Πράξεις Ἀποστόλων 27

Πράξ. 27,1

Ὡς δὲ ἐκρίθη τοῦ ἀποπλεῖν ἡμᾶς εἰς τὴν Ἰταλίαν, παρεδίδουν τόν τε Παῦλον καί τινας ἑτέρους δεσμώτας ἑκατοντάρχῃ ὀνόματι Ἰουλίῳ σπείρης Σεβαστῆς.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ἀποφασίσθηκε ν’ ἀποπλεύσωμε γιὰ τὴν Ἰταλία, παρέδωσαν τὸν Παῦλο καὶ μερικοὺς ἄλλους κρατουμένους σ’ ἕνα ἑκατόνταρχο ὀνομαζόμενο Ἰούλιο τῆς στρατιωτικῆς μονάδος «σπεῖρα Σεβαστὴ».

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἀπεφασίσθη νὰ ἀποπλεύσωμεν εἰς Ἰταλίαν, παρέδωκαν καὶ τὸν Παῦλον καὶ μερικοὺς ἄλλους φυλακισμένους εἰς κάποιον ἑκατόνταρχον, ποὺ ἐλέγετο Ἰούλιος καὶ ἀνῆκεν εἰς τὸ τάγμα, ποὺ ἔφερε τὸν τίτλον σπεῖρα Σεβαστή.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἀπεφασίσθη νὰ πλεύσωμεν διὰ τὴν Ἰταλίαν, παρέδωσαν καὶ τὸν Παῦλον καὶ μερικοὺς ἄλλους κρατουμένους εἰς ἕνα ἑκατόνταρχον, ὀνόματι Ἰούλιον, τοῦ τάγματος, ποὺ ἔφερε τὸ ὄνομα «σπεῖρα Σεβαστή».

Πράξ. 27,2

ἐπιβάντες δὲ πλοίῳ Ἀδραμυττηνῷ μέλλοντες πλεῖν τοὺς κατὰ τὴν Ἀσίαν τόπους ἀνήχθημεν, ὄντος σὺν ἡμῖν Ἀριστάρχου Μακεδόνος Θεσσαλονικέως,

Σωτηρόπουλου

Ἀφοῦ δὲ ἐπιβιβασθήκαμε σ’ ἕνα πλοῖο ἀπὸ Ἀδραμύττιο, γιὰ νὰ πλεύσωμε πρὸς τὰ μέρη (τῆς παραλίας τῆς ἐπαρχίας) τῆς Ἀσίας, ἀποπλεύσαμε. Μαζί μας δὲ ἦταν ὁ Ἀρίσταρχος ὁ Μακεδὼν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἐπεβιβάσθημεν εἰς πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς τὸν λιμένα τῆς πόλεως Ἀδραμυττίου, ἡ ὁποία ἔκειτο ἐπὶ τῆς Μικρασιατικῆς ἀκτῆς καὶ ἀπέναντι τῆς Λέσβου, ἀπεπλεύσαμεν εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος μὲ δρομολόγιον νὰ πλεύσωμεν πρὸς τοὺς λιμένας, ποὺ εὑρίσκοντο κατὰ μῆκος τῆς ἀσιατικῆς ἀκρογιαλιᾶς, ἦτο δὲ μαζί μας καὶ ὁ Ἀρίσταρχος, Μακεδὼν ἐκ Θεσσαλονίκης.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ ἀπεβιβάσθημεν εἰς τὸ πλοῖον, ποὺ ἀνῆκε εἰς τὴν πόλιν Ἀδραμύττιον, ἀνοιχθήκαμε εἰς τὸ πέλαγος μὲ διεύθυνσιν πρὸς τοὺς λιμένας, ποὺ εὑρίσκοντο κατὰ μῆκος τῆς Μικρασιατικῆς παραλίας. Ἦτο δὲ μαζῆ μας καὶ ὁ Ἀρίσταρχος ὁ Μακεδὼν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην.

Πράξ. 27,3

τῇ τε ἑτέρᾳ κατήχθημεν εἰς Σιδῶνα· φιλανθρώπως τε ὁ Ἰούλιος τῷ Παύλῳ χρησάμενος ἐπέτρεψε πρὸς τοὺς φίλους πορευθέντα ἐπιμελείας τυχεῖν.

Σωτηρόπουλου

Τήν ἄλλη δὲ ἡμέρα φθάσαμε στὴ Σιδῶνα. Καὶ ὁ Ἰούλιος, φιλανθρώπως φερόμενος πρὸς τὸν Παῦλο, ἐπέτρεψε νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς φίλους του γιὰ νὰ τὸν περιποιηθοῦν.

Τρεμπέλα

Καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἀράξαμεν εἰς τὴν Σιδῶνα. Καὶ ὁ Ἰούλιος συμπεριεφέρθη μὲ φιλανθρωπίαν καὶ εὔνοιαν πρὸς τὸν Παῦλον καὶ τοῦ ἐπέτρεψε νὰ συναντήσῃ τοὺς φίλους του καὶ νὰ τύχη τῆς περιποιήσεώς των.

Κολιτσάρα

Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἀγκυροβολήσαμε εἰς τὴν Σιδῶνα· καὶ ὁ Ἰούλιος μὲ εὔνοιαν φερόμενος πρὸς τὸν Παῦλον, τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ὑπάγῃ εἰς τοὺς φίλους του διὰ νὰ τὸν περιποιηθοῦν.

Πράξ. 27,4

κἀκεῖθεν ἀναχθέντες ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κύπρον διὰ τὸ τοὺς ἀνέμους εἶναι ἐναντίους,

Σωτηρόπουλου

Ἀπ’ ἐκεῖ δὲ ἀποπλεύσαμε καὶ παραπλεύσαμε τὴν Κύπρο, διότι οἱ ἄνεμοι ἦταν ἀντίθετοι.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀπ’ ἐκεῖ, ἀφοῦ ἀνεχωρήσαμεν, ἐπλεύσαμεν πλησίον καὶ κατὰ μῆκος τῆς ἀνατολικῆς παραλίας τῆς Κύπρου, ἐπειδὴ οἱ ἄνεμοι ἦσαν ἐνάντιοι.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐβγήκαμε εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος, ἐπλεύσαμεν κοντὰ καὶ κατὰ μῆκος τῆς Κύπρου, ἐπειδὴ οἱ ἄνεμοι ἦσαν ἀντίθετοι.

Πράξ. 27,5

τό τε πέλαγος τὸ κατὰ τὴν Κιλικίαν καὶ Παμφυλίαν διαπλεύσαντες κατήλθομεν εἰς Μύρα τῆς Λυκίας.

Σωτηρόπουλου

Ἔπειτα, ἀφοῦ διαπλεύσαμε τὸ πέλαγος τῆς Κιλικίας καὶ τῆς Παμφυλίας, ἀποβιβασθήκαμε στὰ Μύρα τῆς Λυκίας.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ διεσχίσαμεν τὴν ἀνοικτὴν θάλασσαν τῆς Κιλικίας καὶ Παμφυλίας, ἐφθάσαμεν εἰς τὰ Μύρα τῆς Λυκίας.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ διεσχίσαμεν τὸ πέλαγος τῆς περιοχῆς Κιλικίας καὶ Παμφυλίας, προσωρμίσθημεν εἰς τὰ Μύρα τῆς Λυκίας.

Πράξ. 27,6

Κἀκεῖ εὑρὼν ὁ ἑκατοντάρχης πλοῖον Ἀλεξανδρῖνον πλέον εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐνεβίβασεν ἡμᾶς εἰς αὐτό.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐκεῖ ὁ ἑκατόνταρχος βρῆκε πλοῖο ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια μὲ προορισμὸ τὴν Ἰταλία καὶ μᾶς ἐπιβίβασε σ’ αὐτό.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐκεῖ εὗρεν ὁ ἑκατόνταρχος πλοῖον ἐξ Ἀλεξάνδρείας, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ πλεύσῃ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ μᾶς ἐπεβίβασεν εἰς αὐτό.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ δὲ εὑρῆκε ὁ ἑκατόνταρχος ἕνα πλοῖον τῆς πόλεως Ἀλεξανδρείας, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ταξιδεύσῃ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ μᾶς ἐπεβίβασε εἰς αὐτό.

