Πρὸς Ἑβραίους 11

Ἑβρ. 11,1

Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων.

Σωτηρόπουλου

Εἶναι δὲ ἡ πίστι πεποίθησι γιὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζουμε, βεβαιότης γιὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν βλέπουμε.

Τρεμπέλα

Εἶναι δὲ ἡ πίστις ὕπαρξις τῶν ἐλπιζομένων, τὰ ὁποῖα τώρα μὲν δὲν ὑπάρχουν, ἀλλ’ ἡ πίστις τὰ κάνει εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ πιστοῦ χειροπιαστά, σὰν νὰ ὑπῆρχον ταῦτα ἀπὸ τώρα. Εἶναι ἀκόμη ἡ πίστις καὶ ἀπόδειξις πραγμάτων, ποὺ δὲν βλέπονται μὲ τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμούς, ἀλλ’ ἡ πίστις φέρει τέτοιον πληροφορίαν περὶ αὐτῶν εἰς τὸν πιστόν, σὰν νὰ τὰ ἔβλεπε καὶ τὰ ἀντελαμβάνετο μὲ τὰς σωματικὰς αἰσθήσεις.

Κολιτσάρα

Εἶναι δὲ πίστις, ἡ ἀδίστακτος καὶ ἀκλόνητος πεποίθησις εἰς τὴν πραγματικὴν καὶ βεβαίαν ὕπαρξιν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἐλπίζομεν· ἀπόδειξις καὶ βεβαιότης περὶ πραγμάτων, ποὺ δὲν βλέπονται μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος καὶ τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις χάρις εἰς αὐτὴν εἶναι σὰν νὰ τὰ βλέπομεν μὲ τὰ μάτια μας καὶ νὰ τὰ πιάνωμεν μὲ τὰ χέρια μας.

Ἑβρ. 11,2

ἐν ταύτῃ γὰρ ἐμαρτυρήθησαν οἱ πρεσβύτεροι.

Σωτηρόπουλου

Μ’ αὐτὴ δὲ οἱ παλαιότεροι ἔλαβαν καλὴ μαρτυρία.

Τρεμπέλα

Δὲν εἶναι δὲ κάτι νέον ἡ πίστις. Διότι ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἔλαβον καλὴν μαρτυρίαν ἀπὸ τὸν Θεὸν οἱ παλαιότεροι, οἱ δίκαιοι τῆς Π. Διαθήκης.

Κολιτσάρα

Ἕνεκα δὲ αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ζωντανῆς πίστεως ἐπῆραν τὴν καλὴν μαρτυρίαν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ οἱ παλαιότεροι, οἱ δίκαιοι τῆς Π. Διαθήκης.

Ἑβρ. 11,3

Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ῥήματι Θεοῦ, εἰς τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τὰ βλεπόμενα γεγονέναι.

Σωτηρόπουλου

Μὲ τὴν πίστι παραδεχόμεθα, ὅτι δημιουργήθηκε ὁ κόσμος μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὥστε αὐτά, τὰ ὁποῖα βλέπουμε, νὰ μὴν ἔχουν γίνει ἀπὸ ὁρατά.

Τρεμπέλα

Μὲ τὴν πίστιν καὶ ὄχι μὲ τὰς ἐξωτερικὰς αἰσθήσεις κατανοοῦμεν καὶ γνωρίζομεν, ὅτι ὁ ὁρατὸς κόσμος, ποὺ ἔγινεν ἐν χρόνῳ, ἐδημιουργήθη ἄρτιος καὶ ἁρμονικός, μὲ λόγον καὶ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε, ὅσα κτίσματα βλέπομεν τώρα, νὰ ἔχουν γίνει ἀπὸ μὴ ὑπάρχοντα καὶ μὴ φαινόμενα εἰς τὰς σωματικὰς αἰσθήσεις.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ αὐτὴν τὴν πίστιν πληροφορούμεθα καὶ ἐνοοῦμεν καλά, ὅτι ὁ ὁρατὸς κόσμος, ποὺ ἔλαβεν ὕπαρξιν ἐν χρόνῳ, ἐδημιουργήθη μὲ τὸν παντοδύναμον λόγον τοῦ Θεοῦ, ὥστε ὅσα δημιουργήματα βλέπομεν τώρα, νὰ ἔχωμεν βεβαίαν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔχουν γίνει ἀπὸ μὴ ὑπάρχοντα καὶ τὰ ὁποῖα φυσικὰ δὲν ἐφαίνοντο εἰς τὰ σωματικὰ μάτια.

Ἑβρ. 11,4

Πίστει πλείονα θυσίαν Ἄβελ παρὰ Κάϊν προσήνεγκε τῷ Θεῷ, δι’ ἧς ἐμαρτυρήθη εἶναι δίκαιος, μαρτυροῦντος ἐπὶ τοῖς δώροις αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ δι’ αὐτῆς ἀποθανὼν ἔτι λαλεῖται.

Σωτηρόπουλου

Ἀπὸ πίστι ὁ Ἄβελ προσέφερε στὸ Θεὸ θυσία ἀνώτερη ἀπὸ τὸν Κάιν, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας (θυσίας) ἔλαβε μαρτυρία, ὅτι εἶναι εὐσεβής. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔδωσε μαρτυρία γιὰ τὰ δῶρα του. Καὶ γι’ αὐτὴ τὴν πίστι, ἐνῷ πέθανε, ἀκόμη γίνεται γι’ αὐτὸν λόγος ἐγκωμιαστικός.

Τρεμπέλα

Διὰ τὴν πίστιν, ποὺ εἶχεν ὁ Ἄβελ, ἐπρόσφερεν εἰς τὸν Θεὸν καλυτέραν θυσίαν ἀπὸ ἐκείνην, ποὺ ἐπρόσφερεν ὁ Κάϊν. Διὰ τὴν πίστιν δὲ αὐτὴν ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ μαρτυρία, ὅτι ἦτο δίκαιος. Διότι αὐτὸς ὁ Θεὸς ἔδωκε διὰ τὰ δῶρα τοῦ Ἄβελ μαρτυρίαν, ὅτι τὰ ἐδέχθη. Καὶ διὰ τὴν πίστιν του αὐτήν, καίτοι ἀπέθανε, γίνεται ἀκόμη ἕως τώρα ἐγκωμιαστικὸς λόγος δι’ αὐτόν.

Κολιτσάρα

Χάρις εἰς τὴν πίστιν, ποὺ εἶχεν ὁ Ἄβελ, ἐπρόσφερεν εἰς τὸν Θεὸν τελειοτέραν θυσίαν ἀπὸ τὸν Κάϊν. Διὰ τὴν πίστιν του δὲ αὐτήν, τοῦ ἐδόθη ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ ἡ μαρτυρία, ὅτι εἶναι δίκαιος· διότι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐπεβεβαίωσεν, ὅτι ἐδέχθη εὐαρέστως τὰ δῶρα τῆς θυσίας του. Καὶ χάρις εἰς τὴν πίστιν του ὁ Ἄβελ, καίτοι ἔχει ἀποθάνει πρὸ πολλοῦ, διαλαλεῖται ὡς δίκαιος καὶ ἐγκωμιάζεται.

Ἑβρ. 11,5

Πίστει Ἐνὼχ μετετέθη τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον, καὶ οὐχ εὑρίσκετο, διότι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ Θεός· πρὸ γὰρ τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ μεμαρτύρηται εὐηρεστηκέναι τῷ Θεῷ·

Σωτηρόπουλου

Λόγῳ πίστεως ὁ Ἐνὼχ μετετέθη (ἀπ’ αὐτὸ τὸν κόσμο) καὶ δὲν γνώρισε θάνατο. Καὶ δὲν βρισκόταν, διότι τὸν μετέθεσε ὁ Θεός. Πρὶν δὲ ἀπὸ τὴν μετάθεσί του δόθηκε ἡ μαρτυρία, ὅτι εἶχε εὐαρεστήσει στὸ Θεό.

