Ἄσμα Ἀσμάτων 1

Ἄσμα 1,1

ᾎσμα ᾀσμάτων, ὅ ἐστι τῷ Σαλωμών.

Κολιτσάρα

Τὸ ἆσμα τῶν ἆσμάτων, τὸ κατ’ ἐξοχὴν ὡραῖον αὐτὸ ἆσμα εἶναι τοῦ Σολομῶντος.

Τρεμπέλα

Tὸ Ἆσμα τῶν ᾀσμάτων, τὸ ὁποῖον εἶναι τοῦ Σολομῶντος.

Ἄσμα 1,2

Φιλησάτω με ἀπὸ φιλημάτων στόματος αὐτοῦ, ὅτι ἀγαθοὶ μαστοί σου ὑπὲρ οἶνον,

Κολιτσάρα

Ἂς μὲ φιλήσῃ ὁ ἀγαπημένος μου μὲ τὰ φιλήματα τοῦ ἰδικοῦ του στόματος, διότι αἱ ἰδικαί του θωπεῖαι εἶναι ὠραιότεραι καὶ ἀπὸ τὸν πλέον ἐκλεκτὸν οἶνον.

Τρεμπέλα

Ἂς μὲ φιλήσω ὁ ἠγαπημένος μου μὲ φιλήματα ἀπὸ τὸ στόμα του. Αἱ ἀγάπαι σου εἶναι θελκτικώτεραι καὶ μεθυστικώτεραι ἀπὸ τὸν οἶνον. [Ἂς μοῦ δώσῃ ὁ Νυμφίος ἀμέσως ἀπὸ τὸ στόμα του τὸ φίλημα τῆς καταλλαγῆς καὶ τῆς υἱοθεσίας· αἱ ἐξ ἀγάπης θωπεῖαι σου, ὦ Νυμφίε, καὶ οἱ κρουνοὶ τῆς χάριτος, οἱ ὡς γάλα πνευματικὸν ἐκ τῶν νοητῶν μαστῶν σου ἐκτρέφοντες τὰ ἀρνία σου, εὐφραίνουν περισσότερον ἀπὸ οἶνον.]

Ἄσμα 1,3

καὶ ὀσμὴ μύρων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα· μῦρον ἐκκενωθὲν ὄνομά σου. διὰ τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε,

Κολιτσάρα

Ἡ εὐωδία τῶν ἰδικῶν σου μύρων εἶναι περισσότερον εὐάρεστος, ἀπὸ ὅλα τὰ ἀρώματα τοῦ κόσμου. Τὸ ὄνομά σου εἶναι σὰν τὸ μῦρον, ποὺ ἄδειασε ἀπὸ σφραγισμένον δοχεῖον. Διὰ τοῦτο αἱ παρθένοι νεάνιδες σὲ ἠγάπησαν μὲ ὅλην των τὴν καρδίαν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ εὐωδία τῶν μύρων σου εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἀρώματα. Τὸ ὄνομά σου εἶναι μύρον, ποὺ ἐξεκενώθη. Δι’ αὐτὸ καὶ αἱ νεάνιδες σὲ ἠγάπησαν. [Καὶ ἡ εὐωδία τῶν ἀρετῶν σου καὶ τῶν ἀπὸ σοῦ προχεομένων χαρισμάτων εἶναι ἀσυγκρίτως ὑπέρτερα ἀπὸ ὅλα τὰ ἀρώματα τοῦ κόσμου. Τὸ Ὄνομά σου φανερούμενον διὰ τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος εὐωδιάζει σὰν μῦρον ἀπὸ δοχεῖον, ποὺ ἐξεκενώθη καὶ μεταδίδεται ἐξ αὐτοῦ ζωογόνον θεῖον ἄρωμα. Διὰ τοῦτο αἱ νεανικαὶ καὶ ἁγναὶ ψυχαὶ σὲ ἠγάπησαν.]

Ἄσμα 1,4

εἵλκυσάν σε, ὀπίσω σου εἰς ὀσμὴν μύρων σου δραμοῦμεν. εἰσήνεγκέ με ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ ταμιεῖον αὐτοῦ. ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν σοί· ἀγαπήσομεν μαστούς σου ὑπὲρ οἶνον· εὐθύτης ἠγάπησέ σε.

