Πράξεις Ἀποστόλων 23

Πράξ. 23,1

Ἀτενίσας δὲ ὁ Παῦλος τῷ συνεδρίῳ εἶπεν· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ πάσῃ συνειδήσει ἀγαθῇ πεπολίτευμαι τῷ Θεῷ ἄχρι ταύτης τῆς ἡμέρας.

Σωτηρόπουλου

Ἀτενίζοντας δὲ ὁ Παῦλος τὸ συνέδριο εἶπε· «Ἄνδρες ἀδελφοὶ! Ἐγὼ μέχρι τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἔχω πολιτευθῆ ἀπέναντι στὸ Θεὸ μὲ ἀγαθὴ συνείδησι σὲ ὅλα».

Τρεμπέλα

Ὁ Παῦλος δέ, ἀφοῦ προσήλωσε τὸ βλέμμά του εἰς τὸ συνέδριον, εἶπεν· Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ ἔχω πολιτευθῇ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης, χωρὶς νὰ μὲ τύπτῃ εἰς τίποτε ἡ συνείδησίς μου, ἀλλὰ τουναντίον ἔχω τὴν μαρτυρίαν τῆς ἐξ ὁλοκλήρου ἀγαθήν.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Παῦλος, ἀφοῦ προσήλωσε τὸ βλέμμα εἰς τὸ συνέδριον, εἶπε· «Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ ἔχω πολιτευθῇ ἀπένεντι τοῦ Θεοῦ μὲ καθαρὰν συνείδησιν ἕως τὴν ἡμέραν αὐτήν».

Πράξ. 23,2

ὁ δὲ ἀρχιερεὺς Ἀνανίας ἐπέταξε τοῖς παρεστῶσιν αὐτῷ τύπτειν αὐτοῦ τὸ στόμα.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὁ ἀρχιερεὺς Ἀνανίας διέταξε τοὺς εὑρισκομένους πλησίον του νὰ κτυπήσουν τὸ στόμα του.

Τρεμπέλα

Ὁ ἀρχιερεὺς Ἀνανίας ὅμως διέταξε τότε τοὺς ὑπηρέτας, ποὺ ἐστέκοντο πλησίον τοῦ Παύλου, νὰ τοῦ κτυπήσουν τὸ στόμα, ἴσως διότι ἔλαβε τὸν λόγον μόνος του.

Κολιτσάρα

Ἀλλ’ ὁ ἀρχιερεὺς Ἀνανίας διέταξε τοὺς ὑπηρέτας, ποὺ ἐστέκοντο κοντὰ εἰς τὸν Παῦλον, νὰ τοῦ κτυπήσουν τὸ στόμα.

Πράξ. 23,3

τότε ὁ Παῦλος πρὸς αὐτὸν εἶπε· τύπτειν σε μέλλει ὁ Θεός, τοῖχε κεκονιαμένε· καὶ σὺ κάθῃ κρίνων με κατὰ τὸν νόμον, καὶ παρανομῶν κελεύεις με τύπτεσθαι!

Σωτηρόπουλου

Τότε ὁ Παῦλος τοῦ εἶπε· «Θὰ σὲ κτυπήσῃ ὁ Θεός, τοῖχε ἀσβεστωμένε! Ἐνῷ σὺ κάθεσαι στὴ δικαστικὴ ἕδρα γιὰ νὰ μὲ κρίνῃς συμφώνως πρὸς τὸ νόμο, ἐν τοὺτοις παρανομώντας διατάσσεις νὰ κτυπηθῶ!».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Παῦλος τοῦ εἶπε· Θὰ σὲ πατάξῃ ὁ Θεός, τοῖχε ἀσβεστωμένε, ποὺ ἀπ’ ἔξω φαίνεσαι λευκός, εἰς τὸ βάθος σου δὲ κρύπτεις τὴν ἀδικίαν. Καὶ σὺ κάθεσαι νὰ μὲ κρίνῃς σύμφωνα μὲ τὸν νόμον; Καὶ παραβαίνων σὺ ὁ κριτὴς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος παραγγέλλει νὰ ἀπολογῆται ἐλεύθερα καὶ ἀνεμπόδιστα κάθε κατηγορούμενος, διατάσσεις νὰ μὲ κτυπήσουν διὰ νὰ βουλώσῃς τὸ στόμα μου κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀπολογίας μου;

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Παῦλος εἶπε· «Θὰ σὲ κτυπήσῃ καὶ σὲ ὁ Θεός, τοῖχε ἀσβεστωμένε· καὶ σὺ κάθεσαι νὰ μὲ κρίνῃς σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ αὐτὸν τὸν νόμον (ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον ν’ ἀπολογῆται ἐλεύθερα καὶ δὲν ἐπιτρέπει νὰ τὸν κτυποῦν) τὸν καταπατεῖς, μὲ τὸ νὰ διατάσσῃς νὰ μὲ κτυπήσουν».

Πράξ. 23,4

οἱ δὲ παρεστῶτες εἶπον· τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ λοιδορεῖς;

Σωτηρόπουλου

Οἱ παριστάμενοι εἶπαν τότε· «Τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ ὑβρίζεις;».

Τρεμπέλα

Οἱ παριστάμενοι δὲ εἶπον· Τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ ὑβρίζεις;

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ δέ, ποὺ ἐστέκοντο κοντὰ εἰς τὸν Παῦλον, εἶπαν· «Τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ ὑβρίζεις;»

Πράξ. 23,5

ἔφη τε ὁ Παῦλος· οὐκ ᾔδειν, ἀδελφοί, ὅτι ἐστὶν ἀρχιερεύς· γέγραπται γάρ· ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου οὐκ ἐρεῖς κακῶς.

Σωτηρόπουλου

Εἶπε δὲ ὁ Παῦλος· «Δὲν ἤξερα, ἀδελφοὶ, ὅτι εἶναι ἀρχιερεύς». Ἂς σημειωθῇ, ὅτι εἶναι γραμμένο. Ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου νὰ μὴ κακολογήσῃς.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἔτη πολλὰ ἔλειπεν ἐξ Ἱεροσολύμων καὶ δὲν ἐγνώριζε προσωπικῶς τὸν ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἦτο εὐδιάκριτος, διότι προήδρευε τῆς συνεδρίας ὁ χιλίαρχος. Δὲν ἐγνώριζα, ἀδελφοί, ὅτι εἶναι ἀρχιερεύς. Ἄλλως δὲν θὰ ἔλεγον αὐτό, ποὺ εἶπα, διότι ἔχει γραφῇ εἰς τὸ βιβλίον τῆς Ἐξόδου: Δὲν θὰ κακολογήσῃς ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ Παῦλος εἶπε· «Δὲν ἐγνώριζα, ἀδελφοί, ὅτι εἶναι ἀρχιερεύς· διότι ἔχει γραφῆ: Δὲν θὰ εἴπῃς λόγια κακὰ καὶ ὑβριστικὰ ἐναντίον ἄρχοντος τοῦ λαοῦ σου».

