Ἀριθμοί 16

Ἀριθ. 16,1

Καὶ ἐλάλησε Κορὲ υἱὸς Ἰσσάαρ υἱοῦ Καὰθ υἱοῦ Λευὶ καὶ Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν υἱοὶ Ἑλιὰβ καὶ Αὔν υἱὸς Φαλὲθ υἱοῦ Ῥουβήν,

Κολιτσάρα

Ὁ Κορέ, υἱὸς τοῦ Ἰσσαὰρ υἱοῦ τοῦ Καάθ, υἱοῦ τοῦ Λευΐ, συνεσκέφθη καὶ συνώμοσε μὲ τὸν Δαθὰν καὶ τὸν Ἀβειρών, οἱ ὁποῖοι ἦσαν υἱοὶ τοῦ Ἑλιάβ, καὶ μὲ τὸν Αὔν, υἱὸν τοῦ Φαλὲθ υἱοῦ τοῦ Ρουβήν,

Τρεμπέλα

Ὁ Κορέ, ὁ υἱὸς τοῦ Ἰσσάαρ, υἱοῦ τοῦ Καάθ, υἱοῦ τοῦ Λευΐ, καὶ ὁ Δαθὰν καὶ ὁ Ἀβειρών, οἱ υἱοὶ τοῦ Ἐλιάβ, καὶ ὁ Αὔν, ὁ υἱὸς τοῦ Φαλέθ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ρουβήν, ἐσυνωμότησαν

Ἀριθ. 16,2

καὶ ἀνέστησαν ἔναντι Μωϋσῆ, καὶ ἄνδρες τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ πεντήκοντα καὶ διακόσιοι, ἀρχηγοὶ συναγωγῆς, σύγκλητοι βουλῆς καὶ ἄνδρες ὀνομαστοί,

Κολιτσάρα

καὶ ἐστασίασαν ἐναντίον τοῦ Μωϋσέως. Μαζῆ δὲ μὲ αὐτοὺς ἐστασίασαν καὶ διακόσιοι πεντήκοντα ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλίτας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἄρχοντες τοῦ λαοῦ, ἐκλεκτὰ μέλη τῶν συνελεύσεων τοῦ λαοῦ, ἄνδρες μὲ φήμην.

Τρεμπέλα

καὶ ἐπανεστάτησαν ἐναντίον τοῦ Μωϋσῆ μαζὶ μὲ διακοσίους πενῆντα ἄνδρες ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλῖτες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἄρχοντες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἐπίσημα πρόσωπα, μέλη τῆς βουλῆς τοῦ λαοῦ, ἄνδρες διάσημοι·

Ἀριθ. 16,3

συνέστησαν ἐπὶ Μωϋσῆν καὶ Ἀαρὼν καὶ εἶπαν· ἐχέτω ὑμῖν, ὅτι πᾶσα ἡ συναγωγὴ πάντες ἅγιοι, καὶ ἐν αὐτοῖς Κύριος, καὶ διατί κατανίστασθε ἐπὶ τὴν συναγωγὴν Κυρίου;

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ ἐπαναστάτησαν ἐναντίον τοῦ Μωϋσέως καὶ τοῦ Ἀαρὼν καὶ εἶπαν πρὸς αὐτούς· «ἀκούσατε καὶ μάθετε σεῖς, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἅγιος, καὶ ὁ Κύριος εἶναι μαζῆ μὲ τὸν λαόν. Διατί, λοιπόν, σεῖς ὑψώνετε τὸν ἑαυτόν σας ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ κατακρατεῖτε τὴν ἀρχηγίαν;»

Τρεμπέλα

ὅλοι αὐτοὶ ἑνώθησαν καὶ ἐστασίασαν κατὰ τοῦ Μωϋσῆ καὶ τοῦ Ἀαρών, εἰς τοὺς ὁποίους εἶπαν: «Ἐπροχωρήσατε πάρα πολύ· λοιπὸν ἂς γίνῃ γνωστὸν εἰς σᾶς, ὅτι δὲν εἶσθε μόνον σεῖς ἅγιοι (ἀφιερωμένοι, ξεχωρισμένοι) ἐδῶ· ἅγιοι εἶναι καὶ ὅλος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς καὶ εἰς ὅλους μας καὶ μαζὶ μὲ ὅλους μας εἶναι ὁ Κύριος. Διατί, Μωϋσῆ καὶ Ἀαρών, ὑψώνετε τὸν ἑαυτόν σας πάνω ἀπὸ τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου, παίρνετε ὅλα τὰ προνόμια καὶ λαμβάνετε μόνοι σας τὴν ἀρχηγίαν τοῦ λαοῦ;»

Ἀριθ. 16,4

καὶ ἀκούσας Μωϋσῆς ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον,

Κολιτσάρα

Ὅταν ὁ Μωϋσῆς ἤκουσεν αὐτά, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς (προφανῶς ἕνεκα τοῦ πόνου του καὶ διὰ νὰ προσευχηθῇ μυστικῶς πρὸς τὸν Κύριον).

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Μωϋσῆς ἄκουσε τὰ λόγια αὐτά, ἔπεσε κάτω ἐμπρός των μὲ τὸ πρόσωπον καταγῇς, ὡσὰν νὰ ἦταν δοῦλος των, διὰ νὰ προσευχηθῇ καὶ ζητήσῃ τὴν καθοδήγησιν τοῦ Θεοῦ.