Τρεμπέλα

Ἕνεκα τῆς πίστεώς του ὁ Ἐνὼχ μετετέθη ζωντανὸς ἀπὸ τὸν κόσμον διὰ νὰ μὴ ἴδῃ θάνατον, καὶ καθὼς λέγει ἡ Γραφή, δὲν εὑρίσκετο εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, διότι τὸν μετέθεσεν ὁ Θεός. Τὸν μετέθεσε δέ, διότι προτοῦ νὰ μετατεθῇ, ἐδόθη δι’ αὐτὸν μαρτυρία ἀπὸ τὴν Γραφήν, ὅτι εἶχεν εὐαρεστήσει εἰς τὸν Θεόν.

Κολιτσάρα

Διὰ τὴν πίστιν τοῦ ὁ Ἐνὼχ μετετέθη ζωντανὸς ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμον, διὰ νὰ μὴ ἵδῃ θάνατον καὶ δὲν εὑρίσκετο πλέον εἰς τὴν γῆν, διότι τὸν εἶχε μεταθέσει ὁ Θεός. Διότι πρὸ τῆς μεταθέσεώς του αὐτῆς ἐδόθη δι’ αὐτὸν μαρτυρία, ὅτι εἶχεν εὐαρεστήσει μὲ τὴν ὅλην ζωήν του εἰς τὸν Θεόν.

Ἑβρ. 11,6

χωρὶς δὲ πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι· πιστεῦσαι γὰρ δεῖ τὸν προσερχόμενον τῷ Θεῷ ὅτι ἔστι καὶ τοῖς ἐκζητοῦσιν αὐτὸν μισθαποδότης γίνεται.

Σωτηρόπουλου

Χωρὶς δὲ πίστι εἶναι ἀδύνατο νὰ εὐαρεστήσῃ κανείς. Αὐτὸς βεβαίως, ποὺ προσέρχεται στὸ Θεό, πρέπει πρῶτα νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεὸς καὶ ἀνταμείβει ὅσους μὲ πόθο τὸν ζητοῦν.

Τρεμπέλα

Χωρὶς πίστιν δὲ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐαρεστήσῃ κανεὶς εἰς τὸν Θεόν. Καὶ εἶναι ἀδύνατον, διότι ἐκεῖνος ποὺ πλησιάζει εἰς τὸν Θεὸν ὡς λάτρης καὶ δοῦλος του, πρέπει προτήτερα νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεὸς καὶ γίνεται μισθαποδότης εἰς ἐκείνους, ποὺ ζητοῦν νὰ τὸν εὔρουν καὶ εὐαρεστήσουν εἰς αὐτόν.

Κολιτσάρα

Χωρὶς δὲ τὴν πίστιν εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐαρεστήσῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν Θεόν· διότι ἐκεῖνος ποὺ προσέρχεται εἰς τὸν Θεὸν πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ πιστεύσῃ πρῶτον μὲν ὅτι ὑπάρχει Θεός, καὶ δεύτερον, ὅτι ὁ Θεὸς ἀποδίδει πάντοτε τὸν δίκαιον μισθὸν εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν ἀναζητοῦν καὶ προσέρχονται εἰς αὐτὸν καὶ τηροῦν τὸ θέλημά του.

Ἑβρ. 11,7

Πίστει χρηματισθεὶς Νῶε περὶ τῶν μηδέπω βλεπομένων, εὐλαβηθεὶς κατεσκεύασε κιβωτὸν εἰς σωτηρίαν τοῦ οἴκου αὐτοῦ, δι’ ἧς κατέκρινε τὸν κόσμον, καὶ τῆς κατὰ πίστιν δικαιοσύνης ἐγένετο κληρονόμος.

Σωτηρόπουλου

Λόγῳ πίστεως ὁ Νῶε, ὅταν ἔλαβε ἀποκάλυψι, φοβήθηκε γιὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀκόμη δὲν ἔβλεπε, καὶ κατασκεύασε κιβωτὸ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς οἰκογενείας του, μὲ τὴν ὁποία (κιβωτὸ) καταδίκασε τὸν κόσμο καὶ κληρονόμησε τὴ δικαίωσι, ποὺ παρέχεται διὰ τῆς πίστεως.

Τρεμπέλα

Λόγῳ τῆς πίστεώς του ὁ Νῶε, ὅταν μὲ προφητείαν εἰδοποιήθη δι’ ἐκεῖνα, ποὺ ἀκόμη δὲν ἐβλέποντο, διὰ τὸν κατακλυσμὸν δηλαδὴ ποὺ δὲν εἶχε γίνει, κατελήφθη ἀπὸ εὐλαβῆ φόβον καὶ κατεσκεύασε τὴν κιβωτὸν διὰ νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν καταστροφὴν ἡ οἰκογένειά του. Μὲ τὴν πίστιν του δὲ αὐτὴν ἀπέδειξεν ἄξιον κατακρίσεως καὶ τιμωρίας τὸν κόσμον, ποὺ δὲν ἐπίστευσε καὶ δὲν ἐμιμήθη τὸν Νῶε. Καὶ διὰ τὴν πίστιν του αὐτὴν οὗτος ἔγινε κληρονόμος καὶ τῆς δικαιώσεως, ποὺ παρέχεται διὰ τῆς πίστεως.

Κολιτσάρα

Ἔνεκα τῆς πίστεώς του ὁ Νῶε, πληροφορηθεὶς προφητικῶς ἀπὸ τὸν Θεὸν δι’ ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἐβλέποντο ἀκόμη, ἔμελλαν ὅμως νὰ γίνουν, δηλαδὴ διὰ τὸν κατακλυσμόν, κατελήφθη ἀπὸ ἱερὸν δέος καὶ κατεσκεύασε τὴν κιβωτὸν διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς οἰκογενείας του. Μὲ τὴν ἀκλόνητον καὶ εὐλαβῆ δὲ αὐτὴν πίστιν του, διεβεβαίωσε καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι ἦτο ἄξιος καταδίκης ὁ ἄπιστος καὶ ἁμαρτωλὸς κόσμος τῆς ἐποχῆς του. Καὶ χάρις εἰς τὴν πίστιν του αὐτὴν δὲν ἐσώθη μόνον ἀπὸ τὸν κατακλυσμόν, ἀλλ’ ἔγινε καὶ κληρονόμος τῆς δικαιώσεως, ποὺ παρέχει ὁ Θεὸς εἰς τοὺς πιστούς.

Ἑβρ. 11,8

Πίστει καλούμενος Ἀβραὰμ ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν τόπον ὃν ἔμελλε λαμβάνειν εἰς κληρονομίαν, καὶ ἐξῆλθε μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται.

Σωτηρόπουλου

Λόγῳ πίστεως ὁ Ἀβραάμ, ὅταν ἐκαλεῖτο νὰ ἀναχωρήσῃ γιὰ τὸν τόπο, ποὺ ἔμελλε νὰ λάβῃ ὡς κληρονομία, ὑπάκουσε καὶ ἀναχώρησε, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ποῦ πηγαίνει.

Τρεμπέλα

Ἐξ αἰτίας τῆς πίστεώς του ὁ Ἀβραὰμ ὑπήκουσεν, ὅταν ἐκαλεῖτο νὰ βγῇ ἀπὸ τὴν πατρίδα τοῦ καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ λάβῃ κληρονομίαν. Καὶ ἐβγῆκε, χωρὶς νὰ ξεύρῃ ποῦ πηγαίνει.

Κολιτσάρα

Ἕνεκα τῆς πίστεώς του ὁ Ἀβραάμ, καλούμενος ἀπὸ τὸν Θεόν, ὑπήκουσε νὰ ἐξέλθῃ καὶ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν πατρίδα του καὶ νὲ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ὡς κληρονομίαν του ἀπὸ τὸν Θεόν. Καὶ πράγματι ἐξῆλθε, χωρὶς καὶ νὰ γνωρίζῃ ποῦ πηγαίνει.