Πράξ. 23,6

γνοὺς δὲ ὁ Παῦλος ὅτι τὸ ἓν μέρος ἐστὶ Σαδδουκαίων, τὸ δὲ ἕτερον Φαρισαίων, ἔκραξεν ἐν τῷ συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός εἰμι, υἱὸς Φαρισαίου· περὶ ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.

Σωτηρόπουλου

Ἐπειδὴ δὲ κατάλαβε ὁ Παῦλος, ὅτι τὸ ἕνα μέρος εἶναι Σαδδουκαῖοι καὶ τὸ ἄλλο Φαρισαῖοι, φώναξε δυνατὰ μέσα στὸ συνέδριο· «Ἄνδρες ἀδελφοί! Ἐγὼ εἶμαι Φαρισαῖος, υἱὸς Φαρισαίου. Ἐγὼ δικάζομαι, διότι ἐλπίζω σὲ ἀνάστασι νεκρῶν».

Τρεμπέλα

Ἐν τῷ μεταξὺ δέ, ὅταν ἀντελήφθη ὁ Παῦλος, ὅτι ἡ μία μερὶς τοῦ συνεδρίου ἀπετελεῖτο ἀπὸ Σαδδουκαίους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπίστευαν εἰς τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν, ἡ ἄλλη δὲ μερὶς ἀπετελεῖτο ἀπὸ Φαρισαίους, ἐφώναξε δυνατὰ ἐν μέσῳ τοῦ συνεδρίου: Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ εἶμαι Φαρισαῖος καὶ υἱὸς Φαρισαίου. Καὶ δικάζομαι σήμερον ἐγώ, ἐπειδὴ πιστεύω καὶ ἐλπίζω εἰς τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ ὁ Παῦλος ἀντελήφθη ὅτι ἕνα μέρος τοῦ συνεδρίου ἦσαν Σαδδουκαῖοι, τὸ δὲ ἄλλο Φαρισαῖοι, ἐφώναξε δυνατά· «Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ εἶμαι Φαρισαῖος, υἱὸς Φαρισαίου καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐγὼ δικάζομαι, ἐπειδὴ πιστεύω καὶ ἐλπίζω εἰς τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν».

Πράξ. 23,7

τοῦτο δὲ αὐτοῦ λαλήσαντος ἐγένετο στάσις τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίων, καὶ ἐσχίσθη τὸ πλῆθος.

Σωτηρόπουλου

Μόλις δὲ εἶπε αὐτὸ, ἔγινε φιλονικία μεταξὺ τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίων καὶ διχάσθηκε τὸ πλῆθος (τῶν συνέδρων).

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ εἶπε τοῦτο ὁ Παῦλος, ἔγινε φιλονεικία μεταξὺ τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίων καὶ ἐδιχάσθη τὸ πλῆθος τῶν μελῶν τοῦ συνεδρίου.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ εἶπε αὐτὸ ὁ Παῦλος, ἔγινε ζωηρὰ φιλονεικία μεταξὺ τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίων καὶ ἐδιχάσθησαν μεταξύ των οἱ σύνεδροι.

Πράξ. 23,8

Σαδδουκαῖοι μὲν γὰρ λέγουσι μὴ εἶναι ἀνάστασιν μήτε ἄγγελον μήτε πνεῦμα, Φαρισαῖοι δὲ ὁμολογοῦσι τὰ ἀμφότερα.

Σωτηρόπουλου

Διότι οἱ μὲν Σαδδουκαῖοι λέγουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάστασι, οὔτε ἄγγελος, οὔτε πνεῦμα (ψυχή), οἱ δὲ Φαρισαῖοι παραδέχονται καὶ τὰ δύο (τὴν ἀνάστασι δηλαδὴ, καὶ τὴν ὕπαρξι ἀγγελικῶν καὶ ἀνθρωπίνων πνευμάτων).

Τρεμπέλα

Ἐδιχάσθη δὲ τὸ πλῆθος, διότι οἱ μὲν Σαδδουκαῖοι λέγουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάστασις, οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἀσώματος ψυχή, ἐπειδὴ ὑπεστήριζαν οὗτοι, ὅτι αἱ ψυχαὶ των ἀποθνησκόντων διαλύονται μετὰ τοῦ σώματος. Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως ὁμολογοῦν καὶ τὰ δύο, καὶ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν δηλαδὴ καὶ τὴν ὕπαρξιν πνευμάτων.

Κολιτσάρα

Διότι οἱ μὲν Σαδδουκαῖοι λέγουν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάστασις οὔτε ἄγγελος οὔτε ψυχὴ ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα. Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ὁμολογοῦν καὶ τὰ δύο, καὶ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν καὶ τὴν ὕπαρξιν ἀγγέλων καὶ ψυχῶν.

Πράξ. 23,9

ἐγένετο δὲ κραυγὴ μεγάλη, καὶ ἀναστάντες οἱ γραμματεῖς τοῦ μέρους τῶν Φαρισαίων διεμάχοντο λέγοντες· οὐδὲν κακὸν εὑρίσκομεν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ· εἰ δὲ πνεῦμα ἐλάλησεν αὐτῷ ἢ ἄγγελος, μὴ θεομαχῶμεν.

Σωτηρόπουλου

Κραύγαζαν δὲ μὲ κραυγὴ μεγάλη. Καὶ οἱ γραμματεῖς (οἱ νομοδιδάσκαλοι), ποὺ ἀνῆκαν στὴν παράταξι τῶν Φαρισαίων, σηκώθηκαν καὶ λογομαχοῦσαν μὲ πάθος καὶ ἔλεγαν· «Κανένα κακὸ δὲν βρίσκουμε σ’ αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἐὰν δὲ τοῦ μίλησε πνεῦμα (ἀνθρώπου) ἢ ἄγγελος, ἂς μὴ θεομαχοῦμε».

