Πράξεις Ἀποστόλων 9
Πράξ. 9,1
Ὁ δὲ Σαῦλος ἔτι ἐμπνέων ἀπειλῆς καὶ φόνου εἰς τοὺς μαθητὰς τοῦ Κυρίου, προσελθὼν τῷ ἀρχιερεῖ
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Σαῦλος, περισσότερο πνέοντας μένεα καὶ ὀργὴ κατὰ τῶν μαθητῶν (τῶν πιστῶν) τοῦ Κυρίου, πῆγε στὸν ἀρχιερέα,
Τρεμπέλα
Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸν Φίλιππον. Ὁ δὲ Σαῦλος, σὰν νὰ ἔζη μέσα εἰς κάποιαν φονικὴν ἀτμόσφαιραν, ἐξηκολούθει νὰ ἀποπνέῃ ἀπὸ μέσα του καὶ νὰ ἐκδηλώνῃ αἰσθήματα ἀπειλῆς καὶ φόνου κατὰ τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Καὶ δι’ αὐτὸ προσῆλθεν εἰς τὸν ἀρχιερέα
Κολιτσάρα
Ὁ Σαῦλος ὅμως, κυριευμένος ἀπὸ μῖσος καὶ μανίαν, ἐξακολουθοῦσε νὰ ἀποπνέῃ καὶ νὰ ἐκδηλώνῃ αἰσθήματα ἀπειλῆς καὶ φόνου ἐναντίον τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Προσῆλθε εἰς τὸν ἀρχιερέα
Πράξ. 9,2
ᾐτήσατο παρ’ αὐτοῦ ἐπιστολὰς εἰς Δαμασκὸν πρὸς τὰς συναγωγάς, ὅπως ἐάν τινας εὕρῃ τῆς ὁδοῦ ὄντας, ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας, δεδεμένους ἀγάγῃ εἰς Ἱερουσαλήμ.
Σωτηρόπουλου
καὶ τοῦ ζήτησε ἐπιστολὲς γιὰ τὴ Δαμασκὸ πρὸς τὶς συναγωγὲς μὲ τὸ σκοπό, ἂν βρῇ μερικούς, ποὺ νὰ εἶναι τῆς Ὁδοῦ (τῆς Θρησκείας τοῦ Ἰησοῦ), ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νὰ τοὺς φέρῃ δεμένους στὴν Ἱερουσαλήμ.
Τρεμπέλα
καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ αὐτὸν συστατικὰς καὶ ἐξουσιοδοτικὰς ἐπιστολὰς διὰ τὴν Δαμασκὸν πρὸς τὰς ἐκεῖ συναγωγάς, μὲ τὸν σκοπόν, ἐὰν εὕρῃ κάποιους, ποὺ νὰ ἀνήκουν εἰς τὸν δρόμον καὶ εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ Ἰησοῦ, εἴτε ἄνδρες ἦσαν οὗτοι εἴτε γυναῖκες, νὰ τοὺς φέρῃ δεμένους εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.
Κολιτσάρα
καὶ ἐζήτησε ἀπὸ αὐτὸν συστατικὰς ἐπιστολὰς πρὸς τὰς συναγωγὰς τῆς Δαμασκοῦ, ὅπως, ἐὰν εὕρῃ μερικοὺς ἄνδρας καὶ γυναῖκας νὰ ἀνήκουν εἰς τὸν δρόμον τοῦ Ἰησοῦ, δεμένους τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.
Πράξ. 9,3
ἐν δὲ τῷ πορεύεσθαι ἐγένετο αὐτὸν ἐγγίζειν τῇ Δαμασκῷ, καὶ ἐξαίφνης περιήστραψεν αὐτὸν φῶς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ,
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ ἐνῷ πήγαινε καὶ πλησίαζε στὴ Δαμασκό, αἰφνιδίως φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἄστραψε γύρω του.
Τρεμπέλα
Ἐνῷ δὲ ἐπήγαινε, συνέβη νὰ πλησιάζη οὗτος εἰς τὴν Δαμασκόν. Καὶ ἔξαφνα ἤστραψε γύρω του ἀπὸ τὸν οὐρανὸν φῶς λαμπρόν.
Κολιτσάρα
Ἐνῶ δὲ ἐπροχωροῦσε καὶ ἐπλησίαζε πλέον εἰς τὴν Δαμασκόν, αἴφνης ἄστραψε ὁλόγυρά του ἀπὸ τὸν οὐρανὸν λαμπρὸν φῶς.
Πράξ. 9,4
καὶ πεσὼν ἐπὶ τὴν γῆν ἤκουσε φωνὴν λέγουσαν αὐτῷ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἔπεσε στὸ ἔδαφος καὶ ἄκουσε φωνὴ νὰ τοῦ λέγῃ· «Σαούλ, Σαούλ, γιατί μὲ καταδιώκεις;».
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν ἀπὸ τὴν ἐκθαμβωτικὴν λάμψιν ἔπεσε κατὰ γῆς, ἤκουσε φωνήν, ἡ ὁποία τοῦ ἔλεγε· Σαούλ, Σαούλ, διατί μὲ καταδιώκεις;
Κολιτσάρα
Καὶ καθὼς ἀπὸ τὴν ἀπαστράπτουσαν λάμψιν ἔπεσε κάτω εἰς τὴν γῆς, ἤκουσε μίαν φωνήν, ἡ ὁποία τοῦ ἔλεγε· «Σαούλ, Σαούλ, διατί μὲ καταδιώκεις;»
Πράξ. 9,5
εἶπε δέ· τίς εἶ, κύριε; ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις·
Σωτηρόπουλου
Εἶπε δέ· «Ποιός εἶσαι, κύριε;». Ὁ δὲ Κύριος εἶπε· «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖο σὺ καταδιώκεις.
Τρεμπέλα
Εἶπε δὲ ὁ Σαῦλος· Ποῖος εἶσαι, Κύριε; Ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖον σὺ καταδιώκεις. Δὲν ἠξεύρεις ὅτι, ὅταν καταδιώκῃς τοὺς μαθητὰς καὶ ἀκολούθους μου, εἶναι ὡς νὰ καταδιώκῃς ἐμὲ τὸν ἴδιον;
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ ὁ Σαῦλος· «Ποιὸς εἶσαι, κύριε;» Ὁ δὲ Κύριος ἀπήντησε· «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖον σὺ καταδιώξεις, ἀφοῦ καταδιώκεις τοὺς ὀπαδούς μου.
Πράξ. 9,6
ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ εἴσελθε εἰς τὴν πόλιν, καὶ λαληθήσεταί σοι τί σε δεῖ ποιεῖν.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλὰ σήκω, καὶ εἴσελθε στὴν πόλι, καὶ θὰ σοῦ λεχθῇ τί πρέπει νὰ κάνῃς».
Τρεμπέλα
Ἀλλὰ σήκω καὶ ἔμβα εἰς τὴν πόλιν, καὶ θὰ σοῦ λεχθῇ ἐκεῖ, τί πρέπει νὰ κάμῃς. Καὶ ὁ μὲν Σαῦλος καὶ τοὺς λόγους τῆς φωνῆς ἤκουσε καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ ἀναστάντος Κυρίου εἶδεν.