Ἑβρ. 11,9

Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς·

Σωτηρόπουλου

Λόγῳ πίστεως ἔμεινε ὡς ξένος σὲ ξένη χώρα, στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας (στὴ χώρα ποὺ τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός). Καὶ κατοίκησε μέσα σὲ σκηνές, ὅπως καὶ ὁ Ἰσαὰκ καὶ ὁ Ἰακώβ, οἱ συγκληρονόμοι τῆς αὐτῆς χώρας ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Χάρις εἰς τὴν πίστιν του ὁ Ἀβραὰμ ἔμεινεν ὡς ξένος εἰς τὴν γῆν, ποὺ τοῦ ὑπεσχέθη ὁ Θεὸς καὶ ἐθεώρει αὐτὴν ὡς ξένην χώραν καὶ ὄχι ὡς ἰδικήν του. Καὶ ἑκατοίκησε μέσα εἰς σκηνὰς μαζὶ μὲ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, ποὺ ἦσαν συγκληρονόμοι τῆς αὐτῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Χάρις εἰς αὐτὴν τὴν πίστιν του κατώκησεν εἰς τὴν γῆν, ποὺ τοῦ εἶχε ὑποσχεθῆ ὁ Θεός, σὰν εἰς ξένην περιοχὴν καὶ ἔζησε μέσα εἰς σκηνὰς μαζῆ μὲ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, ποὺ ἦσαν συγκληρονόμοι τῆς ἰδίας ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ.

Ἑβρ. 11,10

ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός.

Σωτηρόπουλου

Διότι προσδοκοῦσε τὴν πόλι μὲ τὰ ἀληθινὰ θεμέλια τῆς ὁποίας ἀρχιτέκνων καὶ δημιουργὸς εἶναι ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Ἑκατοικησε δὲ ὁ Ἀβραὰμ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας σὰν ξένος καὶ πάροικος, διότι ἐπερίμενε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν ἐπουράνιον πόλιν, ἡ ὁποία ἔχει τὰ ἀληθινὰ καὶ ἀδιάσειστα θεμέλια καὶ τῆς ὁποίας τεχνίτης καὶ κτίστης εἶναι αὐτὸς ὁ Θεός.

Κολιτσάρα

Καὶ τοῦτο, διότι ἐπερίμενε μὲ πίστιν καὶ ἐλπίδα ἀκλόνητον τὴν ἐπουράνιον πόλιν, μὲ τὰ ἀδιάσειστα καὶ αἰώνια θεμέλια της, τῆς ὁποίας τεχνίτης καὶ δημιουργὸς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός.

Ἑβρ. 11,11

Πίστει καὶ αὐτὴ Σάρρα δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος ἔλαβε καὶ παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ πιστὸν ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον.

Σωτηρόπουλου

Λόγῳ πίστεως καὶ αὐτὴ ἡ Σάρρα ἔλαβε δύναμι, γιὰ νὰ καταβληθῇ σ’ αὐτὴ σπέρμα (γιὰ νὰ συλλάβῃ). Καὶ ἐνῷ εἶχε περάσει ἡ ἡλικία της, γέννησε. Διότι θεώρησε ἀξιόπιστο ἐκεῖνον (τὸ Θεό), ποὺ ἔδωσε τὴν ὑπόσχεσι (ὅτι θ’ ἀποκτοῦσε υἱό).

Τρεμπέλα

Διὰ τὴν πίστιν της καὶ αὐτὴ ἡ στεῖρα καὶ προχωρημένη εἰς τὴν ἡλικίαν Σάρρα ἔλαβε δύναμιν, ὥστε νὰ καταβληθῇ σπέρμα εἰς αὐτήν, καὶ ἐνῷ πλέον εἶχε περάσει ἡ ἡλικία της, ἐγέννησεν, ἐπειδὴ ἐθεώρησεν ἀξιόπιστον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ἀπέκτα υἱόν.

Κολιτσάρα

Χάρις εἰς τὴν πίστιν της καὶ αὐτὴ ἡ στεῖρα καὶ πολὺ ἠλικιωμένη Σάρρα, ἐπῆρε δύναμιν, ὥστε νὰ καταβληθῇ καὶ ζωογονηθῇ εἰς αὐτὴν σπέρμα· καὶ μολονότι εἶχε περάσει πλέον ἡ ἡλικίᾳ της, ἐγέννησε τέκνον, ἐπειδὴ ἐθεώρησε κατὰ πάντα ἀξιόπιστον ἐκεῖνον, ποὺ τῆς εἶχε ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ ἀποκτοῦσε υἱόν.

Ἑβρ. 11,12

διὸ καὶ ἀφ’ ἑνὸς ἐγεννήθησαν, καὶ ταῦτα νενεκρωμένου, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει καὶ ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης ἡ ἀναρίθμητος.

Σωτηρόπουλου

Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ ἕνα (τὸν Ἀβραάμ), καὶ μάλιστα νεκρωμένο (λόγῳ γήρατος), γεννήθηκαν ὅπως τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ στὸ πλῆθος, καὶ ὅπως ἡ ἄμμος στὴν ἀκρογιαλιὰ ἡ ἀναρίθμητη.

Τρεμπέλα

Διότι ἐπίστευσαν καὶ ὁ Ἀβραὰμ καὶ ἡ Σάρρα, διὰ τοῦτο ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον, τὸν Ἀβραάμ, καὶ μάλιστα νεκρωμένον ἕνεκα τοῦ γήρατος, ἐγεννήθησαν ἀπόγονοι, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ κατὰ τὸ πλῆθος, καὶ καθὼς ἡ ἄμμος ποὺ ὑπάρχει εἰς τὴν ἀκροθαλασσιὰν καὶ τῆς ὁποίας οἱ μικροὶ κόκκοι εἶναι σχεδὸν ἀμέτρητοι.

Κολιτσάρα

Διὰ τὴν πίστιν αὐτὴν τῆς Σάρρας καὶ τοῦ Ἀβραὰμ ἐγεννήθησαν ἀπὸ ἔναν ἄνθρωπον, τὸν Ἀβραάμ, νεκρωμένον πλέον ἐξ αἰτίας τοῦ γήρατος ἀναρίθμητοι ἀπόγονοι σὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ κατὰ τὸ πλῆθος καὶ σὰν τὴν ἄμμον τῆς ἀκροθαλασσιᾶς, ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ μετρηθῇ.

Ἑβρ. 11,13

Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μὴ λαβόντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι, καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς.

Σωτηρόπουλου

Μὲ πίστι πέθαναν ὅλοι αὐτοί, χωρὶς νὰ λάβουν ἐκεῖνα, ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός· ἁπλῶς τὰ εἶδαν ἀπὸ μακριὰ καὶ τὰ χαιρέτισαν, καὶ διακήρυξαν, ὅτι εἶναι ξένοι καὶ προσωρινοὶ κάτοικοι στὴ χώρα.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ ὅλοι ἀπέθανον μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἐλπίδα, χωρὶς νὰ λάβουν τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ τὰς εἶδαν ἀπὸ μακρὰν καὶ μὲ πόθον πολὺν καὶ ἀγαλλίασιν τὰς ἐνεκολπώθησαν καὶ ὡμολόγησαν, ὅτι εἶναι ξένοι καὶ παρεπίδημοι ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ὅλοι αὐτοὶ ἀπέθαναν στερεωμένοι εἰς τὴν πίστιν καὶ εἰς τὴν ἐλπίδα, ποὺ γεννᾷ ἡ πίστις, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ λάβουν τὰς ἐπαγγελίας. Ἀλλὰ τὰς εἶδαν ἀπὸ μακρὰν καὶ τὰς ἐδέχθησαν μὲ ὅλην των τὴν ψυχὴν καὶ ὡμολόγησαν μὲ τὰ ἔργα των καὶ μὲ τὰ λόγια των, ὅτι εἶναι ξένοι καὶ παρεπίδημοι ἐπάνω εἰς τὴν γῆν.

Ἑβρ. 11,14

οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι.

