπτοντο πολὺ οἱ ἐν Λύστροις καὶ Ἰκονίῳ ἀδελφοί.

Κολιτσάρα

Ὁ Τιμόθεος εἶχε τὴν καλὴν μαρτυρίαν διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀρετὴν αὐτοῦ ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς, ποὺ ἦσαν εἰς τὰ Λύστρα καὶ τὸ Ἰκόνιον.

Πράξ. 16,3

τοῦτον ἠθέλησεν ὁ Παῦλος σὺν αὐτῷ ἐξελθεῖν, καὶ λαβὼν περιέτεμεν αὐτὸν διὰ τοὺς Ἰουδαίους τοὺς ὄντας ἐν τοῖς τόποις ἐκείνοις· ᾔδεισαν γὰρ ἅπαντες τὸν πατέρα αὐτοῦ ὅτι Ἕλλην ὑπῆρχεν.

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς ἠθέλησε ὁ Παῦλος νὰ βγῇ μαζί του στὴν Ἱεραποστολή. Καὶ τὸν πῆρε καὶ τοῦ ἔκανε περιτομὴ ἐξ αἰτίας τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἦταν στὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι ὅλοι γνώριζαν, ὅτι ὁ πατέρας του ἦταν Ἕλληνας.

Τρεμπέλα

Αὐτὸν λοιπὸν ἠθέλησεν ὁ Παῦλος νὰ τὸν πάρῃ μαζί του εἰς τὴν περιοδείαν καὶ μὲ τὰ χέρια του τὸν περιέτεμε, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν δράσιν του μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἦσαν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι ὅλοι αὐτοὶ ἐγνώριζον, ὅτι ὁ πατήρ του ἦτο Ἕλλην καὶ συνεπῶς, ἐὰν ὁ Τιμόθεος ἔμενεν ἀπερίτμητος, δὲν θὰ τὸν ἐπλησίαζε κανεὶς Ἰουδαῖος νὰ ἀκούσῃ τὸ κήρυγμά του.

Κολιτσάρα

Αὐτὸν ἠθέλησε ὁ Παῦλος νὰ τὸν πάρῃ μαζῆ του εἰς τὴν περιοδείαν· διὰ νὰ μὴ προκληθῇ δὲ σκάνδαλον εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ ἦσαν εἰς τὰς περιοχὰς ἐκείνας - διότι ὅλοι αὐτοὶ ἐγνώριζαν ὅτι ἦτο Ἕλλην ὁ πατὴρ τοῦ Τιμοθέου - τοῦ ἔκαμε περιτομὴν μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια.

Πράξ. 16,4

Ὡς δὲ διεπορεύοντο τὰς πόλεις, παρεδίδουν αὐτοῖς φυλάσσειν τὰ δόγματα τὰ κεκριμένα ὑπὸ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν πρεσβυτέρων τῶν ἐν Ἱερουσαλήμ.

Σωτηρόπουλου

Περνώντας δὲ ἀπὸ τὶς πόλεις τοὺς δίδασκαν (τοὺς πιστοὺς) νὰ τηροῦν τὶς ἀποφάσεις, ποὺ ἐλήφθησαν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς πρεσβυτέρους στὴν Ἱερουσαλήμ.

Τρεμπέλα

Καθὼς δὲ διέβαινον τὰς πόλεις, παρέδιδον διὰ προφορικῆς διδασκαλίας εἰς τοὺς ἐν αὐταῖς πιστοὺς νὰ φυλάττουν τὰς ἀποφάσεις, αἱ ὀποῖαι εἶχον ὁριστικῶς κριθῆ ὡς μόναι ὀρθαὶ ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους καὶ πρεσβυτέρους, ποὺ ἦσαν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.

Κολιτσάρα

Καθὼς δὲ ἐπερνοῦσαν τὰς διαφόρους πόλεις, ἐδίδασκαν οἱ Ἀπόστολοι τοὺς ἀδελφοὺς νὰ τηροῦν τὰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχαν κριθῆ καὶ θεσπισθῆ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς πρεσβυτέρους τῶν Ἱεροσολύμων.

Πράξ. 16,5

Αἱ μὲν οὖν ἐκκλησίαι ἐστερεοῦντο τῇ πίστει καὶ ἐπερίσσευον τῷ ἀριθμῷ καθ’ ἡμέραν.

Σωτηρόπουλου

Οἱ δὲ Ἐκκλησίες στερεώνονταν στὴν πίστι καὶ πληθύνονταν στὸν ἀριθμὸ καθημερινῶς.

Τρεμπέλα

Διὰ τῆς περιοδείας λοιπὸν ταύτης, καὶ διὰ τῆς ἀνακοινώσεως τῶν ἀποφάσεων τῆς συνόδου τῶν Ἱεροσολύμων αἱ Ἐκκλησίαι τῶν μερῶν αὐτῶν ἐστηρίζοντο καὶ ἐνισχύοντο εἰς τὴν πίστιν καὶ ἐπληθύνοντο κατ’ ἀριθμὸν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὰς πιστοί.

Κολιτσάρα

Αἱ Ἐκκλησίαι λοιπόν, χάρις εἰς τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, ἐστερεώνοντο ἀκόμη περισότερον εἰς τὴν πίστιν καὶ ἐπληθύνοντο κάθε ἡμέραν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν πιστῶν.

Πράξ. 16,6

Διελθόντες δὲ τὴν Φρυγίαν καὶ τὴν Γαλατικὴν χώραν, κωλυθέντες ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λαλῆσαι τὸν λόγον ἐν τῇ Ἀσίᾳ,

Σωτηρόπουλου

Ἀφοῦ δὲ πέρασαν τὴ Φρυγία καὶ τὴ χώρα τῆς Γαλατίας, ἐπειδὴ ἐμποδίσθηκαν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ κηρύξουν τὸ λόγο στὴν (ἐπαρχία) Ἀσία,

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ὁ Παῦλος καὶ οἱ σύνοδοί του διῆλθον τὴν Φρυγίαν καὶ τὴν Γαλατικὴν χώραν, ἐπειδὴ ἀπὸ ἐσωτερικὴν ἔμπνευσιν καὶ φωτισμόν, τὸν ὁποῖον τοὺς ἐνέβαλε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἡμποδίσθησαν νὰ λαλήσουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Ἀσίᾳ,

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ ἐπέρασαν τὴν Φρυγίαν καὶ τὴν χώραν τῆς Γαλατίας, ἐμποδίσθησαν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα νὰ κηρύξουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν Ἀσίαν.

