Πρὸς Ῥωμαίους 13
Ρωμ. 13,1
Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω. οὐ γὰρ ἔστιν ἐξουσία εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ· αἱ δὲ οὖσαι ἐξουσίαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσίν.
Σωτηρόπουλου
Κάθε ἄνθρωπος νὰ ὑποτάσσεται στὶς κρατικὲς ἐξουσίες. Διότι δὲν ὑπάρχει ἐξουσία, παρὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Ναί, οἱ ὑπάρχουσες ἐξουσίες ἔχουν ὁρισθῆ ἀπὸ τὸ Θεό.
Τρεμπέλα
Εἶσθε ὅμως καὶ μέλη τῆς ἄλλης κοινωνίας, ποὺ ἀγνοεῖ τὸν Χριστόν. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ σᾶς γράψω, πῶς πρέπει νὰ φέρεσθε καὶ ἐν μέσῳ τῆς κοινωνίας αὐτῆς. Κάθε ἄνθρωπος ἂς ὑποτάσσεται εἰς ἐκείνους, ποὺ κατέχουν ἀνωτέρας ἐξουσίας ἐν τῇ πολιτείᾳ. Διότι τὸ καθεστὼς τοῦ Κράτους μὲ τὰς ἐξουσίας του εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τοὺς ἀνθρώπους διὰ νὰ ζοῦν εἰς κοινωνίας. Συνεπῶς κάθε ἐξουσία προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεόν. Οἱ δὲ ἄρχοντες, ποὺ ἀσκοῦν τὴν ἐξουσίαν, ἔχουν ταχθῆ κατ’ ἀπόφασιν ἢ ἀνοχὴν τοῦ Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Κάθε ἄνθρωπος, ἂς ὑποτάσσεται εἰς τὰς ἀνωτέρας ἐξουσίας τῆς πολιτείας, τοὺς ἄρχοντας δηλαδή, ποὺ εἶναι φορεῖς αὐτῆς τῆς ἐξουσίας, (ἐφ’ ὅσον αἱ ἐντολαί των δὲν ἀντίκεινται εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ)· διότι δὲν ὑπάρχει ἐξουσία μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν, ποὺ νὰ μὴ ἀπορρέῃ ἀπὸ τὸν Θεόν· οἱ ἄρχοντες, ποὺ ἀσκοῦν σήμερον τὰς ἐξουσίας, ἔχουν ταχθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν (ἔστω καὶ κατ’ ἀνοχήν).
Ρωμ. 13,2
ὥστε ὁ ἀντιτασσόμενος τῇ ἐξουσίᾳ τῇ τοῦ Θεοῦ διαταγῇ ἀνθέστηκεν· οἱ δὲ ἀνθεστηκότες ἑαυτοῖς κρῖμα λήψονται.
Σωτηρόπουλου
Ὥστε, ὅποιος ἀντιτάσσεται στὴν ἐξουσία, ἀντιτάσσεται σ’ αὐτό, ποὺ ὥρισε ὁ Θεός. Καὶ ὅσοι ἀντιτάσσονται, δικαίως θὰ τιμωρηθοῦν.
Τρεμπέλα
Ὥστε ἐκεῖνος ποὺ ἀπειθεῖ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐναντιώνεται εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι δὲ ἐναντιώνονται, θὰ λάβουν εἰς τὸν ἑαυτόν τους τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν.
Κολιτσάρα
Ὥστε ἐκεῖνος ποὺ ἀντιτάσσεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀντιτίθεται εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Θεοῦ· δι’ αὐτὸ δὲ καὶ ὅσοι ἀντιτάσσονται θὰ ἐπισύρουν ἐπάνω τους τὴν τιμωρίαν, ποὺ τοὺς πρέπει.
Ρωμ. 13,3
οἱ γὰρ ἄρχοντες οὐκ εἰσὶ φόβος τῶν ἀγαθῶν ἔργων, ἀλλὰ τῶν κακῶν. θέλεις δὲ μὴ φοβεῖσθαι τὴν ἐξουσίαν; τὸ ἀγαθὸν ποίει, καὶ ἕξεις ἔπαινον ἐξ αὐτῆς·
Σωτηρόπουλου
Οἱ ἄρχοντες βεβαίως δὲν ἐμπνέουν φόβο γιὰ τὰ καλὰ ἔργα, ἀλλὰ γιὰ τὰ κακὰ (ποὺ στρέφονται κατὰ τῆς κοινωνικῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας). Θέλεις νὰ μὴ φοβῆσαι τὴν ἐξουσία; Κάνε τὸ καλό, καὶ θὰ ἔχῃς ἔπαινο ἀπ’ αὐτὴ.