Σωτηρόπουλου

Ἐκεῖνοι δέ, ποὺ λέγουν τέτοια λόγια, φανερώνουν, ὅτι ἐπιζητοῦν πατρίδα.

Τρεμπέλα

Πράγματι δὲ μὲ τὴν πίστιν καὶ ἐλπίδα ἀπέθανον. Διότι αὐτοί, ποὺ ἔλεγαν τέτοια, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ξένοι καὶ ταξιδιῶται εἰς τὴν γῆν, ἐφανέρωναν καὶ ἀπεδείκνυαν μὲ τὰ λόγια των αὐτά, ὅτι ἐζήτουν μὲ πόθον πατρίδα μόνιμον καὶ ἀληθινήν, καὶ τέτοια εἶναι ὁ οὐρανός, ὁ ὁποῖος μόνον διὰ τῆς πίστεως βλέπεται.

Κολιτσάρα

Διότι αὐτοί ποὺ ἔλεγαν τέτοια λόγια, ἐφανέρωναν καθαρά, ὅτι δὲν ἐπανεπαύοντο εἰς τὴν ἐπίγειον πατρίδα, ἀλλ’ ἐζητοῦσαν τὴν μόνιμον καὶ χαρμόσυνον πατρίδα, δηλαδὴ τὸν οὐρανόν.

Ἑβρ. 11,15

καὶ εἰ μὲν ἐκείνης ἐμνημόνευον, ἀφ’ ἧς ἐξῆλθον, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι·

Σωτηρόπουλου

Καὶ ἂν μὲν ἐννοοῦσαν ἐκείνη, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχαν φύγει, θὰ εἶχαν καιρὸ νὰ ἐπιστρέψουν.

Τρεμπέλα

Ὅτι δὲ τὴν οὐράνιον πατρίδα ἐπόθουν, εἶναι φανερόν. Διότι, ἐὰν ἐνεθυμοῦντο ἐκείνην τὴν πατρίδα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔβγηκαν, θὰ εὔρισκαν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιστρέψουν πάλιν εἷς αὐτήν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐὰν ἐνεθυμοῦντο ἐκείνην, τὴν ἐπίγειον πατρίδα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶχαν ἐξέλθει, εἶχαν καὶ τὸν χρόνον καὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπανέλθουν εἰς αὐτήν.

Ἑβρ. 11,16

νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται, τοῦτ’ ἔστιν ἐπουρανίου. διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς Θεὸς ἐπικαλεῖσθαι αὐτῶν· ἡτοίμασε γὰρ αὐτοῖς πόλιν.

Σωτηρόπουλου

Ἀλλὰ τώρα λαχταροῦν ἀνώτερη πατρίδα, δηλαδὴ ἐπουράνια. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς δὲν ἐντρέπεται γι’ αὐτοὺς νὰ ὀνομάζεται Θεός τους, καὶ τοὺς ἑτοίμασε πόλι.

Τρεμπέλα

Τώρα ὅμως ἐπιθυμοῦν καλυτέραν πατρίδα, τουτέστι πατρίδα ἐπουράνιον. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς δὲν τοὺς ἐντρέπεται νὰ ὀνομάζεται Θεὸς τῶν. Ἀπόδειξις δὲ τῆς εὐνοίάς του αὐτῆς εἶναι, ὅτι τοὺς ἑτοιμασεν εἷς τοὺς οὐρανοὺς πόλιν ὣς πατρίδα τῶν παντοτινήν.

Κολιτσάρα

Τώρα ὅμως ἐπιθυμοῦν σφοδρῶς καλυτέραν καὶ τελειοτέραν πατρίδα, δηλαδὴ τὴν ἐπουράνιον. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς δὲν αἰσθάνεται ἐξ αἰτίας των καμμίαν ἐντροπήν, νὰ ὀνομάζεται Θεός των. Τοὐναντίον εὐαρεστεῖται εἰς αὐτούς, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι τοὺς ἔχει ἑτοιμάσει ἐπουράνιον καὶ μακαρίαν πατρίδα.

Ἑβρ. 11,17

Πίστει προσενήνοχεν Ἀβραὰμ τὸν Ἰσαὰκ πειραζόμενος, καὶ τὸν μονογενῆ προσέφερεν ὁ τὰς ἐπαγγελίας ἀναδεξάμενος,

Σωτηρόπουλου

Ἀπὸ πίστι ὁ Ἀβραάμ, ὅταν δοκιμαζόταν, προσήγαγε γιὰ θυσία τὸν Ἰσαάκ, καὶ τὸν μονογενῆ θυσίαζε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὶς ὑποσχέσεις,

Τρεμπέλα

Λόγῳ τῆς πίστεώς του ἐπρόσφερεν ὁ Ἀβραὰμ θυσίαν τὸν Ἰσαάκ, ὅταν ἐδοκιμάζετο ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ἐπρόσφερε τὸν μονάκριβόν του αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη καὶ ἐκράτησε σφικτὰ τὰς ἐπαγγελίας.

Κολιτσάρα

Ἕνεκα τῆς μεγάλης του πίστεως ἐπρόσφερε θυσίαν τὸν Ἰσαὰκ ὁ Ἀβραάμ, ὅταν ἐδοκιμάζετο ἀπὸ τὸν Θεόν. Καὶ αὐτὸς ὁ ὁποῖος προηγουμένως εἶχε δεχθῇ καὶ πιστεύσει ὁλοψύχως εἰς τὰς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, ὅτι διὰ τοῦ Ἰσαὰκ θὰ ἐγεννᾶτο ἀναρίθμητος λαός, ἐπρόφερε μὲ πίστιν τὸν μονάκριβον υἱόν του.

Ἑβρ. 11,18

πρὸς ὃν ἐλαλήθη ὅτι ἐν Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα,

Σωτηρόπουλου

στὸν ὁποῖο ἐλέχθη, Ἀπὸ τὸν Ἰσαὰκ θὰ προέλθουν οἱ ἀπόγονοί σου.

Τρεμπέλα

Διότι πρὸς αὐτὸν τὸν Ἀβραὰμ ἐλέχθη προηγουμένως ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅτι οἱ ἀπόγονοι ποὺ θὰ ἔχῃς ἀπὸ τὸν Ἰσαάκ, αὐτοὶ θὰ λάβουν τὴν ὀνομασίαν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν γνησίων ἀπογόνων σου.

Κολιτσάρα

Διότι εἰς αὐτὸν εἶχε λεχθῇ προηγουμένως, ὅτι γνήσιοι ἀπόγονοι του θὰ ὠνομάζοντο αὐτοί, τοὺς ὁποίους θὰ εἶχεν ἀπὸ τὸν Ἰσαάκ.

Ἑβρ. 11,19

λογισάμενος ὅτι καὶ ἐκ νεκρῶν ἐγείρειν δυνατὸς ὁ Θεός· ὅθεν αὐτὸν καὶ ἐν παραβολῇ ἐκομίσατο.

Σωτηρόπουλου

Διότι σκέφθηκε, ὅτι ὁ Θεὸς δύναται καὶ ἐκ νεκρῶν νὰ ἀνασταίνῃ. Γι’ αὐτὸ τὸν πῆρε πίσω, καὶ μάλιστα μὲ δόξα.

Τρεμπέλα

Μ’ ὅλα ταῦτα ἐπρόσφερε τὸν μονάκριβόν του θυσίαν, διότι μὲ ὀρθὰς σκέψεις καὶ συλλογισμοὺς ἔπεισε τὸν ἑαυτόν του, ὅτι εἶναι δυνατὸς ὁ Θεὸς καὶ ἐκ νεκρῶν νὰ ἀναστήσῃ τὸν Ἰσαάκ. Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ τὸν ἐπῆρε πάλιν ὁ Ἀβραὰμ κατὰ τρόπον, ποὺ ἔγινεν ὁ Ἰσαὰκ τύπος τῆς θυσίας καὶ τῆς ἐκ νεκρὼν ἀναστάσεως τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐσκέφθη ὅμως, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι δυνατὸς καὶ ἱκανὸς καὶ ἐκ νεκρῶν νὰ ἀναστήσῃ τὸν Ἰσαάκ. Διὰ τὴν πίστιν τοῦ ἀκριβῶς αὐτὴν τὸν ἐπῆρε πάλιν, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον, ποὺ ὁ Ἰσαὰκ ἔγινε προεικόνισμα τῆς θυσίας καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Ἑβρ. 11,20

Πίστει περὶ μελλόντων εὐλόγησεν Ἰσαὰκ τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἠσαῦ.