Κολιτσάρα

Εἱλκύσθησαν ἀπὸ σέ. Θὰ τρέξωμεν ὀπίσω σου μεθυσμέναι ἀπὸ τὴν εὐωδίαν τῶν ἰδικῶν σου μύρων. Ὁ βασιλεύς μου μὲ εἰσήγαγεν εἰς τὰ ἰδιαίτερα αὐτοῦ ἐσωτερικὰ διαμερίσματα. Θὰ χαρῶμεν καὶ θὰ εὐφρανθῶμεν μαζῆ σου. Θὰ ἀγαπήσωμεν τὰς εὐαρέστους καὶ ἠδονικὰς θωπείας σου περισσότερον ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸν οἶνον. Κάθε εὐθεῖα καρδία σὲ ἠγάπησε καὶ σὲ ἀγαπᾷ.

Τρεμπέλα

Σὲ εἵλκυσαν· θὰ τρέξωμεν ὀπίσω σου εἰς τὴν εὐωδίαν τῶν ἀρωμάτων σου· ὁ βασιλεὺς μὲ εἰσήγαγεν εἰς τὰ διαμερίσματά του. Θὰ χαρῶμεν καὶ θὰ εὐφρανθῶμεν διὰ σέ· θὰ ἐξυμνησωμεν τὰς ἀγάπας σου παραπάνω ἀπὸ οἶνον. Οἱ εὐθεῖς σὲ ἀγαποῦν. [Σὲ προσείλκυσαν διὰ τῆς ἀγάπης των· διότι εἶπαν: Θὰ τρέξωμεν ὀπίσω ἀπὸ τὴν εὐωδίαν τῶν ἀρωμάτων σου. Ὁ βασιλεὺς μὲ εἰσήγαγεν εἰς τὰ ἰδιαίτερα διαμερίσματά του καὶ μοῦ ἀπεκάλυψεν ἀποκρύφους θησαυροὺς τῆς σοφίας του, ἀνακράζει ἡ Νύμφη. Καὶ ἠμεῖς, ἀνταπαντᾷ ὁ χορὸς τῶν νεανίδων, θὰ ἀγαλλώμεθα καὶ θὰ εὐφραινώμεθα ἐξ αἰτίας σου, ποὺ τόσον συνεδέθης μὲ τὸν Νυμφίον. Θὰ ἀγαπήσωμεν παραπάνω ἀπὸ τὸν οἶνον τὰς μεθυστικὰς θωπείας σου, ἐκ τῶν ὁποίων ὡς ἀπὸ θείων μαστῶν ἐκρέουν αἱ φωτιστικαὶ χάριτες τοῦ Πνεύματος· διότι σὲ ἠγάπησεν ὁ Νυμφίος, ποὺ μεταβάλλει τὰ στρεβλὰ εἰς ἴσια καὶ εὐθέα.]

Ἄσμα 1,5

μέλαινά εἰμι ἐγὼ καὶ καλή, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ὡς σκηνώματα Κηδάρ, ὡς δέρρεις Σαλωμών.

Κολιτσάρα

Ὦ θυγατέρες, τῆς Ἱερουσαλήμ! Εἶμαι πολὺ μελαγχροινή ἐγώ, ὅπως αἱ σκηναὶ τῶν κατοίκων Κηδάρ. Εἶμαι ὅμως ὡραία, ὅπως τὰ πολύτιμα ἐκ δέρματος παραπετάσματα τοῦ ὡραίου ἀνακτόρου τοῦ Σολομῶντος.

Τρεμπέλα

Εἶμαι μελαψή, ἀλλὰ ὡραία, ὦ θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ὅπως αἱ σκηναὶ Κηδάρ, ὅπως τὰ παραπετάσματα Σολομῶντος. [Μελαψὴ εἶμαι ἐγὼ τώρα λόγῳ τῆς ἐκ τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου σκοτιζούσης κληρονομίας, ἀλλὰ γίνομαι εὔμορφος διὰ τῆς πρὸς τὸν Νυμφίον κοινωνίας μου, ὦ θυγατέρες Ἱερουσαλήμ· μαύρη σὰν τὰς σκηνὰς τῶν Κηδαρινῶν, ἀλλὰ καὶ ὡραία, ὅπως ἢ σκηνὴ καὶ τὰ παραπετάσματα τοῦ Σολομῶντος.]

Ἄσμα 1,6

μὴ βλέψητέ με ὅτι ἐγώ εἰμι μεμελανωμένη, ὅτι παρέβλεψέ με ὁ ἥλιος· υἱοὶ μητρός μου ἐμαχέσαντο ἐν ἐμοί, ἔθεντό με φυλάκισσαν ἐν ἀμπελῶσιν· ἀμπελῶνα ἐμὸν οὐκ ἐφύλαξα.