Πράξ. 27,7

ἐν ἱκαναῖς δὲ ἡμέραις βραδυπλοοῦντες καὶ μόλις γενόμενοι κατὰ τὴν Κνίδον, μὴ προσεῶντος ἡμᾶς τοῦ ἀνέμου, ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κρήτην κατὰ Σαλμώνην,

Σωτηρόπουλου

Ἐπὶ ἀρκετὲς δὲ ἡμέρες πλέαμε ἀργά, καὶ μὲ μεγάλη δυσκολία φθάσαμε κοντὰ στὴν Κνίδο. Καὶ ἐπειδὴ δὲν μᾶς ἐπέτρεπε ὁ ἄνεμος, παραπλεύσαμε τὴν Κρήτη ἀπέναντι τῆς Σαλμώνης (ἀπὸ τὴ νοτία δηλαδὴ πλευρά).

Τρεμπέλα

Λόγῳ δὲ τοῦ ἐναντίου ἀνέμου, ἀφοῦ ἐπὶ ἀρκετὰς ἡμέρας ἐπλεύσαμεν βραδέως, μὲ πολὺν κόπον ἐφθάσαμεν πλησίον τῆς Κνίδου, ποὺ κεῖται ἀπέναντι τῆς Ρόδου καὶ τῆς Κῶ. Καὶ ἐπειδὴ δὲν μᾶς ἐπέτρεπεν ὁ ἄνεμος, δὲν ἐπλεύσαμεν κατ’ εὐθεῖαν πρὸς δυσμάς, ἀλλ’ ἐπλεύσαμεν κατὰ μῆκος τῆς νοτίας ἀκτῆς τῆς νήσου Κρήτης καὶ ἐπεράσαμεν πλησίον τοῦ ἀκρωτηρίου Σαλμώνη, τὸ ὁποῖον κεῖται ἔναντι τῆς Κάσου.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ ἐπὶ ἀρκετὰς ἡμέρας ἐπλέαμεν βραδέως, λόγῳ τοῦ ἀντιθέτου ἀνέμου, μόλις καὶ μὲ δυσκολίαν πολλὴν προσεγγίσαμεν κοντὰ εἰς τὴν Κνίδον. Καὶ ἐπειδὴ δὲν μᾶς ἄφινε ὁ ἄνεμος, ἐπλεύσαμεν νοτίως, ἐπεράσαμεν πλησίον τοῦ ἀκρωτηρίου Σαλμώνη καὶ ἐσυνεχίσαμεν τὸν πλοῦν κατὰ μῆκος τῆς νοτίας ἀκτῆς τῆς Κρήτης.

Πράξ. 27,8

μόλις τε παραλεγόμενοι αὐτὴν ἤλθομεν εἰς τόπον τινὰ καλούμενον Καλοὺς λιμένας, ᾧ ἐγγὺς ἦν πόλις Λασαία.

Σωτηρόπουλου

Καὶ μὲ μεγάλη δυσκολία παραπλέοντας αὐτὴ (τὴν Κρήτη) φθάσαμε σὲ κάποιο τόπο ὀνομαζόμενο Καλοὶ Λιμένες, πλησίον τοῦ ὁποίου ἦταν ἡ πόλι Λασαία.

Τρεμπέλα

Μὲ πολλὴν δὲ δυσκολίαν πλέοντες πλησίον τῆς Κρήτης ἢλθομεν εἰς κάποιον τόπον, ποὺ καλεῖται Καλοὶ λιμένες, πλησίον τοῦ ὁποίου ἦτο κάποια πόλις ὀνομαζομένη Λασαία.

Κολιτσάρα

Καθὼς δὲ μόλις καὶ μὲ δυσκολίαν πολλὴν ἐπλέαμεν κοντὰ εἰς τὴν Κρήτην, ἐφθάσαμεν εἰς κάποιον τόπον, ποὺ ἐλέγετο «Καλοὶ λιμένες». πλησίον εἰς τὸν ὁποῖον ἦτο μία πόλις, ὀνόματι Λασαία.

Πράξ. 27,9

Ἱκανοῦ δὲ χρόνου διαγενομένου καὶ ὄντος ἤδη ἐπισφαλοῦς τοῦ πλοὸς διὰ τὸ καὶ τὴν νηστείαν ἤδη παρεληλυθέναι, παρῄνει ὁ Παῦλος

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐπειδὴ εἶχε περάσει ἀρκετὸς χρόνος, καὶ τὸ ταξίδι διὰ θαλάσσης ἦταν πλέον ἐπικίνδυνο, ἐπειδὴ καὶ ἡ νηστεία εἶχε πλέον παρέλθει (ἡ φθινοπωρινὴ νηστεία τῶν Ἰουδαίων κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Ἐξιλασμοῦ, μετὰ τὴν ὁποὶα ἡ ναυσιπλοΐα ἐθεωρεῖτο ἐπικίνδυνη), ὁ Παῦλος συμβούλευε

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δέ, ἕως ὅτου φθάσωμεν ἐκεῖ, ἐπέρασε χρόνος ἀρκετὸς καὶ ἦτο πλέον ἐπικίνδυνον τὸ διὰ θαλάσσης ταξίδιον, καθ’ ὅσον εἶχε παρέλθει πλέον καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς φθινοπωρινῆς νηστείας τῶν Ἰουδαίων καὶ σύντομα θὰ ἀντιμετωπίζαμεν τὰς τρικυμίας τοῦ Νοεμβρίου, προέτρεπεν ὁ Παῦλος

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ εἶχε περάσει ἀρκετὸς καιρὸς ἕως ὅτου φθάσωμεν ἐκεῖ, ἦτο δὲ ἐπικίνδυνον τὸ ταξίδι, καθόσον εἶχε περάσει ἡ νηστείᾳ τῶν Ἑβραίων, ποὺ ἐγίνετο κατὰ Ὀκτώβριον, καὶ εὑρισκόμεθα πλέον εἰς τὸν Νοέμβριον μὲ τὰς τρικυμίας του, τοὺς προέτρεπε ὁ Παῦλος νὰ μὴ συνεχίσουν τὸ ταξίδι των,

Πράξ. 27,10

λέγων αὐτοῖς· ἄνδρες, θεωρῶ ὅτι μετὰ ὕβρεως καὶ πολλῆς ζημίας οὐ μόνον τοῦ φόρτου καὶ τοῦ πλοίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ψυχῶν ἡμῶν μέλλειν ἔσεσθαι τὸν πλοῦν.

Σωτηρόπουλου

λέγοντας σ’ αὐτοὺς· «Ἄνδρες, βλέπω, ὅτι τὸ ταξίδι θὰ γίνῃ μὲ τρικυμία καὶ μὲ μεγάλο κίνδυνο ἀπωλείας ὄχι μόνο τοῦ φορτίου καὶ τοῦ πλοίου, ἀλλὰ καὶ τῆς ζωῆς μας».

Τρεμπέλα

καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτούς· Ἄνδρες, ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι τὸ διὰ θαλάσσης ταξίδιον μας μέλλει νὰ γίνῃ μὲ κίνδυνον καὶ κακοπάθειαν καὶ πολλὴν ζημίαν ὄχι μόνον τοῦ φορτίου καὶ τοῦ πλοίου, ἀλλὰ καὶ τῆς ζωῆς μας.

Κολιτσάρα

λέγων εἰς αὐτούς· «Ἄνδρες, βλέπω ὅτι τὸ ταξίδι μας μέλλει νὰ γίνῃ μὲ κακοπάθειαν μεγάλην καὶ πολλὴν ζημίαν, ὄχι μόνον τοῦ φορτίου καὶ τοῦ πλοίου, ἀλλὰ καὶ τῆς ζωῆς μας».

Πράξ. 27,11

ὁ δὲ ἑκατοντάρχης τῷ κυβερνήτῃ καὶ τῷ ναυκλήρῳ ἐπείθετο μᾶλλον ἢ τοῖς ὑπὸ τοῦ Παύλου λεγομένοις.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὁ ἑκατόνταρχος ἄκουε τὸν κυβερνήτη καὶ τὸν ἰδιοκτήτη τοῦ πλοίου, παρὰ αὐτὰ ποὺ ἔλεγε ὁ Παῦλος.