Ἀριθ. 16,5

καὶ ἐλάλησε πρὸς Κορὲ καὶ πρὸς πᾶσαν αὐτοῦ τὴν συναγωγὴν λέγων· ἐπέσκεπται καὶ ἔγνω ὁ Θεὸς τοὺς ὄντας αὐτοῦ καὶ τοὺς ἁγίους, καὶ προσηγάγετο πρὸς ἑαυτόν, καὶ οὓς ἐξελέξατο ἑαυτῷ, προσηγάγετο πρὸς ἑαυτόν.

Κολιτσάρα

Ὡμίλησε πρὸς τὸν Κορὲ καὶ τοὺς στασιαστάς, ποὺ τὸν εἶχον ἀκολουθήσει, λέγων· «ὁ Θεὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπεσκέφθη, ἐγνώρισε καὶ ἐξέλεξε τοὺς ἰδικούς του ἀνθρώπους ὡς ἀφιερωμένους καὶ τοὺς ὡδήγησεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του. Αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξε διὰ τὸν ἑαυτόν του, αὐτοὺς ὁδήγησε καὶ τοὺς κατέστησεν ἀξίους νὰ τὸν ὑπηρετοῦν.

Τρεμπέλα

ἀφοῦ ἔμεινε ἔτσι ἀρκετὴν ὥραν, καὶ ἀφοῦ ἐφωτίσθη ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐμίλησε πρὸς τὸν Κορὲ καὶ πρὸς ὅλην τὴν συνοδείαν του καὶ τοὺς εἶπε: «Ὁ Θεὸς ἐπεσκέφθη, ἐδιάλεξε καὶ ὥρισε ἐκείνους ποὺ εἶναι ἰδικοί του καὶ τοὺς ἀφιερωμένους καὶ τοὺς ὡδήγησε κοντά του διὰ νὰ εἶναι ἱερεῖς καὶ λειτουργοί του.

Ἀριθ. 16,6

τοῦτο ποιήσατε· λάβετε ὑμῖν αὐτοῖς πυρεῖα, Κορὲ καὶ πᾶσα ἡ συναγωγὴ αὐτοῦ,

Κολιτσάρα

Διὰ νὰ καταδειχθῇ ὅμως, ἐὰν ἐκεῖνοι ἢ σεῖς εἶσθε οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ, κάμετε τοῦτο· λάβετε σεῖς, ὁ Κορὲ καὶ ὅλοι ὅσοι τὸν ἀκολουθοῦν, πυροδοχεῖα,

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ὅμως λέγετε ὅτι πρέπει νὰ λάβετε μέρος εἰς τὴν διακονίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου, κάμετε τοῦτο· αὔριον τὸ πρωΐ πάρετε ὅλοι σας θυμιατήρια, ὁ Κορὲ καὶ ὅλη ἡ συνοδεία του,

Ἀριθ. 16,7

καὶ ἐπίθετε ἐπ’ αὐτὰ πῦρ, καὶ ἐπίθετε ἐπ’ αὐτὰ θυμίαμα ἔναντι Κυρίου αὔριον· καὶ ἔσται ὁ ἀνήρ, ὃν ἐκλέλεκται Κύριος, οὗτος ἅγιος· ἱκανούσθω ὑμῖν υἱοὶ Λευί.

Κολιτσάρα

θέσατε εἰς αὐτὰ πῦρ καὶ ἐπάνω εἰς τὸ πῦρ θυμίαμα, διὰ νὰ θυμιάσετε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου αὔριο. Αὐτὸς δὲ ὁ ἄνθρωπος τὸν ὁποῖον θὰ ἐκλέξῃ ὁ Κύριος, δεχόμενος τὸ θυμίαμά του, αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ ἱερεύς. Ἂς θεωρηθῇ αὐτὸ ἀξιόπιστος καὶ ἱκανὴ μαρτυρία πρὸς σᾶς, Λευῖται ἐπαναστάται».

Τρεμπέλα

καὶ βάλετε εἰς αὐτὰ ἀναμμένα κάρβουνα καὶ ἐπάνω εἰς τὰ κάρβουνα βάλετε Θυμίαμα καὶ προσφέρετε τὸ Θυμίαμά σας εἰς τὸν Κύριον. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὸ θυμίαμα θὰ δεχθῇ ὁ Κύριος, αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον Θὰ ἐκλέξῃ διὰ νὰ εἶναι ὁ πραγματικὸς ἱερεύς του. Ἡ ἀπάντησις αὐτὴ τοῦ Θεοῦ ἂς εἶναι ἀρκετὴ διὰ σᾶς, ἀπόγονοι τοῦ Λευΐ, ποὺ τολμᾶτε νὰ ἐπαναστατῆτε κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Θεοῦ».

Ἀριθ. 16,8

καὶ εἶπε Μωϋσῆς πρὸς Κορέ· εἰσακούσατέ μου, υἱοὶ Λευί.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ἀκόμη ὁ Μωϋσῆς πρὸς τὸν Κορὲ καὶ τοὺς ἀκολούθους του· «ἀκούσατε τὰ λόγια μου σεῖς, ποὺ εἶσθε ἀπόγονοι τοῦ Λευί·

Τρεμπέλα

Ὁ Μωϋσῆς εἶπεν ἀκόμη πρὸς τὸν Κορέ: «Ἀκοῦστε ὅσα θὰ σᾶς εἰπῶ, ἀπόγονοι τοῦ Λευΐ.