Κολιτσάρα
Ἀλλὰ σήκω ἐπάνω καὶ πήγαινε εἰς τὴν πόλιν καὶ ἐκεῖ θὰ σοῦ ἀνακοινωθῇ, τί πρέπει νὰ κάμῃς».
Πράξ. 9,7
οἱ δὲ ἄνδρες οἱ συνοδεύοντες αὐτῷ εἱστήκεισαν ἐνεοί, ἀκούοντες μὲν τῆς φωνῆς, μηδένα δὲ θεωροῦντες.
Σωτηρόπουλου
Οἱ δὲ ἄνδρες, ποὺ τὸν συνώδευαν, ἔμειναν ἄναυδοι. Καὶ ἄκουαν μὲν τὴ φωνὴ ὡς ἦχο καὶ βοή (ὄχι ὡς λέξεις), ἀλλὰ δὲν ἔβλεπαν κανένα.
Τρεμπέλα
Οἱ ἄνδρες ὅμως, ποὺ τὸν συνώδευαν, ἐστέκοντο μὲ ἀνοικτὸν τὸ στόμα καὶ ἄφωνοι, ἤκουαν μὲν τὴν βοὴν καὶ τὸν ἦχον τῆς φωνῆς, χωρὶς νὰ ξεχωρίζουν λέξεις, ἀλλὰ δὲν ἔβλεπαν κανένα.
Κολιτσάρα
Οἱ ἄνδρες ὅμως, ποὺ τὸν συνώδευαν, ἔμειναν ἄφωνοι, μὲ ἀνοικτὸ τὸ στόμα, διότι ἤκουαν μὲν τὴν φωνήν, ἀλλὰ δὲν ἔβλεπαν κανένα.
Πράξ. 9,8
ἠγέρθη δὲ ὁ Σαῦλος ἀπὸ τῆς γῆς, ἀνεῳγμένων τε τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ οὐδένα ἔβλεπε· χειραγωγοῦντες δὲ αὐτὸν εἰσήγαγον εἰς Δαμασκόν.
Σωτηρόπουλου
Σηκώθηκε δὲ ὁ Σαῦλος ἀπὸ τὸ ἔδαφος, καὶ ἐνῷ τὰ μάτια του ἦταν ἀνοικτά, δὲν ἔβλεπε κανένα. Γι’ αὐτὸ τὸν ἔπιασαν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ἔφεραν μέσα στὴ Δαμασκό.
Τρεμπέλα
Ἐσηκώθη δὲ ὁ Σαῦλος ἀπὸ τὸ ἔδαφος, ποὺ εἶχε πρὸ ὀλίγου πέσει, καίτοι δὲ ἦσαν ἀνοικτὰ τὰ μάτια του, δὲν ἔβλεπε κανένα. Τὸν ὡδήγουν ὡς ἐκ τούτου ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ἔμβασαν εἰς τὴν Δαμασκόν.
Κολιτσάρα
Ἐσηκώθηκε ὁ Σαῦλος ἀπὸ τὴν γῆν, καὶ ἐνῶ ἦσαν ἀνοικτὰ τὰ μάτια του, δὲν ἔβλεπε κανένα. Οἱ στρατιῶται ὁδηγοῦντες αὐτὸ ἀπὸ τὸ χέρι, τὸν ἔφεραν μέσα εἰς τὴν Δαμασκόν.
Πράξ. 9,9
καὶ ἦν ἡμέρας τρεῖς μὴ βλέπων, καὶ οὐκ ἔφαγεν οὐδὲ ἔπιεν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ τρεῖς ἡμέρες ἦταν τυφλός, καὶ δὲν ἔφαγε οὔτε ἔπιε.
Τρεμπέλα
Καὶ παρέμεινεν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας τυφλός, χωρὶς νὰ βλέπῃ διόλου, καὶ δὲν ἔφαγεν οὔτε ἤπιε κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς τίποτε.
Κολιτσάρα
Καὶ ἔμεινε τρεῖς ἡμέρας τυφλός, χωρὶς νὰ βλέπῃ· καὶ οὔτε ἔφαγε οὔτε ἔπιε.
Πράξ. 9,10
Ἦν δέ τις μαθητὴς ἐν Δαμασκῷ ὀνόματι Ἀνανίας, καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος ἐν ὁράματι· Ἀνανία. ὁ δὲ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ, Κύριε.
Σωτηρόπουλου
Ὑπῆρχε δὲ στὴ Δαμασκὸ κάποιος μαθητής (πιστός), ὀνομαζόμενος Ἀνανίας. Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος σὲ ὅραμα· «Ἀνανία!». Αὐτὸς δὲ εἶπε· «Ὁρίστε, Κύριε!».
Τρεμπέλα
Ὑπῆρχε δὲ εἰς τὴν Δαμασκὸν κάποιος μαθητής, ποὺ ἐλέγετο Ἀνανίας. Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος δι’ ὁράματος: Ἀνανία. Αὐτὸς δὲ εἶπεν· Ἰδού, εἶμαι ἐδῶ, Κύριε, ἕτοιμος νὰ ἐκτελέσω τὰς διαταγάς σου.
Κολιτσάρα
Ὑπῆρχε δὲ εἰς τὴν Δαμασκὸν ἕνας μαθητής, ὀνόματι Ἀνανίας, καὶ μὲ ὅραμα εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος· «Ἀνανία». Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· «Ἰδού, ἐδῶ εἶμαι, Κύριε».
Πράξ. 9,11
ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτόν· ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ῥύμην τὴν καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Σαῦλον ὀνόματι Ταρσέα· ἰδοὺ γὰρ προσεύχεται,
Σωτηρόπουλου
Καὶ ὁ Κύριος εἶπε πρὸς αὐτόν· «Σήκω καὶ πήγαινε στὴν ὁδό, ποὺ λέγεται Εὐθεῖα, καὶ ζήτησε στὸ σπίτι τοῦ Ἰούδα κάποιον ὀνομαζόμενο Σαῦλο ἀπὸ τὴν Ταρσό. Αὐτὴ δὲ τὴν ὥρα προσεύχεται.
Τρεμπέλα
Ὁ Κύριος δὲ εἶπε τότε πρὸς αὐτόν· Σήκω καὶ πήγαινε εἰς τὴν στενωπόν, ποὺ λέγεται Εὐθεῖα καὶ ζήτησε εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ἰούδα κάποιον, ποὺ ὀνομάζεται Σαῦλος, καὶ κατάγεται ἀπὸ τὴν Ταρσόν. Αἱ διαθέσεις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ εἶναι εὐλαβεῖς, διότι ἰδοὺ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν προσεύχεται.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Κύριος εἶπε τότε πρὸς αὐτόν· «Σήκω καὶ πήγαινε εἰς τὴν ὁδόν, ποὺ λέγεται εὐθεῖα, καὶ ζήτησε εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ἰούδα κάποιον, ποὺ ὀνομάζεται Σαῦλος καὶ κατάγεται ἀπὸ τὴν Ταρσόν. Διότι, ἰδού, κατὰ τὴν ὥραν αὐτὴν προσεύχεται καὶ ζητεῖ τὴν βοήθειάν μου.