Τρεμπέλα
Πράγματι δὲ ὅποιος ἀπειθεῖ εἰς τοὺς ἄρχοντας, ἐναντιώνεται εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Θεοῦ, διότι οἱ ἄρχοντες δὲν ἐμπνέουν φόβον διὰ τὰ καλὰ ἔργα, ποὺ συντελοῦν εἰς τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύνην καὶ πρόοδον, ἀλλὰ διὰ τὰ κακὰ ἔργα, ποὺ διαταράττουν τὴν κοινωνικὴν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν. Θέλεις δὲ νὰ μὴ φοβῆσαι τοὺς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἄρχοντας; Πρᾶττε κάθε τι ποὺ συντελεῖ εἰς τὸ καλὸν τῆς κοινωνίας καὶ θὰ ἔχῃς ἔπαινον ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας.
Κολιτσάρα
Διότι οἱ ἄρχοντες (ἐφ’ ὅσον διατάσσουν τὸ ὀρθόν) δὲν ἐμπνέουν φόβον διὰ τὰ καλὰ ἔργα, ποὺ ὑποβοηθοῦν τὴν ζωὴν καὶ τὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ διὰ τὰ κακὰ ἔργα καὶ τοὺς κακούς· θέλεις δὲ νὰ μὴ φοβῆσαι τὴν ἐξουσίαν τῶν ἀρχόντων; Πρᾶττε τὸ ἀγαθὸν καὶ θὰ ἔχῃς ἔπαινον ἀπὸ αὐτούς.
Ρωμ. 13,4
Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστί σοι εἰς τὸ ἀγαθόν. ἐὰν δὲ τὸ κακὸν ποιῇς, φοβοῦ· οὐ γὰρ εἰκῆ τὴν μάχαιραν φορεῖ· Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστιν εἰς ὀργήν, ἔκδικος τῷ τὸ κακὸν πράσσοντι.
Σωτηρόπουλου
Διότι εἶναι στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ καλό σου. Ἐὰν ὅμως κάνῃς τὸ κακό, νὰ φοβῆσαι. Διότι δὲν φέρει χωρὶς λόγο τὸ μαχαίρι. Ἀλλ’ εἶναι στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, ἐξουσιοδοτημένη γιὰ νὰ ἐπιβάλλῃ τιμωρία στὸν κακοποιό.
Τρεμπέλα
Θὰ ἔχῃς δὲ ἔπαινον ἀπὸ τὸν ἄρχοντα, διότι αὐτὸς εἶναι ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ πρὸς προστασίαν ἰδικήν σου καὶ διὰ τὸ καλὸν τῶν πολιτῶν. Ἐὰν ὅμως πράττῃς τὸ κακόν, τότε νὰ φοβῆσαι. Διότι δὲν φορεῖ ματαίως τὴν μάχαιραν, τὸ σύμβολον αὐτὸ τῆς δικαστικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τὴν φορεῖ διὰ νὰ τιμωρῇ καὶ διὰ θανάτου ἀκόμη κάθε ἄτακτον στοιχεῖον. Διότι εἶναι ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ, ἐκδικητὴς ποὺ ἔχει ἐντολὴν καὶ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ τιμωρίας εἰς κάθε κακοποιόν.
Κολιτσάρα
Διότι ὁ ἄρχων εἶναι ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ διὰ τὸ ἀγαθόν, τὸ ἰδικόν σου καὶ τῶν ἄλλων. Ἐὰν ὅμως πράττῃς τὸ κακόν, τότε νὰ φοβῆσαι, διότι δὲν φέρει ματαίως καὶ ἀνωφελῶς ὁ ἄρχων τὴν μάχαιραν, τὸ δικαίωμα δηλαδὴ νὰ δικάζῃ καὶ νὰ τιμωρῇ. Τὴν φέρει διὰ νὰ ἐπιβάλλῃ τιμωρίας, καὶ τὰς πλέον αὐστηρὰς ἀκόμη, διότι εἶναι ὑπηρέτης Θεοῦ, ἐκδικητὴς ὑπὲρ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ ἐναντίον τοῦ κακοῦ, διὰ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν εἰς τοὺς κακοποιοὺς καὶ παραβάτας.