Ἀριθ. 16,9

μὴ μικρόν ἐστι τοῦτο ὑμῖν, ὅτι διέστειλεν ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ὑμᾶς ἐκ συναγωγῆς Ἰσραὴλ καὶ προσηγάγετο ὑμᾶς πρὸς ἑαυτὸν λειτουργεῖν τὰς λειτουργίας τῆς σκηνῆς Κυρίου καὶ παρίστασθαι ἔναντι τῆς σκηνῆς λατρεύειν αὐτοῖς;

Κολιτσάρα

μικρὸν πρᾶγμα γιὰ σᾶς εἶναι τὸ ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ σᾶς ἐξεχώρισεν ἀπὸ ὅλον τὸν λαὸν τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ σᾶς προσέλαβε διὰ τὸν ἑαυτόν του, ὥστε νὰ ὑπηρετῆτε καὶ νὰ προσφέρετε ἱερὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Σκηνὴν τοῦ Κυρίου καὶ νὰ παρίστασθε ἐνώπιον αὐτῆς τῆς Σκηνῆς καὶ νὰ προσφέρετε λατρευτικὰς διαικονίας ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν σας;

Τρεμπέλα

Μικρὸν πρᾶγμα σᾶς φαίνεται, ὅτι δηλαδὴ σᾶς ἐξεχώρισεν ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους Ἰσραηλίτες καὶ σᾶς ἐπῆρε κοντά του διὰ νὰ τὸν ὑπηρετῆτε εἰς τὴν Σκηνὴν τοῦ Μαρτυρίου καὶ νὰ στέκεσθε ἐμπρὸς εἰς τὴν Σκηνὴν καὶ νὰ λατρεύετε τὸν Θεὸν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν σας;

Ἀριθ. 16,10

καὶ προσηγάγετό σε καὶ πάντας τοὺς ἀδελφούς σου υἱοὺς Λευὶ μετὰ σοῦ καὶ ζητεῖτε καὶ ἱερατεύειν;

Κολιτσάρα

Εἶναι μικρὸν πρᾶγμα ὅτι προσέλαβεν ὁ Θεὸς σὲ καὶ μαζῆ μὲ σὲ ὅλους τοὺς ἀδελφούς σου ἀπὸ τὴν φυλὴν Λευὶ ὡς ὑπηρέτας εἰς τὴν Σκηνὴν καὶ ζητεῖτε τώρα νὰ γίνετε καὶ ἱερεῖς;

Τρεμπέλα

(Μικρὸν πρᾶγμα σᾶς φαίνεται) ὅτι ὁ Θεὸς ἐπῆρε ἐσὲ τὸν Κορὲ καὶ ὅλους τοὺς ἀδελφούς σου, ποὺ κατάγονται ἀπὸ τὸν Λευΐ, μαζί (σου) καὶ σᾶς ἔδωκε εἰδικὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν οἱ ἄλλες φυλές, καὶ τώρα ἀντὶ νὰ τὸν εὐγνωμονῆτε, ζητεῖτε νὰ γίνετε καὶ ἱερεῖς;

Ἀριθ. 16,11

οὕτως σὺ καὶ πᾶσα ἡ συναγωγή σου ἡ συνηθροισμένη πρὸς τὸν Θεόν· καὶ Ἀαρὼν τίς ἐστιν, ὅτι διαγογγύζετε κατ’ αὐτοῦ;

Κολιτσάρα

Ἔτσι λοιπὸν φέρεσθε σύ, Κορὲ καὶ οἱ ὁμόφρονές σου, οἱ ὁποῖοι ὠργανώσατε συνωμοσίαν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ! Τί δὲ εἶναι ὁ Ἀαρών, ἐναντίον τοῦ ὁποίου σεῖς γογγύζετε; Δὲν εἶναι αὐτός, ποὺ ἔχει ἐκλεγῆ ἀπὸ τὸν Θεόν;»

Τρεμπέλα

Καὶ ἔτσι ἐσὺ καὶ ὅλη ἡ συνοδεία σου, ἀντὶ νὰ μένετε εὐχαριστημένοι, παραπονεῖσθε καὶ συνωμοτεῖτε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ· διότι τὶ εἶναι ὁ Ἀαρών, ἐναντίον τοῦ ὁποίου γογγύζετε; Εἶναι ἀρχιερεύς, ποὺ ἔχει ἐκλεγῆ ἀπὸ τὸν Θεόν».

Ἀριθ. 16,12

καὶ ἀπέστειλε Μωϋσῆς καλέσαι Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν υἱοὺς Ἑλιάβ καὶ εἶπαν· οὐκ ἀναβαίνομεν·

Κολιτσάρα

Ἔστειλεν ὁ Μωϋσῆς καὶ ἐκάλεσε τὸν Δαθὰν καὶ τὸν Ἀβειρών, τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἑλιάβ, καὶ ἐκεῖνοι ἀπήντησαν· «δὲν ἐρχόμεθα·

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ Μωϋσῆς ἔστειλε νὰ καλέσουν τὸν Δαθὰν καὶ τὸν Ἀβειρών, τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἐλιάβ, διὰ νὰ συζητήσῃ καὶ μαζί των. Αὐτοὶ ὅμως ἀπάντησαν μὲ προκλητικότητα καὶ αὐθάδειαν: «Δὲν ἐρχόμεθα!