Τρεμπέλα

Ὁ ἑκατόνταρχος ὅμως ἔδιδε πίστιν περισσότερον εἰς αὐτόν, ποὺ ἐκυβερνοῦσε τὸ πλοῖον, καθὼς καὶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην αὐτοῦ, παρὰ εἰς ὅσα ἔλεγεν ὁ Παῦλος.

Κολιτσάρα

Ὁ ἑκατόνταρχος ὅμως ἔδιδε μεγαλυτέραν πίστιν εἰς τὸν κυβερνήτην τοῦ πλοίου καὶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην παρὰ εἰς τὰ λόγια τοῦ Παύλου.

Πράξ. 27,12

ἀνευθέτου δὲ τοῦ λιμένος ὑπάρχοντος πρὸς παραχειμασίαν οἱ πλείους ἔθεντο βουλὴν ἀναχθῆναι κἀκεῖθεν, εἴ πως δύναιντο καταντήσαντες εἰς Φοίνικα παραχειμάσαι, λιμένα τῆς Κρήτης βλέποντα κατὰ λίβα καὶ κατὰ χῶρον.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐπειδὴ τὸ λιμάνι ἦταν ἀκατάλληλο γιὰ νὰ παραχειμάσουν, οἱ περισσότεροι ὑπῆρξαν τῆς γνώμης ν’ ἀποπλεύσουν καὶ ἀπ’ ἐκεῖ, μήπως μπορέσουν νὰ φθάσουν καὶ νὰ παραχειμάσουν στὸ Φοίνικα, λιμάνι τῆς Κρήτης στραμμένο πρὸς τὸν νοτιοδυτικὸ ἄνεμο καὶ τὸν βορειοδυτικὸ ἄνεμο.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ ὁ λιμὴν ἦτο ἀκατάλληλος διὰ νὰ περάσουν ἐκεῖ τὸν χειμῶνα, οἱ περισσότεροι ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀποπλεύσουν ἀπὸ τοὺς Καλοὺς λιμένας εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἠμποροῦσαν νὰ φθάσουν εἰς Φοίνικα, ὁ ὁποῖος εἶναι λιμὴν τῆς Κρήτης, κάτω ἀπὸ πλαγιὲς λόφου ἐστραμμένου πρὸς τὸν νοτιοδυτικὸν καὶ βορειοδυτικὸν ἄνεμον, καὶ νὰ περάσουν τὸν χειμῶνα ἐκεῖ, προστατευόμενοι ἀπὸ τὰς μεγάλας τρικυμίας τῶν νοτίων καὶ τῶν δυτικῶν ἀνέμων.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ ὁ λιμὴν ἦτο ἀκατάλληλος, διὰ νὰ παραχειμάσωμεν ἐκεῖ, οἱ περισσότεροι ἐπῆραν τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀνοιχθοῦν ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, μήπως καὶ ἠμποροῦσαν νὰ φθάσουν καὶ νὰ παραχειμάσουν εἰς ἕνα λιμάνι τῆς Κρήτης, ὀνόματι Φοίνικα, ποὺ ἔβλεπε πρὸς τὰ νοτιοδυτικὰ καὶ βορειοδυτικά.

Πράξ. 27,13

Ὑποπνεύσαντος δὲ νότου δόξαντες τῆς προθέσεως κεκρατηκέναι, ἄραντες ἆσσον παρελέγοντο τὴν Κρήτην.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ἄρχισε νὰ πνέῃ ἐλαφρὸς νότιος ἄνεμος, νόμισαν, ὅτι ἔχουν ἐπιτύχει τὸ σκοπό τους. Ἔτσι σήκωσαν τὶς ἄγκυρες καὶ παρέπλεαν τὴν Κρήτη πολὺ πλησίον τῆς ἀκτῆς.

Τρεμπέλα

Εἰς ὥραν δέ, ποὺ ἤρχισε νὰ πνέῃ σιγὰ ἄνεμος νότιος, ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ πραγματοποιήσουν ἀσφαλῶς τὸ σχέδιον των καὶ ἀφοῦ ἐσήκωσαν τὰς ἀγκύρας, ἔπλεον ὅσον τὸ δυνατὸν πλησιέστερον πρὸς τὴν ἀκτὴν τῆς Κρήτης.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ὁ νότιος ἄνεμος ἤρχισε νὰ πέφτη, ἐνόμισαν ὅτι ἠμποροῦσαν νὰ θέσουν εἰς ἐφαρμογὴν τὸ σχέδιον των. Καὶ ἀφοῦ ἐσήκωσαν τὶς ἄγκυρες, ἔπλεαν πολὺ κοντά, παρὰ τὴν ἀκτὴν τῆς Κρήτης.

Πράξ. 27,14

μετ’ οὐ πολὺ δὲ ἔβαλε κατ’ αὐτῆς ἄνεμος τυφωνικὸς ὁ καλούμενος Εὐροκλύδων.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ἔπειτα ἀπὸ λίγο ἐναντίον αὐτῆς (τῆς Κρήτης) ξέσπασε θυελλώδης ἄνεμος ποὺ λέγεται Εὐροκλύδων.

Τρεμπέλα

Ἀλλα μετ’ ὀλίγον ἐπέπεσε κατὰ τῆς Κρήτης ἄνεμος θυελλώδης σφοδρός, ποὺ καλεῖται ἀπὸ τὸν λαὸν Εὐροκλύδων, δηλαδὴ ἀνατολικὸς τρικυμιώδης.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγον ἐπέπεσε μὲ σφοδρότητα ἐναντίον τῆς Κρήτης θυελλώδης ἄνεμος, ποὺ καλεῖτα Εὐροκλύδων, δηλαδὴ νοτιοανατολικὸς τρικυμιώδης.

Πράξ. 27,15

συναρπασθέντος δὲ τοῦ πλοίου καὶ μὴ δυναμένου ἀντοφθαλμεῖν τῷ ἀνέμῳ ἐπιδόντες ἐφερόμεθα.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐπειδὴ τὸ πλοῖο συμπαρασύρθηκε καὶ δὲν μποροῦσε ν’ ἀντισταθῇ στὸν ἄνεμο, παραδοθήκαμε στὴ φορὰ τοῦ ρεύματος.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ τὸ πλοῖον παρεσύρθη, σὰν νὰ ἡρπάγη ἀπὸ τὸν ἄνεμον, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὴν βίαν αὐτοῦ, ἐγκατελείψαμεν πᾶσαν κυβέρνησιν τοῦ πλοίου καὶ ἀφήκαμεν αὐτὸ εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἀνέμου καὶ ἔτσι ἐφερόμεθα ὅπου μᾶς ἔσπρωχναν τὰ κύματα.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τὴν μανίαν τοῦ ἀνέμου εἶχεν ἁρπαγῆ τὸ πλοῖον καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὴν ὁρμὴν αὐτοῦ, ἀφήκαμεν, ἀνίσχυροι πλέον, τὴν κυβέρνησιν τοῦ πλοίου εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀνέμου καὶ ἐφερόμεθα ἔτσι, ὅπου αὐτὸς μᾶς ἔσπρωχνε.

Πράξ. 27,16

νησίον δέ τι ὑποδραμόντες καλούμενον Κλαύδην μόλις ἰσχύσαμεν περικρατεῖς γενέσθαι τῆς σκάφης,

Σωτηρόπουλου

Ἀφοῦ δὲ περάσαμε κάτω ἀπὸ κάποιο νησάκι ὀνομαζόμενο Κλαύδη [Σημ.: πρόκειται γιά τὸ νησάκι Γαῦδος], μὲ μεγάλη δυσκολία κατωρθώσαμε νὰ γίνωμε κύριοι τῆς σωσίβιας λέμβου (ποὺ ἦταν δεμένη πίσω ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ συρόταν ἀπ’ αὐτό).