Πράξ. 16,7

ἐλθόντες κατὰ τὴν Μυσίαν ἐπείραζον κατὰ τὴν Βιθυνίαν πορεύεσθαι· καὶ οὐκ εἴασεν αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα.

Σωτηρόπουλου

ἦλθαν στὴ Μυσία καὶ δοκίμαζαν νὰ μεταβοῦν στὴ Βιθυνία. Ἀλλὰ δὲν τοὺς ἄφησε τὸ Πνεῦμα.

Τρεμπέλα

ἦλθον εἰς τὰ σύνορα τῆς Μυσίας, καὶ ἐκεῖ ἔκαναν δοκιμὰς καὶ ἀποπείρας νὰ πορευθοῦν εἰς Βιθυνίαν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν τοὺς ἀφῆκε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.

Κολιτσάρα

Ἦλθαν πρὸς τὴν περιοχὴν τῆς Μυσίας καὶ ἐδοκίμαζαν νὰ προχωρήσουν εἰς τὴν Βιθυνίαν· καὶ πάλιν ὅμως τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δὲν τοὺς ἄφησε.

Πράξ. 16,8

παρελθόντες δὲ τὴν Μυσίαν κατέβησαν εἰς Τρῳάδα.

Σωτηρόπουλου

Παρατρέχοντας δὲ τὴ Μυσία κατέβηκαν στὴν Τρῳάδα.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἐπέρασαν χωρὶς χρονοτριβὴν τὴν Μυσίαν, κατέβησαν εἰς τὴν Τρῳάδα.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ ἐπέρασαν σύντομα τὴν Μυσίαν, κατέβηκαν εἰς τὰ παράλια, εἰς τὴν Τρῳάδα.

Πράξ. 16,9

καὶ ὅραμα διὰ τῆς νυκτὸς ὤφθη τῷ Παύλῳ· ἀνήρ τις ἦν Μακεδὼν ἑστώς, παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν.

Σωτηρόπουλου

Ἐκεῖ δὲ τὴ νύκτα παρουσιάσθηκε ὅραμα στὸν Παῦλο· Κάποιος ἄνδρας Μακεδὼν στεκόταν καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας· «Πέρασε στὴ Μακεδονία καὶ βοήθησέ μας».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐκεῖ ἐνεφανίσθη κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νυκτὸς ὀπτασία εἰς τὸν Παῦλον. Κάποιος δηλαδή, ποὺ ἀπὸ τὴν ἐνδυμασίαν του ἢ καὶ τὴν προφοράν του ἐφαίνετο ὅτι ἦτο Μακεδών, ἐστέκετο ὄρθιος καὶ παρεκάλει τὸν Παῦλον λέγων· Πέρασε ἀπὸ τὴν Ἀσιατικὴν ἀκτὴν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ βοήθησέ μας.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ δὲ κατὰ τὸ διάστημα τῆς νυκτὸς παρουσιάσθηκε εἰς τὸν Παῦλον ἕνα ὅραμα· κάποιος δηλαδὴ Μακεδὼν ἐστέκετο ὄρθιος ἐμπρός του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγων· «Πέρασε ἀπὸ τὴν Ἀσίαν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ βοήθησέ μας».

Πράξ. 16,10

ὡς δὲ τὸ ὅραμα εἶδεν, εὐθέως ἐζητήσαμεν ἐξελθεῖν εἰς τὴν Μακεδονίαν, συμβιβάζοντες ὅτι προσκέκληται ἡμᾶς ὁ Κύριος εὐαγγελίσασθαι αὐτούς.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ εἶδε τὸ ὅραμα, ἀμέσως ζητήσαμε ν’ ἀναχωρήσωμε γιὰ τὴ Μακεδονία, διότι συμπεράναμε, ὅτι ὁ Κύριος μᾶς ἔχει προσκαλέσει νὰ κηρύξωμε τὸ εὐαγγέλιο σ’ αὐτοὺς (τοὺς Μακεδόνες).

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ εἶδε τὴν ὀπτασίαν αὐτὴν ὁ Παῦλος, ἀμέσως ἐζητήσαμεν πληροφορίας καὶ πλοῖον διὰ νὰ ἀναχωρήσωμεν εἰς τὴν Μακεδονίαν. Καὶ ἐλάβομεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ ταξιδιοῦ αὐτοῦ, διότι συνεπεράναμεν ἀπὸ τὸ ὅραμα, καθὼς καὶ ἀπὸ τὰς λοιπὰς περιστάσεις, ὅτι ὁ Κύριος μᾶς ἔχει προσκαλέσει νὰ κηρύξωμεν τὸ εὐαγγέλιον εἰς αὐτούς, ποὺ κατῴκουν τὴν Μακεδονίαν.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως δὲ μόλις εἶδε αὐτὸ τὸ ὅραμα ὁ Παῦλος, ἐπήραμε τὴν ἀπόφασιν νὰ ταξιδεύσωμεν εἰς τὴν Μακεδονίαν, διότι ἐβγάλαμε τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Κύριος μᾶς εἶχε προσκαλέσει καὶ διατάξει νὰ κηρύξωμεν τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Μακεδονίας.

Πράξ. 16,11

Ἀναχθέντες οὖν ἀπὸ τῆς Τρῳάδος εὐθυδρομήσαμεν εἰς Σαμοθρᾴκην, τῇ δὲ ἐπιούσῃ εἰς Νεάπολιν,

Σωτηρόπουλου

Ἀφοῦ δὲ ἀποπλεύσαμε ἀπὸ τὴν Τρῳάδα, πήγαμε κατ’ εὐθεῖαν στὴ Σαμοθράκη, καὶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα στὴ Νεάπολι,

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἀπὸ τὴν Τρωάδα ἐπλεύσαμεν εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος, ἤλθομεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν Σαμοθράκην καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἤλθομεν εἰς τὴν Νεάπολιν (πιθανώτατα εἰς τὴν σημερινὴν Καβάλαν).

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ ἀπὸ τὴν Τρῳάδα ἀνοιχθήκαμε μὲ τὸ πλοῖον εἰς τὴν θάλασσαν, ἐπλεύσαμεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν Σαμοθράκην· τὴν ἑπομένην δὲ εἰς τὴν Νεάπολιν.