Ἀριθ. 16,13

μὴ μικρὸν τοῦτο, ὅτι ἀνήγαγες ἡμᾶς εἰς γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι ἀποκτεῖναι ἡμᾶς ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὅτι κατάρχεις ἡμῶν ἄρχων;

Κολιτσάρα

μήπως εἶναι μικρὸν αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔκαμες, ὅτι μᾶς ἔβγαλες ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃς εἰς γῆν ρέουσαν γάλα καὶ μέλι, εἰς δὲ τὴν πραγματικότητα μᾶς ἔφερες εἰς τὴν ἔρημον, διὰ νὰ μᾶς θανατώσῃς; Καὶ θέλεις διὰ τῆς βὶας νὰ καθήσῃς ἐπάνω μας ὡς ἄρχων;

Τρεμπέλα

Δὲν εἶναι μήπως ἀρκετόν (ἐπρόσθεσαν μὲ εἰρωνείαν) ὅτι μᾶς ἔβγαλες ἀπὸ τὴν εὔφορον Αἴγυπτον καὶ μᾶς ὡδήγησες εἰς τὴν γῆν αὐτήν, ποὺ ἀναβρύζει ἄφθονον γάλα καὶ μέλι, (οὐσιαστικῶς ὅμως) διὰ νὰ μᾶς ἐξολοθρεύσῃς εἰς τὴν ἔρημον; Δεν εἶναι μήπως ἀρκετὸν ὅτι σὺ ἔγινες ἄρχοντας καὶ ἐξουσιαστὴς καὶ ἐμεῖς εἴμεθα δοῦλοι σου;

Ἀριθ. 16,14

εἰ καὶ εἰς γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι εἰσήγαγες ἡμᾶς καὶ ἔδωκας ἡμῖν κλῆρον ἀγροῦ καὶ ἀμπελῶνας, τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ἂν ἐξέκοψας· οὐκ ἀναβαίνομεν.

Κολιτσάρα

Ποὺ εἶναι ἡ γῆ ἡ ρέουσα γάλα καὶ μέλι, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς εἰσήγαγες καὶ τῆς ὁποίας τοὺς ἀγροὺς καὶ τοὺς ἀμπελῶνας μᾶς ἔδωκες κληρονομίαν; Ἀσφαλῶς προσπαθεῖς νὰ τυφλώσῃς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀνθρώπων τούτων. Ἡμεῖς δὲν ἐρχόμεθα».

Τρεμπέλα

Ἐὰν νομίζῃς ὅτι μᾶς ἔφερες εἰς εὔφορον γῆν, ποὺ ἀναβρύζει γάλα καὶ μέλι, καὶ ὅτι μᾶς ἐμοίρασες ὡς κληρονομίαν τὰ χωράφια καὶ τὰ ἀμπέλια της, τότε μὲ τὶς ὑποσχέσεις σου μᾶς ἐτύφλωσες κυριολεκτικὰ καὶ ἔβγαλες τὰ μάτια ὅλων μας, διὰ νὰ μὴ βλέπωμεν τὶ εἶχες σκοπὸν νὰ μᾶς κάμῃς καὶ ποὺ ἤθελες νὰ μᾶς ὁδηγήσῃς. Λοιπὸν δεν ἐρχόμεθα!»

Ἀριθ. 16,15

καὶ ἐβαρυθύμησε Μωϋσῆς σφόδρα καὶ εἶπε πρὸς Κύριον· μὴ πρόσχῃς εἰς τὴν θυσίαν αὐτῶν· οὐκ ἐπιθύμημα οὐδενὸς αὐτῶν εἴληφα, οὐδὲ ἐκάκωσα οὐδένα αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ἐλυπήθη καὶ ἐπικράνθη πάρα πολὺ ὁ Μωϋσῆς καὶ εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· «μὴ δώσῃς σημασίαν, Κύριε, καὶ μὴ δεχθῇς τὴν θυσίαν θυμιάματος, ποὺ θὰ σοῦ προσφέρουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Ἐγὼ τίποτε δὲν ἐπεθύμησα καὶ τίποτε δὲν ἔλαβα ἀπὸ τὰ πράγματα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ κανένα ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἔχω ἀδικήσει».

Τρεμπέλα

Ὁ Μωϋσῆς ἐλυπήθη καὶ ἐπικράνθη πάρα πολὺ καὶ γεμᾶτος παράπονον εἶπε πρὸς τὸν Κύριον: «Μὴ ἀποδεχθῇς τὴν θυσίαν τοῦ θυμιάματος, ποὺ πρόκειται νὰ σοῦ προσφέρουν αὐτοί· δὲν ἐπῆρα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς χρήματα, οὔτε ἄλλο πρᾶγμα ἰδικόν των ἐπεθύμησα· δὲν ἐδολιεύθηκα, οὔτε ἐκακοποίησα κανένα ἀπὸ αὐτούς».

Ἀριθ. 16,16

καὶ εἶπε Μωϋσῆς πρὸς Κορέ· ἁγίασον τὴν συναγωγὴν σου καὶ γίνεσθε ἕτοιμοι ἔναντι Κυρίου σὺ καὶ Ἀαρὼν καὶ αὐτοὶ αὔριον.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ὁ Μωϋσῆς πρὸς τὸν Κορέ· «αὔριον πάρε μαζῆ σου καὶ ξεχώρισε τοὺς ὁμόφρονάς σου καὶ γίνεσθε ἕτοιμοι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου σὺ καὶ οἱ δικοί σου ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, ὁ Ἀαρὼν δὲ ἀπὸ τὸ ἄλλο.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Μωϋσῆς εἶπε πρὸς τὸν Κορέ: «Ξεχώρισε τὴν συνοδείαν σου καὶ ἑτοιμάσου καὶ σὺ καὶ ὁ Ἀαρὼν καὶ οἱ ἰδικοί σου νὰ παρουσιασθῆτε ἐμπρὸς εἰς τὸν Κύριον αὔριον τὸ πρωΐ.