Κολιτσάρα

Μὴ μὲ κυττάζετε μὲ περιέργειαν, ποὺ εἶμαι μελαγχροινή. Διότι ὁ ἥλιος ἔπεσε καυστικὸς ἐπάνω μου καὶ μὲ ἐμαύρισε. Οἱ ἀδελφοί μου ἐχολώθησαν ἐναντίον μου καὶ ἐφιλονείκησαν καὶ μὲ ἔστειλαν νὰ φυλάττω τοὺς ἀμπελῶνας. Ἐγὼ ὅμως ἀπὸ τὴν ἀγάπην πρὸς αὐτὸν δὲν ἐφύλαξα τὸν ἀμπελῶνα μου· ἀδιαφόρησα δι’ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Μὴ μὲ παρατηρεῖτε, ποὺ εἶμαι μαυρισμένη, διότι μὲ ἔκαυσεν ὁ ἥλιος. Τὰ παιδιὰ τῆς μητέρας μου ἐχολώθησαν κατ’ ἐμοῦ καὶ μὲ ἔβαλαν φύλακα ἀμπέλων. Τὴν ἰδικήν μου ἄμπελον δὲν ἐφύλαξα. [Μή μοῦ ρίψετε περίεργα βλέμματα ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι εἶμαι μαυρισμένη. Ἔχω τὸ χρῶμα αὐτό, διότι μὲ ἔκαυσεν ὁ ἥλιος. Οἱ παραγνωρίσαντες τὸν Νυμφίον κατὰ σάρκα ἀδελφοί μου καὶ ἄρχοντες τοῦ παλαιοῦ Ἰσραὴλ ἐφιλονίκησαν ἐξ αἰτίας μου· μὲ ἔβαλαν φύλακα εἰς ξένα ἀμπέλια. Τὴν ἀπὸ κληρονομίας ἰδικήν μου ἄμπελον δὲν ἐφύλαξα.]

Ἄσμα 1,7

ἀπάγγειλόν μοι ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου, ποῦ ποιμαίνεις, ποῦ κοιτάζεις ἐν μεσημβρίᾳ, μήποτε γένωμαι ὡς περιβαλλομένη ἐπ’ ἀγέλαις ἑταίρων σου.

Κολιτσάρα

Πές μου σύ, τὸν ὁποῖον ἔχει ἀγαπήσει ἡ ψυχή μου, ποῦ βόσκεις τὰ πρόβατά σου; Ποῦ πλαγιάζεις καὶ ἀναπαύεσαι κατὰ τὰς μεσημβρινὰς ὥρας; Πές μου, ποῦ εἶσαι, γιὰ νὰ μὴ περιπλανηθῶ ἀναζητοῦσα σε εἰς τὰ ποίμνια τῶν συντρόφων σου ποιμένων.

Τρεμπέλα

Εἶπέ μου λοιπὸν σύ, τὸν ὁποῖον ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου, ποὺ βόσκεις τὸ ποίμνιόν σου, ποὺ ἀναπαύεσαι μὲ αὐτὸ κατὰ τὸ μεσημέρι, διὰ νὰ μὴ περιπλανῶμαι σὰν ἀλήτης εἰς τὰ ποίμνια τῶν συναδελφῶν σου. [Ἀναγγειλέ μου, ποῦ εἶσαι σύ, τὸν ὁποῖον ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ποὺ ποιμαίνεις τὰ πρόβατά σου· ποὺ ἀναπαύεσαι μαζὶ μὲ αὐτὰ κατὰ τὸ μεσημέρι· εἰπέ μου, ποὺ θὰ σὲ συναντήσω, μήπως κατὰ τὴν ἀναζήτησίν σου καταντήσω ὁμοία πρὸς γυναῖκα κρυφὴν καὶ περιπλανωμένην μέσα στὶς στάνες τῶν συντρόφων σου.]

Ἄσμα 1,8

ἐὰν μὴ γνῷς σεαυτήν, ἡ καλὴ ἐν γυναιξίν, ἔξελθε σὺ ἐν πτέρναις τῶν ποιμνίων καὶ ποίμαινε τὰς ἐρίφους σου ἐπὶ σκηνώμασι τῶν ποιμένων.

Κολιτσάρα

Ἐὰν σύ, ἡ ὡραία μεταξὺ ὅλων τῶν γυναικῶν, ἐὰν σὺ δὲν γνωρίζῃς τὸν ἑαυτόν σου, ἔβγα καὶ ἀκολούθησε τὰ ἴχνη τῶν ποιμνίων. Βόσκε τὰ ἐρίφιά σου ἀνάμεσα εἰς τὰς κατασκηνώσεις τῶν ἄλλων ποιμένων καὶ κάπου θὰ εὕρῃς αὐτόν, ποὺ ἀναζητεῖς.