Πράξ. 9,12
καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἀνανίαν εἰσελθόντα καὶ ἐπιθέντα αὐτῷ χεῖρα, ὅπως ἀναβλέψῃ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ εἶδε σὲ ὅραμα, ὅτι ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ἀνανίας τὸν ἐπισκέφθηκε, καὶ ἔθεσε ἐπάνω του τὸ χέρι γιὰ νὰ ἰδῇ τὸ φῶς του».
Τρεμπέλα
Καὶ εἶδεν εἰς ὅραμα, ποὺ τοῦ παρουσίασα ἐγώ, ἄνθρωπον ὀνομαζόμενον Ἀνανίαν, ὁ ὁποῖος ἐμβῆκεν εἰς τὸ δωμάτιόν του καὶ ἔθεσεν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν χεῖρα διὰ να τὸν θεραπεύσῃ ἀπὸ τὴν τύφλωσιν καὶ δυνηθῇ οὕτω να ξαναϊδῇ.
Κολιτσάρα
Εἶδε καὶ αὐτὸς εἰς ὅραμα ἕνα ἄνθρωπον, ὀνόματι Ἀνανίαν, ὁ ὁποῖος εἰσῆλθε εἰς τὸ σπίτι καὶ ἔθεσε ἐπάνω εἰς αὐτὸν τὸ χέρι, διὰ νὰ τὸν θεραπεύσῃ ἀπὸ τὴν τύφλωσιν καὶ ξαναϊδῇ ἔτσι τὸ φῶς».
Πράξ. 9,13
ἀπεκρίθη δὲ Ἀνανίας· Κύριε, ἀκήκοα ἀπὸ πολλῶν περὶ τοῦ ἀνδρὸς τούτου, ὅσα κακὰ ἐποίησε τοῖς ἁγίοις σου ἐν Ἱερουσαλήμ·
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ ὁ Ἀνανίας εἶπε· «Κύριε, ἔχω ἀκούσει ἀπὸ πολλοὺς γι’ αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο, πόσα κακὰ ἔκανε στοὺς ἁγίους σου (στοὺς πιστοὺς) στὴν Ἱερουσαλήμ.
Τρεμπέλα
Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἀνανίας· Κύριε, ἔχω ἀκούσει ἀπὸ πολλοὺς διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, πόσα κακὰ ἔκαμεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα εἰς τοὺς ἁγιασμένους ἀπὸ τὴν χάριν σου καὶ ἀφιερωμένους εἰς σὲ πιστούς.
Κολιτσάρα
Ἀπήντησε δὲ ὁ Ἀνανίας· «Κύριε, ἔχω ἀκούσει ἀπὸ πολλοὺς διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, διὰ τὰ τόσα καὶ τόσα κακά, ποὺ ἔκαμε εἰς τοὺς ἁγίους ὀπαδούς σου, οἱ ὁποῖοι μενουν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.
Πράξ. 9,14
καὶ ὧδε ἔχει ἐξουσίαν παρὰ τῶν ἀρχιερέων δῆσαι πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομά σου.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἐδῶ ἔχει ἐξουσία ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς νὰ συλλάβῃ ὅλους, ὅσοι ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομά σου».
Τρεμπέλα
Καὶ ἐδῶ ποὺ ἦλθεν, ἔχει ἐξουσίαν ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς νὰ δέσῃ ὅλους, ὅσοι ἐπικαλοῦνται εὐλαβῶς καὶ μετὰ πίστεως τὸ ὄνομά σου.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐδῶ εἰς τὴν Δαμασκὸν ἔχει ἐξουσίαν ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς νὰ δέσῃ ὅλους, ὅσοι ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομά σου».
Πράξ. 9,15
εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος· πορεύου, ὅτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων υἱῶν τε Ἰσραήλ·
Σωτηρόπουλου
Ὁ δὲ Κύριος τοῦ εἶπε· «Πήγαινε, διότι αὐτὸς μοῦ εἶναι ὄργανο ἐκλεκτό, γιὰ νὰ ὁμολογήσῃ τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνικῶν καὶ βασιλέων καὶ Ἰσραηλιτῶν.
Τρεμπέλα
Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος· Πήγαινε χωρὶς κανένα φόβον ἢ δισταγμόν, διότι οὗτος εἶναι ὅργανόν μου ἐκλεκτόν. Τὸν ἐξέλεξα δὲ ἐγώ, διὰ νὰ βαστάσῃ καὶ διαδώσῃ τὸ περὶ τοῦ ὀνόματός μου καὶ τοῦ εὐαγγελίου μου κήρυγμα, μεταφέρων τοῦτο διὰ τῶν περιοδειῶν του ἐνώπιον ἐθνικῶν καὶ βασιλέων καὶ τῶν σημερινῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰσραήλ.
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος· «Πήγαινε καὶ μὴ φοβεῖσαι. Διότι αὐτὸς εἶναι ὄργανον τῆς ἰδικῆς μου ἐκλογῆς, διὰ νὰ βαστάσῃ καὶ κηρύξῃ τὸ ὄνομά μου ἐμπρὸς εἰς ἐθνικοὺς καὶ εἰς βασιλεῖς καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ.
Πράξ. 9,16
ἐγὼ γὰρ ὑποδείξω αὐτῷ ὅσα δεῖ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματός μου παθεῖν.
Σωτηρόπουλου
Ἐγὼ δὲ θὰ ὑποδείξω σ’ αὐτὸν ὅσα πρέπει νὰ πάθῃ χάριν τοῦ ὀνόματός μου».
Τρεμπέλα
Πήγαινε σὺ πρὸς συνάντησίν του μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ συναντήσῃς ἄρνησιν ἢ ἀπροθυμίαν εἰς αὐτόν. Διότι ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ μεταστρέψω τὸν Σαῦλον καὶ θὰ τοῦ δείξω, τί ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς πρέπει νὰ πάθῃ διὰ τὸ ὄνομά μου αὐτός, ποὺ ἕως χθὲς μὲ κατεδίωκεν.
Κολιτσάρα
Διότι ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ τοῦ δείξω ἀπὸ τώρα, ὅσα πρέπει νὰ πάθῃ διὰ τὸ ὄνομά μου»
Πράξ. 9,17
Ἀπῆλθε δὲ Ἀνανίας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ ἐπιθεὶς ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας εἶπε· Σαοὺλ ἀδελφέ, ὁ Κύριος ἀπέσταλκέ με, Ἰησοῦς ὁ ὀφθείς σοι ἐν τῇ ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ πλησθῇς Πνεύματος Ἁγίου.
Σωτηρόπουλου
Ἔφυγε τότε ὁ Ἀνανίας καὶ πῆγε στὸ σπίτι, καὶ ἔθεσε ἐπάνω του τὰ χέρια καὶ εἶπε· «Σαοὺλ ἀδελφέ! Ὁ Κύριος μὲ ἔστειλε, ὁ Ἰησοῦς, ποὺ σοῦ φανερώθηκε στὸ δρόμο ποὺ ἐρχόσουν, γιὰ νὰ ἰδῇς τὸ φῶς σου, καὶ νὰ γεμίσῃς μὲ Πνεῦμα Ἅγιο».