Ἀριθ. 16,17

καὶ λάβετε ἕκαστος τὸ πυρεῖον αὐτοῦ καὶ ἐπιθήσετε ἐπ’ αὐτὰ θυμίαμα καὶ προσάξετε ἔναντι Κυρίου ἕκαστος τὸ πυρεῖον αὐτοῦ, πεντήκοντα καὶ διακόσια πυρεῖα, καὶ σὺ καὶ Ἀαρὼν ἕκαστος τὸ πυρεῖον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ καθένας σας ἂς πάρῃ τὸ πυροδοχεῖον του καὶ ἂς θέσῃ εἰς αὐτὸ θυμίαμα. Θὰ προσφέρετε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὁ καθένας σας τὸ πυροδοχεῖον του, διακόσια πεντήκοντα πυροδοχεῖα τῶν ὁμοφρόνων σου καὶ σὺ τὸ ἰδικόν σου, ὁ δὲ Ἀαρὼν τὸ ἰδικόν του πυροδοχεῖον».

Τρεμπέλα

Καὶ πάρετε ὁ καθένας σας τὸ θυμιατήριόν του καὶ βάλετε εἰς αὐτὰ ἀναμμένα κάρβουνα καὶ θυμίαμα καὶ φέρετε ἐμπρὸς εἰς τὸν Κύριον ὁ καθένας τὸ θυμιατήριόν του, δηλαδὴ διακόσια πενῆντα θυμιατήρια, καὶ σὺ καὶ ὁ Ἀαρών, ὁ καθένας σας τὸ θυμιατήριόν του».

Ἀριθ. 16,18

καὶ ἔλαβεν ἕκαστος τὸ πυρεῖον αὐτοῦ καὶ ἐπέθηκαν ἐπ’ αὐτὰ πῦρ καὶ ἐπέβαλον ἐπ’ αὐτὰ θυμίαμα. καὶ ἔστησαν παρὰ τὰς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου Μωϋσῆς καὶ Ἀαρών.

Κολιτσάρα

Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐπῆρεν ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς τὸ πυροδοχεῖον του, ἔθεσεν εἰς αὐτὸ πῦρ καὶ ἐπάνω εἰς τὸ πῦρ τὸ θυμίαμα. Ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἀαρὼν ἐστάθησαν ὀρθοὶ πλησίον εἰς τὴν θύραν τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπῆρεν ὁ καθένας τὸ θυμιατήριόν του καὶ ἔβαλαν εἰς αὐτὰ ἀναμμένα κάρβουνα καὶ ἐπάνω εἰς αὐτὰ ἔβαλαν θυμίαμα καὶ ἐστάθηκαν κοντὰ εἰς τὴν πόρταν τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἀαρών.

Ἀριθ. 16,19

καὶ ἐπισυνέστησεν ἐπ’ αὐτοὺς Κορὲ τὴν πᾶσαν αὐτοῦ συναγωγὴν παρὰ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου. καὶ ὤφθη ἡ δόξα Κυρίου πάσῃ τῇ συναγωγῇ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Κορὲ καὶ οἱ ὁμόφρονές του συνεκεντρώθησαν ἀπέναντι αὐτῶν πλησίον εἰς τὴν θύραν τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου. Ἀμέσως δὲ θεία λάμψις ἐφάνη εἰς ὅλον τὸ πλῆθος τοῦ Ἰσραήλ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κορὲ ἐμάζευσεν ἀπέναντι τοῦ Μωϋσῆ καὶ τοῦ Ἀαρὼν ὅλην τὴν συνοδείαν τῶν ἐπαναστατῶν του κοντὰ εἰς τὴν πόρταν τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου. Ἔξαφνα ὅμως ἐκτυφλωτικὴ λάμψις, ποὺ ἐφανέρωνε τὴν ἔνδοξον δύναμιν τοῦ Κυρίου, ἔκαμε τὴν ἐμφάνισίν της εἰς ὅλον τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν· ὁ Κορὲ καὶ οἱ σύντροφοί του παρέλυσαν ἀπὸ τὸν φόβον των καὶ ἐμποδίσθησαν νὰ θυσιάσουν.

Ἀριθ. 16,20

καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωϋσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ Κύριος ὡμίλησε πρὸς τὸν Μωϋσῆν καὶ τὸν Ἀαρὼν λέγων·

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κύριος ἐμίλησε εἰς τὸν Μωϋσῆν καὶ εἰς τὸν Ἀαρὼν καὶ τοὺς εἶπε:

Ἀριθ. 16,21

ἀποσχίσθητε ἐκ μέσου τῆς συναγωγῆς ταύτης, καὶ ἐξαναλώσω αὐτοὺς εἰσάπαξ.

Κολιτσάρα

«ἀπομακρυνθῆτε μέσα ἀπὸ τὴν συγκέντρωσιν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, διότι ἐγὼ μὲ ἕνα μου κτύπημα θὰ τοὺς ἐξοντώσω».

Τρεμπέλα

«Χωρισθῆτε καὶ φύγετε μακριὰ ἀπὸ τὸν Κορὲ καὶ τὴν συνοδείαν του αὐτὴν καὶ θὰ τοὺς κάψω ὅλους· θὰ τοὺς κάμω στάχτην εὐθὺς ἀμέσως, μιὰ γιὰ πάντα».