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἐπεράσαμεν γρήγορα κάτω ἀπὸ κάποιαν μικρὰν νῆσον, ποὺ καλεῖται Κλαύδη, μόλις καὶ μετὰ βίας ἠμπόρεσα μὲν νὰ τραβήξωμεν ἐπάνω εἰς τὸ πλοῖον καὶ νὰ γίνωμεν κύριοι τῆς βάρκας, ποὺ ἦτο ἕως τότε δεμένη ὀπίσω τοῦ πλοίου καὶ ἑσύρετο ἀπὸ αὐτό.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐπεράσαμεν μὲ ταχύτητα κοντὰ ἀπὸ κάποιαν μικρὰν νῆσον ὀνόματι Κλαύδην, μόλις καὶ μετὰ βίας κατωρθώσαμεν νὰ γίνωμεν κύριοι τῆς βάρκας,

Πράξ. 27,17

ἣν ἄραντες βοηθείας ἐχρῶντο ὑποζωννύντες τὸ πλοῖον· φοβούμενοί τε μὴ εἰς τὴν Σύρτιν ἐκπέσωσι, χαλάσαντες τὸ σκεῦος οὕτως ἐφέροντο.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀφοῦ τὴν τράβηξαν ἐπάνω, χρησιμοποιοῦσαν βοηθητικὰ μέσα (σχοινιὰ) καὶ ἔζωναν ἀπὸ κάτω τὸ πλοῖο σφικτὰ (γιὰ νὰ μὴν ἀνοίξῃ). Ἐπειδὴ δὲ φοβοῦνταν μὴπως ἐξοκείλουν στὴ Σύρτι (ἀβαθῆ καὶ ἀμμώδη ἔκτασι τῆς Ἀφρικανικῆς ἀκτῆς χωρὶς λιμάνι), κατέβασαν τὸ ἰστίο [Σημ.: Ἤ, τὴν ἄγκυρα] καὶ ἔτσι ἄφησαν τὸ πλοῖο νὰ φέρεται ἀπὸ τὰ κύματα.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἔσυραν αὐτὴν ἐπάνω καὶ τὴν ἐτοποθέτησαν εἰς τὸ πλοῖον, ἐχρησιμοποίουν σχοινία περασμάνα κάτω ἀπὸ τὴν τρόπιδα τοῦ πλοίου καὶ μὲ αὐτὰ ἔζωναν ὑποκάτω τὸ πλοῖον σφίγγοντες καὶ τὰ πλευρά του. Καὶ ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο, μήπως πέσουν ἔξω καὶ ριφθοῦν εἰς τὴν μεγάλην Σύρτιν τῆς Ἀφρικανικῆς ἀκτῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶχε κανένα λιμένα, ἔρριψαν κάτω τὴν ἄγκυραν νὰ κρέμεται μέσα εἰς τὸ νερό, καὶ ἔτσι μὲ τὸ πλοῖον ζωσμένον καὶ μὲ τὴν ἄγκυράν του κρεμασμένην μέσα εἰς τὴν θάλασσαν ἀφέθησαν νὰ φέρωνται ἀπὸ τὰ κύματα.

Κολιτσάρα

τὴν ὁποίαν καὶ ἐσύραμεν ἀπὸ τὰ κύματα ἐπάνω εἰς τὸ πλοῖον. Ἐχρησιμοποιοῦσαν τότε σχοινία περασμένα κάτω ἀπὸ τὴν καρίνα τοῦ πλοίου καὶ μὲ αὐτὰ ἔζωναν σφικτὰ εἰς τὰ πλευρὰ του τὸ πλοῖον. Ἐπειδὴ δὲ ἐφοβοῦντο, μήπως παρασυρθοῦν ἀπὸ τὸν ἄνεμον καὶ πέσουν εἰς τὴν Σύρτιν τῆς Ἀφρικανικὴς ἀκτῆς, ἐκρέμασαν μέσα εἰς τὸ νερὸ καὶ τὴν ἄγκυραν τοῦ πλοίου. Ἔτσι δὲ μὲ ζωσμένο τὸ πλοῖον καὶ κρεμασμένην τὴν ἄγκυραν ἐφέροντο ἀπὸ τὰ κύματα.

Πράξ. 27,18

σφοδρῶς δὲ χειμαζομένων ἡμῶν τῇ ἑξῆς ἐκβολὴν ἐποιοῦντο,

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐπειδὴ δοκιμαζόμασταν ἀπὸ σφοδρὴ θαλασσοταραχή, τὴν ἑπομένη ἡμέρα ἔβγαζαν καὶ ἔρριχναν στὴ θάλασσα μέρος τοῦ φορτίου.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ ἐταλαιπωρούμεθα πολὺ ἀπὸ τὴν τρικυμίαν, κατὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἔρριπταν εἰς τὴν θάλασσαν μέρος ἀπὸ τὸ φορτίον διὰ νὰ ἐλαφρώσῃ καὶ σηκωθῇ ὑψηλότερα τὸ πλοῖον.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ ἐβασανιζόμεθα πολὺ ἀπὸ τὴν τρικυμίαν, ἔρριψαν τὴν ἑπομένην ἡμέραν μέρος τοῦ φορτίου εἰς τὴν θάλασσαν, διὰ νὰ ἐλαφρώσῃ καὶ σηκωθῇ ὀλίγον ὑψηλότερα τὸ πλοῖον.

Πράξ. 27,19

καὶ τῇ τρίτῃ αὐτόχειρες τὴν σκευὴν τοῦ πλοίου ἐρρίψαμεν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα μὲ τὰ χέρια μας ρίξαμε στὴ θάλασσα τὸν ἐξοπλισμὸ τοῦ πλοίου.

Τρεμπέλα

Καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν μὲ τὰς ἰδίας μας χεῖρας ἐρρίψαμεν εἰς τὴν θάλασσαν τὰ σχοινία, τὰ κατάρτια καὶ ἐν γένει τὰ ἐξαρτήματα τοῦ πλοίου.

Κολιτσάρα

Κατὰ δὲ τὴν τρίτην ἡμέραν διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐρρίψαμεν εἰς τὴν θάλασσαν μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια τὰ ἐξαρτήματα τοῦ πλοίου.

Πράξ. 27,20

μήτε δὲ ἡλίου μήτε ἄστρων ἐπιφαινόντων ἐπὶ πλείονας ἡμέρας, χειμῶνός τε οὐκ ὀλίγου ἐπικειμένου, λοιπὸν περιῃρεῖτο πᾶσα ἐλπὶς τοῦ σῴζεσθαι ἡμᾶς.

Σωτηρόπουλου

Ἐπὶ πολλὲς δὲ ἡμέρες οὔτε ἥλιος οὔτε ἄστρα φαίνονταν, καὶ βαρειὰ κακοκαιρία μᾶς πλάκωνε, καὶ ἔτσι πλέον χανόταν κάθε ἐλπίδα νὰ σωθοῦμε.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ οὔτε ἥλιος, οὔτε ἄστρα ἐφαίνοντο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ ἐπλάκωνεν ὅχι ὀλίγος χειμὼν καὶ κακοκαιρία, ὁλονὲν καὶ περισσότερον ἐχάνετο κάθε ἐλπὶς περὶ τοῦ ὅτι θὰ ἐσωζόμεθα.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ οὔτε ἥλιος οὔτε ἀστέρια ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας δὲν ἐφαίνοντο καὶ βαρὺς χειμὼν εἶχε ἐνσκήψει, λοιπόν, ὁλονὲν καὶ περισσότερον ἐχάνετο κάθε ἐλπὶς νὰ σωθῶμεν.

Πράξ. 27,21

Πολλῆς δὲ ἀσιτίας ὑπαρχούσης τότε σταθεὶς ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ αὐτῶν εἶπεν· ἔδει μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνάγεσθαι ἀπὸ τῆς Κρήτης κερδῆσαί τε τὴν ὕβριν ταύτην καὶ τὴν ζημίαν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐπειδὴ ἐπὶ πολλὲς ἡμέρες ἦταν ἄσιτοι, ὁ Παῦλος στάθηκε ἀνάμεσά τους καὶ εἶπε· «Ἔπρεπε μέν, ὦ ἄνδρες, νὰ μὲ ἀκούσετε καὶ νὰ μὴν ἀποπλεύσετε ἀπὸ τὴν Κρήτη, καὶ ἔτσι θ’ ἀποφεύγατε αὐτὴ τὴν τρικυμία καὶ τὸν κίνδυνο τῆς ἀπωλείας.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ δὲ οἱ ταξιδιῶται ἦσαν ἐξηντλημένοι λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν εἶχον φάγει τίποτε ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἐστάθη τότε ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ εἶπεν· Ἔπρεπε μέν, οἱ ἄνδρες, νὰ ὑπακούσετε εἰς τὴν συμβουλήν μου καὶ νὰ μὴ ἀποπλεύσετε ἀπὸ τὴν Κρήτην, ὁπότε θὰ ἀπεφεύγατε τὴν κακοπάθειαν αὐτὴν καὶ τὴν ζημίαν.