Ρωμ. 13,5
διὸ ἀνάγκη ὑποτάσσεσθαι οὐ μόνον διὰ τὴν ὀργήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν συνείδησιν.
Σωτηρόπουλου
Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποτάσσεσθε, ὄχι μόνο γιὰ τὴν τιμωρία, ἀλλὰ καὶ γιὰ λόγους συνειδήσεως.
Τρεμπέλα
Δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποτάσσεσθε ὄχι μόνον διὰ τὸν φόβον τῆς τιμωρίας, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ συνείδησις ἐπιβάλλει ὡς δικαίαν τὴν ὑποταγὴν ταύτην.
Κολιτσάρα
Δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποτάσσεσθε, ὄχι μόνον διὰ τὸν φόβον τῆς τιμωρίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὴν συνείδησίν σας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει, ὅπως καὶ ὁ Θεὸς διατάσσει, αὐτὴν τὴν ὑποταγήν.
Ρωμ. 13,6
διὰ τοῦτο γὰρ καὶ φόρους τελεῖτε· λειτουργοὶ γὰρ Θεοῦ εἰσιν εἰς αὐτὸ τοῦτο προσκαρτεροῦντες.
Σωτηρόπουλου
Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε πληρώνετε καὶ φόρους, διότι οἱ ἐξουσίες εἶναι ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ καὶ ἀσχολοῦνται ἀποκλειστικῶς μὲ τὴ δημοσία αὐτὴ ὑπηρεσία.
Τρεμπέλα
Διότι δὲ εἶναι δικαία ἡ ὑποταγὴ αὐτή, δι’ αὐτὸ πληρώνετε καὶ φόρους πρὸς συντήρησιν τῶν ἀρχόντων. Διότι εἶναι ὑπηρέται Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀφίνουν κάθε ἄλλο ἰδιωτικόν τους ἔργον καὶ ἀσχολοῦνται ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν.
Κολιτσάρα
Δι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ καταβάλλετε φόρους εἰς τοὺς ἄρχοντας, διότι αὐτοὶ εἶναι ὑπηρέται τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀφῆκαν κάθε ἄλλο ἀτομικόν των ἔργον, διὰ νὰ ἀσχολοῦνται καὶ ἐπαγρυπνοῦν συνεχῶς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των.
Ρωμ. 13,7
ἀπόδοτε οὖν πᾶσι τὰς ὀφειλάς, τῷ τὸν φόρον τὸν φόρον, τῷ τὸ τέλος τὸ τέλος, τῷ τὸν φόβον τὸν φόβον, τῷ τὴν τιμὴν τὴν τιμήν.
Σωτηρόπουλου
Ἀποδώσετε λοιπὸν σὲ ὅλους ὅ,τι τοὺς ὀφείλετε. Τὸ φόρο σ’ ὅποιον ὀφείλετε τὸ φόρο, τὸ δασμὸ σ’ ὅποιον ὀφείλετε τὸ δασμὸ, τὸ σεβασμὸ σ’ ὅποιον ὀφείλετε τὸ σεβασμό, τὴν τιμὴ σ’ ὅποιον ὀφείλετε τὴν τιμή.
Τρεμπέλα
Ἀποδώσατε λοιπὸν εἰς ὅλους, ὅσοι κατέχουν ἐξουσίαν, ὅ,τι τοὺς ὀφείλετε ὡς χρέος καὶ ὡς καθῆκον. Εἰς ἐκεῖνον, ποὺ εἰσπράττει τὸν ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων καὶ τὸν κεφαλικὸν φόρον, ἀποδώσατε τὸν φόρον. Εἰς ἐκεῖνον, ποὺ εἰσπράττει τοὺς τελωνειακοὺς δασμούς, ἀποδώσατε τὸν τελωνειακὸν δασμόν. Εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἀνήκει ὁ βαθὺς σεβασμός, ἀποδώσατε τὸν βαθὺν σεβασμόν. Εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἀνήκει ἡ τιμή, ἀποδώσατε τὴν τιμήν.