Ἀριθ. 16,22

καὶ ἔπεσαν ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ εἶπαν· Θεός, Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκός, εἰ ἄνθρωπος εἷς ἥμαρτεν, ἐπὶ πᾶσαν τὴν συναγωγὴν ὀργὴ Κυρίου;

Κολιτσάρα

Ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἀαρὼν ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς καὶ εἶπον· «ὢ Θεέ! Σὺ ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκός, ἐὰν ἕνας μόνον ἄνθρωπος ἡμάρτησεν ἀπέναντί σου, θὰ ἐξαποστείλῃς τὴν ὀργήν σου ἐναντίον ὅλης τῆς συναγωγῆς;»

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἀαρὼν ἔπεσαν κάτω μὲ τὰ πρόσωπα κατὰ γῆς καὶ παρεκάλεσαν τὸν Θεόν: «Ὦ Θεέ, ποὺ εἶσαι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ὁ κριτὴς καὶ ἐξουσιασὴς ὅλων τῶν λογικῶν ὄντων· ὦ Θεὲ τῶν ἀΰλων καὶ ἀσωμάτων πνευμάτων, ποὺ εἶναι εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἐκείνων ποὺ φέρουν ὑλικὸν σῶμα καὶ εἶναι ψυχὲς συνδεδεμένες μὲ σάρκα θνητήν, ἐὰν ἁμάρτησε ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Κορέ, θὰ πέσῃ ὁ δίκαιος θυμός σου τοῦ Κυρίου εἰς ὅλον τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν;»

Ἀριθ. 16,23

καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωϋσῆν λέγων·

Κολιτσάρα

Ὡμίλησεν ὁ Κύριος πρὸς τὸν Μωϋσῆν καὶ εἶπε·

Τρεμπέλα

Ὁ Κύριος ἐμίλησε εἰς τὸν Μωϋσῆν καὶ εἶπε:

Ἀριθ. 16,24

λάλησον τῇ συναγωγῇ λέγων· ἀναχωρήσατε κύκλῳ ἀπὸ τῆς συναγωγῆς Κορέ.

Κολιτσάρα

«ὁμίλησε εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰπὲ εἰς αὐτούς· Φύγετε καὶ ἀπομακρυνθῆτε γύρω ἀπὸ τοὺς συνωμότας τοῦ Κορέ».

Τρεμπέλα

«Νὰ ὁμιλήσῃς εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν καὶ νὰ τοὺς εἰπῇς· φύγετε μακριὰ ἀπὸ τὸν Κορὲ καὶ τὴν συνοδείαν τῶν ἐπαναστατῶν του».

Ἀριθ. 16,25

καὶ ἀνέστη Μωϋσῆς καὶ ἐπορεύθη πρὸς Δαθὰν καὶ Ἀβειρών, καὶ συνεπορεύθησαν μετ’ αὐτοῦ πάντες οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Ἠγέρθη ὁ Μωϋσῆς, μετέβη πρὸς τὸν Δαθὰν καὶ τὸν Ἀβειρὼν καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν ἐπορεύθησαν ὅλοι οἱ γεροντώτεροι Ἰσραηλῖται.

Τρεμπέλα

Ὁ Μωϋσῆς, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν ποὺ ἐπῆρε ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγε πρὸς τὸ μέρος ποὺ ἦσαν στημένες οἱ σκηνὲς τοῦ Δαθὰν καὶ τοῦ Ἀβειρών· μαζί του ἐπῆγαν καὶ ὅλοι οἱ γεροντότεροι τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.

Ἀριθ. 16,26

καὶ ἐλάλησε πρὸς τὴν συναγωγὴν λέγων· ἀποσχίσθητε ἀπὸ τῶν σκηνῶν τῶν ἀνθρώπων τῶν σκληρῶν τούτων, καὶ μὴ ἅπτεσθε ἀπὸ πάντων, ὧν ἐστιν αὐτοῖς, μὴ συναπόλησθε ἐν πάσῃ τῇ ἁμαρτίᾳ αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ Μωϋσῆς ὡμίλησε πρὸς τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ εἶπε· «ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τὰς σκηνὰς τῶν σκληρῶν αὐτῶν ἀνθρώπων καὶ μὴ ἐγγίζετε τίποτε, ἀπὸ ὅσα πράγματα ἀνήκουν εἰς αὐτούς, διὰ νὰ μὴ καταστραφῆτε μαζῆ των ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας των».

Τρεμπέλα

Ὁ Μωϋσῆς ἐμίλησε πρὸς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, ποὺ εὑρίσκετο ἐκεῖ, καὶ εἶπε: «Χωρισθῆτε καὶ φύγετε μακριὰ ἀπὸ τὶς σκηνὲς τῶν ἀνυποτάκτων καὶ κακοήθων αὐτῶν ἀνθρώπων καὶ μὴ ἀκουμβᾶτε σὲ κανένα πρᾶγμα, ποὺ ἀνήκει εἰς αὐτούς, διὰ νὰ μὴ καταστραφῆτε καὶ σεῖς μαζί των, διότι τιμωροῦνται ἕνεκα τῆς ἀποστασίας των».