Σωτηρόπουλου

Ἀπὸ πίστι ὁ Ἰσαὰκ εὐλόγησε τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἠσαῦ γιὰ πράγματα μελλοντικά.

Τρεμπέλα

Ἐπίστευσεν ὁ Ἰσαὰκ καὶ δι’ αὐτὸ ἔδωκεν εὐχὰς καὶ εὐλογίας εἰς τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἠσαῦ περὶ πραγμάτων, ποὺ θὰ τοὺς συνέβαιναν εἰς τὸ μέλλον.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ ἐπίστευσεν εἰς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ὁ Ἰσαάκ, εὐλόγησε τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἠσαῦ, δι’ ὅσα ἔμελλον νὰ συμβοῦν.

Ἑβρ. 11,21

Πίστει Ἰακὼβ ἀποθνήσκων ἕκαστον τῶν υἱῶν Ἰωσὴφ εὐλόγησε, καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου αὐτοῦ.

Σωτηρόπουλου

Ἀπὸ πίστι ὁ Ἰακώβ, ὅταν πέθαινε, εὐλόγησε καθένα ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἰωσὴφ καὶ προσκύνησε στὸ ἄκρο τῆς ράβδου του (Διότι μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως εἶδε τὴ ράβδο ὡς σύμβολο τοῦ βασιλικοῦ σκήπτρου τοῦ Μεσσία, τοῦ σταυροῦ).

Τρεμπέλα

Μὲ πίστιν ὁ Ἰακώβ, ὅταν ἐπέθαινεν, εὐλόγησε καθένα ἀπὸ τὰ δύο παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἀνέδειξε καὶ τὰ δύο ἀρχηγοὺς φυλῶν σύμφωνα μὲ τὸν φωτισμόν, ποὺ τοῦ ἔδιδεν ἡ πίστις. Καὶ ἐπροσκύνησε τὸν Θεὸν ἀκουμβήσας τὸ κεφάλι του εἰς τὸ ἄκρον τῆς ράβδου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἕνεκα τῆς γεροντικῆς του ἀδυναμίας ἐστηρίζετο.

Κολιτσάρα

Μὲ πίστιν ὁ Ἰακώβ, ὅταν ἐπέθαινε, εὐλόγησε τὰ δύο παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τὰ προανήγγειλε ὡς ἀρχηγοὺς δύο φυλῶν καὶ ἐπροσκύνησε τὸν Θεόν, στηριζόμενος, καθὸ γέρων πλέον, εἰς τὸ ἄκρον τῆς ράβδου του.

Ἑβρ. 11,22

Πίστει Ἰωσὴφ τελευτῶν περὶ τῆς ἐξόδου τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐμνημόνευσε καὶ περὶ τῶν ὀστέων αὐτοῦ ἐνετείλατο.

Σωτηρόπουλου

Ἀπὸ πίστι ὁ Ἰωσήφ, ὅταν πέθαινε, μίλησε γιὰ τὴν ἔξοδο τῶν Ἰσραηλιτῶν (ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο), καὶ ἔδωσε ἐντολὴ γιὰ τὰ ὀστᾶ του.

Τρεμπέλα

Ἕνεκα τῆς πίστεώς του ὁ Ἰωσήφ, ὅταν ἐπέθαινεν, ἐνεθυμήθη καὶ ὡμίλησε περὶ τῆς ἐξόδου τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἔδωκεν ἐντολὴν διὰ τὰ κόκκαλά του νὰ μεταφερθοῦν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον εἰς τὴν γῆν Χαναάν.

Κολιτσάρα

Χάρις εἰς τὴν πίστιν τοῦ ὁ Ἰωσήφ, ὅταν ἐπέθαινε, ἐνεθυμήθη ἐκεῖ, εἰς τὴν ἐπιθανάτιον κλίνην του, τὴν ἔξοδον τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον πρὸς τὴν γῆν Χαναὰν καὶ ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ παραλάβουν μαζῆ των καὶ τὰ ὀστᾶ του.

Ἑβρ. 11,23

Πίστει Μωϋσῆς γεννηθεὶς ἐκρύβη τρίμηνον ὑπὸ τῶν πατέρων αὐτοῦ, διότι εἶδον ἀστεῖον τὸ παιδίον, καὶ οὐκ ἐφοβήθησαν τὸ διάταγμα τοῦ βασιλέως.

Σωτηρόπουλου

Ἀπὸ πίστι, ὅταν γεννήθηκε ὁ Μωυσῆς, οἱ γονεῖς του τὸν ἔκρυψαν ἕνα τρίμηνο, διότι εἶδαν τὸ παιδὶ χαριτωμένο (διαβλέποντας σ’ αὐτὸ ἐξαιρετικὸ προορισμό), καὶ δὲν φοβήθηκαν τὸ διάταγμα τοῦ βασιλέως.

Τρεμπέλα

Λόγῳ τῆς πίστεως τῶν γονέων του ὁ Μωϋσῆς, ὅταν ἐγεννήθη, ἐκρύφθη ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἀπὸ αὐτούς, διότι εἶδαν τὸ παιδίον χαριτωμένον καὶ ἐξ αὐτοῦ συνεπέραναν, ὅτι ὁ Θεὸς τὸ προώριζε διὰ μεγάλον προορισμόν, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐφοβήθησαν τὸ διάταγμα τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου, ποὺ διέτασσε νὰ θανατώνεται κάθε ἀρσενικὸν βρέφος τῶν Ἰουδαίων.

Κολιτσάρα

Χάρις εἰς τὴν πίστιν τῶν γονέων του, ὅταν ἐγεννήθη ὁ Μωϋσῆς, ἐκρατήθη κρυμμένος ἀπὸ αὐτοὺς ἐπὶ τρεῖς μῆνες, διότι εἶδαν ὡραῖον καὶ χαριτωμένον τὸ παιδίον των, καὶ δὲν ἐφοβήθησαν τὸ διάταγμα τοῦ Φαραώ (ποὺ ἐπέβαλλε νὰ θανατώνωνται τὰ ἀρσενικὰ βρέφη τῶν Ἑβραίων).

Ἑβρ. 11,24

Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ,

Σωτηρόπουλου

Ἀπὸ πίστι ὁ Μωυσῆς, ὅταν μεγάλωσε, ἀρνήθηκε νὰ λέγεται υἱὸς τῆς θυγατέρας τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Ἕνεκα τῆς πίστεώς του ὁ Μωϋσῆς, ὅταν ἐμεγάλωσε καὶ ἔγινεν ἄνδρας, ἠρνήθη νὰ ὀνομάζεται βασιλόπαις, υἱὸς τῆς θυγατέρας τοῦ Φαραώ.

Κολιτσάρα

Ἕνεκα τῆς πίστεως του ὁ Μωϋσῆς, ὅταν ἐμεγάλωσεν, ἠρνήθη νὰ ὀνομάζεται παιδὶ τῆς θυγατρὸς τοῦ Φαραώ,

Ἑβρ. 11,25

μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν,

Σωτηρόπουλου

Προτίμησε μᾶλλον νὰ συγκακουχῆται μὲ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, παρὰ νὰ ἔχῃ πρόσκαιρη ἁμαρτωλὴ ἀπόλαυσι.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπροτίμησεν ὡς καλύτερον νὰ κακοπαθῇ μαζὶ μὲ τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ παρὰ νὰ ἔχῃ πρόσκαιρον ἀπόλαυσιν ἁμαρτίας, νὰ ζῇ δηλαδὴ ἄνετα καὶ μὲ τιμὰς σὰν Αἰγύπτιος ἄρχων μὲ τοὺς εἰδωλολάτρας, ποὺ κατεπίεζαν τοὺς Ἰσραηλίτας.