Πράξ. 16,12

ἐκεῖθέν τε εἰς Φιλίππους, ἥτις ἐστὶ πρώτη τῆς μερίδος τῆς Μακεδονίας πόλις κολωνία. Ἦμεν δὲ ἐν αὐτῇ τῇ πόλει διατρίβοντες ἡμέρας τινάς,

Σωτηρόπουλου

καὶ ἀπ’ ἐκεῖ στοὺς Φιλίππους. Αὐτὴ ἡ πόλι εἶναι ἡ σπουδαιότερη Ρωμαϊκὴ ἀποικία τῆς ἐπαρχίας τῆς Μακεδονίας. Καὶ παραμείναμε σ’ αὐτὴ τὴν πόλι μερικὲς ἡμέρες.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἤλθομεν εἰς Φιλίππους, ἡ ὁποία εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ρωμαϊκὴ Ἀποικία εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Μακεδονίας. Παρετείναμεν δὲ τὴν διαμονήν μας εἰς τὴν πόλιν αὐτήν ἐπὶ μερικὰς ἡμέρας.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπροχωρήσαμεν εἰς τοὺς Φιλίππους, πόλιν ἡ ὁποία εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ρωμαϊκὴ ἀποικία τῆς περιοχῆς τῆς Μακεδονίας. Ἐμείναμεν δὲ εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν μερικὰς ἡμέρας.

Πράξ. 16,13

τῇ τε ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων ἐξήλθομεν ἔξω τῆς πόλεως παρὰ ποταμὸν οὗ ἐνομίζετο προσευχὴ εἶναι, καὶ καθίσαντες ἐλαλοῦμεν ταῖς συνελθούσαις γυναιξί.

Σωτηρόπουλου

Καὶ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου βγήκαμε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι κοντὰ σ’ ἕνα ποτάμι, ὅπου ἐπιτρεπόταν ἀπὸ τὸ νόμο νὰ εἶναι τόπος προσευχῆς [Σημ.: Ἤ, νὰ εἶναι συναγωγή]. Καὶ καθήσαμε καὶ μιλούσαμε μὲ τὶς γυναῖκες, ποὺ εἶχαν συγκεντρωθῆ.

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου ἐβγήκαμεν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν εἰς κάποιο μέρος, ποὺ ἦτο πλησίον ἑνὸς ποταμοῦ καὶ ἐθεωρεῖτο τόπος προσευχῆς τῶν Ἰουδαίων. Καὶ ἀφοῦ ἐκαθίσαμεν, ἀνοίξαμεν συνομιλίαν μὲ τὰς συναχθείσας ἐκεῖ γυναῖκας.

Κολιτσάρα

Καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου ἐβγήκαμεν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν καντὰ εἰς τὸν ποταμόν, ὅπου ἐθεωρεῖτο τόπος προσευχῆς τῶν Ἰουδαίων. Καὶ ἀφοῦ ἐκαθίσαμεν, συνωμιλούσαμεν μὲ τὰς γυναῖκας, ποὺ εἶχαν συγκεντρωθῆ ἐκεῖ.

Πράξ. 16,14

καί τις γυνὴ ὀνόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων, σεβομένη τὸν Θεόν, ἤκουεν, ἧς ὁ Κύριος διήνοιξε τὴν καρδίαν προσέχειν τοῖς λαλουμένοις ὑπὸ τοῦ Παύλου.

Σωτηρόπουλου

Καὶ κάποια γυναῖκα ὀνομαζομένη Λυδία ἀπὸ τὴν πόλι Θυάτειρα, πωλήτρια πορφυρῶν ὑφασμάτων (ἴσως καὶ πορφυρᾶς βαφῆς), προσήλυτη θεοσεβὴς, ἄκουε, καὶ ὁ Κύριος ἄνοιξε τὴν καρδιά της γιὰ νὰ προσέχῃ σ’ αὐτὰ ποὺ ἔλεγε ὁ Παῦλος.

Τρεμπέλα

Καὶ ἤκουεν αὐτά, ποὺ ἐλέγαμεν, κάποια γυναῖκα, ὁ ὁποία ὠνομάζετο Λυδία καὶ ἦτο πωλήτρια τῶν πολυτίμων ἐκείνων ὑφασμάτων, ποὺ ἐβάφοντο μὲ χρῶμα κόκκινον καὶ ἐκαλοῦντο πορφύραι. Κατήγετο δὲ ἡ γυναῖκα αὐτὴ ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Μ. Ἀσίας Θυάτειρα καὶ ἦτο προσήλυτος, φοβουμένη τὸν ἀληθῆ Θεόν. Ταύτης ὁ Κύριος ἤνοιξε τὰ ἐσωτερικὰ τῆς διανοίας αὐτιὰ καὶ τῆς διήγειρε τὸ πνευματικὸν ἐνδιαφέρον, διὰ νὰ προσέχῃ εἰς ἐκεῖνα, ποὺ ἔλεγεν ὁ Παῦλος.

Κολιτσάρα

Καὶ μία γυναίκα, ὀνόματι Λυδία, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὰ Θυάτειρα καὶ ἐπωλοῦσε εἰς τοὺς Φιλίππους πορφυρᾶ πολύτιμα ὑφάσματα καὶ ἡ ὁποία ἐσέβετο τὸν ἀληθινὸν Θεόν, ἤκουε μὲ προσοχὴν τὰ λόγια μας. Αὐτῆς ὁ Κύριος ἤνοιξε, μὲ τὴν θείαν τοῦ χάριν, τὴν καρδίαν, διὰ νὰ δώσῃ ἔτσι μεγάλην προσοχὴν εἰς ὅσα ἔλεγεν ὁ Παῦλος.