Τρεμπέλα
Ἐπῆγε δὲ ὁ Ἀνανίας καὶ ἐμβῆκεν εἰς τὸ σπίτι, ὅπου ἔμενεν ὁ Σαῦλος καὶ ἀφοῦ ἔθεσεν ἐπ’ αὐτοῦ τὰς χεῖρας εἶπε· Σαοὺλ ἀδελφέ, μὲ ἔστειλεν ὁ Κύριος, ποὺ σοῦ ἐνεφανίσθη εἰς τὸν δρόμον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐβάδιζες διὰ νὰ ἔλθῃς ἐδῶ. Καὶ μὲ ἔστειλε διὰ νὰ ἀποκτήσῃς πάλιν τὸ φῶς σου καὶ διὰ νὰ γεμίσῃ τὸ ἐσωτερικόν σου μὲ Πνεῦμα Ἅγιον.
Κολιτσάρα
Ἐπῆγε πράγματι ὁ Ἀνανίας· εἰσῆλθε εἰς τὴν οἰκίαν καὶ ἀφοῦ ἔθεσε ἐπάνω εἰς αὐτὸν τὰ χέρια του, εἶπε· «Σαούλ, ἀδελφέ, ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος σοῦ παρουσιάσθηκε εἰς τὸν δρόμον, ποὺ ἤρχεσο· μὲ ἔστειλε, νὰ ἀποκτήσῃς καὶ πάλιν τὸ φῶς καὶ νὰ γεμίσῃς ἀπὸ Ἅγιον Πνεῦμα».
Πράξ. 9,18
καὶ εὐθέως ἀπέπεσον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ὡσεὶ λεπίδες, ἀνέβλεψέ τε, καὶ ἀναστὰς ἐβαπτίσθη, καὶ λαβὼν τροφὴν ἐνίσχυσεν.
Σωτηρόπουλου
Ἀμέσως τότε ἔπεσαν ἀπὸ τὰ μάτια του σὰν λέπια, καὶ ἀπέκτησε τὸ φῶς. Καὶ σηκώθηκε καὶ βαπτίσθηκε. Καὶ ἔλαβε τροφὴ καὶ δυνάμωσε.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀμέσως ἔπεσαν ἀπὸ τὰ μάτια του σὰν λέπια καὶ ξαναεῖδε καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθη ἐβαπτίσθη. Καὶ μετὰ τὸ βάπτισμα ἔλαβε τροφὴν καὶ ἐδυνάμωσεν ἀπὸ τὴν ἑξάντλησιν, ποὺ τοῦ εἶχε φέρει ὁ βαθὺς κλονισμός, τὸν ὁποῖον ἠσθάνθη ἀπὸ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Κυρίου, καὶ ἡ νηστεία τῶν τριῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας οὔτε ἔφαγεν οὔτε ἔπιε τίποτε.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀμέσως ἔπεσαν ἀπὸ τὰ μάτια του κάτι σὰν λέπια, ἀπέκτησε τὸ φῶς του, ἐσηκώθηκε καὶ ἐβαπτίσθηκε ἀμέσως. Καὶ κατόπιν ἔφαγε τροφὴν καὶ ἀπέκτησεν πάλιν τὰς δυνάμεις του, τὰς σωματικὰς καὶ τὰς πνευματικάς.
Πράξ. 9,19
Ἐγένετο δὲ ὁ Σαῦλος μετὰ τῶν ὄντων ἐν Δαμασκῷ μαθητῶν ἡμέρας τινάς,
Σωτηρόπουλου
Ἔμεινε δὲ ὁ Σαῦλος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς (τοὺς πιστούς), ποὺ ἦταν στὴ Δαμασκό, γιὰ μερικὲς ἡμέρες.
Τρεμπέλα
Παρέμεινε δὲ ὁ Σαῦλος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἦσαν εἰς τὴν Δαμασκόν, ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας.
Κολιτσάρα
Ἔμεινε δὲ ὁ Σαῦλος ὀλίγας ἡμέρας μαζῆ μὲ τοὺς μαθητάς, ποὺ ἦσαν εἰς τὴν Δαμασκόν.
Πράξ. 9,20
καὶ εὐθέως ἐν ταῖς συναγωγαῖς ἐκήρυσσε τὸν Ἰησοῦν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Σωτηρόπουλου
Καὶ ἀμέσως στὶς συναγωγὲς κήρυττε τὸν Ἰησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀμέσως ἐκήρυττεν εἰς τὰς συναγωγὰς τὸν Ἰησοῦν, διδάσκων ὅτι οὗτος εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Καὶ ἀμέσως ἐκήρυττε εἰς τὰς συναγωγὰς τὸν Ἰησοῦν, λέγων ὅτι αὐτὸς εἶναι πράγματι ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Πράξ. 9,21
ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ πορθήσας ἐν Ἱερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομα τοῦτο, καὶ ὧδε εἰς τοῦτο ἐλήλυθεν, ἵνα δεδεμένους αὐτοὺς ἀγάγῃ ἐπὶ τοὺς ἀρχιερεῖς;
Σωτηρόπουλου
Ἔμεναν δὲ κατάπληκτοι ὅλοι, ὅσοι ἄκουαν, καὶ ἔλεγαν· «Αὐτὸς δὲν εἶναι, ποὺ μὲ μανία ἐξοντώσεως καταδίωξε στὴν Ἱερουσαλὴμ ὅσους ἐπικαλοῦνται αὐτὸ τὸ ὄνομα; Καὶ ἐδῶ γι’ αὐτὸ εἶχε ἔλθει, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ δεμένους στοὺς ἀρχιερεῖς».
Τρεμπέλα
Ἔμεναν δὲ ἐκστατικοὶ ὅλοι, ὅσοι τὸν ἤκουαν καὶ ἔλεγαν· Δὲν εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ κατεδίωξε μὲ μανίαν καὶ μέχρις ἐξοντώσεως ἐκείνους, ποὺ ἐπικαλοῦνται εὐλαβῶς καὶ μετὰ πίστεως τὸ ὄνομα τοῦτο καὶ ὁ ὁποῖος εἶχεν ἔλθει ἐδῶ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σκοπόν, διὰ νὰ ὁδηγήσῃ δηλαδὴ δεμένους εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς αὐτούς, ποὺ πιστεύουν καὶ ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομα τοῦτο;
Κολιτσάρα
Ὅλοι δὲ ὅσοι τὸν ἤκουσαν ἐκυριεύθησαν ἀπὸ ἔκπληξιν καὶ ἀπορίαν καὶ ἔλεγαν· «Δὲν εἶναι αὐτός, ποὺ κατεδίωξε μὲ μῖσος μέχρις ἀφανισμοῦ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐκείνους, ποὺ ἐπεκαλοῦντο μὲ πίστιν τὸ ὄνομα τοῦτο καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει ἔλθει ἑδῷ, μὲ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σκοπόν, νὰ συλλάβῃ αὐτοὺς καὶ δεμένους νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς;»
Πράξ. 9,22
Σαῦλος δὲ μᾶλλον ἐνεδυναμοῦτο καὶ συνέχυνε τοὺς Ἰουδαίους τοὺς κατοικοῦντας ἐν Δαμασκῷ, συμβιβάζων ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός.