Ἀριθ. 16,27

καὶ ἀπέστησαν ἀπὸ τῆς σκηνῆς Κορὲ κύκλῳ· καὶ Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν ἐξῆλθον καὶ εἱστήκεισαν παρὰ τὰς θύρας τῶν σκηνῶν αὐτῶν καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν καὶ ἡ ἀποσκευὴ αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Οἱ Ἰσραηλῖται ἀπεμακρύνθησαν ὁλόγυρα ἀπὸ τὴν σκηνὴν τοῦ Κορέ. Ὁ Δαθὰν ὅμως καὶ ὁ Ἀβειρὼν ἐβγῆκαν ἀπὸ τὰς σκηνάς των καὶ ἐστάθησαν ἐγωϊσταὶ καὶ πείσμονες εἰς τὰς θύρας τῶν σκηνῶν των αὐτοὶ καὶ αἱ γυναῖκες των καὶ τὰ τέκνα των καὶ αἱ ἀποσκευαί των.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀποτραβήχθηκαν καὶ ἀπεσύρθησαν ὅσοι εὑρίσκοντο γύρω ἀπὸ τὴν σκηνὴν τοῦ Κορέ· ὅμως ὁ Δαθὰν καὶ ὁ Ἀβειρὼν ἐβγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὶς σκηνές των καὶ ἐστάθηκαν ἀσυγκίνητοι, καμαρωτοὶ καὶ θρασεῖς κοντὰ εἰς τὶς πόρτες τῶν σκηνῶν των, ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ γυναῖκες των, οἱ υἱοί των καὶ τὰ μικρὰ παιδιά των (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν μὲ ὅλην τὴν συνοδείαν των καὶ τὰ ὑπάρχοντά των).

Ἀριθ. 16,28

καὶ εἶπε Μωϋσῆς· ἐν τούτῳ γνώσεσθε ὅτι Κύριος ἀπέστειλέ με ποιῆσαι πάντα τὰ ἔργα ταῦτα, ὅτι οὐκ ἀπ’ ἐμαυτοῦ·

Κολιτσάρα

Εἶπεν ὁ Μωϋσῆς πρὸς ὅλους αὐτούς· «μὲ ὅσα θὰ γίνουν τώρα θὰ μάθετε ὅτι ὁ Κύριος μὲ ἔστειλε νὰ κάμω αὐτὰ τὰ ἔργα, ὅτι δὲν ἦλθα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μου αὐτόκλητος.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Μωϋσῆς εἶπε πρὸς αὐτούς: «Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ μάθετε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἔστειλε καὶ μοῦ ἀνέθεσε νὰ κάμω ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα καὶ ὅτι δὲν ἐπῆρα τὴν ἐξουσίαν μὲ τὸ χέρι μου καὶ αὐθαίρετα·

Ἀριθ. 16,29

εἰ κατὰ θάνατον πάντων ἀνθρώπων ἀποθανοῦνται οὗτοι, εἰ καὶ κατ’ ἐπίσκεψιν πάντων ἀνθρώπων ἐπισκοπὴ ἔσται αὐτῶν, οὐχὶ Κύριος ἀπέσταλκέ με·

Κολιτσάρα

Ἐὰν ὁ Δαθὰν καὶ ὁ Ἀβειρὼν ἀποθάνουν φυσιολογικὸν θάνατον, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἐὰν ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Κυρίου πρὸς αὐτοὺς εἶναι ὅπως καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τότε αὐτὸ θὰ εἶναι δεῖγμα, ὅτι δὲν μὲ ἔχει στείλει ὁ Κύριος.

Τρεμπέλα

ἐάν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀποθάνουν μὲ θάνατον συνηθισμένον, ὅπως ἀποθνήσκουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι· ἢ ἐάν, ὅταν τοὺς ἐπισκεφθῇ ὁ Κύριος, διατηρηθοῦν σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς καὶ γλυτώσουν ἀπὸ κάθε κίνδυνον, τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι δὲν μὲ ἔστειλεν ὁ Θεὸς καὶ ὅτι ἐγὼ ἐπῆρα τὴν ἐξουσίαν μόνος μου.

Ἀριθ. 16,30

ἀλλ’ ἢ ἐν φάσματι δείξει Κύριος, καὶ ἀνοίξασα ἡ γῆ τὸ στόμα αὐτῆς καταπίεται αὐτοὺς καὶ τοὺς οἴκους αὐτῶν καὶ τὰς σκηνὰς αὐτῶν καὶ πάντα, ὅσα ἐστὶν αὐτοῖς, καὶ καταβήσονται ζῶντες εἰς ᾅδου, καὶ γνώσεσθε, ὅτι παρώξυναν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι τὸν Κύριον.

Κολιτσάρα

Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Κύριος δείξη θαῦμα τρομερὸν καὶ ἀνοίξῃ ἡ γῆ τὸ στόμα της καὶ καταπίῃ αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των καὶ τὰς σκηνάς των καὶ ὅλα ὅσα τοὺς ἀνήκουν, καὶ καταβοῦν ἔτσι εἰς στιγμὴν χρόνου ζωντανοὶ εἰς τὸν ἅδην, τότε θὰ μάθετε καλὰ ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐξώργισαν τὸν Κύριον μὲ τὴν ἐπανάστασίν των».

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὅμὼς ὁ Κύριος ἐνεργήσῃ κάτι μὲ τρόπον πρωτοφανῆ, πρωτάκουστον καὶ μὲ θαῦμα καταπληκτικόν, ἐὰν ἡ γῆ ἀνοίξῃ τὸ στόμα της καὶ καταπιῇ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς καὶ τὶς οἰκογένειές των καὶ τὶς σκηνὲς των καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά των καὶ κατεβοῦν ὅλοι αὐτοὶ ἀμέσως ζωντανοὶ εἰς τὸν ᾅδην, τότε θὰ μάθετε ἀσφαλῶς, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐπεριφρόνησαν καὶ ἐξώργισαν τὸν Κύριον».