Κολιτσάρα

καὶ ἐπροτίμησε καλύτερον νὰ ταλαιπωρῆται καὶ νὰ κακοπαθῇ μαζῆ μὲ τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ, παρὰ νὰ ἔχῃ πρόσκαιρον ἀπόλαυσιν μιᾶς ἁμαρτωλῆς καὶ τρυφηλῆς ζωῆς, σὰν βασιλόπουλο εἰς τὰ ἀνάκτορα.

Ἑβρ. 11,26

μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν.

Σωτηρόπουλου

Ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου θεώρησε μεγαλύτερο πλοῦτο τὸν ὀνειδισμὸ τοῦ νὰ εἶναι χριστὸς (μεγαλύτερο πλοῦτο δηλαδὴ τὸ νὰ εἶναι χρισμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς ὄργανό του καὶ ἂς χλευάζεται γιὰ τὴν ἐγκατάλειψι τῆς θέσεώς του στὰ ἀνάκτορα τοῦ Φαραώ), διότι ἀπέβλεπε στὴ θεία ἀνταπόδοσι.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς Αἰγύπτου ἐθεώρησε μεγαλύτερον πλοῦτον τὰς περιφρονήσεις, ποὺ ὠμοίαζαν πρὸς τὸν ὀνειδισμὸν καὶ τὴν περιφρόνησιν, τὰ ὁποῖα ὑστερώτερα ὑπέστη ὁ Χριστὸς διότι εἶχε καρφωμένα τὰ μάτια του εἰς τὰς οὐρανίους ἀνταμοιβάς.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀπὸ τοὺς θησαυρούς, ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ καὶ τὴν δόξαν τῆς Αἰγύπτου, ἐθεώρησε μεγαλύτερον καὶ πολυτιμότερον πλοῦτον τὸ νὰ χλευάζεται καὶ νὰ περιφρονῆται, ὅπως βραδύτερον θὰ ὠνειδίζετο ὁ Χριστός. Διότι εἶχε προσηλωμένα τὰ μάτια του καὶ ἐπερίμενε μὲ πίστιν τῆς ἀνταμοιβήν, ποὺ θὰ τοῦ ἔδιδεν ὁ Θεὸς εἰς τοὺς οὐρανούς.

Ἑβρ. 11,27

Πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν θυμὸν τοῦ βασιλέως· τὸν γὰρ ἀόρατον ὡς ὁρῶν ἐκαρτέρησε.

Σωτηρόπουλου

Ἀπὸ πίστι ἐγκατέλειψε τὴν Αἴγυπτο, ὄχι διότι φοβήθηκε τὸ θυμὸ τοῦ βασιλέως (Φοβήθηκε μέν, ἀλλὰ δὲν ἐγκατέλειψε γι’ αὐτὸ τὴν Αἴγυπτο· τὴν ἐγκατέλειψε ὑπακούοντας σὲ θεῖο θέλημα). Καὶ σὰν νὰ ἔβλεπε τὸν ἀόρατο Θεό, μὲ τόση πεποίθησι τὸν περίμενε (ἐπὶ σαράντα ἔτη, γιὰ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ στὴν Αἴγυπτο γιὰ τὴν ἀποστολή του).

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ἐπίστευσεν εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Θεοῦ ὁ Μωϋσῆς, ἐγκατέλιπε τὴν Αἴγυπτον, ὅταν ἐφόνευσε τὸν Αἰγύπτιον καὶ δὲν ἐφοβήθη τὸν θυμὸν τοῦ βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν φυγὴν αὐτὴν τοῦ Μωϋσέως θὰ ἐσχημάτιζε πλέον πεποίθησιν περὶ τῆς ἐνοχῆς του καὶ ἠδύνατο νὰ τὸν καταδιώξῃ καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορα τοῦ κράτους του. Καὶ δὲν ἐφοβήθη ὁ Μωϋσῆς, διότι ἔβλεπε σὰν μὲ τὰ σωματικά του μάτια τὸν ἀόρατον Θέον καὶ μὲ καρτερίαν πολλὴν ἐπερίμενε τὴν βοήθειάν του.

Κολιτσάρα

Χάρις εἰς τὴν πίστιν του ἐγκατέλειψε τὴν Αἴγυπτον, ὅταν, διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ ἕνα Ἑβραῖον, ἐφόνευσε τὸν Αἰγύπτιον, χωρὶς νὰ φοβηθῇ τὸν θυμὸν τοῦ Φαραώ. Καὶ τοῦτο, διότι ἐπερίμενε μὲ πίστιν καὶ ἐγκαρτέρησιν τῆς βοήθειαν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, τὸν ὁποῖον ᾐσθάνετο παρόντα, σὰν νὰ τὸν ἔβλεπε μὲ τὰ σωματικά του μάτια.

Ἑβρ. 11,28

Πίστει πεποίηκε τὸ πάσχα καὶ τὴν πρόσχυσιν τοῦ αἵματος, ἵνα μὴ ὁ ὀλοθρεύων τὰ πρωτότοκα θίγῃ αὐτῶν.

Σωτηρόπουλου

Ἀπὸ πίστι τέλεσε τὸ πάσχα καὶ τὴ χρῖσι (τῶν θυρῶν) μὲ αἷμα, γιὰ νὰ μὴ κτυπήσῃ ὁ ἐξολοθρευτὴς ἄγγελος τὰ πρωτότοκα παιδιὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν.

Τρεμπέλα

Μὲ πίστιν ἔκαμεν ὁ Μωϋσῆς τὸ Πάσχα, ἤτοι τὴν θυσίαν τοῦ ἀρνίου καὶ ἔχρισε μὲ τὸ αἷμα τοῦ ἀρνίου τούτου τὶς ἐξώπορτες τῶν Ἑβραίων, διὰ νὰ μὴ ἐγγίσῃ τὰ πρωτότοκά των ὁ ἐξολοθρευτὴς ἄγγελος, ποὺ θὰ ἐθανάτωνε τὰ πρωτότοκο τῶν Αἰγυπτίων κατὰ τὴν νύκτα τῆς ἐξόδου τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον.

Κολιτσάρα

Μὲ τὴν πίστιν ἔκαμε τὸ Πάσχα, τὴν θυσίαν τοῦ ἀρνίου, μὲ τὸ αἷμα τοῦ ὁποίου ἔχρισε τοὺς παραστάτας τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν τῶν οἰκιῶν τῶν Ἑβραίων, διὰ νὰ μὴ ἐγγίσῃ τὰ πρωτότοκα τῶν Ἑβραίων ὁ ἐξολεθρευτὴς ἄγγελος.

Ἑβρ. 11,29

Πίστει διέβησαν τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν ὡς διὰ ξηρᾶς, ἧς πεῖραν λαβόντες οἱ Αἰγύπτιοι κατεπόθησαν.

Σωτηρόπουλου

Μὲ πίστι πέρασαν τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα σὰν νὰ περνοῦσαν ξηρά, ἐνῷ οἱ Αἰγύπτιοι, ὅταν ἀποπειράθηκαν νὰ τὴν περάσουν, καταποντίσθηκαν.

Τρεμπέλα

Μὲ τὴν πίστιν, ὅτι δὲν θὰ ἐπνίγοντο, ἐπέρασαν οἱ Ἰσραηλῖται τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν, σὰν νὰ ἐπερνοῦσαν ξηρὰν γῆν, ἡ θάλασσα δὲ αὐτή, ὅταν ἐτόλμησαν νὰ πειραματισθοῦν εἰς αὐτὴν οἱ Αἰγύπτιοι, τοὺς κατέπιε.