Κολιτσάρα
Λοιπὸν νὰ ἀποδίδετε εἰς ὅλους αὐτούς, ποὺ κατέχουν ἐξουσίας, τὰς ὀφειλάς σας· εἰς ἐκεῖνον ποὺ εἰσπράττει τὸν φόρον, ἀποδώσατε τὸν φόρον· εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔχει καθῆκον νὰ εἰσπράττῃ τὸν τελωνειακὸν δασμόν, ἀποδώσατε αὐτὸν τὸν δασμόν· εἰς ἐκεῖνον ποὺ τοῦ ἀνήκει ὁ σεβασμός, ὅπως εἶναι τὰ δικαστικὰ καὶ ἐκτελεστικὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, ἀποδώσατε τὸν σεβασμόν· εἰς ἐκεῖνον ποὺ κατέχει ἀνώτερα ἀξιώματα καὶ τοῦ πρέπει ἰδιαιτέρα τιμή, ἀποδώσατε αὐτὴν τὴν τιμήν.
Ρωμ. 13,8
Μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους. ὁ γὰρ ἀγαπῶν τὸν ἕτερον νόμον πεπλήρωκε·
Σωτηρόπουλου
Σὲ κανένα νὰ μὴ χρωστᾶτε τίποτε, παρὰ τὸ ν’ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἐκεῖνος δὲ, ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἄλλο, μὲ τὴν ἀγάπη ἔχει ἐκπληρώσει τὸ νόμο.
Τρεμπέλα
Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἄλλα μέλη τῆς κοινωνίας, ποὺ δὲν ἔχουν ἐξουσίαν ἢ ἀξίωμα, σᾶς παραγγέλλω νὰ μὴ χρεωστῆτε εἰς κανένα τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον τὸ νὰ ἀγαπᾷ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἄλλον, ἔχει ἐκπληρώσει διὰ τῆς ἀγάπης τὸν ὅλον νόμον.
Κολιτσάρα
Εἰς δὲ τοὺς ἄλλους πολίτας τῆς κοινωνίας τίποτε εἰς κανένα νὰ μὴ χρεωστῆτε, παρὰ μόνον τὸ νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἄλλον ἔχει ἐκπληρώσει ὅλον τὸν Νόμον.
Ρωμ. 13,9
τὸ γὰρ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις, καὶ εἴ τις ἑτέρα ἐντολή, ἐν τούτῳ τῷ λόγῳ ἀνακεφαλαιοῦται, ἐν τῷ, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.
Σωτηρόπουλου
Διότι τὸ μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴν ἐπιθυμήσῃς καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐντολὴ συνοψίζονται σ’ αὐτὸ τὸ λόγο, στὸ ν’ ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου.
Τρεμπέλα
Ἔχει δὲ ἐκπληρώσει τὸν ὅλον νόμον, διότι αἱ ἐντολαὶ τοῦ Θεοῦ: Δὲν θὰ μοιχεύσῃς· δὲν θὰ φονεύσῃς· δὲν θὰ κλέψῃς· δὲν θὰ ἐπιθυμήσῃς καὶ πᾶσα ἅλλη ἐντολὴ περιλαμβάνονται καὶ συγκεφαλαιώνονται εἰς αὐτὸ τὸ παράγγελμα, εἰς τὸ θὰ ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτόν σου.
Κολιτσάρα
Διότι αἱ ἀντολαὶ τοῦ Θεοῦ· «δὲν θὰ καταπατήσῃς τὴν συζυγικὴν πίστιν, δὲν θὰ φονεύσῃς, δὲν θὰ κλέψῃς, δὲν θὰ ψευδομαρτυρήσῃς, δὲν θὰ ἐπιθυμήσῃς ὅσα ἀνήκουν εἰς τὸν πλησίον σου» καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, συμπεριλαμβάνεται εἰς τοῦτο· «νὰ ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου, ὅπως τὸν ἑαυτόν σου».
Ρωμ. 13,10
ἡ ἀγάπη τῷ πλησίον κακὸν οὐκ ἐργάζεται· πλήρωμα οὖν νόμου ἡ ἀγάπη.