Κολιτσάρα

Ἐνῶ δὲ οἱ ταξιδιῶται δὲν εἶχαν φάγει τίποτε κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς καὶ ἦσαν ἐξηντλημένοι, ὁ Παῦλος ἐστάθηκε εἰς τὸ μέσον αὐτῶν καὶ εἶπε· «ἔπρεπε, ὦ ἄνδρες, νὰ μὲ εἴχατε ὑπακούσει καὶ νὰ μὴ εἴχατε ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν Κρήτην, διὰ νὰ γλυτώσετε ἔτσι τὴν κακοπάθειαν αὐτὴν καὶ τὴν ζημίαν.

Πράξ. 27,22

καὶ τὰ νῦν παραινῶ ὑμᾶς εὐθυμεῖν· ἀποβολὴ γὰρ ψυχῆς οὐδεμία ἔσται ἐξ ὑμῶν πλὴν τοῦ πλοίου.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλὰ καὶ τώρα σᾶς συνιστῶ νὰ ἔχετε θάρρος. Διότι κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ χαθῇ, παρὰ μόνο τὸ πλοῖο.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ καὶ τώρα σᾶς προτρέπω νὰ καλοκαρδίσετε. Διότι ἐκτὸς τοῦ πλοίου, ποὺ θὰ χαθῇ, κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ χάσῃ τὴν ζωήν του, ἀλλὰ θὰ σωθῶμεν ὅλοι.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ καὶ τώρα σᾶς προτρέπω νὰ ἀναθαρρήσετε καὶ νὰ χαρῆτε, διότι κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ χάσῃ τὴν ζωήν του· μόνον τὸ πλοῖον θὰ χαθῆ.

Πράξ. 27,23

παρέστη γάρ μοι τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ οὗ εἰμι, ᾧ καὶ λατρεύω,

Σωτηρόπουλου

Διότι μοῦ παρουσιάσθηκε αὐτὴ τὴ νύκτα ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο ἀνήκω, τὸν ὁποῖο καὶ λατρεύω,

Τρεμπέλα

Ἠξεύρω δὲ τοῦτο καλά, διότι μοῦ παρουσιάσθη κατὰ τὴν νύκτα αὐτὴν ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκω καὶ τὸν ὁποῖον λατρεύω,

Κολιτσάρα

Τὸ ξεύρω δὲ αὐτὸ καλά, διότι αὐτὴν τὴν νύκτα μοῦ παρουσιάστηκε ἔνας ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον Θεὸν ἀνήκω καὶ τὸν ὁποῖον λατρεύω,

Πράξ. 27,24

λέγων· μὴ φοβοῦ, Παῦλε· Καίσαρί σε δεῖ παραστῆναι· καὶ ἰδοὺ κεχάρισταί σοι ὁ Θεὸς πάντας τοὺς πλέοντας μετὰ σοῦ.

Σωτηρόπουλου

καὶ μοῦ εἶπε· “Μὴ φοβᾶσαι, Παῦλε! Πρόκειται να παρουσιασθῇς (Ὁπωσδήποτε θὰ παρουσιασθῇς) στὸν Καὶσαρα. Καὶ ἰδοὺ ὁ Θεὸς σοῦ ἔχει χαρίσει ὅλους τοὺς συνταξιδιῶτες σου”

Τρεμπέλα

καὶ μοῦ εἶπε· Μὴ φοβῆσαι, Παῦλε. Σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιον τῆς θείας Προνοίας πρέπει νὰ ἐμφανισθῇς ἐνώπιον τοῦ Καίσαρος. Καὶ ἰδοὺ ὄχι μόνον σὺ θὰ σωθῇς, ἀλλὰ σοῦ ἔχει χαρίσει ὁ Θεὸς ὅλους, ὅσοι ταξιδεύουν μαζί σου.

Κολιτσάρα

καὶ μοῦ εἶπε· Παῦλε, μὴ φοβεῖσαι· ὅπως ὁ Θεὸς ἐκανόνισε, πρέπει σὺ νὰ ἐμφανισθῇς ἐνώπιον τοῦ Καίσαρος· καὶ ἰδού, ὅτι ὁ Θεὸς σοῦ ἔχει χαρίσει καὶ ὅλους ὅσοι ταξιδεύουν μαζῆ σου.

Πράξ. 27,25

διὸ εὐθυμεῖτε, ἄνδρες· πιστεύω γὰρ τῷ Θεῷ ὅτι οὕτως ἔσται καθ’ ὃν τρόπον λελάληταί μοι.

Σωτηρόπουλου

Γι’ αὐτὸ νὰ εἶσθε εὔθυμοι, ὦ ἄνδρες! Διότι πιστεύω στὸ Θεό, ὅτι ἔτσι θὰ γίνῃ, ὅπως μοῦ εἰπώθηκε.

Τρεμπέλα

Δι’ αὐτό, ὦ ἄνδρες, λάβετε θάρρος καὶ εὐδιαθεσίαν, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸν Θεόν, ὅτι θὰ γίνῃ ἔτσι καθὼς μοῦ ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἄγγελον.

Κολιτσάρα

Δι’ αὐτό, ὦ ἄνδρες, χαρῆτε. Διότι ἔχω ἀπόλυτον πίστιν ἐγὼ εἰς τὸν Θεόν, ὅτι θὰ γίνῃ ἔτσι, ὅπως ἀκριβῶς μοῦ ἔχει λεχθῇ ἀπὸ τὸν ἄγγελον.

Πράξ. 27,26

εἰς νῆσον δέ τινα δεῖ ἡμᾶς ἐκπεσεῖν.

Σωτηρόπουλου

Σὲ κάποιο δὲ νησὶ πρόκειται νὰ ξεπέσωμε».

Τρεμπέλα

Πρέπει δὲ σύμφωνα μὲ τὴν θείαν ἀπόφασιν, ποὺ μοῦ ἀπεκάλυψεν ὁ ἄγγελος, να ἐξοκείλωμεν εἰς τὴν ἀκτὴν κάποιας νήσου.

Κολιτσάρα

Σύμφωνα μὲ τὸ θεῖον σχέδιον εἰς κάποιο νησὶ θὰ ξεπέσωμε».

Πράξ. 27,27

Ὡς δὲ τεσσαρεσκαιδεκάτη νὺξ ἐγένετο διαφερομένων ἡμῶν ἐν τῷ Ἀδρίᾳ, κατὰ μέσον τῆς νυκτὸς ὑπενόουν οἱ ναῦται προσάγειν τινὰ αὐτοῖς χώραν.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ κατόπιν τῶν περιπλανήσεών μας στὴν Ἀδριατικὴ ἔφθασε ἡ δεκάτη τετάρτη νύκτα, κατὰ τὰ μεσάνυκτα οἱ ναῦτες ὑποπτεύονταν, ὅτι εἶναι πλησίον τους κάποια ξηρά.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἔφθασεν ἡ δεκάτη τετάρτη νύκτα, ἀφ’ ὅτου ἐταλαντευόμεθα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ μέσα εἰς τὴν Ἀδριατικὴν θάλασσαν, κατὰ τὸ μεσονύκτιον οἱ ναῦται συνεπέραναν, ὅτι ἐπλησίαζαν οὗτοι εἰς καποίαν ξηράν.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἔφθασε ἡ δεκάτη τετάρτη νύκτα ἀπὸ τότε ποὺ παραδέρναμε εἰς τὸ Ἀδριατικὸν πέλαγος, κατὰ τὰ μεσάνυκτα οἱ ναῦτες σὰν νὰ ἐκατάλαβαν ὅτι ἐπλησίαζαν εἰς κάποιαν ξηράν.