Κολιτσάρα

Μὲ πίστιν εἰς τὴν παντοδύναμον βοήθειαν τοῦ Θεοῦ διέβησαν οἱ Ἑβραῖοι τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν, σὰν νὰ ἐπερνοῦσαν ἀπὸ ξηράν, ἐνῶ οἱ Αἰγύπτιοι, ὅταν ἐπεχείρησαν νὰ κάμουν τὸ ἴδιο, κατεποντίσθησαν καὶ κατεπόθησαν ἀπὸ τὴν θάλασσαν.

Ἑβρ. 11,30

Πίστει τὰ τείχη Ἱεριχὼ ἔπεσε κυκλωθέντα ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας.

Σωτηρόπουλου

Μὲ πίστι τὰ τείχη τῆς Ἱεριχὼ ἔπεσαν, ἀφοῦ περικυκλώθηκαν ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες.

Τρεμπέλα

Διὰ τῆς πίστεως ἔπεσαν τὰ τείχη τῆς Ἱεριχω, ἀφοῦ ἐγύρισαν τριγύρω ἀπὸ αὐτὸ oἱ ἱερεῖς τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας μετὰ τῆς κιβωτοῦ σαλπίζοντες.

Κολιτσάρα

Διὰ τῆς πίστεως ἔπεσαν τὰ ἰσχυρὰ τείχη τῆς Ἱεριχοῦς, ἀφοῦ προηγουμένως ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας τὰ περιτριγύριζαν κύκλῳ οἱ Ἰσραηλῖται.

Ἑβρ. 11,31

Πίστει Ῥαὰβ ἡ πόρνη οὐ συναπώλετο τοῖς ἀπειθήσασι, δεξαμένη τοὺς κατασκόπους μετ’ εἰρήνης.

Σωτηρόπουλου

Ἀπὸ πίστι ἡ Ραὰβ ἡ πόρνη δὲν χάθηκε μαζὶ μ’ αὐτοὺς ποὺ ἀντιστάθηκαν, διότι δέχθηκε τοὺς κατασκόπους φιλικά.

Τρεμπέλα

Λόγῳ τῆς πίστεώς της ἡ πόρνη Ραὰβ δὲν ἐθανατώθη μαζὶ μὲ τοὺς συμπατριώτας της ποὺ ἀπείθησαν, διότι ἐδέχθη μὲ εἰρηνικὰς διαθέσεις τοὺς κατασκόπους, ποὺ ἐστάλησαν ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλίτας εἰς τὴν Ἱεριχώ.

Κολιτσάρα

Χάρις εἰς τὴν πίστιν της ἡ Ραάβ, ἡ πόρνη, δὲν ἐξωλοθρεύθηκε μαζῆ μὲ τοὺς ἀπειθεῖς συμπατριώτας της, διότι εἶχε δεχθῇ προηγουμένως μὲ εἰρήνην τοὺς Ἰσραηλίτας κατασκόπους, τοὺς ὁποίους εἶχε στείλει ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ.

Ἑβρ. 11,32

Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν,

Σωτηρόπουλου

Καὶ τί νὰ εἰπῶ ἀκόμη; Ὁ χρόνος βεβαίως δὲν θὰ μοῦ ἀρκέσῃ νὰ διηγοῦμαι γιὰ τὸν Γεδεὼν καὶ τὸν Βαρὰκ καὶ τὸν Σαμψὼν καὶ τὸν Ἰεφθάε καὶ τὸν Δαβὶδ καὶ τὸν Σαμουὴλ καὶ τοὺς προφῆτες.

Τρεμπέλα

Καὶ τί ἀκόμη νὰ λέγω καὶ νὰ διηγοῦμαι; Πρέπει νὰ σταματήσω, διότι, δὲν θὰ μὲ ἀρκέσῃ ὁ χρόνος ἐὰν διηγοῦμαι διὰ τὸν Γεδεὼν καὶ τὸν Βαρὰκ καὶ τὸν Σαμψὼν καὶ τὸν Ἰεφθάε καὶ διὰ τὸν Δαβὶδ καὶ τὸν Σαμουὴλ καὶ τοὺς προφήτας.

Κολιτσάρα

Καὶ τί νὰ διηγοῦμαι ἀκόμη; Θὰ σταματήσω, διότι δὲν θὰ μὲ πάρῃ ὁ χρόνος, νὰ διηγηθῶ διὰ τὸν Γεδεών, τὸν Βαρὰκ καὶ τὸν Σαμψὼν καὶ τὸν Ἰεφθάε, διὰ τὸν Δαυῒδ καὶ τὸν Σαμουὴλ καὶ τοὺς προφήτας.

Ἑβρ. 11,33

οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων,

Σωτηρόπουλου

Αὐτοὶ μὲ τὴν πίστι κατανίκησαν βασίλεια, πολιτεύθηκαν μὲ δικαιοσύνη, ἐπέτυχαν τὴν πραγματοποίησι ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν στόματα λεόντων,

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ διότι εἶχαν πίστιν κατεπολέμησαν καὶ ὑπέταξαν βασίλεια, ἐκυβέρνησαν τὸν λαὸν μὲ δικαιοσύνην, ἐπέτυχαν τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὑποσχέσεων, ποὺ τοὺς ἔδωκεν ὁ Θεός, ἐβούλωσαν καὶ ἔφραξαν στόματα λεονταριῶν, ὅπως ὁ Δανιήλ,

Κολιτσάρα

Αὐτοί, χάρις εἰς τὴν πίστιν των, ἠγωνίσθησαν καὶ κατενίκησαν βασίλεια, ἤσκησαν δικαιοσύνην, ἐπέτυχαν τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν τὰ στόματα τῶν ἀγρίων λεόντων, ὅπως ὁ Δανιήλ,

Ἑβρ. 11,34

ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων·

Σωτηρόπουλου

ἔσβησαν δύναμι φωτιᾶς, διέφυγαν σφαγές, ἦταν ἀσθενεῖς καὶ ἐνδυναμώθηκαν, ἔγιναν ἰσχυροὶ στὸν πόλεμο, ἔτρεψαν σὲ φυγὴ στρατόπεδα ἐχθρῶν.

Τρεμπέλα

ἔσβησαν τὴν καταστρεπτικὴν δύναμιν τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τὸν κίνδυνον νὰ σφαγοῦν μὲ μαχαίρια, ἔλαβον δύναμιν καὶ ἔγιναν καλὰ ἀπὸ ἀρρώστιες, ἀνεδείχθησαν ἰσχυροὶ καὶ ἀνίκητοι εἰς τὸν πόλεμον, ἔτρεψαν εἰς φυγὴν τὰς παρατάξεις καὶ τὰ πολυπληθῆ στρατεύματα τῶν ξένων καὶ ἐχθρῶν.

Κολιτσάρα

ἔσβησαν τὴν φοβερὰν δύναμιν τῆς φωτιᾶς, ὅπως οἱ τρεῖς παῖδες, διέφυγαν τὸν κίνδυνον νὰ σφαγοῦν μὲ μαχαίρια, ὅπως ὁ Ἠλίας, ἐδυναμώθησαν καὶ ἔγιναν καλὰ ἀπὸ ἀρρώστιες, ἀνεδείχθησαν κραταιοὶ καὶ δυνατοὶ εἰς τὸν πόλεμον, ἔκαμψαν καὶ ἔτρεψαν εἰς φυγὴν πολυάριθμα στρατεύματα ξένων ἐχθρῶν.

Ἑβρ. 11,35

ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν·

Σωτηρόπουλου

Γυναῖκες ἔλαβαν πίσω ἀναστημένους τοὺς νεκρούς τους. Ἄλλοι δὲ βασανίσθηκαν δεμένοι στὸ τύμπανο (ὄργανο βασανιστικό), καὶ δὲν δέχθηκαν ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπ’ τὰ βασανιστήρια, γιὰ νὰ ἐπιτύχουν ἀνώτερη σωτηρία.