Σωτηρόπουλου
Ὁ Σαῦλος δὲ δυνάμωνε περισσότερο, καὶ ἀποστόμωνε τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ κατοικοῦσαν στὴ Δαμασκό, ἀποδεικνύοντας, ὅτι αὐτὸς (ὁ Ἰησοῦς δηλαδὴ) εἶναι ὁ Μεσσίας.
Τρεμπέλα
Ὁ Σαῦλος δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ἐνισχύετο καὶ ἐστηρίζετο περισσότερον εἰς τὴν πίστιν καὶ μὲ τὰ ἐπιχειρήματά του ἔφερε σύγχυσιν εἰς τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι κατῴκουν ἐν Δαμασκῷ, καὶ ἀπεστόμωνεν αὐτοὺς ἀποδεικνύων διὰ τῆς συμφωνίας τῶν Προφητῶν, ὅτι αὐτὸς τὸν ὁποῖον ἐκήρυττεν, εἶναι ὁ Μεσσίας.
Κολιτσάρα
Ὁ Παῦλος ὅμως ἐνισχύετο ἀκόμη περισσότερον μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὸ φωτισμένον κήρυγμά του ἔφερε σύγχυσιν εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ κατοικοῦσαν εἰς τὴν Δαμασκόν, ἀποδεικνύων, μὲ τὴν πραγματοποίησιν τῶν προφητειῶν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός.
Πράξ. 9,23
ὡς δὲ ἐπληροῦντο ἡμέραι ἱκαναί, συνεβουλεύσαντο οἱ Ἰουδαῖοι ἀνελεῖν αὐτόν·
Σωτηρόπουλου
Μετὰ δὲ ἀπὸ ἀρκετὲς ἡμέρες οἱ Ἰουδαῖοι κατόπιν συσκέψεως ἀποφάσισαν νὰ τὸν φονεύσουν.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ δὲ συνεπληρώθησαν ἀρκεταὶ ἡμέραι, οἱ Ἰουδαῖοι συνεφώνησαν καὶ ἀπεφάσισαν ἀπὸ κοινοῦ νὰ τὸν φονεύσουν.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ἐπέρασαν ἀρκετὲς ἡμέρες, συνεσκέφθησαν καὶ ἀπεφάσισαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ τὸν φονεύσουν.
Πράξ. 9,24
ἐγνώσθη δὲ τῷ Σαύλῳ ἡ ἐπιβουλὴ αὐτῶν. παρετήρουν τε τὰς πύλας ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ὅπως αὐτὸν ἀνέλωσι·
Σωτηρόπουλου
Ἔγινε δὲ γνωστὸ στὸ Σαῦλο τὸ ἐγκληματικό τους σχέδιο. Παραφύλατταν δὲ τὶς πύλες ἡμέρα καὶ νύκτα γιὰ νὰ τὸν φονεύσουν.
Τρεμπέλα
Ἔγινε δὲ γνωστὴ εἰς τὸν Σαῦλον ἡ ἐπιβουλὴ αὐτῶν. Καὶ οἱ Ἰουδαῖοι παρεφύλατταν τὰς πύλας τῆς πόλεως νύκτα καὶ ἡμέραν διὰ νὰ τὸν φονεύσουν.
Κολιτσάρα
Ἔγινε ὅμως γνωστὴ εἰς τὸν Σαῦλον ἡ ἐπιβουλή των. Καὶ οἱ Ἰουδαῖοι παρατηροῦσαν ἡμέραν καὶ νύκτα τὰς πύλας τῆς πόλεως, διὰ νὰ τὸν φονεύσουν.
Πράξ. 9,25
λαβόντες δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ νυκτὸς καθῆκαν διὰ τοῦ τείχους χαλάσαντες ἐν σπυρίδι.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ (οἱ πιστοὶ) τὸν πῆραν νύκτα καὶ τὸν κατέβασαν ἀπὸ τὸ τεῖχος μὲ σχοινιὰ μέσα σ’ ἕνα κοφίνι.
Τρεμπέλα
Ἀλλ’ οἱ Χριστιανοὶ μαθηταὶ ἐπῆραν τὸν Παῦλον καὶ τὸν κατέβασαν ἐν καιρῷ νυκτὸς ἀπὸ κάποιο παράθυρον τοῦ τείχους, μὲ τὸ ὁποῖον ἦτο περιτειχισμένη ἡ Δαμασκός. Τὸν κατέβασαν δὲ διὰ σχοινίου μέσα εἰς κοφίνιον.
Κολιτσάρα
Οἱ μαθηταὶ ὅμως ἐπῆραν τὸν Σαῦλον καὶ εἰς καιρὸν νυκτὸς τὸν κατέβασαν μέσα εἰς ἕνα κοφίνι ἀπὸ κάποιο παράθυρο τοῦ τείχους.
Πράξ. 9,26
Παραγενόμενος δὲ ὁ Σαῦλος εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐπειρᾶτο κολλᾶσθαι τοῖς μαθηταῖς· καὶ πάντες ἐφοβοῦντο αὐτόν, μὴ πιστεύοντες ὅτι ἐστὶ μαθητής.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ ὁ Σαῦλος πῆγε στὴν Ἱερουσαλήμ, προσπαθοῦσε νὰ συνδεθῇ μὲ τοὺς μαθητάς (τοὺς πιστούς). Ἀλλ’ ὅλοι τὸν φοβοῦνταν, διότι δὲν πίστευαν, ὅτι εἶναι μαθητής (πιστός).
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ὁ Παῦλος ἦλθεν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἔκαμε συνεχεῖς ἀποπείρας διὰ νὰ προσκολληθῇ καὶ συνδεθῇ στενῶς πρὸς τοὺς μαθητάς. Ἀλλὰ τὸν ἐφοβοῦντο ὅλοι, διότι δὲν ἐπείθοντο, ὅτι εἶναι πράγματι πιστὸς καὶ εἰλικρινῆς μαθητὴς τοῦ Κυρίου.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ὁ Σαῦλος ἔφθασε εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, προσπαθοῦσε νὰ ἐπικοινωνήσῃ καὶ νὰ προσκολληθῇ εἰς τοὺς μαθητάς. Ὅλοι ὅμως τὸν ἐφοβοῦντο, διότι δὲν ἐπίστευαν ὅτι εἶναι πράγματι μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ.
Πράξ. 9,27
Βαρνάβας δὲ ἐπιλαβόμενος αὐτὸν ἤγαγε πρὸς τοὺς ἀποστόλους, καὶ διηγήσατο αὐτοῖς πῶς ἐν τῇ ὁδῷ εἶδε τὸν Κύριον καὶ ὅτι ἐλάλησεν αὐτῷ, καὶ πῶς ἐν Δαμασκῷ ἐπαρρησιάσατο ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ.
Σωτηρόπουλου
Τότε ὁ Βαρνάβας τὸν πῆρε καὶ τὸν ὡδήγησε στοὺς ἀποστόλους. Καὶ τοὺς ἀνέφερε πῶς στὸ δρόμο εἶδε τὸν Κύριο, καὶ ὅτι τοῦ μίλησε, καὶ πῶς στὴ Δαμασκὸ κήρυξε μὲ θάρρος γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ.