Τρεμπέλα

Ἔγινε δὲ λόγῳ τῆς φιλονεικίας των μεγάλη κραυγή, καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθησαν οἱ γραμματεῖς οἱ ἀνήκοντες εἱς τὴν μερίδα τῶν Φαρισαίων, συνεζήτουν μὲ θυμὸν καὶ ἔλεγαν: Δὲν εὑρίσκομεν κανὲν κακὸν εἰς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον. Ἐὰν δὲ πνεῦμα ἢ ἄγγελος ὡμίλησεν εἰς αὐτόν, ἂς μὴ μαχώμεθα κατὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔκαμε τὴν ἀποκάλυψιν αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ἔγινε δὲ μεγάλη κραυγὴ καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθηκαν οἱ γραμματεῖς τῆς παρατάξεως τῶν Φαρισαίων, ἐλογομαχοῦσαν μὲ θυμὸν καὶ ἔλεγαν· «Τίποτε τὸ κακὸν δὲν εὑρίσκομεν εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν· ἐὰν δὲ πνεῦμα ἡ ἄγγελος ὡμίλησε καὶ ἔκαμε ἀποκαλύψεις εἰς αὐτόν, ἂς μὴ μαχώμεθα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ».

Πράξ. 23,10

πολλῆς δὲ γενομένης στάσεως εὐλαβηθεὶς ὁ χιλίαρχος μὴ διασπασθῇ ὁ Παῦλος ὑπ’ αὐτῶν, ἐκέλευσε τὸ στράτευμα καταβῆναι καὶ ἁρπάσαι αὐτὸν ἐκ μέσου αὐτῶν ἄγειν τε εἰς τὴν παρεμβολήν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐπειδὴ ἔγινε μεγάλη διαμάχη, ὁ χιλίαρχος φοβήθηκε μήπως κάνουν κομμάτια τὸν Παῦλο καὶ διέταξε τοὺς στρατιῶτες νὰ κατεβοῦν καὶ νὰ τὸν ἁρπάξουν ἀπὸ ἀνάμεσά τους καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸ στρατόπεδο.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ ἔγινε μεγάλη φιλονεικία, ὁ χιλίαρχος ἐφοβήθη, μήπως ὁ Παῦλος κομματιασθῇ ἀπὸ αὐτούς, καὶ διέταξε νὰ καταβῇ τὸ στράτευμα καὶ νὰ τὸν ἁρπάσῃ ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸ στρατόπεδον.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ ἔγινε ἔντονος ἀντίθεσις καὶ μεγάλη φιλονεικία, ἐφοβήθηκε ὁ χιλίαρχος, μήπως καὶ ξεσχισθῇ ἀπὸ αὐτοὺς ὁ Παῦλος, διέταξε νὰ κατεβοῦν οἱ στρατιῶται καὶ νὰ ἁρπάξουν τὸν Παῦλον ἐκ μέσου τῶν συνέδρων καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν εἰς τὸ στρατόπεδον.

Πράξ. 23,11

Τῇ δὲ ἐπιούσῃ νυκτὶ ἐπιστὰς αὐτῷ ὁ Κύριος εἶπε· θάρσει, Παῦλε· ὡς γὰρ διεμαρτύρω τὰ περὶ ἐμοῦ εἰς Ἱερουσαλήμ, οὕτω σε δεῖ καὶ εἰς Ῥώμην μαρτυρῆσαι.

Σωτηρόπουλου

Κατὰ τὴν ἐπελθοῦσα δὲ νύκτα παρουσιάσθηκε σ’ αὐτὸν ὁ Κύριος καὶ εἶπε· «Ἔχε θάρρος, Παῦλε! Ὅπως δὲ ἔδωσες μαρτυρία γιὰ μένα στὴν Ἱερουσαλήμ, ἔτσι πρόκειται νὰ δώσῃς μαρτυρία καὶ στὴ Ρώμη».

Τρεμπέλα

Τὴν ἑπομένην δὲ νύκτα ἐνεφανίσθη ἔξαφνα εἰς τὸν Παῦλον ὁ Κύριος Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἔχε θάρρος, Παῦλε, διότι ὅπως ἑμαρτύρησες τὴν περὶ ἐμοῦ ἀλήθειαν καὶ ὁμολογίαν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἔτσι σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιον τῆς θείας βουλῆς πρέπει νὰ μαρτυρήσῃς καὶ εἰς τὴν Ρώμην. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ πάθῃς ἐδῶ τίποτε, ἄλλα θὰ σὲ φυλάξω σῷον διὰ νὰ μεταβῇς καὶ εἰς τὴν Ρώμην.

Κολιτσάρα

Κατὰ δὲ τὴν ἑπομένην νύκτα παρουσιάσθηκε ἔξαφνα εἰς τὸν Παῦλον ὁ Κύριος καὶ εἶπε· «Ἔχε θάρρος, Παῦλε· διότι, ὅπως μὲ παρρησίαν ἐμαρτύρησες καὶ ἐκήρυξες τὴν ἀλήθειαν περὶ ἐμοῦ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἔτσι σύμφωνα μὲ τὸ θεῖον σχέδιον θὰ κηρύξῃς καὶ εἰς τὴν Ρώμην».

Πράξ. 23,12

Γενομένης δὲ ἡμέρας ποιήσαντές τινες τῶν Ἰουδαίων συστροφὴν ἀνεθεμάτισαν ἑαυτούς, λέγοντες μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ἀποκτείνωσι τὸν Παῦλον.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ξημέρωσε, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους συγκεντρώθηκαν μὲ ἐμπάθεια καὶ ὡρκίσθηκαν γιὰ τοὺς ἑαυτούς των λέγοντας νὰ μὴ φάγουν καὶ νὰ μὴ πιοῦν, ἕως ὅτου σκοτώσουν τὸν Παῦλο.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἔγινεν ἡμέρα, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔκαμαν συνωμοσίαν καὶ ὡρκίσθησαν νὰ εἶναι ἀναθεματισμένοι καὶ κατηραμένοι εἰς ὅλεθρον ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐὰν θὰ ἔτρωγαν ἢ θὰ ἔπιναν, ἕως ὅτου φονεύσουν τὸν Παῦλον.