Σωτηρόπουλου
Ἡ ἀγάπη στὸν πλησίον κακὸ δὲν κάνει. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀγάπη εἶναι ἐκπλήρωσι τοῦ νόμου.
Τρεμπέλα
Ὅποιος ἔχει ἀγάπην δὲν πράττει κακὸν εἰς τὸν πλησίον του. Εἶναι λοιπὸν ἡ ἀγάπη τελεία τήρησις καὶ ἐκπλήρωσις τοῦ νόμου.
Κολιτσάρα
Ἡ ἀγάπη ποτὲ δὲν πράττει τὸ κακὸν εἰς βάρος τοῦ πλησίον. Εἶναι, λοιπόν, ἡ τελεία ἀγάπη ἐκπλήρωσις καὶ τήρησις ὅλου τοῦ νόμου.
Ρωμ. 13,11
Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν.
Σωτηρόπουλου
Καὶ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν αὐτό, διότι γνωρίζετε σὲ ποιό καιρὸ ζοῦμε, ὅτι εἶναι ὥρα πλέον νὰ σηκωθοῦμε ἀπὸ τὸν ὕπνο. Διότι τώρα ἡ σωτηρία εἶναι πιὸ κοντά μας, παρὰ τότε ποὺ πιστεύσαμε (διότι τώρα εἶναι πιὸ κοντὰ ἡ δευτέρα παρουσία καὶ ὁ θάνατος).
Τρεμπέλα
Ἂς πράττωμεν δὲ τὰ ἔργα αὐτὰ τῆς ἀγάπης ἀκούραστοι καὶ χωρὶς ἀναβολήν, γνωρίζοντες εἰς ποῖον καιρὸν ζῶμεν. Ζῶμεν εἰς ἐποχήν, ποὺ ἀπαιτεῖ ἐπειγόντως τὴν ἄσκησιν τῆς ἀρετῆς. Διότι εἶναι πλέον ὥρα νὰ σηκωθῶμεν ἀπὸ τὸν ὕπνον τῆς ἀμελείας, ποὺ μᾶς κάνει δυσκολοκινήτους εἰς τὸ ἀγαθόν. Διότι τώρα ἡ ἡμέρα τῆς δευτέρας παρουσίας, ἡ ὁποία θὰ σημάνῃ τὴν πλήρη ἀπολύτρωσιν τῶν πιστῶν, εἶναι πλησιέστερα πρὸς ἡμᾶς παρὰ τότε ποὺ ἐπιστεύσαμεν. Ἐὰν λοιπὸν τότε ἐδείξαμεν ζῆλον καὶ δραστηριότητα, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ τὰ δείξωμεν καὶ τώρα.
Κολιτσάρα
Καὶ αὐτὰ θὰ τὰ πράττωμεν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν μας τὴν προσωρινότητα καὶ βραχύτητα τῆς παρούσης ζωῆς· καὶ ὅτι ἀκόμη εἶναι πλέον ὥρα νὰ ἐξυπνήσωμεν ἀπὸ τὸν ὕπνον τῆς πνευματικῆς ραθυμίας, ποὺ μᾶς κάνει νωθροὺς διὰ τὰ καλὰ ἔργα. Διότι τώρα εἶναι πιὸ κοντὰ ἡ ἡμέρα τῆς σωτηρίας καὶ ἀπολυτρώσεώς μας, παρ’ ὅσον ἦτο τότε ποὺ ἐπιστεύσαμεν.
Ρωμ. 13,12
ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός.
Σωτηρόπουλου
Ἡ νύχτα προχώρησε, ἡ δὲ ἡμέρα πλησίασε. Γι’ αὐτὸ ἂς ἀποβάλωμε (σὰν ἄλλα νυκτερινὰ ἐνδύματα) τὰ ἔργα τοῦ σκότους, καὶ ἂς φορέσωμε τὰ ὅπλα τοῦ φωτός.
Τρεμπέλα
Ὁ παρὼν βίος, ποὺ μοιάζει μὲ νύκτα σκοτεινήν, ἐπροχώρησε, ἡ δὲ ἡμέρα τῆς μελλούσης ζωῆς ἐπλησίασε. Καὶ ἐὰν ἀκόμη ὁ Κύριος δὲν ἔλθῃ σύντομα διὰ τῆς δευτέρας του ἐνδόξου παρουσίας, ἔρχεται ὅμως διὰ τὸν καθένα μας διὰ τοῦ θανάτου. Πλησιάζει λοιπὸν διὰ τὸν καθένα μας ἡ ἡμέρα τῆς μελλούσης ζωῆς. Ἂς ἀποθέσωμεν λοιπὸν σὰν ἄλλα νυκτερινὰ ἐνδύματα τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ γίνονται εἰς τὸ σκοτάδι, καὶ ἂς ἐνδυθῶμεν σὰν ἄλλα ὅπλα τὰ φωτεινὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς.
Κολιτσάρα
Ἡ νύχτα, δηλαδὴ ἡ παροῦσα ζωή, ποὺ ὁμοιάζει μὲ νύχτα, ἔχει πλέον προχωρήσει· ἡ δὲ ἡμέρα τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ τῆς ἐκδημίας μας πρὸς τὸν οὐρανὸν ἐπλησίασε. Ἄς ἀποθέσωμεν, λοιπόν, καὶ ἂς πετάξωμεν ἀπὸ τὴν ψυχήν μας καὶ τὴν ζωήν μας τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἂς ἐνδυθῶμεν, σὰν φωτεινὰ ὅπλα, τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς.
Ρωμ. 13,13
ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ,
Σωτηρόπουλου
Ὅπως ζῇ κανεὶς κατὰ τὴν ἡμέρα ποὺ τὸν βλέπουν, ἔτσι νὰ ζήσωμε σεμνὰ, ὄχι μὲ γλεντοκόπια καὶ μεθύσια, ὄχι μὲ ἀκολασίες καὶ ἀσέλγειες, ὄχι μὲ φιλονικίες καὶ ἐμπάθειες.
Τρεμπέλα
Ὅπως συμπεριφέρεται κανεὶς τὴν ἡμέραν, ποὺ τὰ βλέμματα πολλῶν τὸν παρακολουθοῦν, ἔτσι καὶ ἡμεῖς ἂς συμπεριφερθῶμεν μὲ εὐπρέπειαν καὶ εὐταξίαν· ὄχι μὲ ἄσεμνα φαγοπότια καὶ μέθας, οὔτε μὲ πράξεις αἰσχρότητος καὶ ἀσελγείας, οὔτε μὲ φιλονεικίας καὶ ζηλοτυπίας.
Κολιτσάρα
Ἄς ζῶμεν καὶ ἂς φερώμεθα μὲ εὐπρέπειαν καὶ σεμνότητα, ὅπως ἐκεῖνος, ποὺ περιπατεῖ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας καὶ τὸν βλέπουν οἱ ἄνθρωποι. Ὄχι μὲ ἁμαρτωλὰ φαγοπότια καὶ μέθας, οὔτε μὲ πράξεις αἰσχρὰς καὶ ἐξευτελιστικὰς οὔτε μὲ φιλονεικίας καὶ ζηλοφθονίας.
Ρωμ. 13,14
ἀλλ’ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας.
Σωτηρόπουλου
Ἀλλ’ ἐνδυθῆτε (ὡς πνευματικὸ ἔνδυμα) τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, καὶ νὰ μὴ φροντίζετε τὴ σάρκα γιὰ ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις.
Τρεμπέλα
Ἀλλὰ φορέσατε σὰν ἔνδυμα τῆς ψυχῆς σας τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ὥστε εἰς τὴν ὅλην ζωήν σας νὰ ὁμοιάσετε τελείως πρὸς αὐτόν. Καὶ μὴ φροντίζετε διὰ τὴν σάρκα, πῶς νὰ ἰκανοποιῆτε τὰς παρανόμους ἐπιθυμίας της. Τέτοια πρέπει νὰ εἶναι ἡ συμπεριφορά σας μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν ποὺ ζῆτε.
Κολιτσάρα
Ἀλλά, σὰν πολυτιμότατον φέρεμα τῆς ψυχῆς σας, ἐνδυθῆτε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ὥστε νὰ ζῆτε ἐν τῷ Χριστῷ καὶ ὁ Χριστὸς νὰ ζῇ εἰς σᾶς· καὶ μὴ φροντίζετε διὰ τὰς ἰκανοποιήσεις τῶν ἀτάκτων καὶ παρανόμων ἐπιθυμιῶν τῆς σαρκός.