Τρεμπέλα
Ὁ Βαρνάβας ὅμως παρέλαβεν αὐτὸν καὶ τὸν ὡδήγησε εἰς τοὺς ἀποστόλους. Καὶ διηγήθη τότε ὁ Σαῦλος εἰς αὐτούς, πῶς εἶδε τὸν Κύριον εἰς τὸν δρόμον καὶ ὅτι ὁ Κύριος ὡμίλησεν εἰς αὐτὸν καὶ πῶς ἐν τῇ Δαμασκῷ ἐκήρυξε μὲ ἀφοβίαν καὶ μὲ θάρρος τὴν πίστιν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ.
Κολιτσάρα
Ἀλλὰ ὁ Βαρνάβας τὸν ἐπῆρε μὲ ἐμπιστοσύνην καὶ τὸν ὡδήγησε εἰς τοὺς Ἀποστόλους. Καὶ διηγήθηκε τότε εἰς αὐτοὺς ὁ Σαῦλος, πῶς εἰς τὸν δρόμον εἶδε τὸν Κύριον καὶ ὅτι τοῦ ὡμίλησε ὁ Κύριος καὶ πῶς εἰς τὴν Δαμασκὸν ἐκήρυξε μὲ θάρρος πίστιν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.
Πράξ. 9,28
καὶ ἦν μετ’ αὐτῶν εἰσπορευόμενος καὶ ἐκπορευόμενος ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ παρρησιαζόμενος ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ,
Σωτηρόπουλου
Ἔτσι (ὁ Σαῦλος) συναναστρεφόταν μ’ αὐτοὺς στὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ κήρυττε μὲ θάρρος γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπηγαινοήρχετο ὁ Παῦλος εἰς τοὺς ἀποστόλους συνεχῶς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, διατηρῶν στενὰς σχέσεις μὲ αὐτούς, καὶ ὡμίλει μὲ ἀφοβίαν καὶ μὲ πίστιν ἀκλόνητον εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Κολιτσάρα
Καὶ συνεδέθη πλέον μὲ αὐτοὺς στενότατα, ἐπήγαινε καὶ ἤρχετο μαζῆ των συνεχῶς εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ μὲ παρρησίαν ὠμιλοῦσε διὰ τὸν Κύριον Ἰησοῦν.
Πράξ. 9,29
ἐλάλει τε καὶ συνεζήτει πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς· οἱ δὲ ἐπεχείρουν αὐτὸν ἀνελεῖν.
Σωτηρόπουλου
Ἐπίσης μιλοῦσε καὶ συζητοῦσε μὲ τοὺς ἑλληνοφώνους Ἰουδαίους. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἐπιχειροῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν.
Τρεμπέλα
Ἐπὶ πλέον ὡμίλει καὶ συνεζήτει μὲ τοὺς ὁμιλοῦντας τὴν ἑλληνικὴν Ἰουδαίους ζητῶν νὰ πείσῃ αὐτούς, ὅτι ὁ Μεσσίας εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Αὐτοὶ ὅμως ἐζήτουν εὐκαιρίαν καὶ προσεπάθουν νὰ τὸν φονεύσουν.
Κολιτσάρα
Ἀκόμη δὲ ὠμιλοῦσε καὶ ἐσυζητοῦσε μὲ τοὺς Ἑλληνιστὰς Ἰουδαίους. Ἐκεῖνοι ὅμως ἐζητοῦσαν εὐκαιρίαν, νὰ τὸν φονεύσουν.
Πράξ. 9,30
ἐπιγνόντες δὲ οἱ ἀδελφοὶ κατήγαγον αὐτὸν εἰς Καισάρειαν καὶ ἐξαπέστειλαν αὐτὸν εἰς Ταρσόν.
Σωτηρόπουλου
Ὅταν δὲ τὸ πληροφορήθηκαν οἱ ἀδελφοί, τὸν κατέβασαν στὴν Καισάρεια, καὶ ἀπ’ ἐκεῖ τὸν ἔστειλαν στὴν Ταρσό.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἐπληροφορήθησαν τοῦτο οἱ ἀδελφοί, τὸν κατέβασαν μὲ πᾶσαν ἀσφάλειαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα εἰς τὴν Καισάρειαν καὶ ἀπ’ ἐκεῖ τὸν ἐξαπέστειλαν εἰς τὴν πατρίδα του τὴν Ταρσόν.
Κολιτσάρα
Ὁταν δὲ οἱ ἀδελφοὶ ἔμαθαν τοὺς σκοποὺς των, συνώδευσαν καὶ ὡδήγησαν τὸν Παῦλον εἰς τὴν Καισάρειαν καὶ τὸν ἔστειλαν εἰς τὴν Ταρσόν, τὴν πατρίδα του, ὅπου καὶ θὰ ἦτο ἀσφαλὴς ἀπὸ τὰς ἐπιβουλὰς τῶν Ἑβραίων, ποὺ ἔμειναν ἄπιστοι καὶ ἀμετανόητοι.
Πράξ. 9,31
Αἱ μὲν οὖν ἐκκλησίαι καθ’ ὅλης τῆς Ἰουδαίας καὶ Γαλιλαίας καὶ Σαμαρείας εἶχον εἰρήνην οἰκοδομούμεναι καὶ πορευόμεναι τῷ φόβῳ τοῦ Κυρίου, καὶ τῇ παρακλήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπληθύνοντο.
Σωτηρόπουλου
Οἱ δὲ Ἐκκλησίες σ’ ὅλη τὴν Ἰουδαία καὶ τὴ Γαλιλαία καὶ τὴ Σαμάρεια εἶχαν πρόοδο. Οἰκοδομοῦνταν καὶ προχωροῦσαν μὲ τὸ φόβο τοῦ Κυρίου, καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πληθύνονταν.
Τρεμπέλα
Ἔτσι λοιπὸν αἱ μὲν Ἐκκλησίαι, ποὺ ἦσαν καθ’ ὅλην τὴν Ἰουδαίαν καὶ Γαλιλαίαν καὶ Σαμάρειαν, ἀπελάμβαναν εἰρήνην καὶ προώδευαν εἰς τὴν χριστιανικὴν γνῶσιν καὶ εὐσέβειαν, καὶ ἔζων οἱ Χριστιανοί των μὲ τὸν φόβον τοῦ Κυρίου, καὶ ἐπληθύνοντο διὰ τῆς ἐνισχύσεως καὶ παρηγορίας, ποὺ τοὺς μετέδιδε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
Κολιτσάρα
Αἱ Ἐκκλησίαι, λοιπόν, ποὺ ἦσαν εἰς ὅλην τὴν Ἰουδαίαν καὶ τὴν Γαλιλαίαν καὶ τὴν Σαμάρειαν, εἶχαν εἰρήνην καὶ οἰκοδομοῦντο εἰς τὴν χριστιανικὴν ζωὴν καὶ ἐζοῦσαν μὲ τὸν φόβον τοῦ Κυρίου καὶ μὲ τὴν δύναμιν καὶ παρηγορίαν, ποὺ τοὺς ἔδιδε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἐπληθύνοντο.
Πράξ. 9,32
Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν.
Σωτηρόπουλου
Περιοδεύοντας δὲ ὁ Πέτρος καὶ ἐπισκεπτόμενος ὅλους, κατέβηκε καὶ στοὺς ἁγίους (στοὺς πιστούς), ποὺ κατοικοῦσαν στὴ Λύδδα.
Τρεμπέλα
Ἐνῷ δὲ ὁ Πέτρος περιώδευεν εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη, συνέβη νὰ κατεβῇ καὶ πρὸς τοὺς Χριστιανούς, ποὺ κατῴκουν εἰς τὴν Λύδδαν.
Κολιτσάρα
Συνέβη δέ, ὅταν ὁ Πέτρος περιώδευε ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη, νὰ κατεβῆ εἰς τοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν εἰς τὴν Λύδδαν.
Πράξ. 9,33
εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος.
Σωτηρόπουλου
Βρῆκε δὲ ἐκεῖ κάποιον ἄνθρωπο ὀνομαζόμενο Αἰνέα, ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη κατάκοιτο στὸ κρεββάτι, διότι ἦταν παράλυτος.
Τρεμπέλα
Συνήντησε δὲ ἐκεῖ κάποιον ἄνθρωπον, ποὺ ἐλέγετο Αἰνέας καὶ κατέκειτο ἐπὶ κραββάτου πρὸ ὀκτὼ ἐτῶν, διότι ἦτο παράλυτος.
Κολιτσάρα
Εὑρῆκε δὲ ἐκεῖ ἕνα ἄνθρωπον, ὀνόματι Αἰνέαν, ὁ ὁποῖος κατέκειτο ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη παράλυτος ἐπάνω εἰς ἕνα κρεββάτι.
Πράξ. 9,34
καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. καὶ εὐθέως ἀνέστη.
Σωτηρόπουλου
Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Πέτρος· «Αἰνέα! Σὲ θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς ὁ Χριστός. Σήκω καὶ στρῶσε τὸ κρεββάτι σου». Καὶ ἀμέσως σηκώθηκε.
Τρεμπέλα
Καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ὁ Ἰησοῦς, ποὺ εἶναι χρισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν Μεσσίας, σὲ ἰατρεύει ἀπὸ τὸ νόσημά σου. Σήκω καὶ στρῶσε μόνος σου τὸ κρεββάτι σου. Καὶ ἀμέσως ἐσηκώθη.
Κολιτσάρα
Καὶ τοῦ εἶπεν ὁ Πέτρος· «Αἰνέα, ὁ Ἰησοῦς, ὁ Χριστὸς σὲ θεραπεύει ἀπὸ τὴν ἀσθένειάν σου. Σήκω καὶ στρῶσε μόνος σου τὸ κρεββάτι σου». Καὶ ἀμέσως ἐκεῖνος ἐσηκώθηκε ὑγιής.
Πράξ. 9,35
καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον.
Σωτηρόπουλου
Καὶ τὸν εἶδαν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Λύδδας καὶ τοῦ Σάρωνος, καὶ ἐπέστρεψαν στὸν Κύριο (τὸν Ἰησοῦ).
Τρεμπέλα
Καὶ τὸν εἶδαν ὅλοι, ὅσοι κατοικοῦσαν εἰς Λύδδαν καὶ εἰς τὴν πεδιάδα τοῦ Σάρωνος, οἱ ὁποῖοι ὁδηγηθέντες ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ ἐπέστρεψαν εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν πιστεύσαντες καὶ ἀναγνωρίσαντες αὐτὸν Θεὸν καὶ Σωτῆρα των.
Κολιτσάρα
Καὶ τὸν εἶδαν ὅλοι, ὅσοι κατοικοῦσαν τὴν Λύδδαν καὶ τὴν περιοχὴν τοῦ Σάρωνος, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὸν Κύριον, παρακινηθέντες ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτό.
Πράξ. 9,36
Ἐν Ἰόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει.
Σωτηρόπουλου
Στὴν Ἰόππη δὲ ὑπῆρχε κάποια μαθήτρια (πιστὴ δηλαδὴ) ὀνομαζομένη Ταβιθά, ποὺ μεταφράζεται Δορκάς. Αὐτὴ ἦταν γεμάτη ἀπὸ ἀγαθοεργίες καὶ ἐλεημοσύνες, ποὺ ἔκανε.
Τρεμπέλα
Εἰς τὴν Ἰόππην δὲ ὑπῆρχε κάποια μαθήτρια τοῦ Κυρίου, ποὺ ἐλέγετο Ταβιθά. Τὸ ὄνομα δὲ αὐτὸ μεταφράζεται εἰς τὴν ἑλληνικὴν μὲ τὴν λέξιν Δορκάς. Αὐτὴ ἦτο γεμάτη ἀπὸ ἀγαθοεργίας καὶ ἐλεημοσύνας, ποὺ ἔκανε συνεχῶς.
Κολιτσάρα
Εἰς δὲ τὴν Ἰόππην ἐζοῦσε μία μαθήτρια τοῦ Κυρίου, ὀνόματι Ταβιθά, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα εἰς τὴν ἑλληνικὴν σημαίνει Δορκάς. Αὐτὴ ἦτο γεμάτη ἀπὸ καλὰ ἔργα καὶ ἐλεημοσύνας, τὰς ὁποίας ἔκανε συνεχῶς.
Πράξ. 9,37
ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ.
Σωτηρόπουλου
Συνέβη δὲ ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες ν’ ἀσθενήσῃ καὶ νὰ πεθάνῃ. Καὶ ἀφοῦ τὴν ἔλουσαν, τὴν ἔβαλαν στὸ ἀνώγειο.
Τρεμπέλα
Συνέβη δὲ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας νὰ ἀσθενήσῃ αὕτη καὶ νὰ ἀποθάνῃ. Ἀφοῦ δὲ τὴν ἔλουσαν καὶ τὴν ἑτοίμασαν, τὴν ἔβαλαν εἰς τὸ ἐπάνω διαμέρισμα τῆς οἰκίας.
Κολιτσάρα
Συνέβη ὅμως κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας νὰ ἀσθενήσῃ καὶ νὰ πεθάνῃ. Ἀφοῦ δέ, σύμφωνα μὲ τὰ ἰουδαϊκὰ ἔθιμα, τὴν ἔλουσαν καὶ τὴν ἑτοίμασαν διὰ τὴν ταφήν, τὴν ἔβαλαν εἰς τὸ ὑπερῶον.
Πράξ. 9,38
ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ Ἰόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν.
Σωτηρόπουλου
Ἐπειδὴ δὲ ἡ Λύδδα ἦταν κοντὰ στὴν Ἰόππη, οἱ μαθηταί (οἱ πιστοί), ὅταν ἄκουσαν, ὅτι ὁ Πέτρος εἶναι σ’ αὐτή, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρες πρὸς αὐτὸν παρακαλώντας νὰ μὴ βραδύνῃ νὰ ἔλθῃ καὶ σ’ αὐτούς.
Τρεμπέλα
Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ πόλις Λύδδα ἦτο πλησίον τῆς Ἰόππης, σὰν ἤκουσαν οἱ μαθηταί, ὅτι ὁ Πέτρος εἶναι εἰς τὴν πόλιν αὐτήν, τοῦ ἔστειλαν δύο ἄνδρας καὶ τὸν παρεκάλουν νὰ μὴ βαρυνθῇ νὰ ἔλθῃ μέχρις αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Ἐπειδὴ δὲ ἡ Λύδδα ἦτο κοντὰ εἰς τὴν Ἰόππην καὶ οἱ μαθηταὶ εἶχαν ἀκούσει, ὅτι ὁ Πέτρος ἦταν ἐκεῖ, ἔστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μὴ βραδύνῃ νὰ ἔλθῃ μέχρις αὐτῶν.