Ἀριθ. 16,31

ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν πάντας τοὺς λόγους τούτους, ἐρράγη ἡ γῆ ὑποκάτω αὐτῶν,

Κολιτσάρα

Μόλις δὲ ὁ Μωϋσῆς ἔπαυσε νὰ λέγῃ τὰ λόγια αὐτά, ἐσχίσθη ἡ γῆ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια ἐκείνων,

Τρεμπέλα

Μόλις δὲ ἔπαυσε ὁ Μωϋσῆς νὰ λέγῃ τὰ λόγια αὐτά, ἐσχίσθη ἡ γῆ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τῶν Δαθὰν καὶ Ἀβειρών·

Ἀριθ. 16,32

καὶ ἠνοίχθη ἡ γῆ καὶ κατέπιεν αὐτοὺς καὶ τοὺς οἴκους αὐτῶν καὶ πάντας τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὄντας μετὰ Κορὲ καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν.

Κολιτσάρα

ἤνοιξεν ἡ γῆ καὶ κατέπιεν αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των καὶ ὅλους ὅσοι ἦσαν μὲ τὸν Κορέ, καὶ τὰ ζῶα των,

Τρεμπέλα

ἄνοιξε ἡ γῆ καὶ ἐσχηματίσθη βαθύς, μεγάλος καὶ σκοτεινὸς τάφος, ὁ ὁποῖος ἐκατάπιε ἀμέσως αὐτοὺς καὶ τὶς οἰκογένειές των καὶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ εἶχαν σχέσιν μὲ τὸν Κορέ, καὶ τὰ ζῶα των.

Ἀριθ. 16,33

καὶ κατέβησαν αὐτοὶ καὶ ὅσα ἐστὶν αὐτῶν ζῶντα εἰς ᾅδου, καὶ ἐκάλυψεν αὐτοὺς ἡ γῆ, καὶ ἀπώλοντο ἐκ μέσου τῆς συναγωγῆς.

Κολιτσάρα

καὶ κατέβησαν αὐτοί, καὶ ὅσοι ἄλλοι ἦσαν μὲ τὸ μέρος των, ζωντανοὶ εἰς τὸν ἅδην, τοὺς ἐσκέπασεν ἡ γῆ καὶ ἐχάθησαν ἐκ μέσου τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.

Τρεμπέλα

Ἔτσι κατέβησαν αὐτοὶ καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα καὶ τὰ ζῶα των ζωντανοὶ εἰς τὸν ᾅδην καὶ ἡ γῆ ἔκλεισεν ἀπὸ πάνω τους καὶ τοὺς ἐσκέπασε καὶ ἐχάθησαν ἀπὸ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν.

Ἀριθ. 16,34

καὶ πᾶς Ἰσραὴλ οἱ κύκλῳ αὐτῶν ἔφυγον ἀπὸ τῆς φωνῆς αὐτῶν, ὅτι λέγοντες· μή ποτε καταπίῃ ἡμᾶς ἡ γῆ.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ ἄλλοι Ἰσραηλῖται, ποὺ ἦσαν γύρω καὶ εἰς ἀπόστασιν ἀπὸ αὐτούς, ὅταν ἤκουσαν τὰς σπαρακτικὰς φωνὰς ἐκείνων, ἐτράπησαν εἰς φυγὴν λέγοντες· «ἂς φύγωμεν μήπως καταπίῃ καὶ ἡμᾶς ἡ γῆ»!

Τρεμπέλα

Ἐνῷ δὲ ἐφώναζαν καὶ ἐζητοῦσαν βοήθειαν, κανεὶς δεν ἐτολμοῦσε νὰ πλησιάσῃ· διότι ὅλος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός, ποὺ ἦταν γύρω τους, ἀκούοντας τὶς φωνές τους ἐτράπη εἰς φυγὴν καὶ ἔλεγε· «ἂς τρέξωμεν νὰ φύγωμεν, μήπως ἡ γῆ καταπιῃ καὶ ἐμᾶς».

Ἀριθ. 16,35

καὶ πῦρ ἐξῆλθε παρὰ Κυρίου καὶ κατέφαγε τοὺς πεντήκοντα καὶ διακοσίους ἄνδρας τοὺς προσφέροντας τὸ θυμίαμα.

Κολιτσάρα

Πῦρ δὲ προερχόμενον κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν Κύριον ἐξῆλθε καὶ κατέφαγε τοὺς διακοσίους πεντήκοντα ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν τότε τὸ θυμίαμά των.

Τρεμπέλα

Τὴν στιγμὴν ποὺ ἄνοιξε ἡ γῆ καὶ ἐκατάπιε τὸν Λαθάν, τὸν Ἀβειρὼν καὶ τοὺς συντρόφους των, φωτιὰ σὰν ἀστροπελέκι ἔπεσε ἀπὸ τὸν Κύριον καὶ ἔκαμε κάρβουνον καὶ στάχτην τοὺς διακοσίους πενῆντα ἄνδρες, ποὺ εἶχαν ἐπαναστατήσει μὲ τὸν Κορέ, Δαθὰν καὶ βειρών, οἱ ὁποῖοι ἐκείνην τὴν ὥραν ἐπρόσφεραν τὸ θυμίαμά των.