Πράξ. 16,15

ὡς δὲ ἐβαπτίσθη καὶ ὁ οἶκος αὐτῆς, παρεκάλεσε λέγουσα· εἰ κεκρίκατέ με πιστὴν τῷ Κυρίῳ εἶναι, εἰσελθόντες εἰς τὸν οἶκόν μου μείνατε· καὶ παρεβιάσατο ἡμᾶς.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ βαπτίσθηκε αὐτὴ καὶ ἡ οἰκογένειά της παρακάλεσε λέγοντας· «Ἐὰν μὲ κρίνατε, ὅτι εἶμαι πιστὴ στὸν Κύριο, ἐλᾶτε νὰ μείνετε στὸ σπίτι μου». Καὶ μὲ τὶς πιεστικὲς παρακλήσεις της μᾶς ἀνάγκασε νὰ μείνωμε.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἐβαπτίσθη αὐτὴ καὶ ἡ οἰκογένειά της, μᾶς παρεκάλεσε λέγουσα· Ἐὰν ἔχετε σχηματίσει τὴν πεποίθησιν καὶ μὲ ἔχετε κρίνει, ὅτι εἶμαι πιστὴ εἰς τὸν Κύριον, ἔλθετε εἰς τὴν οἱκίαν μου καὶ διαμείνατε ἐκεῖ. Καὶ δι’ ἐπιμόνων παρακλήσεων μᾶς ἠνάγκασε νὰ μείνωμεν εἰς τὸ σπίτι της.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐβαπτίσθηκε μαζῆ μὲ ὅλην τὴν οἰκογένειάν της, μᾶς ἐπροσκάλεσε εἰς τὸ σπίτι της λέγουσα· «Εὰν μὲ ἔχετε κρίνει πιστὴν εἰς τὸν Κύριον, ἐλᾶτε εἰς τὸ σπίτι μου καὶ μείνατε ὡς φιλοξενούμενοι». Καὶ μὲ τὴν πολλὴν καὶ εὐλαβῆ ἐπιμονήν της μᾶς ἠνάγκασε νὰ μείνωμεν εἰς τὸ σπίτι της.

Πράξ. 16,16

Ἐγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ πηγαίναμε στὸν τὸπο τῆς προσευχῆς, μᾶς συνάντησε μία δούλη, ποὺ εἶχε μαντικὸ πνεῦμα (δαιμόνιο), καὶ μὲ τὶς μαντεῖες της ἀπέφερε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἡμεῖς ἐπηγαίναμεν εἰς τὸν τόπον τῆς προσευχῆς, συνέβη νὰ μᾶς συναντήσῃ μία νεαρὰ δούλη, ποὺ εἶχε μαντικὸν πνεῦμα καὶ παρεῖχε πολλὰ κέρδη εἰς τοὺς κυρίους της προλέγουσα ἐπὶ πληρωμὴ καὶ φανερώνουσα μὲ τὰς μαντείας της τὰ ἄγνωστα.

Κολιτσάρα

Κάποτε δέ, ὅταν ἡμεῖς ἐπηγαίναμε εἰς τὸν τόπον τῆς προσευχῆς, μᾶς συνήντησε εἰς τὸν δρόμον μιᾷ νεαρᾷ δούλῃ, ποὺ εἶχε πονηρόν, μαντικὸν πνεῦμα μέσα της καὶ ἔδιδε διαφόρους μαντείας ἐπὶ μέσα τῆς καὶ ἔδιδε διαφόρους μαντείας ἐπὶ πληρωμῇ. Αὐτὴ μὲ τὰς μαντείας ποὺ ἔδινε, ἀπέδιδε πολλὰ κέρδη εἰς τοὺς κυρίους της.

Πράξ. 16,17

αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας.

Σωτηρόπουλου

Αὐτὴ ἀκολουθοῦσε κατὰ πόδας τὸν Παῦλο καὶ τὸ Σίλα, καὶ φώναζε δυνατά· «Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, καὶ μᾶς κηρύττουν δρόμο σωτηρίας».

Τρεμπέλα

Αὐτὴ ἠκολούθησε κατὰ πόδας τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν καὶ ἐφώναζε λέγουσα· Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, οἱ ὁποῖοι μᾶς γνωστοποιοῦν δρόμον καὶ μέσον ἀσφαλές, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ σωθῆτε.

Κολιτσάρα

Αὐτή, λοιπόν, ἠκολούθησε ἀπὸ κοντὰ τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν καὶ ἔκραζε λέγουσα· «Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, οἱ ὁποῖοι μᾶς κάνουν γνωστὸν τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας».

Πράξ. 16,18

τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ’ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ αὐτὸ ἔκανε ἐπὶ πολλὲς ἡμέρες. Ἀγανάκτησε δὲ ὁ Παῦλος καὶ γύρισε καὶ εἶπε στὸ πνεῦμα· «Σὲ διατάσσω στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ βγῇς ἀπ’ αὐτή». Καὶ βγῆκε τὴν ἴδια στιγμή.

Τρεμπέλα

Τοῦτο δὲ ἔκανεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ὅχι βέβαια μὲ ἀγαθὸν σκοπόν, ἀλλ’ ἀπέβλεπε τὸ μαντικὸν πνεῦμα εἰς τὸ να ἑλκύσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἐν τέλει ταύτην δολίως καὶ πανούργως. Ἀγανακτήσας δὲ ὁ Παῦλος καὶ στρέψας ὀπίσω πρὸς τὴν ἀκόλουθοῦσαν αὐτὸν δούλην εἶπε πρὸς τὸ πνεῦμα· Σὲ διατάσσω, ἐπικαλούμενος τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ ἐξέλθῃς ἀπὸ αὐτήν. Καὶ πράγματι ἐξῆλθε τὸ πονηρὸν πνεῦμα κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμήν.

Κολιτσάρα

Αὐτὸ δὲ ἔκανε ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας (διότι τὸ πανοῦργον πονηρὸν πνεῦμα ἤθελε ν’ ἀποκτήσῃ ἔτσι τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ ἐκείνων, ποὺ θὰ ἐπίστευαν εἰς τὸν Χριστόν). Ἐνοχληθεὶς δὲ καὶ ὀργισθεὶς ὁ Παῦλος ἀπὸ τὴν πανοῦργον αὐτὴν μαρτυρίαν ἐγύρισε πρὸς τὴν παιδίσκην, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε, καὶ εἶπε εἰς τὸ πονηρὸν πνεῦμα· «Σὲ διατάσσω, ἐν ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ ἐξέλθῃς ἀπὸ αὐτήν». Καὶ πράγματι τὸ πονηρὸν πνεῦμα ἐβγῆκε ἀμέσως τὴν στιγμὴν ἐκείνην.