Κολιτσάρα

Ὁταν δὲ ἔγινε ἡμέρα, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἐμαζεύτηκαν καὶ ἔκαμαν συνωμοσίαν, ὡρκίσθησαν καὶ ἀναθεμάτισαν τὸν ἑαυτόν τους λέγοντες, νὰ μὴ φάγουν καὶ νὰ μὴ πίουν, ἕως ὅτου φονεύσουν τὸν Παῦλον.

Πράξ. 23,13

ἦσαν δὲ πλείους τεσσαράκοντα οἱ ταύτην τὴν συνωμοσίαν πεποιηκότες·

Σωτηρόπουλου

Ἦσαν δὲ περισσότεροι ἀπὸ σαράντα αὐτοὶ ποὺ ἔκαναν αὐτὸ τὸν ὅρκο ἀπὸ κοινοῦ.

Τρεμπέλα

Ἦσαν δὲ περισσότεροι ἀπὸ τεσσαράκοντα αὐτοί, ποὺ εἶχον κάμει τὴν συνωμοσίαν καὶ τὸν ὅρκον αὐτόν.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ δὲ ποὺ ἔκαμαν τὴν συνωμοσίαν ἦσαν περισσότεροι ἀπὸ σαράντα.

Πράξ. 23,14

οἵτινες προσελθόντες τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς πρεσβυτέροις εἶπον· ἀναθέματι ἀνεθεματίσαμεν ἑαυτοὺς μηδενὸς γεύσασθαι ἕως οὗ ἀποκτείνωμεν τὸν Παῦλον.

Σωτηρόπουλου

Καὶ πῆγαν στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς πρεσβυτέρους καὶ εἶπαν· «Κάναμε αὐστηρὸ ὅρκο γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας νὰ μὴ βάλωμε τίποτε στὸ στόμα μας, ἕως ὅτου σκοτώσουμε τὸν Παῦλο.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ πρόσηλθον εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ εἰς τοὺς πρεσβυτέρους καὶ εἶπον· Ἀναθεματίσαμεν μὲ φοβερὸν ἀνάθεμα τοὺς ἑαυτούς μας νὰ μὴ βάλωμεν εἰς τὸ στόμα μας τίποτε, ἕως ὅτου φονεύσωμεν τὸν Παῦλον.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ λοιπὸν προσῆλθαν εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους καὶ εἶπαν· «Ἀναθεματίσαμεν μὲ φοβερὸν ἀνάθεμα τοὺς εὐτούς μας, νὰ μὴ γευθοῦμε τίποτε ἕως ὅτου φονεύσωμεν τὸν Παῦλον.

Πράξ. 23,15

νῦν οὖν ὑμεῖς ἐμφανίσατε τῷ χιλιάρχῳ σὺν τῷ συνεδρίῳ, ὅπως αὔριον αὐτὸν καταγάγῃ πρὸς ὑμᾶς, ὡς μέλλοντας διαγινώσκειν ἀκριβέστερον τὰ περὶ αὐτοῦ· ἡμεῖς δὲ πρὸ τοῦ ἐγγίσαι αὐτὸν ἕτοιμοί ἐσμεν τοῦ ἀνελεῖν αὐτόν.

Σωτηρόπουλου

Τώρα λοιπὸν ἐσεῖς μαζὶ μὲ τὸ συνέδριο προβῆτε σὲ παράστασι ἐνώπιον τοῦ χιλιάρχου, γιὰ νὰ τὸν κατεβάσῃ αὔριο σ’ ἐσᾶς, μὲ τὴν πρόφασι νὰ ἐξετάσετε καὶ μάθετε ἀκριβέστερα τὴν ὑπόθεσί του. Ἐμεῖς δὲ, προτοῦ αὐτὸς φθάσῃ, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸν σκοτώσωμε».

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπὸν σεῖς μετὰ τοῦ Συνεδρίου δηλώσατε εἰς τὸν χιλίαρχον νὰ κατεβάσῃ αὕριον ἐνώπιόν σας τὸν Παῦλον μὲ τὴν πρόφασιν, ὅτι μέλλετε νὰ ἐξετάσετε καὶ νὰ μάθετε μὲ περισσοτέραν ἀκρίβειαν τὴν ὑπόθεσίν του. Ἡμεῖς δέ, προτοῦ νὰ πλησιάσῃ αὐτὸς εἰς τὸν τόπον τῆς συνεδριάσεως, εἴμεθα ἕτοιμοι διὰ νὰ τὸν φονεύσωμεν.

Κολιτσάρα

Τώρα λοιπὸν σεῖς μαζῆ μὲ τὸ συνέδριον δηλώσατε εἰς τὸν χιλίαρχον, νὰ κατεβάσῃ αὔριον τὸν Παῦλον εἰς σᾶς, διότι τάχα πρόκειται νὰ μάθετε μὲ μεγαλυτέραν ἀκρίβειαν τὰ περὶ αὐτοῦ. Ἡμεῖς δὲ προτοῦ νὰ πλησιάσῃ αὐτὸς εἰς τὸ συνέδριον, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸν φονεύσωμεν».

Πράξ. 23,16

ἀκούσας δὲ ὁ υἱὸς τῆς ἀδελφῆς Παύλου τὸ ἔνεδρον, παραγενόμενος καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν παρεμβολὴν ἀπήγγειλε τῷ Παύλῳ.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὁ υἱὸς τῆς ἀδελφῆς τοῦ Παύλου ἄκουσε γιὰ τὴν ἐνέδρα. Καὶ πῆγε καὶ μπῆκε στὸ στρατόπεδο καὶ εἰδοποίησε τὸν Παῦλο.

Τρεμπέλα

Κατὰ θείαν ὅμως οἰκονομίαν ἤκουσεν ὁ υἱὸς τῆς ἀδελφῆς τοῦ Παύλου τὴν ἐνέδραν. Ἦλθε λοιπὸν καὶ ἀφοῦ ἐμβῆκεν εἰς τὸ στρατόπεδον, ἀνήγγειλεν εἰς τὸν Παῦλον τὰ περὶ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ υἱὸς ὅμως τῆς ἀδελφῆς τοῦ Παύλου ἤκουσε τὴν σχεδιαζομένην ἐνέδραν, ἔφθασε καὶ εἰσῆλθε εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐγνωστοποίησε εἰς τὸν Παῦλον αὐτά, ποὺ εἶχε ἀκούσει.