Τρεμπέλα

Διὰ τῆς πίστεως, ποὺ ειχαν εἰς τὴν ὑπερφυσικὴν δύναμιν τῶν προφητῶν αἱ γυναῖκες, τὰς ὁποίας ἀναφέρει ἡ Π. Διαθήκη, ἐπῆραν πάλιν ζωντανοὺς δι’ ἀναστάσεως τοὺς πεθαμένους τν. Ἄλλοι δὲ ἐδέθησαν εἰς τὸ βασανιστικὸν ὄργανον, ποὺ ἐλέγετο τύμπανον καὶ ἐδάρησαν σκληρὰ μέχρι θανάτου, μὴ δεχθέντες νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστιν των καὶ ἔτσι νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸ μαρτύριον· ἐπροτίμησαν δὲ τὸ σκληρὸν αὐτὸ μαρτύριον, διὰ νὰ ἐπιτύχουν ἀνάστασιν καλυτέραν ἀπὸ τὴν πρόσκαιρον ἀποκατάστασιν εἰς τὴν ζωὴν αὐτήν.

Κολιτσάρα

Μερικὲς γυναῖκες, χάρις εἰς αὐτὴν τὴν πίστιν, ἐπῆραν πάλιν ζωντανούς, διὰ τῆς ἀναστάσεως τοὺς νεκρούς των. Ἄλλοι δὲ ἐδέθησαν εἰς τὸ τύμπανον, εἰς τὸ φοβερὰ βασανιστικὸν ἐκεῖνον ὄργανον, χωρὶς νὰ δεχθοῦν τὴν ἀπελευθέρωσιν, ποὺ τοὺς ἐπρότειναν οἱ βασανισταί των, ἐὰν ἠρνοῦντο τὴν πίστιν των, καὶ ὑπέμειναν τὸ φοβερὸν μαρτύριον μέχρι θανάτου, διὰ νὰ ἐπιτύχουν καὶ πάρουν ἀνάστασιν ἀσυγκρίτως καλυτέραν ἀπὸ τὴν παροῦσαν ζωήν.

Ἑβρ. 11,36

ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς·

Σωτηρόπουλου

Ἄλλοι δὲ κτυπήθηκαν καὶ μαστιγώθηκαν, ἀκόμη καὶ ἁλυσοδέθηκαν καὶ φυλακίσθηκαν.

Τρεμπέλα

Ἄλλοι δὲ ἐδοκίμασαν ἐμπαιγμοὺς καὶ μαστιγώσεις, ἀκόμη δὲ δεσμὰ καὶ φυλακήν.

Κολιτσάρα

Ἄλλοι δὲ ἐδοκίμασαν ἐμπαιγμοὺς καὶ μαστιγώσεις, ἀκόμη δὲ δεσμὰ καὶ φυλακήν.

Ἑβρ. 11,37

ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι,

Σωτηρόπουλου

Θανατώθηκαν μὲ λίθους, μὲ πριόνι, μὲ φωτιὰ [Σημ.: Ἡ ἔννοια τοῦ «ἐπυράσθησαν» προσαρμόζεται ἄριστα στὴ σειρὰ τοῦ λόγου, ἐνῷ τοῦ «ἐπειράσθησαν» δὲν προσαρμόζεται], μὲ μαχαίρι. Ντύθηκαν δέρματα προβάτων καὶ γιδιῶν. Ζοῦσαν μὲ στερήσεις, μὲ πενία, μὲ κακουχίες.

Τρεμπέλα

Ἐλιθοβολήθησαν, ἐπριονίσθησαν, ἐδοκίμασαν πολλοὺς πειρασμούς, ἀπέθανον μὲ τὸν διὰ μαχαίρας θάνατον, περιεφέροντο σὰν πλανόδιοι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ· καὶ ἐφόρουν γιὰ ἐνδύματα προβατοδέρματα καὶ γιδοδέρματα, στερούμενοι, θλιβόμενοι καὶ κακοπαθοῦντες.

Κολιτσάρα

Ἐλιθοβολήθησαν, ἐπριονίσθησαν, ἐπέρασαν μέσα ἀπὸ πολλοὺς πειρασμούς, ἀπέθαναν σφαγέντες μὲ μάχαιραν, περιήρχοντο ἐδῶ καὶ ἐκεῖ φοροῦντες, ἀντὶ γιὰ ἐνδύματα, προβιὲς καὶ δέρματα γιδιῶν, στερούμενοι, θλιβόμενοι, ὑποβαλλόμενοι εἰς πολλὰς κακουχίας.

Ἑβρ. 11,38

ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς.

Σωτηρόπουλου

Ἐπειδὴ ὁ κόσμος δὲν ἦταν ἄξιος νὰ τοὺς ἔχῃ κοντά του, περιπλανῶνταν σ’ ἐρημιὲς καὶ ὄρη καὶ σπηλιὲς καὶ τὶς ὀπὲς τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Τῶν ἁγίων αὐτῶν ἀνδρῶν δὲν ἦτο ἄξιος οὔτε ἠδύνατο νὰ συγκριθῇ πρὸς αὐτοὺς ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἐπεριπλανῶντο εἰς τὰς ἐρήμους καὶ εἰς τὰ βουνὰ καὶ εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰς τρύπας τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Τέτοιους ἁγίους δὲν ἦτο ἄξιος νὰ τοὺς ἔχῃ ὁ ἁμαρτωλὸς κόσμος. Ἐπεριπλανῶντο εἰς τὶς ἐρημίες, εἰς τὰ ὄρη, εἰς τὰ σπήλαια, εἰς τὶς τρύπες τῆς γῆς.

Ἑβρ. 11,39

Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν,

Σωτηρόπουλου

Ὅλοι δὲ αὐτοί, ἂν καὶ ἔλαβαν καλὴ μαρτυρία λόγῳ τῆς πίστεώς τους, δὲν ἔλαβαν αὐτὸ ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅλοι αὐτοί οἱ ἅγιοι ἄνδρες, καίτοι ἔλαβαν ἐγκωμιαστικὴν μαρτυρίαν διὰ τὴν πίστιν των, δὲν ἀπήλαυσαν τὴν ὑπόσχεσιν τῆς οὐρανίου κληρονομίας.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅλοι αὐτοί, μολονότι ἔλαβαν τὴν καλὴν καὶ τιμίαν μαρτυρίαν, ὅτι εὐηρέστησαν εἰς τὸν Θεὸν χάρις εἰς τὴν πίστιν των, δὲν ἀπήλαυσαν πλήρως τὴν ὑπόσχεσιν τῆς λυτρώσεως καὶ τῆς οὐρανίου βασιλείας.

Ἑβρ. 11,40

τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.

Σωτηρόπουλου

Διότι ὁ Θεὸς προέβλεψε κάτι ἀνώτερο γιὰ μᾶς, νὰ μὴ δικαιωθοῦν δηλαδὴ χωρὶς ἐμᾶς (Ἐν μέρει μόνον ἔλαβαν τὸ μισθό τους, καὶ πλήρως θὰ τὸν λάβουν μαζὶ μὲ μᾶς κατὰ τὴ δευτέρα παρουσία).

Τρεμπέλα

Διότι ὁ Θεὸς προέβλεψε δι’ ἠμᾶς κάτι καλύτερον, ὥστε αὐτοὶ νὰ μὴ λάβουν εἰς βαθμὸν τέλειον τὴν σωτηρίαν χωρὶς ἡμᾶς, ἀλλὰ νὰ τὴν λάβωμεν ὅλοι μαζί. Ἔτσι ἠμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς πλεονεκτικωτέραν θέσιν, διότι ὄχι μόνον ζῶμεν εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ περίοδος τῆς ἀναμονῆς εἶναι μικροτέρα δι’ ἡμᾶς.

Κολιτσάρα

Διότι ὁ Θεὸς ἐπρόβλεψε δι’ ἡμᾶς κάτι καλύτερον· δηλαδὴ νὰ μὴ ἀπολαύσουν αὐτοὶ πλήρη τὴν τελείωσιν καὶ τὴν μακαριότητα χωρὶς ἡμᾶς (ἀλλ’ ὅλοι μαζῆ σὰν ἕνα πνευματικὸν σῶμα νὰ ἀπολαύσωμεν κατὰ τὴν δευτέραν παρυσίαν τὴν μακαριότητα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν).