Πράξεις Ἀποστόλων 7

Πράξ. 7,1

Εἶπε δὲ ὁ ἀρχιερεύς· εἰ ἄρα ταῦτα οὕτως ἔχει;

Σωτηρόπουλου

Εἶπε τότε ὁ ἀρχιερεύς· «Ἔτσι λοιπὸν ἔχουν αὐτά;».

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ὁ ἀρχιερεύς· Ἔτσι λοιπὸν εἶναι αὐτά, ὅπως τὰ καταγγέλλουν οἱ μάρτυρες;

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ ἀρχιερεύς· «πές μας, εἶναι τάχα ἀληθινά, ὅσα καταγγέλλουν οἱ μάρτυρες;»

Πράξ. 7,2

ὁ δὲ ἔφη· ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. ὁ Θεὸς τῆς δόξης ὤφθη τῷ πατρὶ ἡμῶν Ἀβραὰμ ὄντι ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, πρὶν ἢ κατοικῆσαι αὐτὸν ἐν Χαρράν,

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς δὲ εἶπε· «Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσετε. Ὁ ἔνδοξος Θεὸς φανερώθηκε στὸν πατέρα μας τὸν Ἀβραάμ, ὅταν ἦταν στὴ Μεσοποταμία, προτοῦ κατοικήσῃ στὴ Χαρράν,

Τρεμπέλα

Οὗτος δὲ εἶπεν· Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. Ὁ Θεὸς ὁ ἔνδοξος, ὁ ὁποῖος συγχρόνως εἶναι καὶ ἡ πηγὴ τῆς πραγματικῆς καὶ αἰωνίας δόξῃς, ἐνεφανίσθη εἰς τὸν πατέρα μας Ἀβραάμ, ὅταν ἦτο ἀκόμη εἰς τὴν Μεσοποταμίαν, προτοῦ νὰ κατοικήσῃ οὗτος ἐν Χαρράν.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Στέφανος εἶπε· «ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. Ὁ Θεὸς τῆς δόξης παρουσιάσθηκε εἰς τὸν πρόγονον μας, τὸν Ἀβραάμ, ὅταν ἦτο εἰς τὴν Μεσοποταμίαν, πρὶν ἀκόμη κατοικήσῃ εἰς τὴν Χαρράν.

Πράξ. 7,3

καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν ἣν ἄν σοι δείξω.

Σωτηρόπουλου

καὶ τοῦ εἶπε· Νὰ βγῇς ἀπὸ τὴ χώρα σου καὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σου, καὶ νὰ ἔλθῃς στὴ χώρα ποὺ θὰ σοῦ δείξω.

Τρεμπέλα

Καὶ τοῦ εἶπεν· Ἔβγα ἀπὸ τὴν πατρίδα σου καὶ ἀπὸ τὴν συγγένειάν σου καὶ ἔλα εἰς χώραν, τὴν ὁποίαν θὰ σοῦ δείξω.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπε εἰς αὐτόν: Ἀναχώρησε ἀπὸ τὸν τόπον σου καὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σου καὶ ἔλα εἰς περιοχήν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θά σοῦ δείξω.

Πράξ. 7,4

τότε ἐξελθὼν ἐκ γῆς Χαλδαίων κατῴκησεν ἐν Χαρράν. κἀκεῖθεν μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ μετῴκισεν αὐτὸν εἰς τὴν γῆν ταύτην εἰς ἣν ὑμεῖς νῦν κατοικεῖτε·

Σωτηρόπουλου

Τότε βγῆκε ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Χαλδαίων, καὶ κατοίκησε στὴ Χαρράν. Καὶ ἀπ’ ἐκεῖ, ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του, τὸν ἔφερε νὰ κατοικήσῃ σ’ αὐτὴ τὴ χώρα, ποὺ κατοικεῖτε τώρα σεῖς.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ἀβραὰμ συμμορφούμενος πρὸς τὴν ἐντολὴν ταύτην, ἀφοῦ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Χαλδαίων, ἐκατοίκησεν εἰς Χαρράν. Καὶ ἀπ’ ἐκεῖ, ὅταν ἀπέθανεν ὁ πατέρας του, τὸν μετοίκησεν ὁ Θεὸς εἰς τὴν γῆν αὐτὴν τῆς Χαναάν, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικεῖτε σεῖς τώρα.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Ἀβραὰμ ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Χαλδαίων καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν Χαρράν. Ἀπὸ ἐκεῖ, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός του, τὸν ἔβαλε ὁ Θεὸς νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν γῆν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς τώρα κατοικεῖτε.

Πράξ. 7,5

καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ κληρονομίαν ἐν αὐτῇ οὐδὲ βῆμα ποδός, καὶ ἐπηγγείλατο δοῦναι αὐτῷ εἰς κατάσχεσιν αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ μετ’ αὐτόν, οὐκ ὄντος αὐτῷ τέκνου.

Σωτηρόπουλου

Καὶ (ὅσο ζοῦσε) δὲν τοῦ ἔδωσε σ’ αὐτὴ κληρονομία οὔτε ὅσο εἶναι ἕνα πέλμα ποδιοῦ. Ἀλλ’ ὑποσχέθηκε νὰ τὴ δώσῃ γιὰ ἰδιοκτησία σ’ αὐτὸν καὶ στοὺς ἀπογόνους του μετὰ ἀπ’ αὐτόν, ἐνῷ αὐτὸς δὲν εἶχε τέκνο.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐφ’ ὅσον ἔζη ὁ Ἀβραάμ, δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν κληρονομίαν εἰς τὴν γῆν αὐτὴν οὔτε ἑνὸς βήματος τόπον. Καὶ ὅμως ὑπεσχέθη ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ τὴν χώραν αὐτὴν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους αὐτοῦ ὕστερα ἀπὸ αὐτόν, διὰ νὰ τὴν κατέχουν, ἂν καὶ τότε, ποὺ ἔδιδεν εἰς τὸν Ἀβραὰμ τὴν ὑπόσχεσιν αὐτήν, δὲν εἶχεν οὗτος τέκνον.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐν τούτοις δὲν τοῦ ἔδωκε εἰς τὴν περιοχὴν αὐτὴν ὡς κληρονομίαν οὔτε ἑνὸς βήματος τόπον. Καὶ ὅμως εἶχε ὑποσχεθῃ ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ ὡς ἰδιοκτησίαν τὴν χώραν αὐτήν, εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον καὶ ὕστερα ἀπὸ αὐτὸν εἰς τοὺς ἀπογόνους του, καίτοι ὅταν ὑπέσχετο αὐτὰ ὁ Θεός, δὲν εἶχεν ὁ Ἀβραὰμ τέκνον.

Πράξ. 7,6

ἐλάλησε δὲ οὕτως ὁ Θεός, ὅτι ἔσται τὸ σπέρμα αὐτοῦ πάροικον ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ, καὶ δουλώσουσιν αὐτὸ καὶ κακώσουσιν ἔτη τετρακόσια·

Σωτηρόπουλου

Μίλησε δὲ ἔτσι ὁ Θεός, ὅτι οἱ ἀπόγονοί του θὰ κατοικοῦν ὡς ξένοι σὲ χώρα ξένη, καὶ θὰ τοὺς ὑποδουλώσουν, καὶ θὰ τοὺς κακομεταχειρισθοῦν τετρακόσια ἔτη.

Τρεμπέλα

Ὡμίλησε δὲ ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ἀβραὰμ οὕτω πῶς· ὅτι δηλαδὴ θὰ παραμείνουν οἱ ἀπόγονοι αὐτοῦ ὡς ξένοι εἰς χώραν, ποὺ θὰ ἀνήκῃ εἰς ἄλλους· καὶ οἱ ἐντόπιοι τῆς χώρας ἐκείνης θὰ τοὺς ὑποδουλώσουν καὶ θὰ τοὺς κακομεταχειρισθοῦν ἐπὶ ἔτη τετρακόσια.

Κολιτσάρα

Ἐλάλησε δὲ ὁ Θεὸς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι δηλαδὴ οἱ ἀπόγονοί του θὰ μείνουν ὡς πάροικοι εἰς ξένην χώραν. Καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς χώρας ἐκείνης θὰ τοὺς κάμουν δούλους των καὶ θὰ τοὺς ταλαιπωρήσουν τετρακόσια χρόνια.

Πράξ. 7,7

καὶ τὸ ἔθνος ᾧ ἐὰν δουλεύσωσι κρινῶ ἐγώ, εἶπεν ὁ Θεός· καὶ μετὰ ταῦτα ἐξελεύσονται καὶ λατρεύσουσί μοι ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ τὸ ἔθνος, στὸ ὁποῖο θὰ γίνουν δοῦλοι, θὰ τιμωρήσω ἐγώ, εἶπε ὁ Θεός. Καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὰ θὰ φύγουν ἀπ’ ἐκεῖ, καὶ θὰ μὲ λατρεύσουν στὸν τόπο τοῦτο.

Τρεμπέλα

Καὶ τὸ ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ δουλεύσουν ὡς σκλάβοι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, θὰ τὸ δικάσω καὶ θὰ τὸ τιμωρήσω ἐγώ, εἶπεν ὁ Θεός. Καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν χώραν τῆς δουλείας καὶ θὰ μὲ λατρεύσουν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τῆς γῆς Χαναάν.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός: Τὸ ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐργασθοῦν ὡς δοῦλοι, θὰ τὸ δικάσω ἐγώ. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ θὰ φύγουν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ θὰ μὲ λατρεύσουν εἰς τὸν τόπον αὐτόν.

Πράξ. 7,8

καὶ ἔδωκεν αὐτῷ διαθήκην περιτομῆς· καὶ οὕτως ἐγέννησε τὸν Ἰσαὰκ καὶ περιέτεμεν αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, καὶ ὁ Ἰσαὰκ τὸν Ἰακώβ, καὶ ὁ Ἰακὼβ τοὺς δώδεκα πατριάρχας.

Σωτηρόπουλου

Καὶ τοῦ ἔδωσε διαθήκη περιτομῆς. Καὶ ἔτσι γέννησε τὸν Ἰσαὰκ καὶ τοῦ ἔκανε περιτομὴ τὴν ὀγδόη ἡμέρα, καὶ ὁ Ἰσαὰκ γέννησε τὸν Ἰακώβ, καὶ ὁ Ἰακὼβ τοὺς δώδεκα πατριάρχες.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἀβραὰμ διαθήκην, ἡ ὁποία ἐβεβαιώθη καὶ ἐπεσφραγίσθη διὰ περιτομῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη οὗτος πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς διαθήκης. Καὶ ἔτσι ἀφοῦ μὲ τὴν διαθήκην καὶ τὴν πίστιν, ποὺ ἔδειξεν εἰς αὐτὴν ὁ Ἀβραὰμ καὶ μὲ τὴν περιτομήν, ποὺ ἔλαβε, παρεσκευάσθησαν τὰ πράγματα, ἐγέννησεν ὁ Ἀβραὰμ τὸν Ἰσαάκ, καὶ τὸν περιέτεμε τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του· καὶ ὁ Ἰσαὰκ ἐγέννησε τὸν Ἰακὼβ καὶ ὁ Ἰακὼβ ἐγέννησε τοὺς δώδεκα πατριάρχας.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἀβραὰμ διαθήκην, ποὺ τὴν ἐπεκύρωσε μὲ τὴν περιτομήν. Καὶ ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν διαθήκην αὐτήν, ἐγέννησε ὁ Ἀβραὰμ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν περιέταμε τὴν ὀγδόην ἡμέραν. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Ἰσαὰκ τὸν Ἰακὼβ καὶ ὁ Ἰακὼβ τοὺς δώδεκα πατριάρχας.

Πράξ. 7,9

Καὶ οἱ πατριάρχαι ζηλώσαντες τὸν Ἰωσὴφ ἀπέδοντο εἰς Αἴγυπτον.

Σωτηρόπουλου

Οἱ δὲ πατριάρχες, ἐπειδὴ φθόνησαν τὸν Ἰωσήφ, τὸν πώλησαν στὴν Αἴγυπτο.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ πατριάρχαι, ἐπειδὴ ἐφθόνησαν τὸν Ἰωσήφ, τὸν ἐπώλησαν ὡς δοῦλον καὶ μετεφέρθη ἀπὸ αὐτούς, ποὺ τὸν ἡγόρασαν, εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Κολιτσάρα

Καὶ οἱ δώδεκα Πατριάρχαι ἐπειδὴ ἐφθόνησαν τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἐπώλησαν ὡς δοῦλον εἰς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι καὶ τὸν μετέφεραν εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Πράξ. 7,10

καὶ ἦν ὁ Θεὸς μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἐξείλετο αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ χάριν καὶ σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου, καὶ κατέστησεν αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ’ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν οἶκον αὐτοῦ.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ἦταν ὁ Θεὸς μαζί του, καὶ τὸν ἔσωσε ἀπ’ ὅλες τὶς θλίψεις του, καὶ τοῦ ἔδωσε σοφία ἐνώπιον τοῦ Φαραώ, τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου, καὶ τὸν ἔκανε νὰ τοῦ δεικνύῃ εὔνοια, καὶ τὸν κατέστησε κυβερνήτη τῆς Αἰγύπτου καὶ ὅλου τοῦ παλατιοῦ του.

Τρεμπέλα

Καὶ ἦτο ὁ Θεὸς μαζί του προστάτης αὐτοῦ. Καὶ ἠλευθέρωσεν αὐτὸν ὁ Θεὸς ἀπὸ ὅλας τὰς θλίψεις του· καὶ τοῦ ἐξησφάλισε τὴν εὔνοιαν τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου διὰ τὴν σύνεσιν καὶ σοφίαν, ποὺ ἔδειξεν, ὅταν ἐξήγει τὰ ὄνειρά του καὶ ἐγκατέστησεν αὐτὸν ὁ Φαραὼ ἡγεμόνα καὶ ἐπίτροπόν του ἐπὶ τῆς Αἰγύπτου καὶ ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἀνακτόρου του.

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς ὅμως ἦτο μαζῆ του, τὸν ἔβγαλε καὶ τὸν ἐγλύτωσε ἀπὸ ὅλας τὰς θλίψεις του καὶ τοῦ ἔδωκε χάριν καὶ σοφίαν, ὅπως αὐτὴ ἐφάνηκε ἐνώπιον Φαραώ, τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου. Καὶ ἐγκατέστησε αὐτὸν ὁ Φαραὼ ἄρχοντα εἰς ὅλην τὴν Αἴγυπτον καὶ εἰς ὅλον τὸ ἀνάκτορόν του.

Πράξ. 7,11

ἦλθε δὲ λιμὸς ἐφ’ ὅλην τὴν γῆν Αἰγύπτου καὶ Χαναὰν καὶ θλῖψις μεγάλη, καὶ οὐχ εὕρισκον χορτάσματα οἱ πατέρες ἡμῶν.

Σωτηρόπουλου

Ἦλθε δὲ πεῖνα σ’ ὅλη τὴ χώρα τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Χαναὰν καὶ στέρησι μεγάλη, καὶ οἱ πατέρες μας δὲν ἔβρισκαν τροφές.

Τρεμπέλα

Ἦλθε δὲ πείνα εἰς ὅλην τὴν Αἴγυπτον καὶ τὴν Χαναὰν καὶ στενοχωρία μεγάλη καὶ δὲν εὕρισκον οἱ πρόγονοί μας τροφὰς διὰ τὸν ἑαυτόν τους καὶ διὰ τὰ ποίμνιά των.

Κολιτσάρα

Ἦλθε δὲ πεῖνα εἰς ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Χαναὰν καὶ θλῖψις μεγάλη, καὶ δὲν εὕρισκαν τροφὰς οἱ πρόγονοί μας διὰ τὸν ἑαυτόν τους καὶ τὰ βοσκήματά τους.

Πράξ. 7,12

ἀκούσας δὲ Ἰακὼβ ὄντα σῖτα ἐν Αἰγύπτῳ ἐξαπέστειλε τοὺς πατέρας ἡμῶν πρῶτον·

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ἄκουσε ὁ Ἰακώβ, ὅτι ὑπάρχουν τρόφιμα στὴν Αἴγυπτο, ἔστειλε τοὺς πατέρες μας ἐκεῖ γιὰ πρώτη φορά.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἤκουσεν ὁ Ἰακώβ, ὅτι ὑπῆρχον σιτάρια εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἔστειλε ἐκεῖ κάτω τοὺς προπάτοράς μας κατὰ πρώτην φοράν.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἤκουσεν ὁ Ἰακώβ, ὅτι εἰς τὴν Αἴγυπτον ὑπάρχει σιτάρι, ἔστειλε διὰ πρώτην φορὰν τοὺς προγόνους μας.

Πράξ. 7,13

καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ ἀνεγνωρίσθη Ἰωσὴφ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ, καὶ φανερὸν ἐγένετο τῷ Φαραὼ τὸ γένος τοῦ Ἰωσήφ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ τὴ δεύτερη φορὰ φανερώθηκε ὁ Ἰωσὴφ στοὺς ἀδελφούς του, καὶ ἔγινε γνωστὸ στὸ Φαραὼ τὸ γένος τοῦ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὸ δεύτερον εἰς Αἴγυπτον ταξίδιόν των ἀνεγνωρίσθη ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του καὶ ἔγινε τότε πολὺ γνωστὴ εἰς τὸν Φαραὼ ἡ οἰκογενεια τοῦ Ἰωσήφ.

Κολιτσάρα

Καὶ κατὰ τὸ δεύτερον ταξίδιόν των ἐφανέρωσε τὸν ἑαυτόν του ὁ Ἰωσὴφ εἰς τοὺς ἀδελφούς του καὶ ἔγινε πλέον γνωστὴ εἰς τὸν Φαραὼ ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰωσήφ.

Πράξ. 7,14

ἀποστείλας δὲ Ἰωσὴφ μετεκαλέσατο τὸν πατέρα αὐτοῦ Ἰακὼβ καὶ πᾶσαν τὴν συγγένειαν αὐτοῦ ἐν ψυχαῖς ἑβδομήκοντα πέντε.

Σωτηρόπουλου

Τότε ὁ Ἰωσὴφ ἔστειλε μήνυμα καὶ προσκάλεσε τὸν πατέρα του τὸν Ἰακὼβ καὶ ὅλους τοὺς συγγενεῖς του, ἑβδομηνταπέντε πρόσωπα συνολικῶς.

Τρεμπέλα

Ἀπέστειλε δὲ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἐκάλεσε πλησίον του τὸν πατέρα του Ἰακὼβ καὶ ὅλην τὴν οἰκογένειάν του, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἑβδομήκοντα πέντε πρόσωπα.

Κολιτσάρα

Ἔστειλε δὲ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἐκάλεσεν εἰς τὴν Αἴγυπτον τὸν πατέρα του τὸν Ἰακὼβ καὶ ὅλην τὴν οἰκογένειάν του, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἑβδομήκοντα πέντε ψυχάς.

Πράξ. 7,15

κατέβη δὲ Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον καὶ ἐτελεύτησεν αὐτὸς καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν,

Σωτηρόπουλου

Κατέβηκε δὲ ὁ Ἰακὼβ στὴν Αἴγυπτο, καὶ ἐκεῖ πέθανε αὐτὸς καὶ οἱ πατέρες μας.

Τρεμπέλα

Κατέβη δὲ ὁ Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ αὐτὸς καὶ οἱ δώδεκα πατριάρχαι οἱ προπάτορές μας.

Κολιτσάρα

Κατέβηκε πράγματι ὁ Ἰακὼβ εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ἐκεῖ ἀπέθανε αὐτὸς καὶ οἱ δώδεκα πρόγονοί μας.

Πράξ. 7,16

καὶ μετετέθησαν εἰς Συχὲμ καὶ ἐτέθησαν ἐν τῷ μνήματι ᾧ ὠνήσατο Ἀβραὰμ τιμῆς ἀργυρίου παρὰ τῶν υἱῶν Ἐμμὸρ τοῦ Συχέμ.

Σωτηρόπουλου

Καὶ μεταφέρθηκαν τὰ ὀστᾶ τους στὴ Συχὲμ καὶ θάφτηκαν στὸ μνῆμα, ποὺ ἀγόρασε ὁ Ἀβραὰμ μὲ ἀντίτιμο σὲ ἀργυρὰ νομίσματα ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἐμμόρ, υἱοῦ τοῦ Συχέμ.

Τρεμπέλα

Καὶ μετεφέρθησαν τὰ ὀστᾶ των εἰς Συχὲμ καὶ ἐτέθησαν εἰς τὸ μνῆμα, τὸ ὁποῖον ἠγόρασεν ὁ Ἀβραὰμ μὲ ἀντίτιμον πληρωθὲν εἰς ἀργυρᾶ νομίσματα ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἐμμόρ, ὁ ὁποῖος ἔμενεν εἰς Συχέμ.

Κολιτσάρα

Καὶ μετεφέρθησαν τὰ ὀστᾶ των εἰς τὴν Συχὲμ καὶ ἐτέθησαν εἰς τὸ μνῆμα, τὸ ὁποῖον εἶχε ἀγοράσει ὁ Ἀβραὰμ μὲ ἀργυρᾶ νομίσματα ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἐμμόρ, ποὺ κατοικοῦσε εἰς τὴν Συχέμ.

Πράξ. 7,17

Καθὼς δὲ ἤγγιζεν ὁ χρόνος τῆς ἐπαγγελίας ἣν ὤμοσεν ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ, ηὔξησεν ὁ λαὸς καὶ ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ,

Σωτηρόπουλου

Καθὼς δὲ πλησίαζε ὁ χρόνος γιὰ τὴν ἐκπλήρωσι τῆς ὑποσχέσεως, ποὺ μὲ ὅρκο ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν Ἀβραάμ, αὐξήθηκε ὁ λαὸς καὶ πληθύνθηκε στὴν Αἴγυπτο,

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἐπλησίαζεν ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπαγγελία καὶ ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν μὲ ὅρκον ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἀβραάμ, βεβαιώσας αὐτὸν ὅτι θὰ ἐκληρονόμει τὴν γῆν Χαναάν, αὔξησεν εἰς δύναμιν ὁ λαὸς καὶ ἐπλήθυνεν εἰς ἀριθμὸν ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,

Κολιτσάρα

Καθὼς δὲ ἐπλησίαζε ὁ χρόνος διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν μὲ ὅρκον εἶχε δώσει ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἀβραάμ, αὐξήθηκε ὁ λαὸς καὶ ἔγινε πλῆθος πολὺ ὁ ἀριθμός του εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Πράξ. 7,18

ἄχρις οὗ ἀνέστη βασιλεὺς ἕτερος, ὃς οὐκ ᾔδει τὸν Ἰωσήφ.

Σωτηρόπουλου

μέχρις ὅτου παρουσιάσθηκε ἄλλος βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἀγνοοῦσε τὸν Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

ἕως ὅτου ἀνεφάνη ἄλλος βασιλεύς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώριζε τὰς ὑπηρεσίας, ποὺ προσέφερεν εἰς τὸ Αἰγυπτιακὸν ἔθνος ὁ Ἰωσήφ.

Κολιτσάρα

Μέχρις ὅτου παρουσιάσθηκε ἄλλος βασιλεύς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώριζε τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας εἶχε προσφέρει αὐτὸς εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Πράξ. 7,19

οὗτος κατασοφισάμενος τὸ γένος ἡμῶν ἐκάκωσε τοὺς πατέρας ἡμῶν τοῦ ποιεῖν ἔκθετα τὰ βρέφη αὐτῶν, εἰς τὸ μὴ ζωογονεῖσθαι·

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς σκέφθηκε δολίως γιὰ τὸ γένος μας, καὶ καταπίεσε τοὺς προγόνους μας νὰ βγάζουν καὶ νὰ ἐγκαταλείπουν στὸ ὕπαιθρο τὰ βρέφη τους, γιὰ νὰ μὴ διατηροῦνται στὴ ζωή.

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος μὲ δολιότητα καὶ πανουργίαν ἐζήτησε νὰ βλάψῃ τὸ γένος μας καὶ κατεπίεσε τοὺς πατέρας μας καὶ τοὺς ἐξηνάγκασε νὰ πετοῦν ἔκθετα τὰ βρέφη των, ὥστε νὰ μὴ διατηροῦνται ταῦτα ἐν τῇ ζωῇ.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ἐσκέφθηκε πονηρὰ καὶ δόλια ἐναντίον τοῦ γένους ἡμῶν, ἐταλαιπώρησε τοὺς πατέρας ἡμῶν καὶ τοὺς ἐξηνάγκασε νὰ ἀφίνουν ἔκθετα τὰ βρέφη των, ὥστε νὰ μὴ διατηροῦνται αὐτὰ εἰς τὴν ζωήν.

Πράξ. 7,20

ἐν ᾧ καιρῷ ἐγεννήθη Μωϋσῆς, καὶ ἦν ἀστεῖος τῷ Θεῷ· ὃς ἀνετράφη μῆνας τρεῖς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

Σωτηρόπουλου

Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο γεννήθηκε ὁ Μωυσῆς, καὶ ἦταν χαριτωμένος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀνετράφη τρεῖς μῆνες στὸ σπίτι τοῦ πατέρα του.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸν καιρὸν δὲ τοῦτον τῆς καταπιέσεως ἐγεννήθη ὁ Μωϋσῆς καὶ ἦτο ὡραῖος καὶ χαριτωμένος καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἐτράφη δὲ κρυφὰ ἐπὶ μήνας τρεῖς μέσα εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατρός του.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸν καιρὸν δὲ ἐκεῖνον ἐγεννήθηκε ὁ Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος ἦτο ὡραῖος καὶ ἀγαπητὸς εἰς τὸν Θεόν. Αὐτὸς ἀνατράφηκε κρυφὰ τρεῖς μῆνες εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατρός του.

Πράξ. 7,21

ἐκτεθέντα δὲ αὐτὸν ἀνείλετο αὐτὸν ἡ θυγάτηρ Φαραὼ καὶ ἀνεθρέψατο αὐτὸν ἑαυτῇ εἰς υἱόν.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ τὸν ἔβγαλαν καὶ τὸν ἄφησαν ἐκτεθειμένο στὸ ὕπαιθρο, τὸν πῆρε ἀπ’ ἐκεῖ ἡ θυγατέρα τοῦ Φαραὼ καὶ τὸν ἀνέθρεψε γιὰ δικό της υἱό.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ τὸν ἔρριψαν ἔκθετον εἰς τὰ νερὰ τοῦ Νείλου ποταμοῦ, τὸν ἐπῆρεν ἀπ’ ἐκεῖ ἡ θυγατέρα τοῦ Φαραὼ καὶ τὸν ἀνέθρεψε, διὰ νὰ τὸν ἔχῃ ἰδικόν της καὶ διὰ νὰ εἶναι θετὸς υἱός της.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ τὸν ἔρριψαν ἔκθετον εἰς τὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ, τὸν ἀνέσυρε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ τὸν ἐπῆρε ἡ κόρη τοῦ Φαραὼ καὶ τὸν ἀνέθρεψε, διὰ νὰ τὸν ἔχῃ ὡς θετὸν υἱόν της.

Πράξ. 7,22

καὶ ἐπαιδεύθη Μωϋσῆς πάσῃ σοφίᾳ Αἰγυπτίων, ἦν δὲ δυνατὸς ἐν λόγοις καὶ ἐν ἔργοις.

Σωτηρόπουλου

Μορφώθηκε δὲ ὁ Μωυσῆς μὲ ὅλη τὴ σοφία τῶν Αἰγυπτίων, καὶ ἦταν δυνατὸς στὰ λόγια καὶ στὰ ἔργα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐξεπαιδεύθη ὁ Μωϋσῆς μὲ ὅλην τὴν σοφίαν τῶν Αἰγυπτίων. Ἦτο δὲ δυνατὸς τόσον εἰς λόγους συνετούς, ὅσον καὶ εἰς δρᾶσιν κοινωφελῆ διὰ τὴν Αἴγυπτον.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐμορφώθηκε ὁ Μωϋσῆς μὲ ὅλην τὴν σοφίαν τῶν Αἰγυπτίων. Ἦτο δὲ δυνατὸς καὶ συνετὸς καὶ εἰς τοὺς λόγους καὶ εἰς τὰ καλὰ ἔργα, ποὺ ἔκανε.

Πράξ. 7,23

Ὡς δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ τεσσαρακονταετὴς χρόνος, ἀνέβη εἰς τὴν καρδίαν αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ.

Σωτηρόπουλου

Ὅταν δὲ ἔγινε σαράντα ἐτῶν, τοῦ ἦλθε ἡ σκέψι καὶ ὁ πόθος νὰ ἐνδιαφερθῇ γιὰ τοὺς ἀδελφούς του τοὺς Ἰσραηλῖτες.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ συνεπλήρωσεν οὗτος ἡλικίαν τεσσαράκοντα ἐτῶν, ἐγεννήθη εἰς τὴν καρδίαν του ἡ ἐπιθυμία νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ, διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ἐκ τοῦ πλησίον τὴν κατάστασίν των.

Κολιτσάρα

Καθὼς δὲ αὐτὸς συνεπλήρωσε τὰ σαράντα χρόνια τῆς ἡλικίας του, ἦρθε εἰς τὴν καρδίαν του ἡ ἐπιθυμία, νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ.

Πράξ. 7,24

καὶ ἰδών τινα ἀδικούμενον ἠμύνατο, καὶ ἐποιήσατο ἐκδίκησιν τῷ καταπονουμένῳ πατάξας τὸν Αἰγύπτιον.

Σωτηρόπουλου

Ἔτσι, ὅταν εἶδε κάποιον ν’ ἀδικῆται, τὸν ὑπεράσπισε καὶ ἔκανε ἐκδίκησι ὑπὲρ τοῦ καταπιεζομένου, φονεύοντας τὸν Αἰγύπτιο.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν εἶδε κάποιον Ἰσραηλίτην νὰ ἀδικῆται, τὸν ὑπερησπίσθη καὶ ἐξεδικήθη τὸν ὁμοεθνῆ του, ποὺ κατεπιέζετο σκληρῶς, φονεύσας τὸν Αἰγύπτιον.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅταν εἶδε κάποιον Ἰσραηλίτην νὰ ἀδικῆται, τὸν ὑπερησπίσθη καὶ ἐξεδικήθη τὸν ἀδικούμενον καὶ βασανιζόμενον αὐτὸν ἀδελφόν του, φονεύσας τὸν Αἰγύπτιον.

Πράξ. 7,25

ἐνόμιζε δὲ συνιέναι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ὅτι ὁ Θεὸς διὰ χειρὸς αὐτοῦ δίδωσιν αὐτοῖς σωτηρίαν· οἱ δὲ οὐ συνῆκαν.

Σωτηρόπουλου

Νόμιζε δέ, ὅτι καταλαβαίνουν οἱ ἀδελφοί του, ὅτι ὁ Θεὸς διὰ μέσου αὐτοῦ τοὺς προσφέρει σωτηρία. Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν κατάλαβαν.

Τρεμπέλα

Ἐνόμιζε δὲ ὁ Μωϋσῆς, ὅτι οἱ ἀδελφοί του καὶ οἱ ὁμοεθνεῖς του θὰ ἔνοιωθαν ὅτι ὁ Θεὸς διὰ μέσου τῆς χειρὸς αὐτοῦ δίδει εἰς αὐτοὺς σωτηρίαν καὶ ἀπελευθέρωσιν ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους. Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν τὸ ἐκατάλαβαν.

Κολιτσάρα

Ἐνόμιζε δὲ ὅτι θὰ ἐκαταλάβαιναν οἱ ἀδελφοί του, πὼς ὁ Θεὸς μὲ τὸ χέρι τὸ ἰδικόν του δίδει εἰς αὐτοὺς σωτηρίαν. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν τὸ ἐκατάλαβαν.

Πράξ. 7,26

τῇ τε ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ ὤφθη αὐτοῖς μαχομένοις, καὶ συνήλασεν αὐτοὺς εἰς εἰρήνην εἰπών· ἄνδρες, ἀδελφοί ἐστε ὑμεῖς· ἵνα τί ἀδικεῖτε ἀλλήλους;

Σωτηρόπουλου

Καὶ τὴν ἄλλη ἡμέρα παρουσιάσθηκε σ’ αὐτούς, ἐνῷ φιλονικοῦσαν, καὶ τοὺς παρακίνησε νὰ συμφιλιωθοῦν λέγοντας· Ἄνθρωποι! Ἀδελφοὶ εἶσθε σεῖς. Γιατί διαπληκτίζεσθε μεταξύ σας;

Τρεμπέλα

Καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν παρουσιάσθη ὁ Μωϋσῆς ἔξαφνα εἰς τοὺς ὁμοεθνεῖς του τὴν ὥραν, ποὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἐφιλονείκουν μεταξύ των καὶ ἐκτυπῶντο καὶ προέτρεψεν αὐτοὺς νὰ εἰρηνεύσουν καὶ εἶπε· Ἄνθρωποι, σεῖς εἶσθε μεταξύ σας ἀδελφοί. Διατί ἀδικεῖτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον;

Κολιτσάρα

Καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἐνῶ δύο ἀπὸ αὐτοὺς ἐφιλονεικοῦσαν καὶ εἶχαν ἔλθει εἰς τὰ χέρια, παρουσιάσθηκε ἄξαφνα ὁ Μωϋσῆς καὶ τοὺς παρεκίνησε νὰ εἰρηνεύσουν εἰπών· «Ἄνθρωποι, σεῖς εἶσθε ἀδελφοὶ μεταξύ σας. Διατί ἀδικεῖτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον;

Πράξ. 7,27

ὁ δὲ ἀδικῶν τὸν πλησίον ἀπώσατο αὐτὸν εἰπών· τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστὴν ἐφ’ ἡμῶν;

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ποὺ ἀδικοῦσε τὸν πλησίον του, τὸν ἔσπρωξε λέγοντας· Ποιός σὲ κατέστησε ἄρχοντα καὶ δικαστὴ σ’ ἐμᾶς;

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ποὺ ἠδίκει τὸν πλησίον του, τὸν ἔσπρωξε καὶ εἶπε· Ποῖος σὲ διώρισεν ἄρχοντα καὶ δικαστὴν ἐφ’ ἡμῶν;

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ ἀδικοῦσε τὸν πλησίον του, ἔσπρωξε τὸν Μωϋσέα καὶ τοῦ εἶπε· Ποιὸς σὲ ἔβαλε ἄρχοντα καὶ δικαστὴν εἰς ἡμᾶς;

Πράξ. 7,28

μὴ ἀνελεῖν με σὺ θέλεις ὃν τρόπον ἀνεῖλες χθὲς τὸν Αἰγύπτιον;

Σωτηρόπουλου

Μήπως σὺ θέλεις νὰ μὲ σκοτώσῃς, ὅπως σκότωσες χθὲς τὸν Αἰγύπτιο;

Τρεμπέλα

Μήπως θέλεις νὰ μὲ φονεύσῃς, ὅπως ἐφόνευσες χθὲς τὸν Αἰγύπτιον;

Κολιτσάρα

Μήπως σὺ θέλεις νὰ μὲ φονεύσῃς, ὅπως ἐφόνευσες χθὲς τὸν Αἰγύπτιον;

Πράξ. 7,29

ἔφυγε δὲ Μωϋσῆς ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ καὶ ἐγένετο πάροικος ἐν γῇ Μαδιάμ, οὗ ἐγέννησεν υἱοὺς δύο.

Σωτηρόπουλου

Ἔφυγε δὲ ὁ Μωυσῆς, ὅταν ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο, καὶ ἐγκαταστάθηκε ὡς ξένος στὴ χώρα Μαδιάμ, ὅπου γέννησε δύο υἱούς.

Τρεμπέλα

Ἔφυγε δὲ ὁ Μωϋσῆς ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ λόγου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπεδεικνύετο, ὅτι δὲν εἶχε μείνει κρυφὸς ὁ φόνος τοῦ Αἰγυπτίου, διὰ νὰ μὴ τιμωρηθῇ ἀπὸ τὸν Φαραώ, καὶ ἐκατοίκησεν ὡς ξένος εἰς τὴν Μαδιάμ, ὅπου ἐγέννησε δύο υἱούς.

Κολιτσάρα

Ἕνεκα δὲ τοῦ λόγου αὐτοῦ, ποὺ ἐφανέρωνεν ὅτι ὁ χθεσινὸς φόνος ἔγινε πλέον γνωστός, ἔφυγε ὁ Μωϋσῆς ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἦλθε καὶ ἔμεινε ὡς ξένος εἰς τὴν γῆν Μαδιάμ, ὅπου καὶ ἐπέκτησε δύο υἱούς.

Πράξ. 7,30

Καὶ πληρωθέντων ἐτῶν τεσσαράκοντα ὤφθη αὐτῷ ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ ὄρους Σινᾶ ἄγγελος Κυρίου ἐν φλογὶ πυρὸς βάτου.

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὅταν συμπληρώθηκαν σαράντα ἔτη, ἐμφανίσθηκε σ’ αὐτὸν στὴν ἔρημο τοῦ ὄρους Σινᾶ ἀγγελιαφόρος τοῦ Κυρίου ὡς πύρινη φλόγα, ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ βάτο.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν συνεπληρώθησαν ἄλλα τεσσαράκοντα ἔτη ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἐξενιτεύθη, τοῦ ἐνεφανίσθη εἰς τὴν ἔρημον τοῦ ὄρους Σινᾶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄγγελος τῆς μεγάλης βουλῆς τοῦ Κυρίου, μέσα εἰς φλόγα φωτιᾶς, ποὺ ἔβγαινεν ἀπὸ τὸ μέσον μιᾶς βάτου.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ συνεπληρώθησαν σαράντα χρόνια ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς φυγῆς του, παρουσιάσθηκε πρὸς αὐτὸν εἰς τὴν ἔρημον τοῦ ὄρους Σινᾶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄγγελος τῆς μεγάλης βουλῆς τοῦ Κυρίου, μέσα εἰς φλόγα πυρός, ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ ἕνα βάτο.

Πράξ. 7,31

ὁ δὲ Μωϋσῆς ἰδὼν ἐθαύμαζε τὸ ὅραμα· προσερχομένου δὲ αὐτοῦ κατανοῆσαι ἐγένετο φωνὴ Κυρίου πρὸς αὐτόν·

Σωτηρόπουλου

Καὶ ὅταν ὁ Μωυσῆς εἶδε, ἐκπλησσόταν ἀπὸ τὸ θέαμα. Καὶ ὅταν πλησίαζε νὰ περιεργασθῇ, ἦλθε φωνὴ τοῦ Κυρίου πρὸς αὐτόν·

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Μωϋσῆς, ὅταν εἶδε τὸ πρωτοφανὲς αὐτὸ φαινόμενον, ἐθαύμασε τὸ θέαμα αὐτὸ τῆς βάτου, ἡ ὁποία δὲν ἐκαίετο, μολονότι ἔβγαινε φωτιὰ ἐξ αὐτῆς. Ὅταν ὅμως ἐπροχώρει διὰ νὰ ἴδῃ ἐκ τοῦ πλησίον καὶ ἀντιληφθῇ αὐτὸ καλύτερον, ἦλθε φωνὴ Κυρίου πρὸς αὐτόν, ποὺ τοῦ ἔλεγεν·

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Μωϋσῆς, ὅταν εἶδε αὐτὸ τὸ περίργον γεγονός, ἐθαύμαζε τὸ θέαμα· καθὼς δὲ ἐπροχωροῦσε διὰ νὰ τὸ ἀντιληφθῇ καλύτερα, ἦλθε φωνὴ Κυρίου πρὸς αὐτόν, ἡ ὁποία τοῦ ἔλεγε·

Πράξ. 7,32

ἐγὼ ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σου, ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ. ἔντρομος δὲ γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι.

Σωτηρόπουλου

Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σου, ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακώβ. Τρόμαξε δὲ ὁ Μωυσῆς καὶ δὲν τολμοῦσε νὰ περιεργασθῇ.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σου, ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακώβ. Ὁ Μωϋσῆς δὲ τότε κατελήφθη ἀπὸ τρόμον καὶ δὲν ἐτόλμα νὰ παρατηρήσῃ καὶ ἐξετάσῃ τὸ ὅραμα.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σου, ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακώβ. Ἐπειδὴ δὲ ἐκυριεύθηκε ἀπὸ τρόμον ὁ Μωϋσῆς, δὲν ἐτολμοῦσε νὰ ἐρευνήσῃ περισσότερον τὸ ὅραμα.

Πράξ. 7,33

εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Κύριος· λῦσον τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν σου. ὁ γὰρ τόπος ἐν ᾧ ἕστηκας γῆ ἁγία ἐστίν.

Σωτηρόπουλου

Τοῦ εἶπε δὲ ὁ Κύριος· Βγάλε τὰ ὑποδήματά σου, διότι ὁ τόπος, ὅπου βρίσκεσαι, εἶναι γῆ ἁγία.

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος· Λύσε τὰ λωρία τῶν ὑποδημάτων σου καὶ βγάλε τὰ ὑποδήματα ἀπὸ τὰ πόδια σου, διότι ὁ τόπος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στέκεσαι, εἶναι γῆ ἁγία.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος· Λῦσε καὶ βγάλε τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν σου, διότι ὁ τόπος, ἐπάνω εἰς τὸν ὁποῖον στέκεσαι, εἶναι γῆ ἁγία.

Πράξ. 7,34

ἰδὼν εἶδον τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τοῦ στεναγμοῦ αὐτῶν ἤκουσα, καὶ κατέβην ἐξελέσθαι αὐτούς· καὶ νῦν δεῦρο ἀποστελῶ σε εἰς Αἴγυπτον.

Σωτηρόπουλου

Εἶδα μὲ προσοχὴ τὴν καταπίεσι καὶ κακοπάθεια τοῦ λαοῦ μου, ποὺ βρίσκεται στὴν Αἴγυπτο, καὶ ἄκουσα τὸ στεναγμό τους, καὶ κατέβηκα νὰ τοὺς λυτρώσω. Καὶ τώρα ἔλα νὰ σὲ ἀποστείλω στὴν Αἴγυπτο.

Τρεμπέλα

Εἶδα καὶ ἡξεύρω καλὰ τὴν καταπίεσιν καὶ τὴν κακοπάθειαν, τὴν ὁποίαν ὑποφέρει ὁ λαός μου, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ἤκουσα τὸν στεναγμόν του καὶ κατέβην διὰ νὰ τοὺς ἐλευθερώσω. Καὶ τώρα ἔλα νὰ σὲ στείλω εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ εἶδα πολὺ καλὰ τὴν ταλαιπωρίαν καὶ καταπίεσιν τοῦ λαοῦ μου εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ἤκουσα τοὺς στεναγμούς των καὶ κατέβηκα νὰ τοὺς ἐλευθερώσω. Καὶ τώρα ἐμπρός, θὰ σὲ στείλω εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Πράξ. 7,35

Τοῦτον τὸν Μωϋσῆν ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες· τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστήν; τοῦτον ὁ Θεὸς ἄρχοντα καὶ λυτρωτὴν ἀπέστειλεν ἐν χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ βάτῳ.

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸν τὸν Μωυσῇ, ποὺ ἀρνήθηκαν λέγοντας, “Ποιός σὲ κατέστησε ἄρχοντα καὶ δικαστή;”, αὐτὸν ὁ Θεὸς ἀπέστειλεν ὡς ἄρχοντα καὶ λυτρωτὴ διὰ μέσου τοῦ ἀγγελιαφόρου, ποὺ ἐμφανίσθηκε σ’ αὐτὸν στὴ βάτο.

Τρεμπέλα

Τοῦτον τὸν Μωϋσήν, ποὺ ἠρνήθησαν νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν προστάτην των καὶ ἀρχηγόν των οἱ πρόγονοί μας, καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· ποῖος σὲ διώρισεν ἄρχοντα καὶ δικαστήν; Αὐτὸν τὸν ἴδιον ὁ Θεὸς ἀπέστειλεν ἄρχοντα καὶ ἐλευθερωτὴν τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν δουλείαν τῆς Αἰγύπτου. Καὶ τοῦ ἀνέθεσε νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἀποστολὴν αὐτὴν διὰ τῆς βοηθείας καὶ τῆς ἐνισχύσεως, ποὺ τοῦ παρεῖχεν ὁ ἄγγελος τῆς μεγάλης βουλῆς τοῦ Κυρίου, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνεφανίσθη εἰς αὐτὸν ἐν τῇ βάτῳ.

Κολιτσάρα

Αὐτόν, λοιπόν, τὸν Μωϋσῆν, τὸν ὁποῖον ἐκεῖνοι εἶχον ἀρνηθῇ καὶ τοῦ εἶπα: Ποιὸς σὲ ἔβαλε ἄρχοντα καὶ δικαστήν; Αὐτὸν ὁ Θεὸς ἄρχοντα καὶ ἐλευθερωτὴν ἔστειλεν μὲ τὸ χέρι καὶ τὴν δύναμιν τοῦ ἀγγέλου τῆς μεγάλης βουλῆς τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶχε παρουσιασθῆ πρὸς αὐτὸν εἰς τὴν βάτον.

Πράξ. 7,36

οὗτος ἐξήγαγεν αὐτοὺς ποιήσας τέρατα καὶ σημεῖα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ἐν Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἔτη τεσσαράκοντα.

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς τοὺς ἀπελευθέρωσε, καὶ ἔκανε καταπληκτικὰ θαύματα καὶ σημεῖα στὴ χώρα τῆς Αἰγύπτου, καὶ στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα, καὶ στὴν ἔρημο ἐπὶ σαράντα ἔτη.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ὁ Μωϋσῆς τοὺς ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν χώραν τῆς δουλείας, ἀφοῦ ἐνήργησε θαύματα καταπληκτικὰ καὶ ἀποδεικτικὰ τῆς θείας δυνάμεως ἐν τῇ χώρᾳ τῆς Αἰγύπτου καὶ ἐν τῇ Ἐρυθρᾶς θαλάσσῃ καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη.

Κολιτσάρα

Αὐτόν, λοιπόν, τὸν Μωϋσῆν, τὸν ὁποῖον ἐκεῖνοι εἶχον ἀρνηθῇ καὶ τοῦ εἶπαν: Ποιὸς σὲ ἔβαλε ἄρχοντα καὶ δικαστήν; Αὐτὸν ὁ Θεὸς ἄρχοντα καὶ ἐλευθερωτὴν ἔστειλεν μὲ τὸ χέρι καὶ τὴν δύναμιν τοῦ ἀγγέλου τῆς μεγάλης βουλῆς τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶχε παρουσιασθῆ πρὸς αὐτὸν εἰς τὴν βάτον.

Πράξ. 7,37

οὗτός ἐστιν ὁ Μωϋσῆς ὁ εἰπὼν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ· αὐτοῦ ἀκούσεσθε.

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς εἶναι, ὁ Μωυσῇς, ποὺ εἶπε στοὺς Ἰσραηλῖτες· Προφήτη γιὰ σᾶς θὰ φέρῃ στὸν κόσμο ὁ Κύριος ὁ Θεός σας ἀπὸ τοὺς ὁμοεθνεῖς σας, ὅπως ἔφερε ἐμένα (ὡς νομοθέτη καὶ μεσίτη). Σ’ αὐτὸν νὰ ὑπακούσετε.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς εἶναι ὁ Μωϋσῆς, ποὺ εἶπεν εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας· Προφήτην θὰ σᾶς ἀναστήσῃ ὁ Κύριος ὁ Θεός σας ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς σας, ποὺ θὰ εἶναι νομοθέτης καὶ μεσίτης καὶ ἐλευθερωτής, ὅπως ἐγώ. Ἔχετε χρέος καὶ καθῆκον νὰ τὸν ὑπακούσετε.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς εἶναι ὁ Μωϋσῆς, ποὺ εἶπε εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας: Προφήτην εἰς σᾶς θὰ ἀναδείξῃ Κύριος ὁ Θεός σας ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς σας, ὡσὰν ἐμέ, νομοθέτην καὶ ἐλευθερωτήν. Εἰς αὐτὸν θὰ ὑπακούετε.

Πράξ. 7,38

οὗτός ἐστιν ὁ γενόμενος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἐν τῇ ἐρήμῳ μετὰ τοῦ ἀγγέλου τοῦ λαλοῦντος αὐτῷ ἐν τῷ ὄρει Σινᾶ καὶ τῶν πατέρων ἡμῶν, ὃς ἐδέξατο λόγια ζῶντα δοῦναι ἡμῖν.

Σωτηρόπουλου

Αὐτὸς εἶναι, ποὺ κατὰ τὴ σύναξι τοῦ λαοῦ στὴν ἔρημο (γιὰ τὴν παραλαβὴ τοῦ νόμου) μεσολάβησε μεταξὺ τοῦ ἀγγελιαφόρου, ποὺ τοῦ μιλοῦσε στὸ ὄρος Σινᾶ, καὶ τῶν πατέρων μας, αὐτὸς παρέλαβε λόγια ζωντανὰ γιὰ νὰ δώσῃ σ’ ἐμᾶς.

Τρεμπέλα

Ὁ Μωϋσῆς αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν σύναξιν τῶν Ἰσραηλιτῶν, ποὺ ἔγινεν εἰς τὴν ἔρημον πρὸς παραλαβὴν τοῦ νόμου, ἐμεσίτευσε μεταξὺ τοῦ ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ὄρος Σινὰ ὡμίλει πρὸς αὐτόν, καὶ τῶν πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντεῖχον νὰ ἐπικοινωνοῦν κατ’ εὐθεῖαν μὲ τὸν ἄγγελον. Καὶ αὐτὸς ὁ Μωϋσῆς παρέλαβε θεία λόγια, ποὺ μεταδίδουν εἰς τὰς ψυχὰς ζωὴν πνευματικὴν καὶ αἰωνίαν, διὰ νὰ παραδώσῃ ταῦτα εἰς ἡμᾶς.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ὁ Μωϋσῆς εἶναι ποὺ ἦλθε εἰς τὴν συγκέντρωσιν τοῦ λαοῦ εἰς τὴν ἔρημον μετὰ τοῦ ἀγγέλου ὁ ὁποῖος τοῦ ὠμιλοῦσε εἰς τὸ ὄρος Σινᾶ, καὶ τῶν πατέρων μας· αὐτὸς ἔλαβε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, ποὺ δίδουν ζωήν, διὰ νὰ τὰ παραδώσῃ εἰς ἡμᾶς.

Πράξ. 7,39

ᾧ οὐκ ἠθέλησαν ὑπήκοοι γενέσθαι οἱ πατέρες ἡμῶν, ἀλλ’ ἀπώσαντο καὶ ἐστράφησαν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν εἰς Αἴγυπτον

Σωτηρόπουλου

Οἱ πατέρες μας ὅμως δὲν θέλησαν νὰ ὑπακούσουν σ’ αὐτόν, ἀλλὰ τὸν ἀπέρριψαν, καὶ κατὰ τὴν πρόθεσι τῆς καρδιᾶς τους ἐπέστρεψαν στὴν Αἴγυπτο,

Τρεμπέλα

Εἰς αὐτὸν τὸν Μωϋσὴν δὲν ἠθέλησαν οἱ πρόγονοί μας νὰ ὑπακούσουν, ἀλλὰ τὸν ἀπώθησαν καὶ ὅσον ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν πρόθεσιν καὶ ἐπιθυμίαν τῶν καρδιῶν τους, ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Κολιτσάρα

Εἰς αὐτὸν δὲν ἠθέλησαν νὰ ὑπακούσουν οἱ πατέρες μας ἀλλὰ τὸν ἀπώθησαν καὶ κατὰ τὴν καρδίαν καὶ τὴν διάθεσίν των ἐγύρισαν πίσω εἰς τὴν Αἴγυπτον,

Πράξ. 7,40

εἰπόντες τῷ Ἀαρών· ποίησον ἡμῖν θεοὺς οἳ προπορεύσονται ἡμῶν· ὁ γὰρ Μωϋσῆς οὗτος ὃς ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν αὐτῷ.

Σωτηρόπουλου

λέγοντας στὸν Ἀαρών· Κατασκεύασε γιὰ μᾶς θεούς, οἱ ὁποῖοι θὰ προπορεύωνται ἀπὸ μᾶς (ὡς ὁδηγοί). Διότι αὐτὸς ὁ Μωυσῆς, ποὺ μᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὴ χώρα τῆς Αἰγύπτου, δὲν ξέρουμε τί τοῦ συνέβη.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ πρόθεσίς των αὐτὴ ἐδείχθη, ὅταν εἶπαν εἰς τὸν Ἀαρών· Φτιάσε μας θεούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔμβουν ἐμπρός μας καὶ θὰ προπορεύωνται ὡς προστᾶται μας. Καὶ ἂς εἶναι εἰς τὸ ἑξῆς αὐτοὶ ἐπὶ κεφαλῆς μας, διότι αὐτὸς ὁ Μωϋσῆς, ποὺ μᾶς ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου, ἐχάθη καὶ δὲν ἠξεύρομεν τί τοῦ συνέβη.

Κολιτσάρα

ἀφοῦ εἶπαν εἰς τὸν Ἀαρών· Κατασκεύασέ μας θεούς, οἱ ὁποῖοι θὰ προπορεύωνται ἐμπρός μας, διότι αὐτὸς ὁ Μωϋσῆς, ποὺ μᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου, ἐχάθηκε καὶ δὲν γνωρίζομεν, τί τοῦ συνέβη.

Πράξ. 7,41

καὶ ἐμοσχοποίησαν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ ἀνήγαγον θυσίαν τῷ εἰδώλῳ, καὶ εὐφραίνοντο ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτῶν.

Σωτηρόπουλου

Καὶ κατασκεύασαν τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἕνα μοσχάρι, καὶ προσέφεραν θυσία στὸ εἴδωλο, καὶ πανηγύριζαν γιὰ τὰ ἔργα τῶν χεριῶν τους.

Τρεμπέλα

Καὶ κατεσκεύασαν χρυσὸν εἴδωλον μόσχου κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας καὶ προσέφεραν ἐπὶ θυσιαστηρίου θυσίαν εἰς τὸ εἴδωλον τοῦτο καὶ ἐπανηγύριζον μὲ χαρὰν καὶ εὐφροσύνην διὰ τὰ ἔργα, ποὺ ἔφτιασαν μὲ τὰ χέρια των.

Κολιτσάρα

Καὶ κατεσκεύασαν ἕνα εἴδωλον μοσχαριοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας καὶ προσέφεραν θυσίας εἰς τὸ εἴδωλον καὶ εὐφραίνοντο καὶ ἐγλεντοῦσαν διὰ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν των. (Καὶ ἔδειξαν ἔτσι φοβερὰν ἀπιστίαν καὶ ἀχαριστίαν πρὸς τὸν ἀληθινὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μὲ τόσα θαύματα τοὺς ἔχει λυτρώσει ἀπὸ τὴν δουλείαν τῶν Αἰγυπτίων).

Πράξ. 7,42

ἔστρεψε δὲ ὁ Θεὸς καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς λατρεύειν τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ, καθὼς γέγραπται ἐν βίβλῳ τῶν προφητῶν· μὴ σφάγια καὶ θυσίας προσηνέγκατέ μοι ἔτη τεσσαράκοντα ἐν τῇ ἐρήμῳ, οἶκος Ἰσραήλ;

Σωτηρόπουλου

Ἐπέτρεψε δὲ ὁ Θεὸς νὰ στραφοῦν καὶ νὰ παραδοθοῦν στὴ λατρεία τῶν ἄστρων τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως εἶναι γραμμένο στὸ βιβλίο τῶν προφητῶν· Ἔθνος τοῦ Ἰσραήλ! Μήπως στὴν ἔρημο ἐπὶ σαράντα ἔτη προσφέρατε σφάγια καὶ θυσίες σ’ ἐμένα; (Ὄχι βεβαίως).

Τρεμπέλα

Κατόπιν δὲ τούτου ἀπεμακρύνθη καὶ ὁ Θεὸς ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐγκατέλιπεν εἰς τὸν σκοτισμὸν τῆς διανοίας των, διὰ νὰ λατρεύουν τὰ πολυάριθμα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, καθὼς ἔχει γραφῇ καὶ ἐξιστορεῖται εἰς τὸ βιβλίον τῶν προφητῶν· Ὦ σεῖς, ποὺ ἀποτελεῖτε τὴν οἰκογένειαν καὶ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ, σᾶς ἐρωτῶ: Μήπως μοῦ προσφέρατε ἐπὶ ἔτη τεσσαράκοντα εἰς τὴν ἔρημον θύματα σφαζόμενα καὶ θυσίας; Ὄχι· δὲν μοῦ προσεφέρατε.

Κολιτσάρα

Ἕνεκα δὲ τούτων ἔφυγε ἀπὸ αὐτοὺς ὁ Θεὸς καὶ τοὺς ἀφῆκε νὰ λατρεύουν τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως ἔχει γραφῆ εἰς τὸ βιβλίον τῶν προφητῶν: Μήπως καὶ μοῦ προσφέρατε σεῖς, ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, μὲ πίστιν καὶ εὐλάβειαν σφάγια καὶ θυσίας ἐπὶ σαράντα ἔτη εἰς τὴν ἔρημον; Ὄχι βέβαια.

Πράξ. 7,43

καὶ ἀνελάβετε τὴν σκηνὴν τοῦ Μολὸχ καὶ τὸ ἄστρον τοῦ θεοῦ ὑμῶν Ῥεμφάν, τοὺς τύπους οὓς ἐποιήσατε προσκυνεῖν αὐτοῖς· καὶ μετοικιῶ ὑμᾶς ἐπέκεινα Βαβυλῶνος.

Σωτηρόπουλου

Διότι σηκώσατε καὶ περιφέρατε τὴ σκηνὴ τοῦ Μολὸχ καὶ τὸ ἄστρο τοῦ θεοῦ σας Ρεμφάν, τὰ εἴδωλα ποὺ κατασκευάσατε γιὰ νὰ τὰ προσκυνῆτε. Γι’ αὐτὸ θὰ σᾶς ἐξορίσω πέρα ἀπὸ τὴ Βαβυλῶνα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐσηκώσατε εἰς τοὺς ὤμους σας διὰ νὰ τὴν μεταφέρετε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ὡς κειμήλιον ἱερὸν τὴν βέβηλον σκηνὴν τοῦ Μολὸχ καὶ τὸ ἄστρον τοῦ θεοῦ σας Ρεμφάν, τὰ ὁμοιώματα καὶ τὰ εἴδωλα ποὺ ἐκάματε, διὰ νὰ τὰ προσκυνῆτε. Καὶ πρὸς τιμωρίαν τῆς εἰδωλολατρείας καὶ ἀσεβείας σας αὐτῆς θὰ σᾶς μετοικήσω εἰς τόπον πολὺ μακρυνόν, πέραν ἀπὸ τὴν Βαβυλῶνα.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ ἐσηκώσατε εἰς τοὺς ὤμους σας τὴν εἰδωλολατρικὴν σκηνὴν τοῦ Μολὸχ καὶ τὸ ἀστέρι τοῦ θεοῦ σας Ρεμφάν, δηλαδὴ τοῦ Κρόνου, εἴδωλα ποὺ ἐκάματε διὰ νὰ τὰ προσκυνῆτε. Καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τιμωρίαν σας, θὰ σᾶς διώξω καὶ θὰ σᾶς βάλω νὰ κατοικήσετε μακρύτερα ἀπὸ τὴν Βαβυλῶνα.

Πράξ. 7,44

Ἡ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου ἦν τοῖς πατράσιν ἡμῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καθὼς διετάξατο ὁ λαλῶν τῷ Μωϋσῇ ποιῆσαι αὐτὴν κατὰ τὸν τύπον ὃν ἑωράκει·

Σωτηρόπουλου

Οἱ πατέρες μας στὴν ἔρημο εἶχαν τὴ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου, ὅπως διέταξε ἐκεῖνος, ποὺ μιλοῦσε στὸ Μωυσῇ, νὰ τὴν κατασκευάσῃ κατὰ τὸ ὑπόδειγμα, ποὺ εἶχε ἰδεῖ.

Τρεμπέλα

Ἡ ἱερὰ ὅμως σκηνή, μέσα εἰς τὴν ὁποῖαν ἔδιδεν ὁ Θεὸς μαρτυρίαν περὶ τοῦ θελήματός του καὶ τῆς παρουσίας του, ὑπῆρχεν εἰς τὴν ἔρημον διὰ τοὺς προγόνους μας, καθὼς διέταξεν ἐκεῖνος, ποὺ ἐλάλει εἰς τὸν Μωϋσῆν, νὰ κατασκευάσῃ αὐτὴν σύμφωνα μὲ τὸ προτύπον καὶ τὸ μοντέλο, ποὺ εἶχεν ἴδει εἰς τὸ ὄρος.

Κολιτσάρα

Ἡ ἱερὰ ὅμως σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου ὑπῆρχε εἰς τὴν ἔρημον διὰ τοὺς πατέρας μας, ὅπως εἶχε διατάξει αὐτὸς ποὺ ὡμιλοῦσε πρὸς τὸν Μωϋσέα, νὰ κατασκευάσῃ αὐτὴν σύμφωνα μὲ τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον εἶχε ἴδει εἰς τὸ ὄρος.

Πράξ. 7,45

ἣν καὶ εἰσήγαγον διαδεξάμενοι οἱ πατέρες ἡμῶν μετὰ Ἰησοῦ ἐν τῇ κατασχέσει τῶν ἐθνῶν ὧν ἔξωσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ προσώπου τῶν πατέρων ἡμῶν, ἕως τῶν ἡμερῶν Δαυΐδ·

Σωτηρόπουλου

Αὐτὴν οἱ πατέρες μας μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ (τοῦ Ναυῆ), ἀφοῦ παρέλαβαν διαδοχικῶς, εἰσήγαγαν στὴν κυριευθεῖσα χώρα τῶν ἐθνικῶν, στοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔκανε ἔξωσι προκειμένου νὰ ἐγκατασταθοῦν οἱ πατέρες μας. Ἐκεῖ ἔμεινε ἡ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Δαβίδ,

Τρεμπέλα

Τὴν σκηνὴν αὐτήν, ἀφοῦ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μωϋσέως τὴν παρέλαβον οἱ διάδοχοί του, οἱ πρόγονοί μας μαζὶ μὲ τὸν νέον ἀρχηγόν τους Ἰησοῦν τοῦ Ναυῆ, ποὺ διεδέχθη τὸν Μωϋσῆν, τὴν ἔμπασαν εἱς τὴν κυριευθεῖσαν χώραν τῶν ἐθνικῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἔκαμεν ἔξωσιν καὶ τοὺς ἔβγαλεν ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Θεὸς ἐνώπιον τῶν προγόνων μας, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ ἐγκατασταθοῦν ἀντ’ αὐτῶν εἰς τὴν χώραν αὐτήν. Καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ ἡ σκηνὴ μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαβίδ,

Κολιτσάρα

Αὐτήν, λοιπόν, τὴν σκηνὴν οἱ πατέρες μας, ποὺ διεδέχθησαν τὸν Μωϋσέα, τὴν ἔφεραν μαζῆ μὲ τὸν Ἰησοῦν τοῦ Ναυῆ εἰς τὴν κυριευθεῖσαν χώραν τῶν ἐθνικῶν, τοὺς ὁποίους ἔδιωξε ὁ Θεὸς ἐμπρὸς ἀπὸ τοὺς πατέρας μας, καὶ αὐτὴ ἡ σκηνὴ ἔμεινε ἕως εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ Δαυΐδ.

Πράξ. 7,46

ὃς εὗρε χάριν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ᾐτήσατο εὑρεῖν σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.

Σωτηρόπουλου

ὁ ὁποῖος βρῆκε εὔνοια ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ ζήτησε νὰ κτίσῃ ναὸ γιὰ τὸ Θεὸ τοῦ Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

ὁ ὁποῖος εὗρε χάριν καὶ εὔνοιαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐζήτησε νὰ κατασκευάσῃ κατοικίαν διὰ τὸν Θεὸν τοῦ Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς εὑρῆκε χάριν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐζήτησε νὰ εὕρῃ κατάλληλον περιοχήν, διὰ νὰ ἀνεγείρῃ κατοικίαν εἰς τὸν Θεὸν τοῦ Ἰακώβ.

Πράξ. 7,47

Σολομὼν δὲ ᾠκοδόμησεν αὐτῷ οἶκον.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλὰ ναὸ τοῦ ἔκτισε ὁ Σολομῶν.

Τρεμπέλα

Πλὴν ὅμως ὄχι ὁ Δαβίδ, ἀλλ’ ὁ Σολομὼν ἔκτισεν οἶκον εἰς τὸν Θεόν.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ ὁ Σολομὼν ἔκτισε ναὸν εἰς τὸν Θεόν.

Πράξ. 7,48

ἀλλ’ οὐχ ὁ ὕψιστος ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, καθὼς ὁ προφήτης λέγει·

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ ὁ Ὕψιστος δὲν κατοικεῖ σὲ χειροποιήτους ναούς, ὅπως ὁ προφήτης λέγει·

Τρεμπέλα

Ὁ Ὕψιστος Θεὸς ἐν τούτοις δὲν κατοικεῖ εἰς ναούς, ποὺ κατασκευάζονται ἀπὸ χέρια καὶ τέχνην ἀνθρώπων, καθὼς λέγει ὁ προφήτης Ἡσαΐας·

Κολιτσάρα

Ὅμως ὁ Ὕψιστος δὲν κατοικεῖ εἰς χειροποιήτους ναούς, ὅπως ἄλλωστε καὶ ὁ προφήτης λέγει·

Πράξ. 7,49

ὁ οὐρανός μοι θρόνος, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου· ποῖον οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι, λέγει Κύριος, ἢ τίς τόπος τῆς καταπαύσεώς μου;

Σωτηρόπουλου

Θρόνος μου εἶναι ὁ οὐρανός, καὶ ἡ γῆ εἶναι ὑποπόδιο τῶν ποδιῶν μου. Ποιόν οἶκο μπορεῖτε νὰ μοῦ κτίσετε, λέγει ὁ Κύριος, ἢ ποιός μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ τόπος τῆς ἀναπαύσεώς μου;

Τρεμπέλα

Θρόνος δι’ ἐμὲ εἶναι ὁ οὐρανός, ὁλόκληρος δὲ ἡ γῆ εἶναι τὸ στήριγμα, ποὺ ἀκουμβοῦν οἱ πόδες μου. Ποῖον οἶκον ἠμπορεῖτε νὰ κτίσετε εἰς ἐμέ, ποὺ δὲν μὲ χωρεῖ ὁλόκληρος ὁ κόσμος, λέγει ὁ Κύριος; Ἢ ποῖος θὰ εἶναι ὁ τόπος τῆς διαρκοῦς καὶ μονίμου ἀναπαύσεώς μου, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ κατοικῶ, χωρὶς νὰ μετακινοῦμαι;

Κολιτσάρα

Ὁ οὐρανὸς εἶναι δι’ ἐμὲ θρόνος καὶ ἡ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου. Ποῖον οἶκον ἠμπορεῖτε νά μοῦ οἰκοδομήσετε, λέγει ὁ Κύριος, ἢ ποῖος θὰ εἶναι ὁ τόπος τῆς μονίμου παραμονῆς καὶ ἀναπαύσεώς μου;

Πράξ. 7,50

οὐχὶ ἡ χείρ μου ἐποίησε ταῦτα πάντα;

Σωτηρόπουλου

Τὸ χέρι μου δὲν δημιούργησε ὅλα αὐτά;».

Τρεμπέλα

Ὅλα αὐτά, ποὺ ἠμπορεῖτε σεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ μοῦ προσφέρετε, δὲν εἶναι ἰδικά μου καὶ δὲν τὰ ἔκαμε τὸ παντοδύναμο χέρι μου;

Κολιτσάρα

Ὅλα αὐτά, ποῦ ἠμπορεῖτε σεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ μοῦ τὰ προσφέρετε, δὲν τὰ ἔχει κάμει τὸ παντοδύναμον χέρι μου;

Πράξ. 7,51

Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς.

Σωτηρόπουλου

«Σκληροτράχηλοι, καὶ πωρωμένοι στὴν καρδιά, καὶ κωφοὶ στὰ αὐτιά! Σεῖς πάντοτε ἀντιστέκεσθε στὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Ὅπως οἱ πατέρες σας, ἔτσι καὶ σεῖς.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ τὰ μέλη τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου ἐξεδήλωναν μὲ τὴν ἔκφρασιν καὶ τοὺς μορφασμοὺς τοῦ προσώπου των λυσσώδη ἀγανάκτησιν καὶ σκληρότητα, ὁ Στέφανος ἐλέγχει αὐτοὺς λέγων· Ὦ σεῖς, ποὺ ἔχετε σκληρὸν καὶ ἄκαμπτον τὸν τράχηλόν σας καὶ δὲν ὑποτάσσεσθε εἰς τὸν Θεόν· σεῖς, ποὺ δὲν ἔχετε περικόψει τὴν σκληρότητα καὶ ἀναισθησίαν τῆς καρδίας σας καὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ ἀπαλλαγῆτε ἀπὸ τὴν πνευματικὴν κουφαμάραν, ὥστε νὰ ἀκούετε μὲ καλὴν καὶ εὐπειθῆ διάθεσιν τὴν ἀλήθειαν· πάντοτε ἀντιτάσσεσθε εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Ὅπως ἠπείθουν καὶ ἀντετάσσοντο οἱ πατέρες σας, ἔτσι σήμερον ἀντιτάσσεσθε καὶ σεῖς.

Κολιτσάρα

Σκληροτράχηλοι, ποὺ δὲν θέλετε νὰ σκύψετε τὸ κεφάλι σας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ποὺ ἔχετε περικόψει ἀπὸ τὴν καρδίαν σας τὰς κακίας, ἔχετε βαρειὰ τ’ αὐτιά σας, ὥστε νὰ μὴ ἀκούετε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· σεῖς πάντοτε ἀντιπράττετε καὶ ἀνθίστασθε εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅπως καὶ οἱ πατέρες σας.

Πράξ. 7,52

τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν; καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ δικαίου, οὗ νῦν ὑμεῖς προδόται καὶ φονεῖς γεγένησθε·

Σωτηρόπουλου

Ποιόν ἀπ’ τοὺς προφῆτες δὲν καταδίωξαν οἱ πατέρες σας; Καὶ φόνευσαν ἐκείνους, ποὺ προανήγγειλαν τὸν ἐρχομὸ τοῦ Δικαίου (τοῦ Ἁγίου). Αὐτοῦ τώρα σεῖς γίνατε προδότες καὶ φονεῖς.

Τρεμπέλα

Ποῖον ἀπὸ τοὺς προφήτας δὲν κατεδίωξαν οἱ πρόγονοί σας; Καὶ ἐφόνευσαν ἐκείνους, ποὺ προανήγγειλαν τὸν ἐρχομὸν τοῦ Μεσσίου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὁ ἀπολύτως ἀναμάρτητος καὶ κατ’ ἐξοχὴν δίκαιος καὶ τοῦ ὁποίου τώρα σεῖς ἔχετε γίνει προδόται καὶ φονεῖς.

Κολιτσάρα

Ποῖον ἀπὸ τοὺς Προφήτας δὲν κατεδίωξαν οἱ πατέρες σας; Αὐτοὶ καὶ ἐφόνευσαν ἐκείνους, ποὺ προανήγγειλαν, διὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ δικαίου, τοῦ ὁποίου τώρα σεῖς ἔχετε γίνει προδόται καὶ φονεῖς.

Πράξ. 7,53

οἵτινες ἐλάβετε τὸν νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων, καὶ οὐκ ἐφυλάξατε.

Σωτηρόπουλου

Σεῖς λάβατε τὸ νόμο σὲ διατυπώσεις ἀγγέλων, καὶ δὲν τὸν τηρήσατε».

Τρεμπέλα

Σεῖς, ποὺ ἐλάβατε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον διέταξεν ὁ Θεὸς διὰ μέσου ἀγγέλων, καὶ δὲν τὸν ἐφυλάξατε, ἀλλὰ τὸν παρέβητε.

Κολιτσάρα

Σεῖς οἱ ὁποῖοι ἐλάβατε τὸν νόμον μὲ ἐντολάς, ποὺ ὁ Θεὸς σᾶς ἔδωσε διὰ μέσου τῶν ἀγγέλων, καὶ δὲν τὸν ἐφυλάξατε».

Πράξ. 7,54

Ἀκούοντες δὲ ταῦτα διεπρίοντο ταῖς καρδίαις αὐτῶν καὶ ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας ἐπ’ αὐτόν.

Σωτηρόπουλου

Ἀκούοντας δὲ αὐτά, ἐξωργίζονταν καὶ ἔτριζαν τὰ δόντια ἐναντίον του.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ δὲ ἤκουαν αὐτά, ἐσχίζοντο αἱ καρδίαι των ἀπὸ ἀγανάκτησιν καὶ ἔτριζαν τὰ δόντια των ἐναντίον τοῦ Στεφάνου.

Κολιτσάρα

Ἐνῶ δὲ ἤκουαν αὐτὰ ᾐσθάνοντο τὰς καρδίας των νὰ σχίζωνται ἀπὸ ἄγριον θυμὸν καὶ ἔτριζαν τὰ δόντια των ἐναντίων τοῦ Στεφάνου.

Πράξ. 7,55

ὑπάρχων δὲ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶδε δόξαν Θεοῦ καὶ Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ,

Σωτηρόπουλου

Ἀλλ’ αὐτός, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, κοίταξε στὸν οὐρανό, καὶ εἶδε ἔνδοξη μορφὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν Ἰησοῦ νὰ εἶναι στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ,

Τρεμπέλα

Αἱ ἀπειλαὶ ὅμως αὐταὶ δὲν διήγειραν ἐχθρικὰ συναισθήματα καὶ εἰς τὴν καρδίαν τοῦ πρωτομάρτυρος. Ἀλλ’ αὐτὸς ἦτο πάντοτε εἰρηνικὸς καὶ γεμᾶτος μὲ Πνεῦμα Ἅγιον. Ἐνῷ λοιπὸν εὑρίσκετο εἰς τέτοιαν διάθεσιν, ἔστρεψεν ἀκίνητον καὶ προσηλωμένον τὸ βλέμμα του εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶδε τὴν ἔνδοξον λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦν νὰ στέκεται ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ, ἕτοιμος νὰ τὸν βοηθήσῃ.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς δέ, γεμᾶτος Πνεῦμα Ἅγιον, ἔστρεψε καὶ προσήλωσε τὸ βλέμμα του εἰς τὸν οὐρανόν, εἶδε τὴν δόξαν καὶ λαμπρότητα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦν νὰ στέκεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ

Πράξ. 7,56

καὶ εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα.

Σωτηρόπουλου

καὶ εἶπε· «Ἰδοὺ βλέπω τοὺς οὐρανοὺς ἀνοικτούς, καὶ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ εἶναι στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ».

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν· Ἰδοὺ βλέπω καθαρὰ τοὺς οὐρανοὺς νὰ εἶναι ἀνοιγμένοι, καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου τὸν βλέπω νὰ στέκεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπε· «ἰδού, βλέπω ἀνοιγμένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ στέκεται ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ».

Πράξ. 7,57

κράξαντες δὲ φωνῇ μεγάλῃ συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν καὶ ὥρμησαν ὁμοθυμαδὸν ἐπ’ αὐτόν,

Σωτηρόπουλου

Τότε ἔβγαλαν κραυγὴ μεγάλη καὶ ἔκλεισαν τὰ αὐτιά τους καὶ ὥρμησαν ὅλοι μαζὶ ἐπάνω του.

Τρεμπέλα

Οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως, ἀφοῦ ἔκραξαν μὲ φωνὴν μεγάλην, ἐβούλωσαν τὰ αὐτιά τους διὰ νὰ μὴ ἀκούουν τοὺς λόγους τοῦ Στεφάνου, ποὺ τοὺς ἐνόμιζον ὡς βλασφήμους, καὶ μὲ μίαν γνώμην ὅλοι ἔπεσαν μὲ ὁρμὴν ἐναντίον του.

Κολιτσάρα

Οἱ σύνεδροι καὶ οἱ ἄλλοι Ἰουδαῖοι, ἀφοῦ ἐκραύγασαν μὲ μεγάλην φωνήν, ἐβούλλωσαν τ’ αὐτιά των, διὰ νὰ μὴ ἀκούουν τὰ βλάσφημα τάχα αὐτὰ λόγια τοῦ Στεφάνου καὶ ὥρμησαν μὲ μιὰ γνώμη ὅλοι μαζῆ ἐναντίον του.

Πράξ. 7,58

καὶ ἐκβαλόντες ἔξω τῆς πόλεως ἐλιθοβόλουν. καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου,

Σωτηρόπουλου

Καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι καὶ τὸν λιθοβολοῦσαν. Καὶ οἱ μάρτυρες (κατηγορίας) ἀπέθεσαν τὰ ροῦχα τους στὰ πόδια ἑνὸς νέου, ποὺ λεγόταν Σαῦλος.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, τὸν ἐλιθοβόλουν. Καὶ οἱ μάρτυρες, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον ἔπρεπε πρῶτοι νὰ ρίψουν λίθους κατ’ αὐτοῦ, ἀφῆκαν πρὸς φύλαξιν τὰ ροῦχα των κοντὰ εἰς τὰ πόδια κάποιου νέου, ποὺ ἐλέγετο Σαῦλος.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, τὸν λιθοβολοῦσαν. Καὶ μάρτυρες τῆς κατηγορίας, οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, πρῶτοι ἔπρεπε νὰ ρίψουν λίθον ἐναντίον τοῦ καταδίκου, ἔβγαλαν καὶ ἀφῆκαν πρὸς φύλαξιν τὰ ροῦχα των κοντὰ εἰς τὰ πόδια ἑνὸς νέου, ποὺ ἐλέγετο Σαῦλος,

Πράξ. 7,59

καὶ ἐλιθοβόλουν τὸν Στέφανον, ἐπικαλούμενον καὶ λέγοντα· Κύριε Ἰησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου.

Σωτηρόπουλου

Καὶ λιθοβολοῦσαν τὸ Στέφανο, ἐνῷ προσευχόταν καὶ ἔλεγε· «Κύριε Ἰησοῦ, δέξου τὸ πνεῦμα μου».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐκεῖνοι ἐλιθοβόλουν τὸν Στέφανον, ὁ ὁποῖος ἐπεκαλεῖτο τὸν Κύριον καὶ ἔλεγε· Κύριε Ἰησοῦ, δέχθητι τὸ πνεῦμα μου.

Κολιτσάρα

καὶ ἐλιθοβολοῦσαν τὸν Στέφανον, καθ’ ὅν χρόνον ἐκεῖνος ἐπεκαλεῖτο τὸν Κύριον καὶ ἔλεγε· «Κύριε Ἰησοῦ, δέξου τὸ πνεῦμα μου».

Πράξ. 7,60

θεὶς δὲ τὰ γόνατα ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιμήθη. Σαῦλος δὲ ἦν συνευδοκῶν τῇ ἀναιρέσει αὐτοῦ.

Σωτηρόπουλου

Ἔπειτα γονάτισε, καὶ μὲ φωνὴ μεγάλη φώναξε· «Κύριε, μὴ τοὺς λογαριάσῃς αὐτὴ τὴν ἁμαρτία». Καὶ μόλις εἶπε τοῦτο, κοιμήθηκε (τὸν ὕπνο τοῦ θανάτου). Ὁ δὲ Σαῦλος ἐπικροτοῦσε τὴ θανάτωσί του.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἐγονάτισεν, ἔκραξε μὲ μεγάλην φωνήν, ποὺ ἠκούσθη καὶ ἀπὸ τοὺς φονεῖς του καὶ εἶπε· Κύριε, μὴ λογαριάσῃς εἰς αὐτοὺς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Καὶ ἀφοῦ εἶπε τοῦτο, ἀπέθανε τὸν εἰρηνικὸν ὕπνον τοῦ θανάτου. Ὁ Σαῦλος δὲ ἐπεκρότει καὶ ἐπεδοκίμαζε μαζὶ μὲ τοὺς φονεῖς τὴν θανατικὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Στεφάνου.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ δὲ ἐγονάτισε, ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνήν· «Κύριε, μὴ καταλογίσῃς εἰς αὐτοὺς αὐτὴν τὴν ἁμαρτίαν». Καὶ ἀφοῦ εἶπε τὴν προσευχὴν αὐτὴν τῆς συγγνώμης, ἐκοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ. Ὁ δὲ Σαῦλος ἐπεδοκίμαζε τὴν θανατικὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Στεφάνου.