Πράξ. 16,19

Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας,

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὅταν οἱ κύριοί της εἶδαν, ὅτι (μαζὶ μὲ τὸ δαιμόνιο) βγῆκε ἡ ἐλπὶς τοῦ κέρδους των, ἔπιασαν τὸν Παῦλο καὶ τὸ Σίλα καὶ τοὺς ἔσυραν στὴν ἀγορὰ γιὰ νὰ τοὺς παρουσιάσουν στοὺς ἄρχοντες.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ὅταν εἶδαν οἱ κύριοί της, ὅτι ἔφυγε μετὰ τοῦ δαίμονος καὶ ἡ ἐλπὶς τῆς ἐπικερδοῦς ἐργασίας καὶ ἐπιχειρήσεώς των, συνέλαβον τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν καὶ τοὺς ἔσυραν εἰς τὴν ἀγοράν, διὰ νὰ τοὺς παρουσιάσουν εἰς τοὺς ἄρχοντας.

Κολιτσάρα

Οἱ κύριοι ὅμως αὐτῆς ὅταν εἶδαν, ὅτι ἔφυγε ἡ ἐλπὶς τῆς προσοδοφόρου ἐργασίας των, συνέλαβαν τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν καὶ τοὺς ἔφεραν εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς τοὺς ἄρχοντας.

Πράξ. 16,20

καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες,

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀφοῦ τοὺς προσήγαγαν ἐνώπιον τῶν στρατηγῶν, εἶπαν· «Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι Ἰουδαῖοι, προκαλοῦν ταραχὲς στὴν πόλι μας,

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ τοὺς ὠδηγησαν εἰς τοὺς στρατηγούς, εἶπον· Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι ταραξίαι Ἰουδαῖοι, προκαλοῦν ταραχὴν εἰς τὴν πόλιν μας,

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ τοὺς ὡδήγησαν ἐμπρὸς εἰς τοὺς στρατηγούς, εἶπαν· «Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι Ἰουδαῖοι, ἀναστατώνουν τὸν πόλιν μας·

Πράξ. 16,21

καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ῥωμαίοις οὖσι.

Σωτηρόπουλου

διότι κηρύττουν ἔθιμα, ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται σ’ ἐμᾶς, ποὺ εἴμεθα Ρωμαῖοι, νὰ παραδεχώμεθα καὶ νὰ τηροῦμε».

Τρεμπέλα

καὶ κηρύττουν θρησκευτικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, ποὺ εἴμεθα Ρωμαῖοι, νὰ τὰ παραδεχώμεθα, πολὺ δὲ περισσότερον οὔτε νὰ τὰ τηρῶμεν καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόζωμεν.

Κολιτσάρα

καὶ κηρύττουν θρησκευτικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται ἡμεῖς οἱ Ρωμαῖοι νὰ τὰ παραδεχώμεθα καὶ νὰ τὰ τηροῦμεν».

Πράξ. 16,22

καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ’ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν,

Σωτηρόπουλου

Καὶ ξεσηκώθηκε μαζὶ ὁ ὄχλος ἐναντίον τους. Καὶ οἱ στραγηγοὶ τοὺς γύμνωσαν καὶ ἔδωσαν ἐντολὴ νὰ τοὺς ραβδίσουν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐμαζεύθη μαζὶ ὁ ὅχλος ἐναντίον των. Καὶ οἱ στρατηγοὶ τότε ἐξέσχισαν τὰ ἐνδύματα τῶν δύο ἀποστόλων καὶ διέταξαν, γυμνοὺς πλέον καθὼς ἦσαν, νὰ τοὺς ραβδίσουν ἐμπρὸς εἰς ὅλον ἐκεῖνο τὸ πλῆθος.

Κολιτσάρα

Καὶ συνεκεντρώθη ὁ ὄχλος ἐναντίον των. Οἱ στρατηγοὶ τότε ἔσχισαν τὰ ἱμάτια τῶν Ἀποστόλων καὶ διέταξαν τοὺς ραβδούχους νὰ τοὺς ραβδίσουν.

Πράξ. 16,23

πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς·

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδωσαν πολλὰ κτυπήματα, τοὺς ἔρριξαν στὴ φυλακή, καὶ ἔδωσαν ἐντολὴ στὸ δεσμοφύλακα νὰ τοὺς φρουρῇ αὐστηρά.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδωκαν πολλὰ κτυπήματα, τοὺς ἔρριψαν εἰς τὴν φυλακήν, παραγγείλαντες εἰς τὸν δεσμοφύλακα νὰ τοὺς φρουρῇ ἀσφαλῶς, ὥστε νὰ μὴ δραπετεύσουν.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ τοὺς κατέφεραν πολλὰ κτυπήματα, τοὺς ἔβαλαν εἰς τὴν φυλακὴν παραγγείλαντες εἰς τὸν δεσμοφύλακα νὰ τοὺς φρουρῇ μὲ κάθε ἀσφάλειαν.

Πράξ. 16,24

ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον.

Σωτηρόπουλου

Καὶ αὐτὸς, ἀφοῦ ἔλαβε τέτοια ἐντολή, τοὺς ἔβαλε στὴν πιὸ μέσα φυλακή, καὶ γιὰ λόγους ἀσφαλείας ἔδεσε σφικτὰ τὰ πόδια τους στὸ ξύλο (τιμωρητικὸ ὄργανο ἀκινητοποιήσεως τοῦ σώματος).

Τρεμπέλα

Αὐτὸς δέ, ἐφ’ ὅσον εἶχε λάβει τέτοιαν παραγγελίαν, τοὺς ἔβαλεν εἰς τὸ βαθύτερον διαμέρισμα τῆς φυλακῆς καὶ ἔδεσε σφιγκτὰ τὰ πόδια των εἰς τὸ τιμωρητικὸν ὅργανον, ποὺ ἐλέγετο ξύλον, ὥστε νὰ μὴ ἠμποροῦν πλέον οἱ Ἀπόστολοι οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ μετακινηθοῦν.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς δέ, ἐπειδὴ ἔλαβε μίαν τέτοιαν αὐστηρὰν ἐντολήν, ἔρριψε αὐτοὺς εἰς τὸ βαθύτερον κελλὶ τῶν φυλακῶν καὶ ἔδεσε τὰ πόδια των εἰς ἕνα εἰδικὸν ξύλον, ὥστε νὰ τοὺς εἶναι ἀδύνατος κάθε κίνησις.

Πράξ. 16,25

Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι.