Πράξ. 9,39
ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ’ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς.
Σωτηρόπουλου
Σηκώθηκε δὲ ὁ Πέτρος καὶ πῆγε μαζί τους. Καὶ ὅταν ἔφθασε, τὸν ἀνέβασαν στὸ ἀνώγειο. Καὶ παρουσιάσθηκαν σ’ αὐτὸν ὅλες οἱ χῆρες κλαίοντας καὶ δείχνοντας χιτῶνες καὶ πανωφόρια, ποὺ ἔκανε ἡ Δορκάς, ὅταν ζοῦσε.
Τρεμπέλα
Πράγματι δὲ ὁ Πέτρος ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγε μαζὶ μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς ἀπεσταλμένους. Ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς τὴν Ἰόππην, τὸν ἀνέβασαν εἰς τὸ ἀνώγειον. Καὶ ἐκεῖ παρουσιάσθησαν εἰς αὐτὸν ὅλαι αἱ χῆραι κλαίουσαι διὰ τὸν θάνατον αὐτῆς, ποὺ τὰς ἐπροστάτευε. Καὶ ὡς δείγματα τῆς προστασίας αὐτῆς ἐδείκνυαν εἰς τὸν Πέτρον ὑποκάμισα καὶ ἐπανωφόρια, ὅσα ἔφτιανεν, ὅταν ἦτο μαζί των ζωντανὴ ἡ Δορκάς.
Κολιτσάρα
Πράγματι ὁ Πέτρος ἐσηκώθηκε καὶ ἐπῆγε μαζῆ μὲ τοὺς δύο ἀπεσταλμένους. Ὅταν δὲ ἔφθασε, τὸν ἀνέβασαν εἰς τὸ ὑπερῷον. Ἐκεῖ δὲ παρουσιάσθησαν εἰς αὐτὸν ὅλαι αἱ χῆραι κλαίουσαι διὰ τὸν θάνατον τῆς Ταβιθᾶς, καὶ ἐδείκνυαν εἰς τὸν Πέτρον χιτῶνας καὶ ἐπανωφόρια, ὅσα ἔφτιανε, ὅταν ἦτο ἐν ζωῇ ἡ Δορκάς.
Πράξ. 9,40
ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε.
Σωτηρόπουλου
Ἀφοῦ δὲ ὁ Πέτρος ἔβγαλε ὅλους ἔξω, γονάτισε καὶ προσευχήθηκε. Ἔπειτα στράφηκε πρὸς τὸ σῶμα καὶ εἶπε· «Ταβιθά, σήκω ἐπάνω!». Αὐτὴ δὲ ἄνοιξε τὰ μάτια της, καὶ ὅταν εἶδε τὸν Πέτρο, ἀνασηκώθηκε.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ δὲ ὁ Πέτρος ἔβγαλεν ὅλους ἔξω ἀπὸ τὸ ἀνώγειον, ποὺ ἦτο ἡ νεκρά, ἐγονάτισε καὶ προσηυχήθη. Καὶ ἀφοῦ ἐστράφη πρὸς τὸ νεκρὸν σῶμα, εἶπε· Ταβιθά, σήκω ἐπάνω. Αὐτὴ δὲ ἤνοιξε τὰ μάτια της καὶ ὅταν εἶδε τὸν Πέτρον, ἀπὸ ἑξαπλωμένη ὅπου ἦτο, ἀνεσηκώθη καθιστὴ εἰς τὸ κρεββάτι της.
Κολιτσάρα
Ὁ Πέτρος, ἀφοῦ ἔβγαλε ὅλους ἔξω ἀπὸ τὸ ὑπερῷον, ἐγονάτισε καὶ προσευχήθηκε. Ἔπειτα ἐστράφη πρὸς τὸ σῶμα καὶ εἶπε· «Ταβιθά, σήκω». Ἐκείνη δὲ ἄνοιξε ἀμέσως τὰ μάτια της καὶ ὅταν εἶδε τὸν Πέτρον ἀνασηκώθηκε εἰς τὸ κρεββάτι της.
Πράξ. 9,41
δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν.
Σωτηρόπουλου
Τῆς ἔδωσε δὲ τὸ χέρι καὶ τὴ σήκωσε ἐπάνω. Καὶ κάλεσε τοὺς ἁγίους (τοὺς πιστοὺς) καὶ τὶς χῆρες, καὶ τὴν παρουσίασε ζωντανή.
Τρεμπέλα
Τῆς ἔδωκε δὲ τότε ὁ Πέτρος τὸ χέρι καὶ τὴν ἐσήκωσεν ὀρθίαν. Ἀφοῦ δὲ ἐφώναξε τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἰδιαιτέρως τὰς χήρας, τοὺς τὴν παρουσίασε ζωντανήν.
Κολιτσάρα
Τῆς ἔδωσε τότε τὸ χέρι του ὁ Πέτρος καὶ τὴν ἐσήκωσε. Καὶ ἀφοῦ ἐκάλεσε τοὺς Χριστιανοὺς καὶ μάλιστα τὰς χήρας, τοὺς τὴν παρουσίασε ζωντανήν.
Πράξ. 9,42
γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ’ ὅλης τῆς Ἰόππης, καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον.
Σωτηρόπουλου
Καὶ τὸ ἔμαθε ὅλη ἡ Ἰόππη. Καὶ πολλοὶ πίστευσαν στὸν Κύριο (τὸν Ἰησοῦ).
Τρεμπέλα
Ἔγινε δὲ γνωστὸν τὸ θαῦμα τοῦτο εἰς ὅλην τὴν πόλιν τῆς Ἰόππης καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς τὸν Κύριον.
Κολιτσάρα
Ἔγινε δὲ γνωστὸν τὸ θαῦμα αὐτὸ τῆς ἀναστάσεως εἰς ὅλην τὴν Ἰόππην καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς τὸν Κύριον.
Πράξ. 9,43
Ἐγένετο δὲ ἡμέρας ἱκανὰς μεῖναι αὐτὸν ἐν Ἰόππῃ παρά τινι Σίμωνι βυρσεῖ.
Σωτηρόπουλου
Ἔμεινε δὲ αὐτὸς (ὁ Πέτρος) ἀρκετὲς ἡμέρες στὴν Ἰόππη, στὸ σπίτι κάποιου Σίμωνος βυρσοδέψη.
Τρεμπέλα
Συνέβη δὲ νὰ μείνῃ ὁ Πέτρος εἰς τὴν Ἰόππην ἀρκετὰς ἡμέρας εἰς τὸ σπίτι κάποιου Σίμωνος, ποὺ ἦτο βυρσοδέψης.
Κολιτσάρα
Ἔμεινε δὲ εἰς τὴν Ἰόππην ὁ Πέτρος ἀρκετὰς ἡμέρας εἰς τὸ σπίτι κάποιου Σίμωνος βυρσοδέψου.