Πράξ. 23,17

προσκαλεσάμενος δὲ ὁ Παῦλος ἕνα τῶν ἑκατοντάρχων ἔφη· τὸν νεανίαν τοῦτον ἀπάγαγε πρὸς τὸν χιλίαρχον· ἔχει γάρ τι ἀπαγγεῖλαι αὐτῷ.

Σωτηρόπουλου

Τότε ὁ Παῦλος κάλεσε ἕνα ἀπὸ τοὺς ἑκατοντάρχους καὶ εἶπε· «Ὁδήγησε αὐτὸ τὸ νέο στὸ χιλίαρχο, διότι ἔχει κάτι νὰ τοῦ εἰπῇ».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Παῦλος, ἀφοῦ προσεκάλεσεν ἕνα ἀπὸ τοὺς ἑκατοντάρχους, εἶπεν· Ὁδήγησε τὸν νέον αὐτὸν εἰς τὸν χιλίαρχον, διότι ἔχει κάτι νὰ τοῦ ἀναγγείλῃ.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Παῦλος ἐκάλεσε ἕνα ἀπὸ τοὺς ἑκατοντάρχους καὶ εἶπε· «Αὐτὸν τὸν νέον ὁδήγησέ τον εἰς τὸν χιλίαρχον, διότι κάτι ἔχει νὰ τοῦ ἀναγγείλῃ».

Πράξ. 23,18

ὁ μὲν οὖν παραλαβὼν αὐτὸν ἤγαγε πρὸς τὸν χιλίαρχον καί φησιν· ὁ δέσμιος Παῦλος προσκαλεσάμενός με ἠρώτησε τοῦτον τὸν νεανίαν ἀγαγεῖν πρός σε, ἔχοντά τι λαλῆσαί σοι.

Σωτηρόπουλου

Ἐκεῖνος δὲ τὸν πῆρε καὶ τὸν ὡδήγησε στὸ χιλίαρχο, καὶ εἶπε· «Ὁ κρατούμενος Παῦλος μὲ κάλεσε καὶ μὲ παρακάλεσε νὰ φέρω σὲ σένα αὐτὸ τὸ νέο, ποὺ ἔχει κάτι νὰ σοῦ εἰπῇ».

Τρεμπέλα

Οὗτος λοιπόν, ἀφοῦ παρέλαβε τὸν νέον, ὡδήγησεν αὐτὸν εἰς τὸν χιλίαρχον καὶ εἶπεν· Ὁ φυλακισμένος Παῦλος μὲ προσεκάλεσε καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ ὁδηγήσω εἰς σὲ τὸν νέον αὐτόν, ποὺ ἔχει κάποιον μυστικὸν νὰ σοῦ εἴπῃ.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς λοιπὸν ἐπῆρε τὸν νέον, τὸν ὁδήγησε πρὸς τὸν χιλίαρχον καὶ εἶπε· «Ὁ Παῦλος, ὁ φυλακισμένος, μὲ ἐπροσκάλεσε καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ ὁδηγήσω εἰς σὲ αὐτὸν τὸν νέον, διότι κάτι ἔχει νὰ σοῦ πῇ».

Πράξ. 23,19

ἐπιλαβόμενος δὲ τῆς χειρὸς αὐτοῦ ὁ χιλίαρχος καὶ ἀναχωρήσας κατ’ ἰδίαν ἐπυνθάνετο, τί ἐστιν ὃ ἔχεις ἀπαγγεῖλαί μοι;

Σωτηρόπουλου

Ὁ χιλίαρχος δὲ τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ πῆγε σὲ ἰδιαίτερο μέρος καὶ τὸν ρώτησε· «Τί εἶναι αὐτὸ, ποὺ ἔχεις νὰ μοῦ εἰπῇς;».

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ὁ χιλίαρχος τὸν ἔπιασεν ἀπὸ τὸ χέρι του καὶ ἐπῆγεν εἰς ἰδιαίτερον μέρος, ἠρώτησε: Τί εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ ἔχεις νὰ μοῦ ἀναγγείλῃς;

Κολιτσάρα

Τὸν ἔπιασε τότε ἀπὸ τὸ χέρι ὁ χιλίαρχος, ἐπῆγε εἰς ἕνα ἰδιαίτερον μέρος καὶ τὸν ἠρώτησε· «Ποιὸ εἶναι αὐτό, ποὺ ἔχεις νὰ μοῦ ἀναγγείλῃς;»

Πράξ. 23,20

εἶπε δὲ ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι συνέθεντο τοῦ ἐρωτῆσαί σε ὅπως αὔριον εἰς τὸ συνέδριον καταγάγῃς τὸν Παῦλον, ὡς μελλόντων τι ἀκριβέστερον πυνθάνεσθαι περὶ αὐτοῦ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ εἶπε· «Οἱ Ἰουδαῖοι συμφώνησαν νὰ σὲ παρακαλέσουν νὰ κατεβάσῃς αὔριο στὸ συνέδριο τὸν Παῦλο, διὸτι δῆθεν πρόκειται νὰ κάνουν ἀκριβέστερη ἐξέτασι γι’ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ὁ νέος, ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι συνεφώνησαν νὰ σὲ παρακαλέσουν, ὅπως κατεβάσῃς αὔριον τὸν Παῦλον εἰς τὸ συνέδριον μὲ τὴν πρόφασιν, ὅτι μέλλουν κάπως ἀκριβέστερον νὰ ἐξετάσουν καὶ νὰ μάθουν περὶ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ νέος· «Οἱ Ἰουδαῖοι συνεφώνησαν νὰ σὲ παρακαλέσουν νὰ κατεβάσῃς αὔριον τὸν Παῦλον εἰς τὸ συνέδριον, διότι τάχα πρόκειται νὰ ἐξετάσουν καὶ νὰ πληροφορηθοῦν ἀκριβέστερον τὰ περὶ αὐτοῦ.

Πράξ. 23,21

σὺ οὖν μὴ πεισθῇς αὐτοῖς· ἐνεδρεύουσι γὰρ αὐτὸν ἐξ αὐτῶν ἄνδρες πλείους τεσσαράκοντα, οἵτινες ἀνεθεμάτισαν ἑαυτοὺς μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ἀνέλωσιν αὐτόν, καὶ νῦν ἕτοιμοί εἰσι προσδεχόμενοι τὴν ἀπὸ σοῦ ἐπαγγελίαν.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλὰ σὺ νὰ μὴ πεισθῇς σ’ αὐτοὺς. Διότι περισσότεροι ἀπὸ σαράντα ἄνδρες ἀπ’ αὐτοὺς τοῦ στήνουν ἐνέδρα. Καὶ ὡρκίσθηκαν γιὰ τοὺς ἑαυτούς των νὰ μὴ φάγουν καὶ νὰ μὴ πιοῦν, ἕως ὅτου τὸν σκοτώσουν. Καὶ τώρα εἶναι ἕτοιμοι καὶ περιμένουν τὴν ἀναγγελία σου».

Τρεμπέλα

Σὺ λοιπὸν νὰ μὴ πεισθῇς εἰς αὐτούς. Διότι τοῦ κάνουν καρτέρι μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς, περισσότεροι ἀπὸ τεσσαράκοντα ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὡρκίσθησαν καὶ ἀναθεμάτισαν τοὺς ἑαυτούς των νὰ μὴ φάγουν, οὔτε νὰ πίουν τίποτε, ἕως ὅτου τὸν φονεύσουν. Καὶ τώρα εἶναι ἕτοιμοι καὶ περιμένουν νὰ τοὺς δώσῃς τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ τὸν κατεβάσῃς.

Κολιτσάρα

Σὺ ὅμως νὰ μὴ πεισθῇς εἰς αὐτούς. Διότι τοῦ στήνουν καρτέρι σαράντα καὶ πλέον ἄνδρες ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν ὅρκον καὶ ἀνάθεμα, νὰ μὴ φάγουν καὶ νὰ μὴ πίουν, ἕως ὅτου τὸν φονεύσουν. Καὶ τώρα εἶναι ἕτοιμοι, περιμένοντες τὴν ὑπόσχεσίν σου, νὰ ὁδηγήσῃς ἐκεῖ τὸν Παῦλον».

Πράξ. 23,22

ὁ μὲν οὖν χιλίαρχος ἀπέλυσε τὸν νεανίαν, παραγγείλας μηδενὶ ἐκλαλῆσαι ὅτι ταῦτα ἐνεφάνισας πρός με.

Σωτηρόπουλου

Ὁ χιλίαρχος τότε ἄφησε τὸ νέο νὰ φύγῃ, ἀφοῦ τοῦ ἐπέστησε τὴν προσοχὴ λέγοντας· «Νὰ μὴ εἰπῇς σὲ κανένα, ὅτι κατήγγειλες αὐτὰ σὲ μένα».

Τρεμπέλα

Ὁ χιλίαρχος λοιπὸν ἀφῆκεν ἐλεύθερον τὸν νέον, ἀφοῦ τοῦ παρήγγειλε, νὰ μὴ εἴπῃς εἰς κανένα, ὅτι κατήγγειλες καὶ ἀνεκοίνωσες ταῦτα εἰς ἐμέ.

Κολιτσάρα

Ὁ χιλίαρχος λοιπὸν ἀφῆκε ἐλεύθερον τὸν νέον, ἀφοῦ τοῦ παρήγγειλε νὰ μὴ πῇ εἰς κανένα «ὅτι ἐφανέρωσες αὐτὰ εἰς ἐμέ».

Πράξ. 23,23

Καὶ προσκαλεσάμενος δύο τινὰς τῶν ἑκατοντάρχων εἶπεν· ἑτοιμάσατε στρατιώτας διακοσίους ὅπως πορευθῶσιν ἕως Καισαρείας, καὶ ἱππεῖς ἑβδομήκοντα καὶ δεξιολάβους διακοσίους, ἀπὸ τρίτης ὥρας τῆς νυκτός,

Σωτηρόπουλου

Ἔπειτα κάλεσε δύο ἀπὸ τοὺς ἑκατοντάρχους καὶ διέταξε· «Ἀπὸ ὥρα ἐννέα τὴ νύκτα νὰ ἔχετε ἑτοίμους διακοσίους στρατιῶτες καὶ ἑβδομήντα ἱππεῖς καὶ διακοσίους λογχοφόρους, γιὰ νὰ πᾶνε μέχρι τὴν Καισάρεια.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ προσεκάλεσε δύο ἀπὸ τοὺς ἑκατοντάρχους εἶπεν· Ἑτοιμάσατε διακοσίους στρατιώτας διὰ νὰ ὑπάγουν μέχρι τῆς Καισαρείας, καὶ ἱππεῖς ἑβδομήκοντα, καὶ λογχοφόρους διακοσίους. Νὰ εἶναι ἕτοιμοι εἰς τὰς ἐννέα τὸ βράδυ.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ ἐπροσκάλεσε δύο ἀπὸ τοὺς ἑκατοντάρχους εἶπε· «Ἑτοιμάσατε διακοσίους στρατιώτας νὰ ὑπάγουν μέχρι τὴν Καισάρειαν καὶ ἑβδομῆντα ἱππεῖς καὶ διακοσίους λογχοφόρους, νὰ εἶναι ἕτοιμοι εἰς τὰς ἐννέα τὴν νύκτα.

Πράξ. 23,24

κτήνη τε παραστῆσαι, ἵνα ἐπιβιβάσαντες τὸν Παῦλον διασώσωσι πρὸς Φήλικα τὸν ἡγεμόνα,

Σωτηρόπουλου

Νὰ φέρουν καὶ ζῷα, γιὰ νὰ ἐπιβιβάσουν τὸν Παῦλο καὶ νὰ τὸν μεταφέρουν σῶο στὸ Φήλικα τὸν ἡγεμόνα».

Τρεμπέλα

Καὶ νὰ ἔχουν μαζί των ζῶα, διὰ νὰ ἐπιβιβάσουν τὸν Παῦλον καὶ μεταφέρουν αὐτὸν σῷον εἰς τὸν Φήλικα τὸν ἐπίτροπον τῆς Ἰουδαίας.

Κολιτσάρα

Καὶ νὰ πάρουν μαζῆ των ζῶα, διὰ νὰ ἐπιβιβάσουν καὶ νὰ μεταφέρουν σῶον καὶ ἀσφαλῆ τὸν Παῦλον πρὸς τὸν Φήλικα, τὸν ἐπίτροπον τῆς Ἰουδαίας».