Πράξ. 27,28

καὶ βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς εἴκοσι, βραχὺ δὲ διαστήσαντες καὶ πάλιν βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς δεκαπέντε·

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀφοῦ ἔρριξαν βολίδα (γιὰ νὰ βυθομετρήσουν τὴ θάλασσα), βρῆκαν εἴκοσι ὀργυιές. Ἀφοῦ δὲ προχώρησαν λίγο καὶ βυθομέτρησαν πάλι, βρῆκαν δεκαπέντε ὀργυιές.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἔρριψαν βολίδα διὰ νὰ μετρήσουν τὸ βάθος τῆς θαλάσσης, εὗρον ὀργυιὰς εἴκοσιν, ἤτοι μέτρα τριάκοντα ἕξ. Ἀφοῦ δὲ ἐπροχώρησαν ὀλίγον καὶ ἔρριψαν πάλιν βολίδα, εὗρον ὀργυιὰς δέκα πέντε, ἤτοι μέτρα εἴκοσιν ἑπτά.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ ἔρριψαν βολίδα, εὐρῆκαν βάθος θαλάσσης εἴκοσι ὀργυές, τριάντα ἓξ περίπου μέτρα. Ἀφοῦ δὲ ἐπροχώρησαν ὀλίγον καὶ ἔρριψαν πάλιν τὴν βολίδα, εὐρῆκαν βάθος δέκα πέντε ὀργυές, ἤτοι εἴκοσι ἑπτὰ περίπου μέτρα.

Πράξ. 27,29

φοβούμενοί τε μήπως εἰς τραχεῖς τόπους ἐκπέσωμεν, ἐκ πρύμνης ῥίψαντες ἀγκύρας τέσσαρας ηὔχοντο ἡμέραν γενέσθαι.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἐπειδὴ φοβοῦνταν, μήπως ἐξοκείλωμε σὲ ἀνωμάλους τόπους (βράχους καὶ σκοπέλους), ἔρριξαν ἀπὸ τὴν πρύμνη τέσσερες ἄγκυρες καὶ περίμεναν νὰ ξημερώσῃ [Σημ.: Ἤ, εὔχονταν νὰ τοὺς βρῇ ἡ ἡμέρα].

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο, μήπως πέσωμεν ἔξω καὶ προσκρούσωμεν εἰς βράχους καὶ σκοπέλους, ἔρριψαν ἀπὸ τὴν πρύμναν τοῦ πλοίου τέσσαρας ἀγκύρας καὶ ηὔχοντο νὰ ξημερώσῃ.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο, μήπως πέσουν εἰς βράχους καὶ σκοπέλους, ἔρριψαν ἀπὸ τὴν πρύμνην τοῦ πλοίου τέσσαρες ἄγκυρες καὶ ηὔχοντο πότε νὰ ξημερώσῃ.

Πράξ. 27,30

Τῶν δὲ ναυτῶν ζητούντων φυγεῖν ἐκ τοῦ πλοίου καὶ χαλασάντων τὴν σκάφην εἰς τὴν θάλασσαν, προφάσει ὡς ἐκ πρῴρας μελλόντων ἀγκύρας ἐκτείνειν,

Σωτηρόπουλου

Ἐπειδὴ δὲ οἱ ναῦτες ἐπιχειροῦσαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὸ πλοῖο, καὶ κατέβασαν τὴ σωσίβια λέμβο στὴ θάλασσα μὲ τὴν πρόφασι, ὅτι ἐπρόκειτο ἀπὸ τὴν πλώρη (χρησιμοποιώντας τὴ λέμβο) νὰ ρίξουν ἄγκυρες σὲ ἀπόστασι,

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ναῦται ἐζήτουν νὰ φύγουν ἀπὸ τὸ πλοῖον καὶ ἔρριψαν τὴν βάρκαν εἰς τὴν θάλασσαν μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι ἔμελλον ἀπὸ τὴν πρῷραν νὰ ρίψουν ἀγκύρας εἰς κάποιαν ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ πλοίου,

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ οἱ ναῦται ἤθελαν νὰ φύγουν καὶ νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ πλοῖον, κατέβασαν τὴν βάρκα εἰς τὴν θάλασσαν μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι ἐπρόκειτο τάχα νὰ ρίψουν ἀπὸ τὴν πρῴραν ἄγκυρες εἰς κάποιαν ἀπόστασιν ἀπὸ τὸ πλοῖον.

Πράξ. 27,31

εἶπεν ὁ Παῦλος τῷ ἑκατοντάρχῃ καὶ τοῖς στρατιώταις· ἐὰν μὴ οὗτοι μείνωσιν ἐν τῷ πλοίῳ, ὑμεῖς σωθῆναι οὐ δύνασθε.

Σωτηρόπουλου

ὁ Παῦλος εἶπε στὸν ἑκατόνταρχο καὶ τοὺς στρατιῶτες· «Ἐὰν αὐτοὶ δὲν μείνουν στὸ πλοῖο, σεῖς δὲν μπορεῖτε νὰ σωθῆτε».

Τρεμπέλα

εἶπεν ὁ Παῦλος εἰς τὸν ἑκατόνταρχον καὶ τοὺς στρατιώτας· Ἐὰν δὲν μείνουν αὐτοὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον, σεῖς δὲν θὰ μπορέσετε νὰ σωθῆτε.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Παῦλος εἶπε εἰς τὸν ἑκατόνταρχον καὶ τοὺς στρατιώτας· «Ἐὰν δὲν μείνουν αὐτοὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον, σεῖς δὲν θὰ μπορέσετε νὰ σωθῆτε».

Πράξ. 27,32

τότε οἱ στρατιῶται ἀπέκοψαν τὰ σχοινία τῆς σκάφης καὶ εἴασαν αὐτὴν ἐκπεσεῖν.

Σωτηρόπουλου

Τότε οἱ στρατιῶτες ἀπέκοψαν τὰ σχοινιὰ τῆς λέμβου καὶ τὴν ἄφησαν νὰ φύγῃ.

Τρεμπέλα

Τότε οἱ στρατιῶται ἀπέκοψαν τὰ σχοινία, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ βάρκα ἦτο δεμένη εἰς τὸ πλοῖον καὶ τὴν ἄφησαν νὰ πέσῃ ἔξω εἰς τὴν θάλασσαν.

Κολιτσάρα

Τότε οἱ στρατιῶται ἔκοψαν τὰ σχοινιὰ τῆς βάρκας καὶ τὴν ἄφησαν νὰ πέσῃ καὶ νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὴν θάλασσαν.

Πράξ. 27,33

Ἄχρι δὲ οὗ ἔμελλεν ἡμέρα γίνεσθαι, παρεκάλει ὁ Παῦλος ἅπαντας μεταλαβεῖν τροφῆς λέγων· τεσσαρεσκαιδεκάτην σήμερον ἡμέραν προσδοκῶντες ἄσιτοι διατελεῖτε, μηδὲν προσλαβόμενοι.

Σωτηρόπουλου

Μέχρι δὲ νὰ ξημερώσῃ, ὁ Παῦλος παρακαλοῦσε ὅλους νὰ λάβουν τροφὴ λέγοντας· «Δεκατέσσερες ἡμέρες μέχρι σήμερα, περιμένοντας τὶ θὰ γίνῃ, μένετε νηστικοί, χωρὶς νὰ ἔχετε φάγει τίποτε.

Τρεμπέλα

Μέχρις ὅτου δὲ φανῇ ἡ ἡμέρα, προέτρεπεν ὁ Παῦλος ὅλους νὰ πάρουν τροφὴν καὶ τοὺς ἔλεγεν· Εἶναι ἡ δεκάτη τετάρτη ἡμέρα σήμερον, ἀφ’ ὅτου περιμένοντες τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὴν τρικυμίαν αὐτὴν εἶσθε νηστικοί, χωρὶς νὰ πάρετε σχεδὸν τίποτε.

Κολιτσάρα

Μέχρις ὅτου δὲ φανῇ ἡ ἡμέρα ὁ Παῦλος (γεμᾶτος πίστιν καὶ ἐλπίδα εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Κυρίου) παρακαλοῦσε καὶ προέτρεπε ὅλους νὰ φάγουν λέγων· «Εἶναι ἡ δεκάτη τετάρτη ἡμέρα σήμερα, ποὺ εἶσθε νηστικοί, χωρὶς νὰ πάρετε τίποτε περιμένοντες τί θὰ γίνῃ τέλος πάντων μὲ αὐτὴν τὴν τρικυμίαν.