Σωτηρόπουλου

Κατὰ τὰ μεσάνυκτα δὲ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας προσεύχονταν καὶ ἔψαλλαν ὕμνους στὸ Θεό. Καὶ τοὺς ἄκουαν οἱ φυλακισμένοι.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸ μεσονύκτιον δὲ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας, ὡσὰν νὰ μὴ τοὺς εἶχε συμβῆ τίποτε καὶ νὰ μὴν ᾐσθάνοντο κανένα πόνον, ἔψαλλον ὕμνους πρὸς τὸν Θεόν· τοὺς ἤκουαν δὲ οἱ φυλακισμένοι.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ μεσονύκτιον ὅμως ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας προσηύχοντο καὶ ἔψαλλαν ὕμνους πρὸς τὸν Θεόν. Τοὺς ἤκουον δὲ μὲ προσοχὴν οἱ φυλακισμένοι.

Πράξ. 16,26

ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη.

Σωτηρόπουλου

Καὶ αἰφνιδίως ἔγινε σεισμὸς μεγάλος, ὥστε σαλεύθηκαν τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς. Καὶ ἄνοιξαν ἀμέσως ὅλες οἱ πόρτες, καὶ ὅλων τὰ δεσμὰ λύθηκαν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔξαφνα ἔγινε μεγάλος σεισμός, ὥστε ἐσαλεύθησαν τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς· καὶ ἤνοιξαν κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν ὅλαι αἱ θύραι καὶ ὅλων τῶν φυλακισμένων αἱ ἁλύσεις, μὲ τὰς ὁποίας εἶχαν δεθῆ οὗτοι, ἐλύθησαν.

Κολιτσάρα

Καὶ αἴφνης ἔγινε μεγάλος σεισμός, ὥστε ἐκλονίσθησαν τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς. Ἀνοίχτηκαν δὲ ἀμέσως μόναι των ὅλαι αἱ θύραι καὶ ὅλων τῶν φυλακισμένων τὰ δεσμὰ ἔπεσαν.

Πράξ. 16,27

ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὁ δεσμοφύλακας ξύπνησε, καὶ ὅταν εἶδε τὶς πόρτες τῆς φυλακῆς ἀνοικτές, τράβηξε μαχαίρι καὶ ἦταν ἕτοιμος ν’ αὐτοκτονήσῃ, διότι νόμιζε, ὅτι οἱ φυλακισμένοι εἶχαν δραπετεύσει.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ἐξύπνησεν ὁ δεσμοφύλαξ καὶ εἶδεν ἀνοικτὰς τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, ἐτράβηξε τὴν μάχαιράν του καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ αὐτοκτονήση, ἐπειδὴ ἐνόμιζεν, ὅτι εἶχον δραπετεύσει οἱ φυλακισμένοι καὶ συνεπῶς θὰ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Ἐκ φιλοτιμίας λοιπὸν ἐθεώρησε προτιμότερον νὰ αὐτοκτονήσῃ, παρὰ νὰ θανατωθῇ μὲ τὸ στίγμα τῆς καταδίκης.

Κολιτσάρα

Καθὼς δὲ ἐξύπνησε ὁ δεσμοφύλαξ ἀπὸ τὸν σεισμὸν καὶ εἶδε ἀνοικτὰς τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, ἀνέσυρε μάχαιραν καὶ ἡτοιμάζετο νὰ αὐτοκτονήσῃ, διότι ἐνόμισεν ὅτι εἶχαν δραπετεύσει οἱ φυλακισμένοι.

Πράξ. 16,28

ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε.

Σωτηρόπουλου

Τότε ὁ Παῦλος φώναξε μὲ φωνὴ μεγάλη λέγοντας· «Μὴ κάνῃς κανένα κακὸ στὸν ἑαυτό σου. Διότι ὅλοι εἴμεθα ἐδῶ».

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ὁ Παῦλος ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνὴν καὶ εἶπε· Μὴ κάμῃς τίποτε κακὸν εἰς τὸν ἑαυτόν σου. Δὲν πρόκειται νὰ σοῦ ζητηθοῦν εὐθῦναι καὶ νὰ τιμωρηθῇς, διότι ὅλοι εἴμεθα ἐδῶ.

Κολιτσάρα

Ὁ Παῦλος ὅμως ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνὴν λέγων· «Μὴ κάμῃς κανένα κακὸν κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ σου· διότι ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ φυλακισμένοι εἴμεθα ἐδῶ».

Πράξ. 16,29

αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ,

Σωτηρόπουλου

Τότε ζήτησε φῶτα καὶ πήδησε μέσα (στὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς), καὶ τρομαγμένος ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα.

Τρεμπέλα

Κατόπιν δὲ τούτου ὁ δεσμοφύλαξ, ἀφοῦ ἐζήτησε φῶτα, ἐπήδησε μέσα εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ ἀντιληφθεὶς τὸ θαῦμα, σκεφθεὶς δὲ ὅτι εἶχε κακομεταχειρισθῇ τοὺς δούλους αὐτοὺς τοῦ Θεοῦ, κατελήφθη ἀπὸ τρόμον καὶ ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα,

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ ἐζήτησε φῶτα ὁ δεσμοφύλαξ, εἰσώρμησε εἰς τὴν φυλακὴν καὶ εἶδε, ὅπως τοῦ εἶχε πεὶ ὁ Παῦλος, ὅλους τοὺς φυλακισμένους ἐκεῖ, ἐκατάλαβε ἀμέσως τὸ θαῦμα, ἐκυριεύθηκε ἀπὸ τρόμον καὶ ἔπεσε εἰς τὰ πόδια τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα.

Πράξ. 16,30

καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;

Σωτηρόπουλου

Ὕστερα τοὺς ἔβγαλε ἔξω καὶ εἶπε· «Κύριοι, τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;».

Τρεμπέλα

καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλεν ἔξω εἰς τὴν αὐλὴν τῆς φυλακῆς, τοὺς εἶπε· Κύριοι, τί πρέπει νὰ κάμω διὰ νὰ ἐπιτύχω καὶ ἐγὼ τὴν σωτηρίαν, τὴν ὁποίαν κηρύττετε;

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ βαθὺ κελλί, εἰς τὴν αὐλὴν τῆς φυλακῆς, τοὺς εἶπε· «Κύριοι, τί πρέπει νὰ κάμω, διὰ νὰ εὔρῳ καὶ ἐγὼ τὴν σωτηρίαν;»

Πράξ. 16,31

οἱ δὲ εἶπον· πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου.

Σωτηρόπουλου

Καὶ αὐτοὶ εἶπαν· «Πίστευσε στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, καὶ θὰ σωθῇς ἐσὺ καὶ ἡ οἰκογένειά σου».

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ δὲ εἶπον· Πίστευσε εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ὡς μόνον Λυτρωτὴν καὶ ὡς ὑπέρτατον Κύριον, καὶ θὰ σωθῇς καὶ σὺ καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά σου.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν· «Πίστευσε σὺ εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ θὰ σωθῇς σὺ καὶ ὅλο σου τὸ σπίτι».

Πράξ. 16,32

καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ κήρυξαν σ’ αὐτὸν καὶ σ’ ὅλους, ὅσοι ἦταν στὸ σπίτι του, τὸ λόγο τοῦ Κυρίου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀνέπτυξαν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς ὅλους, ὅσοι ἦσαν εἰς τὴν οἰκίαν του τὰς θεμελιώδεις ἀληθείας τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐκήρυξαν εἰς αὐτὸν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ εἰς ὅλους ὅσοι ἦσαν εἰς τὸ σπίτι του.

Πράξ. 16,33

καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα,

Σωτηρόπουλου

Καὶ τοὺς πῆρε τὴν ὥρα ἐκείνη τῆς νύκτας καὶ τοὺς ἔλουσε, γιὰ νὰ καθαρισθοῦν ἀπὸ τὰ αἵματα τῶν πληγῶν. Καὶ ἀμέσως βαπτίσθηκε αὐτὸς καὶ ὅλοι οἱ δικοί του.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἐπῆρε μαζί του κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν τῆς νυκτός, τοὺς ἔλουσεν ἀπὸ τὰ αἵματα, ποὺ εἶχαν τρέξει ἀπὸ τὰ τραύματα τῶν ραβδισμῶν, καὶ ἀμέσως ἐβαπτίσθη καὶ αὐτὸς καὶ ὅλοι οἱ ἰδικοί του.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἐπῆρε ἐκείνην τὴν ὥραν τῆς νυκτός, τοὺς ἔλουσε ἀπὸ τὰ αἵματα τῶν πληγῶν των. Καὶ ἀμέσως ἐβαπτίσθηκε αὐτὸς καὶ ὅλοι οἱ δικοί του.

Πράξ. 16,34

ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιᾶτο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ τοὺς ἀνέβασε στὸ σπίτι του καὶ παρέθεσε τράπεζα καὶ εὐφράνθηκε μαζὶ μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά του, διότι πίστευσε στὸ Θεό.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἀνέβασεν εἰς τὸ σπίτι του, ἑτοίμασε τράπεζαν καὶ ἐδοκίμασε μεγάλην χαρὰν μαζὶ μὲ ὅλην τὴν οἰκογένειάν του, αἰτία δὲ τῆς χαρᾶς του αὐτῆς ἦτο, ἐπειδὴ εἶχε πιστεύσει εἰς τὸν Θεόν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἀνέβασε εἰς τὸ σπίτι του, παρέθεσε τράπεζαν φαγητῶν καὶ ἐδοκίμασε μεγάλην χαρὰν μαζῆ μὲ ὅλην τὴν οἰκογένειάν του, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶχε πιστεύσει εἰς τὸν Θεόν.

Πράξ. 16,35

Ἡμέρας δὲ γενομένης ἀπέστειλαν οἱ στρατηγοὶ τοὺς ῥαβδούχους λέγοντες· ἀπόλυσον τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ξημέρωσε, οὶ στρατηγοὶ ἔστειλαν τοὺς ραβδούχους καὶ εἶπαν (στὸ δεσμοφύλακα)· «Ἀπόλυσε τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους».

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἐξημέρωσεν, ἀπέστειλαν οἱ στρατηγοὶ τοὺς ὑπασπιστάς των καὶ ραβδούχους εἰς τὸν δεσμοφύλακα καὶ εἶπαν· Ἀπόλυσε ἀπὸ τὴν φυλακὴν τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ ἔγινε ἡμέρα, ἔστειλαν οἱ στρατηγοὶ τοὺς ραβδούχους εἰς τὸν δεσμοφύλακα καὶ εἶπαν· «Ἀπόλυσε ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν φυλακήν».

Πράξ. 16,36

ἀπήγγειλε δὲ ὁ δεσμοφύλαξ τοὺς λόγους τούτους πρὸς τὸν Παῦλον, ὅτι ἀπεστάλκασιν οἱ στρατηγοὶ ἵνα ἀπολυθῆτε. νῦν οὖν ἐξελθόντες πορεύεσθε ἐν εἰρήνῃ.

Σωτηρόπουλου

Ἀνέφερε δὲ ὁ δεσμοφύλακας αὐτοὺς τοὺς λόγους στὸν Παῦλο λέγοντας· «Οἱ στραγηγοὶ ἔστειλαν ἐντολὴ ν’ ἀπολυθῆτε. Τώρα λοιπὸν νὰ βγῆτε καὶ νὰ φύγετε ἥσυχοι».

Τρεμπέλα

Ἀνήγγειλε δὲ ὁ δεσμοφύλαξ τοὺς λόγους τούτους πρὸς τὸν Παῦλον καὶ τοῦ εἶπεν· ὅτι ἀπέστειλαν οἱ στρατηγοὶ ἀνθρώπους καὶ διέταξαν νὰ ἀφεθῆτε ἐλεύθεροι. Τώρα λοιπὸν ἐξέλθετε ἀπὸ τὴν φυλακὴν καὶ πηγαίνετε, ἂς εἶναι δὲ μαζί σας εἰρήνη.

Κολιτσάρα

Ἀνήγγειλε δὲ ὁ δεσμοφύλαξ αὐτοὺς τοὺς λόγους πρὸς τὸν Παῦλον, ὅτι δηλαδή, «Ἔστειλαν οἱ στρατηγοὶ καὶ μὲ διέταξαν νὰ ἀποφυλακισθῆτε. Τώρα λοιπὸν ἐβγᾶτε ἀπὸ τὴν φυλακὴν καὶ πηγαίνετε εἰς τὸ καλό».

Πράξ. 16,37

ὁ δὲ Παῦλος ἔφη πρὸς αὐτούς· δείραντες ἡμᾶς δημοσίᾳ ἀκατακρίτους, ἀνθρώπους Ῥωμαίους ὑπάρχοντας, ἔβαλον εἰς φυλακήν· καὶ νῦν λάθρᾳ ἡμᾶς ἐκβάλλουσιν; οὐ γάρ, ἀλλὰ ἐλθόντες αὐτοὶ ἡμᾶς ἐξαγαγέτωσαν.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὁ Παῦλος εἶπε σ’ αὐτοὺς (τοὺς ραβδούχους)· «Μᾶς ἔδειραν δημοσίως, χωρὶς νὰ δικασθοῦμε, ἂν καὶ εἴμεθα Ρωμαῖοι πολῖτες, καὶ μᾶς ἔρριξαν στὴ φυλακή. Καὶ τώρα μᾶς βγάζουν ἀπ’ τὴ φυλακὴ λαθραῖα; Ὄχι βεβαίως! Ἀλλὰ νὰ ἔλθουν νὰ μᾶς βγάλουν οἱ ἴδιοι».

Τρεμπέλα

Ὁ Παῦλος ὅμως εἶπε διὰ τοῦ δεσμοφύλακος πρὸς τοὺς ραβδούχους· Ἀφοῦ μᾶς ἔδειραν οἱ στρατηγοί σας δημοσίᾳ, χωρὶς νὰ μᾶς περάσουν ἀπὸ δίκην, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα Ρωμαῖοι πολῖται, μᾶς ἔρριψαν εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ τώρα μᾶς βγάζουν ἀπὸ τὴν φυλακὴν λαθραίως. Ὄχι βέβαια, δὲν θὰ βγοῦμε διόλου ἀπ’ ἐδῶ. Ἀλλ’ ἂς ἔλθουν αὐτοπροσώπως οἱ ἴδιοι καὶ ἂς μᾶς βγάλουν αὐτοί.

Κολιτσάρα

Ὁ Παῦλος ὅμως εἶπε εἰς τοὺς ραβδούχους· «Ἀφοῦ μᾶς ἔδειραν οἱ στρατηγοί σας δημοσίᾳ, χωρὶς προηγουμένως νὰ μᾶς δικάσουν, ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι εἴμεθα Ρωμαῖοι πολῖται, μᾶς ἔβαλαν εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ τώρα μᾶς ἀποφυλακίζουν κρυφά; Λοιπὸν δὲν θὰ βγοῦμε μόνοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθουν ἐδῶ οἱ στρατηγοὶ νὰ μᾶς βγάλουν καὶ νὰ μᾶς συνοδεύσουν οἱ ἴδιοι ἔξω ἀπὸ τὴν φυλακήν».

Πράξ. 16,38

ἀνήγγειλαν δὲ τοῖς στρατηγοῖς οἱ ῥαβδοῦχοι τὰ ῥήματα ταῦτα· καὶ ἐφοβήθησαν ἀκούσαντες ὅτι Ῥωμαῖοί εἰσι,

Σωτηρόπουλου

Ἀνέφεραν δὲ οἱ ραβδοῦχοι αὐτὰ τὰ λόγια στοὺς στρατηγοὺς. Καὶ φοβήθηκαν ὅταν ἄκουσαν, ὅτι εἶναι Ρωμαῖοι πολῖτες.

Τρεμπέλα

Ἀνήγγειλαν δὲ οἱ ραβδοῦχοι τοὺς λόγους τούτους εἰς τοὺς στρατηγούς. Καὶ ἐφοβήθησαν οἱ στρατηγοί, ὅταν ἤκουσαν, ὅτι ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας ἦσαν Ρωμαῖοι. Ἐφοβήθησαν δέ, διότι ἐπεβάλλοντο βαρύταται ποιναὶ εἰς πάντα, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκακομεταχειρίζετο Ρωμαῖον πολίτην.

Κολιτσάρα

Ἐγνωστοποίησαν δὲ οἱ ραβδοῦχοι εἰς τοὺς στρατηγοὺς αὐτὰ τὰ λόγια. Καὶ ἐκεῖνοι, ὅταν ἤκουσαν ὅτι οἱ δύο Ἀπόστολοι εἶναι Ρωμαῖοι πολῖται, ἐφοβήθησαν διὰ τὴν ἄδικον καὶ ἀδικαιολόγητον ποινήν, ποὺ τοὺς εἶχαν ἐπιβάλει.

Πράξ. 16,39

καὶ ἐλθόντες παρεκάλεσαν αὐτούς, καὶ ἐξαγαγόντες ἠρώτων ἐξελθεῖν τῆς πόλεως.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἦλθαν καὶ τοὺς καλόπιασαν, καὶ, ἀφοῦ τοὺς ἐλευθέρωσαν, τοὺς παρακαλοῦσαν ν’ ἀναχωρήσουν ἀπ’ τὴν πόλι,

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἦλθον ἐκεῖ οἱ στρατηγοί, τοὺς παρεκάλεσαν νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν φυλακήν. Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλαν, τοὺς παρεκάλουν νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὴν πόλιν.

Κολιτσάρα

Καὶ λοιπόν, ἐλθόντες τοὺς παρεκάλεσαν νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν φυλακήν. Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλαν, τοὺς παρακαλοῦσαν νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὴν πόλιν.

Πράξ. 16,40

ἐξελθόντες δὲ ἐκ τῆς φυλακῆς εἰσῆλθον πρὸς τὴν Λυδίαν, καὶ ἰδόντες τοὺς ἀδελφοὺς παρεκάλεσαν αὐτοὺς καὶ ἐξῆλθον.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐκεῖνοι, ἀφοῦ βγῆκαν ἀπ’ τὴ φυλακή, πῆγαν στὸ σπίτι τῆς Λυδίας. Καὶ εἶδαν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς ἐνθάρρυναν, καὶ ἔπειτα ἀναχώρησαν.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ οἱ δύο ἀπόστολοι ἐξῆλθον ἀπὸ τὴν φυλακήν, ἐμβῆκαν εἰς τὴν οἰκίαν τῆς Λυδίας καὶ ἀφοῦ εἶδον τοὺς ἀδελφούς, τοὺς προέτρεψαν νὰ μένουν σταθεροὶ εἰς τὸ εὐαγγέλιον καὶ ἀνεχώρησαν.

Κολιτσάρα

Ὅταν ὅμως οἱ Ἀπόστολοι ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν φυλακήν, ἐπήγαν εἰς τὸ σπίτι τῆς Λυδίας. Καὶ ἀφοῦ εἶδαν ἐκεῖ ὅλους τοὺς ἀδελφούς, τοὺς παρηγόρησαν καὶ τοὺς ἐνίσχυσαν νὰ μείνουν πιστοὶ εἰς τὸ Εὐαγγέλιον. Κατόπιν δὲ ἀνεχώρησαν.