Πράξ. 23,25

γράψας ἐπιστολὴν περιέχουσαν τὸν τύπον τοῦτον·

Σωτηρόπουλου

Ἔγραψε δὲ ἐπιστολή, ποὺ εἶχε αὐτὴ τὴ διατύπωσι·

Τρεμπέλα

Ἔγραψε δὲ ἐπιστολήν, ἡ ὁποία εἶχε τοῦτο τὸ περιεχόμενον·

Κολιτσάρα

Ἔγραψε δὲ καὶ ἐπιστολήν, ἡ ὁποία περιεῖχε τὰ ἐξῆς:

Πράξ. 23,26

Κλαύδιος Λυσίας τῷ κρατίστῳ ἡγεμόνι Φήλικι χαίρειν.

Σωτηρόπουλου

Ὁ Κλαύδιος Λυσίας πρὸς τὸν ἐξοχώτατο ἡγεμόνα Φήλικα. Χαῖρε!

Τρεμπέλα

Ὁ Κλαύδιος Λυσίας πρὸς τὸν ἐξοχώτατον ἡγεμόνα Φήλικα. Χαῖρε.

Κολιτσάρα

«Ὁ Κλαύδιος Λυσίας χαιρετίζει τὸν εὐγενέστατον ἡγεμόνα Φήλικα.

Πράξ. 23,27

τὸν ἄνδρα τοῦτον συλληφθέντα ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων καὶ μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ὑπ’ αὐτῶν ἐπιστὰς σὺν τῷ στρατεύματι ἐξειλόμην αὐτόν, μαθὼν ὅτι Ῥωμαῖός ἐστι.

Σωτηρόπουλου

Τὸν ἄνδρα αὐτὸ συνέλαβαν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἐπρόκειτο νὰ τὸν σκοτώσουν. Καὶ κατέφθασα μὲ τοὺς στρατιῶτες καὶ τὸν ἔσωσα, ἐπειδὴ ἔμαθα, ὅτι εἶναι Ρωμαῖος πολίτης.

Τρεμπέλα

Τὸν ἄνδρα αὐτόν, ποὺ συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἐπρόκειτο να φονευθῇ ἀπὸ αὐτούς, κατέφθασα ἐπὶ τόπου μὲ τὸ στράτευμα καὶ τὸν ἐγλύτωσα, ἐπειδὴ ἔμαθον, ὅτι εἶναι Ρωμαῖος πολίτης.

Κολιτσάρα

Τὸν ἄνδρα αὐτόν, ποὺ συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἐπρόκειτο νὰ φονευθῇ ἀπὸ αὐτούς, ὥρμησα ἐγὼ μαζῆ μὲ τὸ στράτευμα καὶ τὸν ἔσωσα ἀπὸ τὰ χέρια των, διότι ἔμαθα ὅτι εἶναι Ρωμαῖος.

Πράξ. 23,28

βουλόμενος δὲ γνῶναι τὴν αἰτίαν δι’ ἣν ἐνεκάλουν αὐτῷ, κατήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συνέδριον αὐτῶν·

Σωτηρόπουλου

Θέλοντας δὲ νὰ μάθω τὴν αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία τὸν κατηγοροῦσαν, τὸν κατέβασα στὸ συνέδριό τους.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ ἤθελα να μάθω τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν τὸν κατηγοροῦν, τὸν κατέβασα ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου των.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ ἤθελα νὰ μάθω τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν τὸν κατηγοροῦσαν, τὸν ἐκατέβασα εἰς τὸ συνέδριόν των.

Πράξ. 23,29

ὃν εὗρον ἐγκαλούμενον περὶ ζητημάτων τοῦ νόμου αὐτῶν, μηδὲν δὲ ἄξιον θανάτου ἢ δεσμῶν ἔγκλημα ἔχοντα.

Σωτηρόπουλου

Καὶ διαπίστωσα ὅτι κατηγορεῖται γιὰ ζητήματα τοῦ νόμου τους, καὶ δὲν κατηγορεῖται γιὰ τίποτε ἄξιο θανάτου ἢ φυλακίσεως.

Τρεμπέλα

Τὸν εὗρον δὲ νὰ κατηγορῆται διὰ ζητήματα τοῦ νόμου των, νὰ μὴ εἶναι δὲ ἔνοχος κανενὸς ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον νὰ τιμωρῆται ἀπὸ τοὺς ρωμαϊκοὺς νόμους μὲ θάνατον ἡ μὲ φυλάκισιν.

Κολιτσάρα

Εὑρῆκα ὅμως νὰ τὸν κατηγοροῦν διὰ ζητήματα τοῦ θρησκευτικοῦ των νόμου, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑποπέσει εἰς κανένα ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον νὰ τιμωρῆται ἀπὸ τοὺς νόμους μας μὲ θάνατον ἢ μὲ φυλάκισιν.

Πράξ. 23,30

μηνυθείσης δέ μοι ἐπιβουλῆς εἰς τὸν ἄνδρα μέλλειν ἔσεσθαι ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, ἐξαυτῆς ἔπεμψα πρός σε, παραγγείλας καὶ τοῖς κατηγόροις λέγειν τὰ πρὸς αὐτὸν ἐπὶ σοῦ. ἔρρωσο.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ἐπειδὴ μοῦ γνωστοποιήθηκε, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ δολοφονικὴ ἐνέδρα κατὰ τοῦ ἀνδρὸς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ἀμέσως τὸν ἔστειλα σὲ σένα, καὶ παρήγγειλα καὶ στοὺς κατηγόρους νὰ εἰποῦν ἐνώπιόν σου ὅσα ἔχουν ἐναντίον του. Ὑγίαινε».

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ μοῦ κατηγγέλθη, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους δολοφονικὴ ἐνέδρα κατὰ τοῦ ἀνδρός, ἀμέσως σοῦ τὸν ἀπέστειλα καὶ παρήγγειλα καὶ εἰς τοὺς κατηγόρους του νὰ ἐκθέσουν τὰς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας ἐνώπιόν σου. Ὑγίαινε.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ μοῦ κατηγγέλθη ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ κάποια δολοφονικὴ ἀπόπειρα ἐναντίον τοῦ ἀνδρὸς αὐτοῦ ἐκ μέρους τῶν Ἰουδαίων, τὸν ἔστειλα ἀμέσως πρὸς σὲ καὶ παρήγγειλα εἰς τοὺς κατηγόρους του νὰ ἐκθέσουν ἐνώπιόν σου ὅσα ἔχουν ἐναντίον του. Ὑγίαινε».