Πράξ. 27,34

διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς μεταλαβεῖν τροφῆς· τοῦτο γὰρ πρὸς τῆς ὑμετέρας σωτηρίας ὑπάρχει· οὐδενὸς γὰρ ὑμῶν θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς πεσεῖται.

Σωτηρόπουλου

Γι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβετε τροφή. Διότι αὐτὸ εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ τὴ σωτηρία σας. Καὶ δὲν θὰ πέσῃ οὔτε τρίχα ἀπὸ τὸ κεφάλι κανενὸς ἀπὸ σᾶς».

Τρεμπέλα

Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβετε τροφήν, διότι θὰ ὑποβλήθητε εἰς μέγαν κόπον, πρὶν ἢ πατήσετε εἰς τὴν ξηρὰν καὶ ἐπειδὴ πρέπει νὰ ἀνακτήσετε δυνάμεις, τὸ νὰ φάγετε τώρα εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν διάσωσίν σας. Ἀνακτήσατε λοιπὸν τὴν ὄρεξίν σας, τὴν ὁποίαν λόγῳ τοῦ φόβου ἐχάσατε. Μὴ φοβεῖσθε, διότι κανενὸς ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ πέσῃ οὔτε τρίχα ἀπὸ τὴν κεφαλήν του καὶ συνεπῶς δὲν πρόκειται οὔτε τὴν παραμικρὰν βλάβην νὰ πάθετε.

Κολιτσάρα

Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ πάρετε τροφήν. Καὶ τούτο διότι εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὴν σωτηρίαν σας. Πρέπει νὰ ἀναλάβετε τὰς δυνάμεις σας, διὰ νὰ ἠμπορέσετε νὰ βγῆτε εἰς τὴν ξηράν. Φᾶτε, διότι κανενὸς ἀπὸ σᾶς οὔτε τρίχα ἀπὸ τὴν κεφαλὴν δὲν πρόκειτε νὰ πέσῃ».

Πράξ. 27,35

εἰπὼν δὲ ταῦτα καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησε τῷ Θεῷ ἐνώπιον πάντων, καὶ κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν.

Σωτηρόπουλου

Ἀφοῦ δὲ εἶπε αὐτὰ καὶ ἔλαβε ἄρτο, εὐχαρίστησε τὸ Θεὸ ἐνώπιον ὅλων, καὶ ἔκοψε καὶ ἄρχισε νὰ τρώγῃ.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ εἶπε ταῦτα, ἐπῆρε εἰς τὰς χεῖρας του ἄρτον, καὶ ηὐχαρίστησε τὸν Θεὸν ἐμπρὸς εἰς ὅλους καὶ ἀφοῦ ἔκοψε τὸν ἄρτον, ἤρχισε νὰ τρώγῃ.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ εἶπε αὐτά, ἐπῆρε ἄρτον εἰς τὰ χέρια, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸν ἐμπρὸς εἰς ὅλους καὶ ἀφοῦ ἔκοψε τὸ ψωμί, ἤρχισε νὰ τρώγῃ.

Πράξ. 27,36

εὔθυμοι δὲ γενόμενοι πάντες καὶ αὐτοὶ προσελάβοντο τροφῆς·

Σωτηρόπουλου

Τότε ὅλοι ἐνθαρρύνθηκαν καὶ ἔφαγαν καὶ αὐτοί.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ἐνεθαρρύνθησαν καὶ ἀπέκτησαν καλὴν διάθεσιν ὅλοι, ἔλαβον καὶ αὐτοὶ τροφήν.

Κολιτσάρα

Τότε δὲ ἀπέκτησαν θάρρος καὶ εὐδιαθεσίαν ὅλοι, ἐπῆραν τροφὴν καὶ ἔφαγαν.

Πράξ. 27,37

ἦμεν δὲ ἐν τῷ πλοίῳ αἱ πᾶσαι ψυχαὶ διακόσιαι ἑβδομήκοντα ἕξ.

Σωτηρόπουλου

Ἤμασταν δὲ στὸ πλοῖο διακόσιες ἑβδομήντα ἕξι ψυχὲς συνολικῶς.

Τρεμπέλα

Ἤμεθα δὲ ἐντὸς τοῦ πλοίου ὅλα τὰ πρόσωπα διακόσια ἑβδομήκοντα ἕξ.

Κολιτσάρα

Ἤμεθα δὲ ὅλοι μέσα εἰς τὸ πλοῖον διακόσιοι ἑβδομήντα ἕξ.

Πράξ. 27,38

κορεσθέντες δὲ τροφῆς ἐκούφιζον τὸ πλοῖον ἐκβαλλόμενοι τὸν σῖτον εἰς τὴν θάλασσαν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἀφοῦ χόρτασαν ἀπὸ τροφή, ἐλάφρυναν τὸ πλοῖο ρίχνοντας τὸ σιτάρι στὴ θάλασσα.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἐχορτάσθησαν μὲ τροφήν, ἐλάφρωσαν τὸ πλοῖον διὰ νὰ σηκωθῇ ὑψηλότερον καὶ ἔτσι νὰ πλησιάσῃ εὐκολώτερον καὶ περισσότερον πρὸς τὴν ἀκτήν. Τὸ ἐλάφρωναν δὲ ρίπτοντες τὸν σῖτον ἔξω εἰς τὴν θάλασσαν.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ ἐχόρτασαν μὲ τροφήν, ἐλάφρωναν τὸ πλοῖον, διὰ νὰ σηκωθῇ ὑψηλότερα, ρίπτοντες τὸ σιτάρι εἰς τὴν θάλασσαν.

Πράξ. 27,39

Ὅτε δὲ ἡμέρα ἐγένετο, τὴν γῆν οὐκ ἐπεγίνωσκον, κόλπον δέ τινα κατενόουν ἔχοντα αἰγιαλόν, εἰς ὃν ἐβουλεύσαντο, εἰ δύναιντο, ἐξῶσαι τὸ πλοῖον.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ξημέρωσε, δὲν ἀναγνώριζαν τὴν ξηρά, διέκριναν ὅμως κάποιο κόλπο μὲ ἀμμώδη ἀκρογιαλιά. Καὶ σ’ αὐτὸν σκέφθηκαν, ἐὰν μποροῦσαν, νὰ προσαράξουν τὸ πλοῖο.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἔγινεν ἡμέρα, δὲν μποροῦσαν νὰ ἀναγνωρίσουν εἰς ποίαν χώραν ἀνῆκεν ἡ ξηρά, ἀλλὰ διέκριναν καλὰ κάποιον κόλπον, ποὺ εἶχεν ἀκρογιαλιὰ μὲ ἀμμουδιάν, καὶ ἐκεῖ ἀπεφάσισαν, ἐὰν θὰ τὸ κατώρθωναν, νὰ ρίψουν ἔξω τὸ πλοῖον.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἔγινε ἡμέρα, δὲν ἠμποροῦσαν να καταλάβουν ποιὰ ἦτο ἡ ξηρὰ αὐτή, ἀλλὰ διέκριναν κάποιον κόλπον, ποὺ εἶχε ὁμαλὴν παραλίαν, ὅπου καὶ ἀπεφάσισαν, ἐὰν θὰ ἠμποροῦσαν, νὰ ρίξουν ἔξω τὸ πλοῖον.

Πράξ. 27,40

καὶ τὰς ἀγκύρας περιελόντες εἴων εἰς τὴν θάλασσαν ἅμα ἀνέντες τὰς ζευκτηρίας τῶν πηδαλίων, καὶ ἐπάραντες τὸν ἀρτέμωνα τῇ πνεούσῃ κατεῖχον εἰς τὸν αἰγιαλόν.

Σωτηρόπουλου

Ἔλυσαν λοιπὸν τὶς ἄγκυρες καὶ τὶς ἄφησαν νὰ πέσουν στὴ θάλασσα. Συγχρόνως δὲ ἔλυσαν τὰ σχοινιά, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχαν δέσει τὰ πηδάλια (γιὰ νὰ τὰ ἀκινητοποιήσουν λόγῳ τῆς τρικυμίας). Καὶ ἀφοῦ ὕψωσαν τὸ ἱστίο τῆς πλώρης, μὲ τὴν πνοὴ τοῦ ἀνέμου προσπαθοῦσαν νὰ κατευθύνουν τὸ πλοῖο στὴν ἀκρογιαλιά.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἔλυσαν τὰ σχοινιά, μὲ τὰ ὁποῖα ἦσαν δεμέναι εἰς τὸ πλοῖον αἱ ἄγκυραι, τὰς ἀφῆκαν νὰ πέσουν εἰς τὴν θάλασσαν. Συγχρόνως δὲ ἔλυσαν καὶ τὰ σχοινιά, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχαν δέσει σηκωμένα ἔξω ἀπὸ τὸ νερὸν τὰ πηδάλια, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀχρηστεύσει ἕνεκα τῆς τρικυμίας, τώρα ὅμως θὰ ἐχρησιμοποίουν αὐτά. Καὶ ἀφοῦ ἐσήκωσαν τὸ μικρὸ πανὶ τῆς πρώρας, προσεπάθουν μὲ τὸν πνέοντα ἄνεμον νὰ διευθύνουν τὸ πλοῖον πρὸς τὴν ἀμμουδιάν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ ἔλυσαν τὶς ἄγκυρες, τὶς ἀφῆκαν νὰ πέσουν εἰς τὴν θάλασσαν, συγχρόνως δὲ ἐχαλάρωσαν καὶ τὰ σχοινιά, μὲ τὰ ὁποῖα προηγουμένως εἶχαν ἀνασηκώσει τὰ πηδάλια ἔξω ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ἀφοῦ ἐσήκωσαν τὸ μικρὸ πανὶ τῆς πρῴρας, προσπαθοῦσαν μὲ τὴν πνοὴν τοῦ ἀνέμου νὰ φθάσουν τὴν παραλίαν.

Πράξ. 27,41

περιπεσόντες δὲ εἰς τόπον διθάλασσον ἐπώκειλαν τὴν ναῦν, καὶ ἡ μὲν πρῷρα ἐρείσασα ἔμεινεν ἀσάλευτος, ἡ δὲ πρύμνα ἐλύετο ὑπὸ τῆς βίας τῶν κυμάτων.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔπεσαν σὲ μέρος, ποὺ στὸ μέσον εἶχε ξηρά, ποὺ ἔκοβε τὴ θάλασσα στὰ δύο, ἔρριξαν ἔξω τὸ πλοῖο. Καὶ ἡ μὲν πλώρη κόλλησε κάτω στὴν ξηρὰ καὶ ἔμεινε ἀκίνητη, ἡ δὲ πρύμνη διαλυόταν ἀπὸ τὴ σφοδρότητα τῶν κυμάτων.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔπεσαν εἰς μέρος, ποὺ εἶχεν εἰς τὸ μέσον ξηράν, ἡ ὁποία ἔκοπτε τὴν θάλασσαν εἰς τὰ δύο καὶ ἐσχημάτιζεν οὗτω δύο θαλάσσας, ἔρριψαν ἔξω τὸ πλοῖον. Καὶ ἡ μὲν πρῷρα ἐμπηχθεῖσα στερεὰ μέσα εἰς τὴν γῆν ἔμεινεν ἀκίνητος, ἡ δὲ πρύμνη ἤρχισε νὰ διαλύεται ἀπὸ τὴν σφοδρότητα τῶν κυμάτων.

Κολιτσάρα

Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔπεσαν εἰς ἕνα ἀκρωτήριον, ποὺ ἔκοβε εἰς δύο τὴν θάλασσαν, ἔρριξαν ἔξω τὸ πλοῖον καὶ ἡ μὲν πρῶρα ἐσφηνώθηκε μέσα εἰς τὴν γῆν καὶ ἔμεινε ἀκίνητος, ἡ δὲ πρύμνη ἤρχισε νὰ διαλύεται ἀπὸ τὴν σφοδρότητα τῶν κυμάτων.

Πράξ. 27,42

τῶν δὲ στρατιωτῶν βουλὴ ἐγένετο ἵνα τοὺς δεσμώτας ἀποκτείνωσι, μή τις ἐκκολυμβήσας διαφύγοι.

Σωτηρόπουλου

Τὸτε οἱ στρατιῶτες ἀποφάσισαν νὰ φονεύσουν τοὺς κρατουμένους, μήπως κανεὶς διαφύγῃ κολυμπώντας.

Τρεμπέλα

Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ οἱ στρατιῶται ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν νὰ φονεύσουν τοὺς δεσμίους ἐκ φόβου, μήπως κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς πέσῃ ἀπὸ τὸ πλοῖον εἰς τὴν θάλασσαν καὶ κολυμβῶν διαφύγῃ.

Κολιτσάρα

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ στρατιῶται ἐπῆραν τὴν ἀπόφασιν νὰ φονεύσουν τοὺς κρατουμένους, μήπως τυχὸν καὶ κανεὶς διαφύγῃ κολυμβῶν (ὁπότε θὰ ἦσαν ὑπεύθυνοι μὲ τὴν ζωήν των διὰ τὴν ἀπόδρασίν των).

Πράξ. 27,43

ὁ δὲ ἑκατοντάρχης βουλόμενος διασῶσαι τὸν Παῦλον ἐκώλυσεν αὐτοὺς τοῦ βουλήματος, ἐκέλευσέ τε τοὺς δυναμένους κολυμβᾶν ἀπορρίψαντας πρώτους ἐπὶ τὴν γῆν ἐξιέναι,

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὁ ἑκατόνταρχος, θέλοντας νὰ διασώσῃ τὸν Παῦλο, τοὺς ἐμπόδισε ἀπὸ τὴν ἀπόφασι, καὶ διέταξε, ὅσοι μποροῦσαν νὰ κολυμποῦν, νὰ ριφθοῦν πρῶτοι στὴ θάλασσα καὶ νὰ βγοῦν στὴν ξηρά.

Τρεμπέλα

Ὁ ἑκατόνταρχος ὅμως, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ διασώσῃ τὸν Παῦλον, τοὺς ἠμπόδισεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκτελέσουν τὴν ἀπόφασιν ταύτην, καὶ διέταξεν, ὅσοι ἤξευραν νὰ κολυμβοῦν, νὰ ριφθοῦν πρῶτοι εἰς τὴν θάλασσαν καὶ νὰ ἐξέλθουν εἰς τὴν ξηράν.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἑκατόνταρχος ἤθελε νὰ διασώσῃ τὸν Παῦλον, τοὺς ἠμπόδισε ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν των αὐτὴν καὶ διέταξε ὅσοι ἤξευραν νὰ κολυμβοῦν νὰ ριφθοῦν πρῶτοι εἰς τὴν θάλασσαν καὶ νὰ βγοῦν εἰς τὴν ξηράν.

Πράξ. 27,44

καὶ τοὺς λοιποὺς οὓς μὲν ἐπὶ σανίσιν, οὓς δὲ ἐπί τινων τῶν ἀπὸ τοῦ πλοίου. καὶ οὕτως ἐγένετο πάντας διασωθῆναι ἐπὶ τὴν γῆν.

Σωτηρόπουλου

Οἱ δὲ ὑπόλοιποι νὰ βγοῦν, ἄλλοι μὲν πάνω σὲ σανίδες, ἄλλοι δὲ σὲ συντρίμματα τοῦ πλοίου. Καὶ ἔτσι ὅλοι ἔφθασαν στὴν ξηρὰ καὶ σώθηκαν.

Τρεμπέλα

Καὶ τοὺς λοιποὺς διέταξε νὰ ἐξέλθουν, ἄλλοι μὲν ἐπάνω εἰς σανίδας, ἄλλοι δὲ ἐπάνω εἰς συντρίμματα τῶν ξυλίνων μερῶν τοῦ πλοίου. Καὶ ἔτσι κατωρθώθῃ ὅλοι νὰ διασωθοῦν εἰς τὴν ξηράν.

Κολιτσάρα

Καὶ τοὺς ὑπολοίπους διέταξε νὰ ἐξέλθουν ἄλλοι μὲν ἐπάνω εἰς σανίδες, ἄλλοι δὲ ἐπάνω εἰς τὰ ξύλινα συντρίμματα τοῦ πλοίου. Καὶ ἔτσι ἐπετεύχθη νὰ διασωθοῦν ὅλοι εἰς τὴν ξηράν.