Ἀριθμοί 11

Ἀριθ. 11,1

Καὶ ἦν ὁ λαὸς γογγύζων πονηρὰ ἔναντι Κυρίου, καὶ ἤκουσε Κύριος καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ, καὶ ἐξεκαύθη ἐν αὐτοῖς πῦρ παρὰ Κυρίου καὶ κατέφαγε μέρος τι τῆς παρεμβολῆς.

Κολιτσάρα

Μετὰ πορείαν τριῶν ἡμερῶν ἔφθασαν οἱ Ἰσραηλῖται εἰς ἔρημον περιοχήν. Ἐκεῖ ὁ λαὸς ἐγόγγυζε καὶ ἐξεφράζετο μὲ ἀσέβειαν ἐναντίον τοῦ Κυρίου. Ἤκουσεν ὁ Κύριος αὐτά, ὠργίσθη καὶ ἠγανάκτησεν ἐναντίον αὐτῶν. Φωτιὰ ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου ἤναψε μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ κατέφαγεν ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ στρατόπεδον τῶν Ἰσραηλιτῶν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ λαὸς παρεπονεῖτο καὶ διεμαρτύρετο κατὰ τοῦ Κυρίου διὰ τὶς ταλαιπωρίες του· καὶ ἔφθασαν εἰς τὰ αὐτιὰ τοῦ Κυρίου τὰ παράπονα καὶ οἱ διαμαρτυρίες αὐτὲς καὶ ἐθύμωσε πάρα πολύ· ἀποτέλεσμα τοῦ μεγάλου θυμοῦ τοῦ Θεοῦ ἦταν ὅτι ἄναψε μεταξὺ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καταστρεπτικὴ φωτιά, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν ὁ Κύριος· καὶ οἱ φλόγες τῆς φωτιᾶς κατέστρεψαν καὶ μετέβαλαν εἰς κάρβουνον μέρος τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.

Ἀριθ. 11,2

καὶ ἐκέκραξεν ὁ λαὸς πρὸς Μωϋσῆν, καὶ ηὔξατο Μωϋσῆς πρὸς Κύριον, καὶ ἐκόπασε τὸ πῦρ.

Κολιτσάρα

Ἐκραύγασε τότε ὁ λαὸς πρὸς τὸν Μωϋσῆν ζητῶν τὴν ἐπέμβασίν του πρὸς τὸν Θεόν, ὁ δὲ Μωϋσῆς προσηυχήθη πρὸς τὸν Κύριον καὶ ἐσταμάτησε τὸ πῦρ.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ λαός, τρομοκρατημένος ἀπὸ τὶς φλόγες τοῦ Θανάτου, ἐφώναζε μὲ φωνὴν δυνατὴν εἰς τὸν Μωϋσῆν καὶ τοῦ ἐζήτησε νὰ μεσιτεύσῃ εἰς τὸν Θεόν· καὶ ὁ Μωϋσῆς προσηυχήθη εἰς τὸν Κύριον καὶ ἐζήτησεν ἔλεος καὶ συγχώρησιν διὰ τὸν λαόν του καὶ ἐσταμάτησεν ἡ καταστρεπτικὴ φωτιά.

Ἀριθ. 11,3

καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Ἐμπυρισμός, ὅτι ἐξεκαύθη ἐν αὐτοῖς παρὰ Κυρίου.

Κολιτσάρα

«Ἐμπυρισμὸς» ὠνομάσθη ὁ τόπος ἐκεῖνος, διότι ἐκεῖ ἤναψε φωτιὰ ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὠνομάσθη τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἔγινε τὸ θλιβερὸν αὐτὸ περιστατικόν, τόπος «φλεγόμενος», διότι ἐκεῖ ἄναψε μεταξὺ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καταστρεπτικὴ φωτιά, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν ὁ Κύριος.

Ἀριθ. 11,4

Καὶ ὁ ἐπίμικτος ὁ ἐν αὐτοῖς ἐπεθύμησεν ἐπιθυμίαν, καὶ καθίσαντες ἔκλαιον καὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ εἶπαν· τίς ἡμᾶς ψωμιεῖ κρέα;

Κολιτσάρα

Πολλοὶ Αἰγύπτιοι ἀναμιχθέντες μὲ τοὺς Ἰσραηλίτας εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἀκολουθήσαντες αὐτοὺς ἐκυριεύθησαν ἀπὸ πολλὰς ὑλικὰς ἐπιθυμίας. Ἐκάθισαν λοιπὸν αὐτοί, μαζῆ δὲ μὲ αὐτοὺς καὶ οἱ Ἰσραηλῖται, καὶ ἔκλαιον καὶ ἔλεγον· «ποιὸς θὰ μᾶς δώσῃ κρέας νὰ φάγωμεν;

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ ὄχλος, ὁ συρφετὸς τῶν Αἰγυπτίων, ποὺ ἦταν ἀνακατεμένος μὲ τὸν γνήσιον λαὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ὁποῖος (ὄχλος) ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον χωρὶς νὰ κινῆται ἀπὸ γνήσια θρησκευτικὰ ἐλατήρια, ἦταν γεμᾶτος ἀπὸ ἁμαρτωλὲς ὑλικὲς ἐπιθυμίες καὶ παρεπονεῖτο· παρεσύρθη ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους αὐτοὺς καὶ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς καὶ παρεπονεῖτο πάλιν κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἔκλαιε καὶ ἐθρηνοῦσε καὶ ἔλεγε: «Ποῖος θὰ μᾶς προμηθεύσῃ καὶ θὰ μᾶς θρέψῃ μὲ κρέας;

Ἀριθ. 11,5

ἐμνήσθημεν τοὺς ἰχθύας, οὓς ἠσθίομεν ἐν Αἰγύπτῳ δωρεάν, καὶ τοὺς σικύους καὶ τοὺς πέπονας καὶ τὰ πράσα καὶ τὰ κρόμμυα καὶ τὰ σκόρδα·

Κολιτσάρα

Ἐνθυμούμεθα τὰ ψάρια, ποὺ ἐτρώγαμεν δωρεὰν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅπως ἐπίσης τὰ ἀγγούρια, τὰ πεπόνια, τὰ πράσα, τὰ κρεμμύδια καὶ τὰ σκόρδα.

Τρεμπέλα

Ἐνθυμούμεθα τὰ ψάρια, ποὺ ἐτρώγαμεν εἰς τὴν Αἴγυπτον δωρεάν, καὶ τὰ ἀγγούρια καὶ τὰ πεπόνια καὶ τὰ πράσα καὶ τὰ κρεμμύδια καὶ τὰ σκόρδα·

Ἀριθ. 11,6

νυνὶ δὲ ἡ ψυχὴ ἡμῶν κατάξηρος, οὐδὲν πλὴν εἰς τὸ μάννα οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν·

Κολιτσάρα

Τώρα δὲ ἡ ψυχή μας εἶναι κατάξηρος, τίποτε ἄλλο δὲν βλέπομεν ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μάννα».

Τρεμπέλα

ἐνῷ τώρα ἐστέγνωσεν ἡ ψυχή μας· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δροσίσωμεν τὸν λάρυγγά μας. Τίποτε ἄλλο δὲν βλέπουν τὰ μάτια μας (καὶ τίποτε ἄλλο δὲν γεύεται τὸ στόμα μας), παρὰ μόνον αὐτὸ τὸ μάννα».

Ἀριθ. 11,7

τὸ δὲ μάννα ὡσεὶ σπέρμα κορίου ἐστί, καὶ τὸ εἶδος αὐτοῦ εἶδος κρυστάλλου·

Κολιτσάρα

Τὸ δὲ μάννα ἦτο ὠσὰν σπόροι κοριοῦ, καὶ ἡ μορφή του σὰν κρύσταλλον.

Τρεμπέλα

Τὸ δὲ μάννα ἔμοιαζε κατὰ τὸ σχῆμα μὲ τὸν σπόρον τοῦ κόλιαντρου καὶ ἡ μορφή του ἦταν ὡραία καὶ ἐλκυστικὴ ὡσὰν τὸ κρύσταλλον καὶ ἔλαμπε ὅπως τὸ μαργαριτάρι.

Ἀριθ. 11,8

καὶ διεπορεύετο ὁ λαὸς καὶ συνέλεγον καὶ ἤληθον αὐτὸ ἐν τῷ μύλῳ καὶ ἔτριβον ἐν τῇ θυΐᾳ καὶ ἥψουν αὐτὸ ἐν τῇ χύτρᾳ καὶ ἐποίουν αὐτὸ ἐγκρυφίας, καὶ ἦν ἡ ἡδονὴ αὐτοῦ ὡσεὶ γεῦμα ἐγκρὶς ἐξ ἐλαίου·

Κολιτσάρα

Ὁ λαὸς ἐπορεύετο γύρω ἀπὸ τὴν κατασκήνωσιν, ἐμάζευαν αὐτό, τὸ ἄλεθαν εἰς τὸν χειρόμυλον, τὸ ἔτριβαν εἰς ξύλινο γουδί, τὸ ἔβραζαν εἰς τὴν χύτραν καὶ κατεσκεύαζαν ἔπειτα μὲ αὐτὸ πίττες. Ἡ εὐχάριστος γεῦσίς του ἦτο ὠσὰν γεύσις τηγανίτας μὲ λάδι.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ λαὸς ἐπήγαινε τὸ πρωῒ γύρω ἀπὸ τὸν τόπον ποὺ ἦταν στρατοπεδευμένος καὶ τὸ ἐμάζευαν καὶ τὸ ἄλεθαν εἰς τὸν χειρόμυλον καὶ τὸ ἐκοπάνιζαν εἰς τὸ γουδί, τὸ ἐζύμωναν καὶ τὸ ἔβραζαν εἰς τὴν χύτραν καὶ κατεσκεύαζαν μὲ αὐτὸ πίττες· καὶ ἡ εὐχάριστη, γλυκειὰ καὶ νόστιμη γεῦσις του ἦταν ὅπως ἐκείνη τῆς τηγανίτας μὲ τὸ λάδι.

Ἀριθ. 11,9

καὶ ὅταν κατέβη ἡ δρόσος ἐπὶ τὴν παρεμβολὴν νυκτός, κατέβαινε τὸ μάννα ἐπ’ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἔπιπτε κατὰ τὸ διάστημα τῆς νυκτὸς ἡ δροσιὰ εἰς τὸ στρατόπεδον, μαζῆ μὲ αὐτὴν κατέβαινε καὶ τὸ μάννα.

Τρεμπέλα

Ὅταν κατέβαινε ἡ δροσιὰ καὶ ἐσκέπαζε τὸ στρατόπεδον τῶν Ἰσραηλιτῶν τὴν νύκτα, τότε ἔπεφτε εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ μάννα.

Ἀριθ. 11,10

καὶ ἤκουσε Μωϋσῆς κλαιόντων αὐτῶν κατὰ δήμους αὐτῶν, ἕκαστον ἐπὶ τῆς θύρας αὐτοῦ· καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ Κύριος σφόδρα, καὶ ἔναντι Μωϋσῆ ἦν πονηρόν.

Κολιτσάρα

Ἤκουσεν ὁ Μωϋσῆς τοὺς Ἰσραηλίτας νὰ κλαίουν κατὰ τοὺς δήμους αὐτῶν, ὁ καθένας εἰς τὴν θύραν τῆς σκηνῆς του. Ὁ Κύριος ἠγανάκτησε καὶ ὠργίσθη πολὺ ἐναντίον των. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Μωϋσέα ἐφάνη πολὺ κακὸς ὁ θρῆνος αὐτὸς τῶν Ἰσραηλιτῶν.

Τρεμπέλα

Ὁ Μωϋσῆς ἄκουσε τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν νὰ κλαίῃ κατὰ δήμους, τὸν κάθε Ἰσραηλίτην εἰς τὴν πόρταν τῆς σκηνῆς του. Καὶ ὁ Κύριος ἐθύμωσε πάρα πολύ· ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μάτια τοῦ Μωϋσῆ τὰ παραπονα καὶ τὰ κλάματα τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ τοῦ ἐφάνησαν πολὺ κακὸν καὶ ἀνησυχητικὸν πρᾶγμα.

Ἀριθ. 11,11

καὶ εἶπε Μωϋσῆς πρὸς Κύριον· ἱνατί ἐκάκωσας τὸν θεράποντά σου, καὶ διατί οὐχ εὕρηκα χάριν ἐναντίον σου, ἐπιθεῖναι τὴν ὁρμὴν τοῦ λαοῦ τούτου ἐπ’ ἐμέ;

Κολιτσάρα

Ὁ Μωϋσῆς εἶπε τότε πρὸς τὸν Κύριον· «διατί ἐταλαιπώρησες καὶ ἐπίκρανες ἐμὲ τὸν ὑπηρέτην σου καὶ διατί δὲν εὑρῆκα κάποιαν εὐμένειαν ἐνώπιόν σου, ὥστε νὰ μοῦ φορτώσῃς τὸν ἀπερίσκεπτον καὶ ὁρμητικὸν αὐτὸν λαόν;

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Μωϋσῆς γεμᾶτος ἀπογοήτευσιν καὶ παράπονον εἶπεν εἰς τὸν Κύριον: «Διατί καταταλαιπωρεῖς ἐμὲ τὸν δοῦλον σου καὶ διατί δὲν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σου, ὥστε ἐφόρτωσες ἐπάνω μου ὅλην τὴν βιαιότητα καὶ τὴν ὁρμὴν τοῦ ἀδαμάστου καὶ ἀπειθάρχητου αὐτοῦ λαοῦ;

Ἀριθ. 11,12

μὴ ἐγὼ ἐν γαστρὶ ἔλαβον πάντα τὸν λαὸν τοῦτον, ἢ ἐγὼ ἔτεκον αὐτούς, ὅτι λέγεις μοι, λάβε αὐτὸν εἰς τὸν κόλπον σου, ὡσεὶ ἄραι τιθηνὸς τὸν θηλάζοντα, εἰς τὴν γῆν ἣν ὤμοσας τοῖς πατράσιν αὐτῶν;

Κολιτσάρα

Μήπως ἐγὼ συνέλαβα εἰς τὴν κοιλίαν μου ὅλον αὐτὸν τὸν λαὸν ἢ ἐγὼ τὸν ἐγέννησα, ὥστε νὰ μοῦ λέγῃς, πάρε αὐτὸν τὸν λαὸν εἰς τὴν ἀγκάλην σου, ὅπως ἡ τροφὸς παίρνει εἰς τὴν ἀγκάλην της τὸ θηλάζον νήπιον, καὶ ὁδήγησέ τους εἰς τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ὡρκίσθης εἰς τοὺς πατέρας των;

Τρεμπέλα

Μήπως ἐγὼ ἔχω συλλάβει εἰς τὴν κοιλία μου ὅλον αὐτὸν τὸν λαόν; Ἢ μήπως ἐγὼ ἐγέννησα ὅλους αὐτούς, ὥστε νὰ μοῦ λέγῃς· «πάρε τους εἰς τὴν ἀγκαλιά σου, ὅπως παίρνει εἰς τὴν ἀγκαλιά της ἡ τροφὸς τὸ βρέφος ποὺ θηλάζει· πάρε τους καὶ ὁδήγησέ τους εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν ὡρκίσθης ὅτι θὰ δώσῃς ὡς κληρονομίαν εἰς τοὺς πατέρας των»;

Ἀριθ. 11,13

πόθεν μοι κρέα δοῦναι παντὶ τῷ λαῷ τούτῳ; ὅτι κλαίουσιν ἐπ’ ἐμοί, λέγοντες· δὸς ἡμῖν κρέα, ἵνα φάγωμεν.

Κολιτσάρα

Ποὺ θὰ εὕρω ἐγὼ κρέατα νὰ δώσω εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ πλῆθος; Διότι κλαίουν ὁλόγυρά μου καὶ μὲ στενοχωροῦν λέγοντες· Δός μας κρέας νὰ φάγωμεν!

Τρεμπέλα

Ἀπὸ ποῦ θὰ εὕρω τόσα κρέατα, διὰ νὰ χορτάσω ὅλον αὐτὸν τὸν λαόν; Διότι κλαίουν καὶ θρηνοῦν ἐμπρός μου καὶ μὲ στενοχωροῦν καὶ λέγουν· «δῶσε μας κρέας νὰ φάγωμεν».

Ἀριθ. 11,14

οὐ δυνήσομαι ἐγὼ μόνος φέρειν τὸν λαὸν τοῦτον, ὅτι βαρύτερόν μοί ἐστι τὸ ῥῆμα τοῦτο.

Κολιτσάρα

Δὲν ἠμπορῶ ἐγὼ μόνος μου νὰ ὁδηγῶ καὶ νὰ ὑποφέρω αὐτὸν τὸν λαόν, διότι, αὐτὸ τὸ ἔργον εἶναι πολὺ βαρύτερον, ἀπὸ ὅσον δύναμαι καὶ ἀντέχω.

Τρεμπέλα

Δὲν ἀντέχω πλέον· δὲν ἠμπορῶ μόνος μου νὰ βαστάσω τὸ βάρος τοῦτο καὶ νὰ ὁδηγήσω τὸν λαὸν αὐτόν, διότι ἡ εὐθύνη τέτοιου ἔργου εἶναι πολὺ βαρειὰ διὰ τοὺς ὤμους μου.

Ἀριθ. 11,15

εἰ δ’ οὕτω σὺ ποιεῖς μοι, ἀπόκτεινόν με ἀναιρέσει, εἰ εὕρηκα ἔλεος παρὰ σοί, ἵνα μὴ ἴδω τὴν κάκωσίν μου.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ὅμως σὺ ἐπιμένῃς νὰ καταθλίβομαι εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, πάρε τὴν ζωήν μου, ἐὰν ἔχω εὕρει κάποιο ἔλεος κοντά σου, διὰ νὰ μὴ βλέπω πλέον αὐτὴν τὴν ταλαιπωρίαν μου ἀπὸ τὸν γογγύζοντα αὐτὸν λαόν».

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὅμως σὺ ἐπιμένῃς νὰ συνεχίσω τὸ δύσκολον τοῦτο ἔργον καὶ νὰ κάμω αὐτὸ ποὺ μο·υ ἀνέθεσες, θανάτωσέ με ἀμέσως καὶ βγάλε με ἀπὸ τὴν μέσην - ἐὰν εὑρῆκα χάριν ἐμπρός σου - διὰ νὰ μὴ βλέπω τὴν δυστυχίαν ποὺ μὲ εὑρῆκε, δηλαδὴ τὸν ἀγαπημένον λαόν σου νὰ παραπονῆται καὶ νὰ ἀγανακτῇ ἐναντίον σου, ποὺ εἶσαι ὁ εὐεργέτης του».

Ἀριθ. 11,16

καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωϋσῆν· συνάγαγέ μοι ἑβδομήκοντα ἄνδρας ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων Ἰσραήλ, οὓς αὐτὸς σὺ οἶδας, ὅτι οὗτοί εἰσι πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ καὶ γραμματεῖς αὐτῶν. καὶ ἄξεις αὐτοὺς πρὸς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, καὶ στήσονται ἐκεῖ μετὰ σοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τὸν Μωϋσῆν· «συγκέντρωσέ μου ἑβδομήκοντὰ ἄνδρας, ἀπὸ τοὺς γεροντοτέρους Ἰσραηλίτας, τοὺς ὁποίους σὺ γνωρίζεις ὅτι εἶναι οἱ γεροντότεροι τοῦ λαοῦ, συγκέντρωσέ μου καὶ τοὺς γραμματεῖς τῶν Ἰσραηλιτῶν. Θὰ τοὺς φέρης εἰς τὴν Σκηνὴν τοῦ Μαρτυρίου καὶ ἐκεῖ θὰ σταθοῦν ὄρθιοι μαζῆ μὲ σέ.

Τρεμπέλα

Ὁ Κύριος ἀπάντησε εἰς τὸν Μωϋσῆν: «Συγκέντρωσέ μου ἑβδομῆντα ἄνδρες ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, τοὺς ὁποίους σὺ γνωρίζεις ὅτι εἶναι οἱ γεροντότεροι, οἱ πλέον σεβαστοὶ καὶ συνετοὶ ἀπὸ τὸν λαόν, καὶ τοὺς γραμματεῖς των. Ὅλους αὐτοὺς φέρε καὶ ὁδήγησέ τους εἰς τὴν Σκηνὴν τοῦ Μαρτυρίου, καὶ ἐκεῖ νὰ σταθοῦν ὄρθιοι μαζί σου.

Ἀριθ. 11,17

καὶ καταβήσομαι καὶ λαλήσω ἐκεῖ μετὰ σοῦ καὶ ἀφελῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ ἐπὶ σοὶ καὶ ἐπιθήσω ἐπ’ αὐτούς, καὶ συναντιλήψονται μετὰ σοῦ τὴν ὁρμὴν τοῦ λαοῦ, καὶ οὐκ οἴσεις αὐτοὺς σὺ μόνος.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ δὲ θὰ κατεβῶ ἐκεῖ, θὰ ὁμιλήσω μαζῆ σου, θὰ πάρω ἀπὸ τὴν χάριν καὶ τὴν ἱκανότητα ποὺ ἔχω δώσει εἰς σέ, καὶ θὰ δώσω εἰς αὐτούς. Ἔτσι δὲ αὐτοί, προικισμένοι μὲ ὁμοίας πρὸς τὰς ἰδικάς σου ἱκανότητας, θὰ σὲ βοηθήσουν εἰς τὸ ἔργον σου, ὥστε νὰ βαστάζῃς τὴν ἀπερίσκεπτον ὁρμὴν τοῦ λαοῦ τούτου καὶ δὲν θὰ τοὺς ὁδηγῇς πλέον μόνος σου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐγὼ θὰ κατεβῶ καὶ θὰ ὁμιλήσω μαζί σου ἐκεῖ· καὶ χωρὶς νὰ ὀλιγοστεύσω τὸ διοικητικὸν χάρισμα, τὸ ὁποῖον σοῦ ἔδωκα θὰ πάρω ἀπὸ τὸ ἴδιον τὸ ἰδικόν σου χάρισμα καὶ θὰ μεταδώσω εἰς τοὺς ἄνδρες αὐτούς, ὥστε νὰ γίνουν ἱκανοὶ νὰ σὲ βοηθήσουν καὶ νὰ βαστάζουν μαζί σου τὴν ὁρμὴν καὶ τὴν βιαιότητα τοῦ ἀνυποτάκτου αὐτοῦ λαοῦ καὶ ἔτσι δὲν θὰ τοὺς ὑποφέρῃς μόνος σου.

Ἀριθ. 11,18

καὶ τῷ λαῷ ἐρεῖς· ἁγνίσασθε εἰς αὔριον, καὶ φάγεσθε κρέα, ὅτι ἐκλαύσατε ἔναντι Κυρίου λέγοντες· τίς ἡμᾶς ψωμιεῖ κρέα; ὅτι καλὸν ἡμῖν ἐστιν ἐν Αἰγύπτῳ. καὶ δώσει Κύριος ὑμῖν φαγεῖν κρέα, καὶ φάγεσθε κρέα.

Κολιτσάρα

Εἰς δὲ τὸν λαὸν θὰ εἴπῃς· Ἀγνισθῆτε διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, διότι ἐκλαύσατε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου λέγοντες· Ποιὸς θὰ μᾶς δώσῃ κρέας νὰ φάγωμεν; Καλύτερα εἴμεθα εἰς τὴν Αἴγυπτον. Λοιπὸν ὁ Κύριος θὰ σᾶς δώσῃ νὰ φάγετε κρέας, καὶ θὰ φάγετε κρέας, ποὺ τόσον πολὺ ἐπιθυμήσατε.

Τρεμπέλα

Καὶ εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν θὰ εἰπῇς: Καθαρισθῆτε καὶ ἑτοιμασθῆτε διὰ τὴν αὐριανὴν ἡμέραν καὶ θὰ φᾶτε κρέας· διότι παρεπονέθητε καὶ ἐκλαύσατε ἐμπρὸς εἰς τὸν Κύριον λέγοντες· ποῖος θὰ μᾶς προμηθεύσει καὶ θὰ μᾶς θρέψῃ μὲ κρέας; Διότι καλὰ ἤμεθα καὶ ἐζούσαμεν εἰς τὴν Αἴγυπτον. Διὰ τοῦτο νά· ὁ Κύριος θὰ σᾶς δώσῃ νὰ φάγετε κρέας· ναί, θὰ φάγετε κρέατα ὅσα θέλετε.

Ἀριθ. 11,19

οὐχ ἡμέραν μίαν φάγεσθε, οὐδὲ δύο, οὐδὲ πέντε ἡμέρας, οὐδὲ δέκα ἡμέρας, οὐδὲ εἴκοσιν ἡμέρας.

Κολιτσάρα

Καὶ θὰ φάγετε ὄχι μόνον μίαν ἡμέραν, οὔτε δύο, οὔτε πέντε, οὔτε δέκα, οὔτε εἴκοσι ἡμέρας.

Τρεμπέλα

Δὲν θὰ φάγετε κρέας μόνον μίαν ἡμέραν, οὔτε δύο, οὔτε πέντε ἥμερες, οὔτε δέκα ἥμερες, οὔτε ἐπὶ εἴκοσι ἥμερες.

Ἀριθ. 11,20

ἕως μηνὸς ἡμερῶν φάγεσθε, ἕως ἂν ἐξέλθῃ ἐκ τῶν μυκτήρων ὑμῶν. καὶ ἔσται ὑμῖν εἰς χολέραν, ὅτι ἠπειθήσατε Κυρίῳ, ὅς ἐστιν ἐν ὑμῖν, καὶ ἐκλαύσατε ἐναντίον αὐτοῦ λέγοντες· ἱνατί ἡμῖν ἐξελθεῖν ἐξ Αἰγύπτου;

Κολιτσάρα

Ὅλας τὰς ἡμέρας ἑνὸς μηνὸς ὁλοκλήρου θὰ τρώγετε κρέας, ἕως ὅτου ἐξέλθῃ ἀπὸ τὶς μύτες σας, καὶ θὰ γίνῃ διὰ σᾶς χολέρα ἡ πολυφαγία, διότι ἐδείξατε παρακοὴν εἰς τὸν Κύριον, ποὺ εἶναι πάντοτε μαζῆ σας βοηθός, καὶ γογγύζοντες ἐκλαύσατε ἐνώπιόν του λέγοντες· Διατί ἐφύγαμεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον;»

Τρεμπέλα

Θὰ τρώγετε ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα, μέχρις ὅτου βγῇ τὸ κρέας ἀπὸ τὰ ρουθούνια σας· καὶ ἀπὸ τὰ κρέατα τὰ πολλά, ποὺ θά φατε, θὰ σᾶς πιάσῃ χολέρα. Διότι δὲν ἐπειθαρχήσατε εἰς τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος εἶναι μεταξύ σας καὶ ἐργάζεται θαύματα· καὶ ἀντὶ νὰ τὸν εὐχαριστήσετε ἀρχίσατε νὰ κλαίετε καὶ νὰ παραπονῆσθε ἐναντίον του λέγοντες· διατί νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον;»

Ἀριθ. 11,21

καὶ εἶπε Μωϋσῆς· ἑξακόσιαι χιλιάδες πεζῶν ὁ λαός, ἐν οἷς εἰμι ἐν αὐτοῖς. καὶ σὺ εἶπας, κρέα δώσω αὐτοῖς φαγεῖν, καὶ φάγονται μῆνα ἡμερῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ Μωϋσῆς εἶπε πρὸς τὸν Θεόν· «ἑξακόσιαι χιλιάδες πολεμιστῶν ἀνδρῶν εἶναι αὐτὸς ὁ λαός, ἐν μέσῳ τοῦ ὁποίου ἐγὼ εὑρίσκομαι. Καὶ σὺ μοῦ εἶπες νὰ δώσω νὰ φάγουν αὐτοὶ κρέας ἐπὶ ἕνα κατὰ συνέχειαν μῆνα!

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Μωϋσῆς εἶπε πρὸς τὸν Θεόν: «Ὁ λαός, μεταξὺ τοῦ ὁποίου εὑρίσκομαι ἐγώ, εἶναι, μόνον οἱ πεζοὶ ποὺ φέρουν ὅπλα καὶ στρατεύονται, ἑξακόσιες χιλιάδες. Καὶ Σὺ (ὁ Κύριος) εἶπες· θὰ δώσω εἰς αὐτοὺς κρέας καὶ ὅλοι αὐτοὶ θὰ φάγουν κρέατα ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα.

Ἀριθ. 11,22

μὴ πρόβατα καὶ βόες σφαγήσονται αὐτοῖς, καὶ ἀρκέσει αὐτοῖς; ἢ πᾶν τὸ ὄψος τῆς θαλάσσης συναχθήσεται αὐτοῖς, καὶ ἀρκέσει αὐτοῖς;

Κολιτσάρα

Μήπως καὶ ἂν σφαγοῦν ὅλα τὰ πρόβατα καὶ ὅλα τὰ βόδια, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν δι’ αὐτούς; Ἢ ἂν συγκεντρώσωμεν ὅλα τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης, θὰ ἀρκέσουν δι’ αὐτούς;»

Τρεμπέλα

Μήπως ἐὰν σφαγοῦν πρὸς χάριν των ολα τὰ πρόβατα καὶ ὅλα τὰ βόδια θὰ ἐπαρκέσουν ἐπὶ ἕνα μῆνα νὰ θρέψουν τόσον λαόν; Ἢ μήπως ἂν συγκεντρώσωμεν ὅλα τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης πρὸς χάριν των, θὰ ἐπαρκέσουν ἐπὶ ἕνα μῆνα νὰ χορτάσουν τόσους ἀνθρώπους;»

Ἀριθ. 11,23

καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωϋσῆν· μὴ χεὶρ Κυρίου οὐκ ἐξαρκέσει; ἤδη γνώσῃ εἰ ἐπικαταλήψεταί σε ὁ λόγος μου ἢ οὔ.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησεν ὁ Κύριος πρὸς τὸν Μωϋσῆν· «μήπως ἡ παντοδύναμος δεξιὰ τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ἔργον τοῦ χορτασμοῦ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ; Τώρα θὰ ἴδης καὶ θὰ μάθης, ἐὰν ὁ λόγος μου θὰ πραγματοποιηθῇ ἀμέσως ἐνώπιόν μου ἢ ὄχι».

Τρεμπέλα

Εἰς τοὺς δισταγμοὺς αὐτοὺς τοῦ Μωύσεως ὁ Κύριος ἀπάντησε: «Ἐφαντάσθης μήπως ὅτι τόσον περιωρισμένη εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Κυρίου, ὥστε τὸ παντοδύναμον χέρι του δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ; Τώρα θὰ ἰδῇς καὶ θὰ μάθῃς καλά, ἐὰν ὁ λόγος μου θὰ γίνῃ ἔργον ἀμέσως, ἔξαφνα, καὶ θὰ ἐπαληθεύσῃ ἀκριβῶς ἢ ὄχι».

Ἀριθ. 11,24

καὶ ἐξῆλθε Μωϋσῆς καὶ ἐλάλησε πρὸς τὸν λαὸν τὰ ῥήματα Κυρίου καὶ συνήγαγεν ἑβδομήκοντα ἄνδρας ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ καὶ ἔστησεν αὐτοὺς κύκλῳ τῆς σκηνῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ Μωϋσῆς ἐβγῆκε καὶ ἀνεκοίνωσε πρὸς τὸν λαὸν τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου, συνήθροισε τοὺς ἑβδομήκοντα πρεσβυτέρους ἀπὸ τοὺς γεροντοτέρους τοῦ λαοῦ καὶ ἔθεσεν αὐτοὺς ὀρθίους κύκλῳ ἀπὸ τὴν Σκηνήν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Μωϋσῆς ἐβγῆκε καὶ ἐγνωστοποίησεν εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν τὰ λόγια, ποὺ τοῦ εἶπεν ὁ Κύριος· καὶ ἐδιάλεξε ἑβδομῆντα ἄνδρες ἀπὸ τοὺς γεροντοτέρους τοῦ λαοῦ καὶ τοὺς ἔστησε γύρω-γύρω ἀπὸ τὴν Σκηνὴν τοῦ Μαρτυρίου.

Ἀριθ. 11,25

καὶ κατέβη Κύριος ἐν νεφέλῃ καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτόν· καὶ παρείλατο ἀπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ ἐπ’ αὐτῷ καὶ ἐπέθηκεν ἐπὶ τοὺς ἑβδομήκοντα ἄνδρας τοὺς πρεσβυτέρους· ὡς δὲ ἐπανεπαύσατο πνεῦμα ἐπ’ αὐτούς, καὶ ἐπροφήτευσαν καὶ οὐκ ἔτι προσέθεντο.

Κολιτσάρα

Κατέβηκεν ὁ Κύριος εἰς τὴν νεφέλην καὶ ὡμίλησε πρὸς αὐτόν. Ἐπῆρε ἀπὸ τὸ πνεῦμα, ποὺ εἶχε δώσει εἰς τὸν Μωϋσῆν, καὶ ἔδωσεν αὐτὸ εἰς τοὺς ἑβδομήκοντα πρεσβυτέρους. Ὅταν δὲ τὸ Πνεῦμα ἐπανεπαύθη εἰς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐφώτισεν, ἐκεῖνοι φωτισμένοι πλέον ὡμίλησαν τότε λόγια Θεοῦ. Ἄλλην ὅμως φορὰν δὲν ἐπανελήφθη αὐτό.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν τοὺς παρουσίασε ἐκεῖ, κατέβη ὁ Θεὸς μέσα εἰς ὑπερφυσικόν, φωτεινόν, λαμπρὸν σύννεφον καὶ ἐμίλησε πρὸς τὸν Μωϋσῆν. Καὶ χωρὶς νὰ ὀλιγοστεύσῃ τὸ διοικητικὸν χάρισμα, ποὺ ἔδωκεν εἰς τὸν Μωϋσῆν, ἐπῆρε ἀπὸ τὸ ἴδιον ἐκεῖνο χάρισμα καὶ μετέδωσεν εἰς τοὺς ἑβδομῆντα ἄνδρες, τοὺς πρεσβυτέρους, ποὺ ἐδιάλεξεν ὁ Μωϋσῆς. Καὶ μόλις τὸ Πνεῦμα ἦλθεν ἐπάνω τους καὶ τοὺς μετέδωσε τὸ χάρισμα, ἐπροφήτευσαν· τοῦτο ὅμως ἔγινε μόνον μίαν φορὰν κατόπιν δὲν συνέχισαν νὰ προφητεύουν.

Ἀριθ. 11,26

καὶ κατελείφθησαν δύο ἄνδρες ἐν τῇ παρεμβολῇ, ὄνομα τῷ ἑνὶ Ἑλδὰδ καὶ ὄνομα τῷ δευτέρῳ Μωδάδ, καὶ ἐπανεπαύσατο ἐπ’ αὐτοὺς πνεῦμα· καὶ οὗτοι ἦσαν τῶν καταγεγραμμένων καὶ οὐκ ἦλθον πρὸς τὴν σκηνήν· καὶ ἐπροφήτευσαν ἐν τῇ παρεμβολῇ.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα πρεσβυτέρους ἔμειναν δύο ἄνδρες εἰς τὴν κατασκήνωσιν, ὁ ἕνας ἐκ τῶν ὁποίων ὠνομάζετο Ἑλδάδ, ὁ δὲ δεύτερος Μωδάδ. Τὸ πνεῦμα ἦλθε καὶ εἰς αὐτούς. Ἦσαν καὶ αὐτοὶ γραμμένοι μεταξὺ τῶν ἑβδομήκοντα ἀλλὰ (διὰ λόγους ἴσως ταπεινοφροσύνης) δὲν ἦλθον μαζῆ μὲ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν Σκηνὴν τοῦ Μαρτυρίου· φωτισμένοι καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὸν Θεὸν ὡμίλησαν εἰς τὸ στρατόπεδον τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Ἔμειναν ὅμως ἀπὸ τοὺς ἑβδομῆντα πρεσβυτέρους δύο ἄνδρες εἰς τὸ στρατόπεδον· τὸ ὄνομα τοῦ ἑνὸς ἦταν Ἑλδὰδ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ δευτέρου Μωδάδ. Ἐνῷ δὲ ἦσαν εἰς τὶς σκηνές των, ἦλθε καὶ ἐπάνω τοὺς τὸ Πνεῦμα καὶ ἄρχισαν καὶ αὐτοὶ νὰ προφητεύουν, ὅπως οἱ ἄλλοι. Καὶ οἱ δύο αὐτοὶ ἦσαν μεταξὺ ἐκείνων ποὺ εἶχε διαλέξει καὶ καταγράψει ὁ Μωϋσῆς, ἀλλὰ δὲν ἦλθαν ὅπως οἱ ἄλλοι καὶ δὲν παρουσιάσθησαν εἰς τὴν Σκηνὴν τοῦ Μαρτυρίου. Ἐφωτίσθησαν ὅμως καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα καὶ ἐπροφήτευσαν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ Ἰσραήλ.

Ἀριθ. 11,27

καὶ προσδραμὼν ὁ νεανίσκος ἀπήγγειλε Μωϋσῇ καὶ εἶπε λέγων· Ἑλδὰδ καὶ Μωδὰδ προφητεύουσιν ἐν τῇ παρεμβολῇ.

Κολιτσάρα

Ἕνας νεαρὸς ἀνήρ ἔτρεξε πρὸς τὸν Μωϋσῆν καὶ εἶπεν· «ὁ Ἑλδὰδ καὶ ὁ Μωδὰδ προφητεύουν εἰς τὴν κατασκήνωσιν».

Τρεμπέλα

Καὶ ἕνας νεαρὸς ετρεξε καὶ ἀνέφερεν εἰς τὸν Μωϋσῆν τὸ γεγονὸς καὶ τοῦ εἶπεν: «Ὁ Ἑλδὰδ καὶ ὁ Μωδὰδ προφητεύουν εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ Ἰσραήλ».

Ἀριθ. 11,28

καὶ ἀποκριθεὶς Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυὴ ὁ παρεστηκὼς Μωϋσῇ, ὁ ἐκλεκτός, εἶπε· κύριε Μωϋσῆ, κώλυσον αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ Μωϋσέως, ὁ εὑρισκόμενος πάντοτε πλησίον αὐτοῦ, εἶπε· «κύριε Μωϋσῆ, ἐμπόδισαν αὐτοὺς νὰ ὁμιλοῦν ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ Θεοῦ»!

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ὁ υἱὸς τοῦ Ναυῆ, ὁ ἰδιαίτερος, ἐκλεκτὸς καὶ ἔμπιστος (γραμματεύς) τοῦ Μωϋσῆ, εἶπε γεμᾶτος ἀνησυχίαν: «Κύριε, Μωϋσῆ, ἐμπόδισέ τους καὶ ἀπαγόρευσέ τους νὰ προφητεύουν».

Ἀριθ. 11,29

καὶ εἶπε Μωϋσῆς αὐτῷ· μὴ ζηλοῖς ἐμέ; καὶ τίς δῴη πάντα τὸν λαὸν Κυρίου προφήτας, ὅταν δῷ Κύριος τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐπ’ αὐτούς;

Κολιτσάρα

Εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Μωϋσῆς· «διατί σὲ κατέλαβε ζηλοφθονία πρὸς χάριν μου; Εἴθε ὅλον τὸ πλῆθος τῶν Ἰσραηλιτῶν νὰ ἀναδειχθοῦν προφῆται τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Κύριος δώσῃ τὸ Πνεῦμα του εἰς αὐτούς»!

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Μωϋσῆς τοῦ ἀπάντησε καὶ τοῦ εἶπε: «Ζηλεύεις διὰ λογαριασμόν μου καὶ φοβεῖσαι ὅτι θὰ χάσω τὸ κῦρος μου; Εἴθε ὅλος ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ νὰ ἦσαν προφῆται. Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἐμποδίσῃ τὸν Κύριον νὰ κάμῃ ὅλον τὸν λαὸν προφῆτες, ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ δώσῃ τὸ Πνεῦμα του εἰς αὐτούς;»

Ἀριθ. 11,30

καὶ ἀπῆλθε Μωϋσῆς εἰς τὴν παρεμβολὴν αὐτὸς καὶ οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ ἐπέστρεψεν ὁ Μωϋσῆς εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν οἱ βοηθοί του, οἱ πρεσβύτεροι τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Μωϋσῆς ἐπέστρεψεν εἰς τὸ στρατόπεδον μαζὶ μὲ τοὺς πρεσβυτέρους τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ποὺ ἔλαβαν τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ ἔγιναν βοηθοί του εἰς τὸ ἔργον τῆς διοικήσεως τοῦ Ἰσραήλ.

Ἀριθ. 11,31

καὶ πνεῦμα ἐξῆλθε παρὰ Κυρίου καὶ ἐξεπέρασεν ὀρτυγομήτραν ἀπὸ τῆς θαλάσσης καὶ ἐπέβαλεν ἐπὶ τὴν παρεμβολὴν ὁδὸν ἡμέρας ἐντεῦθεν καὶ ὁδὸν ἡμέρας ἐντεῦθεν, κύκλῳ τῆς παρεμβολῆς, ὡσεὶ δίπηχυ ἀπὸ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ἠγέρθη τότε παρὰ τοῦ Κυρίου ἄνεμος, ὁ ὁποῖος ἔφερεν ἀπὸ τὸ μέρος τῆς θαλάσσης πλῆθος ὀρτύκια καὶ τὰ ἔρριψεν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς κατασκηνώσεως ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κύκλῳ ἀπὸ τὴν κατασκήνωσιν εἰς ἔκτασιν πορείας μιᾶς ἡμέρας. Τὸ στρῶμα τῶν ὀρτυκιῶν ἐπάνω εἰς τὸ ἔδαφος ἔφθασε τοὺς δύο πήχεις (ἕνα καὶ πλέον μέτρον).

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κύριος ἐσήκωσεν ἔξαφνα ἄνεμον δυνατόν, ἡ πνοὴ τοῦ ὁποίου ἔφερεν ἀπὸ τὴν θάλασσαν εἰς τὸν τόπον, ποὺ ἦσαν στρατοπεδευμένοι οἱ Ἰσραηλῖται, πλῆθος ὀρτύκια, τὰ ὁποῖα ἔρριψεν εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ Ἰσραὴλ εἰς ἔκτασιν πορείας μιᾶς ἡμέρας ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ εἰς ἔκτασιν πορείας μιᾶς ἡμέρας ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, γύρω-γύρω ἀπὸ τὸ στρατόπεδον. Τὰ πουλιὰ ἦσαν τόσον πολλά, ὥστε ἐσχηματίσθη εἰς τὸ ἔδαφος ἕνα στρῶμα ἀπὸ ὀρτύκια, ποὺ εἶχε πάχος ἕως δύο πήχεις (ἑβραϊκούς)· δηλαδὴ περισσότερον ἀπὸ ἕνα μέτρον.

Ἀριθ. 11,32

καὶ ἀναστὰς ὁ λαὸς ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ ὅλην τὴν νύκτα καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν τὴν ἐπαύριον καὶ συνήγαγον τὴν ὀρτυγομήτραν, ὁ τὸ ὀλίγον, συνήγαγε δέκα κόρους, καὶ ἔψυξαν ἑαυτοῖς ψυγμοὺς κύκλῳ τῆς παρεμβολῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ λαὸς ἐσηκώθηκε ὅλην τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ὅλην τὴν νύκτα καὶ ὅλην τὴν ἑπομένην ἡμέραν καὶ ἐμάζευαν ὀρτύκια. Τόσον πολὺ ἦτο τὸ πλῆθος τῶν ὀρτυκιῶν, ὥστε καὶ ὁ τὰ ὀλιγώτερα μαζεύσας ἔφθασε τοὺς δέκα κόρους (ὑπὲρ τὰ 2000 κιλά). Ἐξήραναν αὐτὰ κύκλω ἀπὸ τὴν κατασκήνωσιν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἐσηκώθη τὸ πρωΐ καὶ ὅλην ἐκείνην τὴν ἡμέραν καὶ ὅλην τὴν νύκτα καὶ ὅλην τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐμάζευαν τὰ ὀρτύκια. Ἐμάζευσαν τόσα πολλά, ὥστε αὐτὸς ποὺ ἐμάζευσε τὰ ὀλιγώτερα, εἶχε μαζεύσει δέκα κόρους (περίπου 4.090 κιλά). Καὶ διὰ νὰ μὴ βρωμήσουν τὰ κρέατα τὰ ἄπλωσαν εἰς τὸν ἥλιον γύρω ἀπὸ τὸ στρατόπεδον καὶ τὰ ἐξήραναν.

Ἀριθ. 11,33

τὰ κρέα ἔτι ἦν ἐν τοῖς ὀδοῦσιν αὐτῶν πρινὴ ἐκλείπειν, καὶ Κύριος ἐθυμώθη εἰς τὸν λαόν, καὶ ἐπάταξε Κύριος τὸν λαὸν πληγὴν μεγάλην σφόδρα.

Κολιτσάρα

Τὰ κρέατα ἀπὸ τὰ ὀρτύκια ἦσαν ἀκόμη εἰς τὰ δόντια των καὶ δὲν εἶχαν ἀκόμη σταματήσει νὰ τρώγουν, ὅταν ὁ Κύριος ἐξωργίσθη ἐναντίον τοῦ λαοῦ διὰ τὴν λαιμαργίαν καὶ ἐθανάτωσε πολλοὺς ἀπὸ αὐτούς.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐνῷ ἀκόμη τὰ κρέατα ἦσαν εἰς τὰ δόντια τους καὶ τὰ ἐμασοῦσαν καὶ πρὶν τὰ καταπιοῦν καὶ κατεβῇ ἡ τροφὴ εἰς τὸ στομάχι τους, ὁ Κύριος ἐθύμωσε ἐναντίον τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ διὰ τὴν λαιμαργίαν του καὶ τὸν ἐκτύπησε μὲ πληγὴν πολὺ μεγάλην· μὲ μολυσματικήν, λοιμικὴν ἀρρώστιαν πολὺ φοβερήν, ὥστε οἱ Ἰσραηλῖται νὰ ἀρρωσταίνουν καὶ νὰ ἀποθνήσκουν κατὰ σωροὺς καὶ ὁ ἕνας πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλον.

Ἀριθ. 11,34

καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Μνήματα τῆς ἐπιθυμίας, ὅτι ἐκεῖ ἔθαψαν τὸν λαὸν τὸν ἐπιθυμητήν.

Κολιτσάρα

Ἐδόθη δὲ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον τὸ ὄνομα «Μνήματα τῆς ἐπιθυμίας», διότι ἐκεῖ ἔθαψαν πολλοὺς ἀπὸ τὸν λαίμαργον αὐτὸν λαόν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς τάφους, ποὺ ἐγέμισεν ὁ τόπος ἐκεῖνος, ὠνομάσθη «μνήματα τῆς ἐπιθυμίας», διότι ἐκεῖ ἔθαψαν πάρα πολλοὺς ἀπὸ τὸν λαίμαργον λαόν, ποὺ ἐπεθύμησε τὰ κρέατα.

Ἀριθ. 11,35

Ἀπὸ Μνημάτων ἐπιθυμίας ἐξῇρεν ὁ λαὸς εἰς Ἀσηρώθ, καὶ ἐγένετο ὁ λαὸς ἐν Ἀσηρώθ.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τὰ «Μνήματα τῆς ἐπιθυμίας» ἀνεχώρησεν ὁ λαὸς διὰ τὴν Ἀσηρώθ, ὅπου καὶ ἔφθασε.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὰ «μνήματα τῆς ἐπιθυμίας» ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἔφυγε διὰ τὴν Ἀσηρώθ· καὶ ὁ λαὸς ἔφθασε καὶ ἐστρατοπέδευσεν εἰς τὴν Ἀσηρώθ.