Πράξ. 23,31

Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται κατὰ τὸ διατεταγμένον αὐτοῖς ἀναλαβόντες τὸν Παῦλον ἤγαγον διὰ τῆς νυκτὸς εἰς τὴν Ἀντιπατρίδα,

Σωτηρόπουλου

Οἱ στρατιῶτες λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴ διαταγὴ ποὺ ἔλαβαν, παρέλαβαν τὸν Παῦλο καὶ τὴ νύκτα τὸν μετέφεραν στὴν Ἀντιπατρίδα.

Τρεμπέλα

Οἱ στρατιῶται λοιπὸν σύμφωνα μὲ τὴν διαταγήν, ποὺ τοὺς ἐδόθη, παρέλαβον τὸν Παῦλον καὶ τὸν ὡδήγησαν διὰ νυκτερινῆς πορείας εἰς τὴν Ἀντιπατρίδα, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὸ μέσον περίπου τοῦ μεταξὺ Ἱεροσολύμων καὶ Καισαρείας δρόμου.

Κολιτσάρα

Οἱ στρατιῶται λοιπὸν σύμφωνα μὲ τὴν διαταγήν ποὺ ἔλαβον, ἐπῆραν τὸν Παῦλον καὶ τὸν ἔφεραν διὰ νυκτὸς εἰς τὴν Ἀντιπατρίδα.

Πράξ. 23,32

τῇ δὲ ἐπαύριον ἐάσαντες τοὺς ἱππεῖς πορεύεσθαι σὺν αὐτῷ, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν παρεμβολήν·

Σωτηρόπουλου

Τὴν ἄλλη δὲ ἡμέρα ἄφησαν τοὺς ἱππεῖς νὰ συνεχίσουν μαζί του τὴν πορεία, καὶ αὐτοὶ ἐπέστρεψαν στὸ στρατόπεδο.

Τρεμπέλα

Τὴν ἑπομένην δὲ ἡμέραν οἱ πεζοὶ στρατιῶται ἀφῆκαν μόνους τοὺς ἱππεῖς νὰ ἑξακολουθήσουν τὸ ταξίδιον μαζὶ μὲ τὸν Παῦλον, καὶ αὐτοὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὸ ἐν Ἱεροσολύμοις στρατόπεδον.

Κολιτσάρα

Τὴν ἄλλην δὲ ἡμέραν οἱ πεζοὶ στρατιῶται ἀφῆκαν τοὺς ἱππεῖς νὰ πορευθοῦν μαζῆ μὲ τὸν Παῦλον καὶ αὐτοὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὸ στρατόπεδον τῆς Ἱερουσαλήμ.

Πράξ. 23,33

οἵτινες εἰσελθόντες εἰς τὴν Καισάρειαν καὶ ἀναδόντες τὴν ἐπιστολὴν τῷ ἡγεμόνι παρέστησαν καὶ τὸν Παῦλον αὐτῷ.

Σωτηρόπουλου

Ἐκεῖνοι δὲ (οἱ ἱππεῖς), ὅταν ἔφθασαν στὴν Καισάρεια, ἐγχείρισαν τὴν ἐπιστολὴ στὸν ἡγεμόνα καὶ τοῦ παρέδωσαν καὶ τὸν Παῦλο.

Τρεμπέλα

Οἱ ἱππεῖς δέ, ἀφοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν Καισάρειαν καὶ παρέδωσαν τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὸν ἐπίτροπον, τοῦ παρουσίασαν καὶ τὸν Παῦλον.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ ἱππεῖς, ἀφοῦ εἰσῆλθαν εἰς τὴν Καισάρειαν, παρέδωσαν τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὸν ἐπίτροπον καὶ τοῦ παρουσίασαν καὶ τὸν Παῦλον.

Πράξ. 23,34

ἀναγνοὺς δὲ ὁ ἡγεμὼν καὶ ἐπερωτήσας ἐκ ποίας ἐπαρχίας ἐστί, καὶ πυθόμενος ὅτι ἀπὸ Κιλικίας,

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ὁ ἡγεμὼν διάβασε τὴν ἐπιστολή, ρώτησε ἀπὸ ποία ἐπαρχία εἶναι. Καὶ ὅταν ἔμαθε, ὅτι εἶναι ἀπὸ τὴν Κιλικία,

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἀνέγνωσεν ὁ ἐπίτροπος τῆς Ρώμης τὴν ἐπιστολὴν καὶ ἠρώτησε τὸν Παῦλον, ἀπὸ ποίαν ἐπαρχίαν εἶναι καὶ ἔμαθεν, ὅτι εἶναι ἀπὸ τὴν Κιλικίαν,

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ὁ ἡγεμὼν ἐδιάβασε τὴν ἐπιστολήν, ἠρώτησε τὸν Παῦλον ἀπὸ ποίαν ἐπαρχίαν εἶναι καὶ ἀφοῦ ἐπληροφορήθηκε ὅτι εἶναι ἀπὸ τὴν Κιλικίαν,

Πράξ. 23,35

διακούσομαί σου, ἔφη, ὅταν καὶ οἱ κατήγοροί σου παραγένωνται· ἐκέλευσέ τε αὐτὸν ἐν τῷ πραιτωρίῳ τοῦ Ἡρῴδου φυλάσσεσθαι.

Σωτηρόπουλου

Εἶπε· «Θὰ σὲ ἀκούσω προσεκτικὰ ὅταν ἔλθουν καὶ οἱ κατήγοροί σου». Καὶ διέταξε νὰ κρατῆται στὸ πραιτώριο (παλάτι) τοῦ Ἡρῴδη.

Τρεμπέλα

εἶπε· Θὰ σὲ ἀκούσω μὲ προσοχήν, ὅταν ἔλθουν οἱ κατήγοροί σου. Καὶ διέταξε να φρουρῆται οὗτος εἰς τὴν φυλακὴν τοῦ ἀνακτόρου, ποὺ εἶχε κτίσει ὁ Ἡρῴδης, καὶ τὸ ὁποῖον τώρα ἦτο κατοικία τοῦ πραίτορος.

Κολιτσάρα

εἶπε· «Θὰ σὲ ἀκούσω μὲ προσοχήν, ὅταν ἔλθουν καὶ οἱ κατήγοροί σου». Διέταξε δὲ νὰ φρουρῆται ὁ Παῦλος εἰς φυλακὴν τοῦ ἀνακτόρου, ποὺ εἶχε κτίσει ὁ Ἡρῴδης καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο τώρα οἴκημα τοῦ πραίτωρος.