Τρεμπέλα

Ἐὰν δὲν γνωρίζῃς τὸν ἑαυτόν σου, ὦ ὡραιοτάτη τῶν γυναικῶν, ἔβγα καὶ ἀκολουθεῖ τὰ ἀχνάρια τῶν ποιμνίων καὶ βόσκε τὶς γίδες σου εἰς τὰ καλύβια τῶν τσοπάνηδων. [Θὰ ἐγνώριζες ποὺ εἶναι ὁ Νυμφίος σου, ἐὰν ἐγνώριζες τὸν ἑαυτόν σου. Ἀφοῦ ὅμως δὲν ξεύρεις τὸν ἑαυτόν σου, σὺ ποὺ εἶσαι τόσον ὡραία μεταξὺ τῶν γυναικῶν, παρατηροῦν αἱ νεάνιδες τῆς Ἱερουσαλήμ, ἔβγα ἀκολουθοῦσα τὰ ἀχνάρια τῶν ποιμνίων καὶ βόσκε τὰ ἐρίφια καὶ τὰ γίδια σου ἐκεῖ ποὺ ἔχουν τίς σκηνές των οἱ ποιμένες.]

Ἄσμα 1,9

τῇ ἵππῳ μου ἐν ἅρμασι Φαραὼ ὡμοίωσά σε, ἡ πλησίον μου.

Κολιτσάρα

Μὲ τὴν μεγαλοπρεπῆ καὶ ὑπερήφανον φορβάδα μου, ζευγμένην εἰς τὸ ἅρμα τοῦ Φαραώ, ἔχω παρομοιάσει σέ, ὦ καλή μου καὶ σύντροφέ μου.

Τρεμπέλα

Πρὸς τὴν φορβάρα μου, ποὺ ζεύγνυται εἰς τὰ ἅρματα Φαραώ, σὲ παρωμοίωσα, ὦ πολυαγαπημένη μου διπλανή. [Πρὸς τὴν τολμηρὰν φορβάδα μου, ποὺ ἀσυγκράτητος ὁρμᾷ σὰν ζευγμένη στὰ πολεμικὰ τοῦ Φαραὼ ἅρματα, σὲ παρωμοίωσα, ὦ καλή μου συντροφιά. Ἔτσι καὶ σὺ χαριτωμένη καὶ ἀπτόητος εἰς τοὺς πνευματικοὺς πολεμεῖς ἀγῶνας.]

Ἄσμα 1,10

τί ὡραιώθησαν σιαγόνες σου ὡς τρυγόνος, τράχηλός σου ὡς ὁρμίσκοι;

Κολιτσάρα

Πόσον ὡραῖαι εἶναι αἱ παρειαί σου καὶ αἱ σιαγόνες σου. Ὁμοιάζουν μὲ τὰς σιαγόνας τῶν τρυγόνων. Ὁ δὲ τράχηλός σου εἶναι ὠραιότατος, ὡσὰν στολισμὸν πολυτίμων κοσμημάτων.

Τρεμπέλα

Πόσον ὡραῖαι εἶναι αἱ παρειαὶ καὶ σιαγόνες σου σὰν τῆς τρυγόνος, καὶ ὁ τράχηλός σου σὰν περιδέραια! [Πόσον ὡραῖαι εἶναι αἱ παρειαὶ καὶ σιαγόνες σου, σάν τὶς κοκκινωπὲς τῆς ντροπαλὴς καὶ στὸ ζευγάρι τῆς πιστῆς τρυγόνος. Ἔτσι καὶ σὺ σεμνὴ καὶ ὀλιγόλογος εἶσαι, χαριτωμένη καὶ ἀφωσιωμένη εἰς τὸν Νυμφίον σου. Ὁ τράχηλός σου φέρων καρτερικῶς τὸν ζυγόν Του ἐμφανίζεται λευκός, ὡραῖος σὰν μαργαριταρένιος. Ὅλαι μαζὶ αἱ ἀρεταὶ ἀποτελοῦν τὸν γοητευτικὸν στολισμόν σου.]

Ἄσμα 1,11

ὁμοιώματα χρυσίου ποιήσομέν σοι μετὰ στιγμάτων τοῦ ἀργυρίου.

Κολιτσάρα

Κοσμήματα χρυσοῦ διάστικτα μὲ ἄργυρον θὰ κατασκευάσωμεν διὰ τὸν λαιμόν σου.

Τρεμπέλα

Θὰ σοῦ κάμωμεν κοσμήματα χρυσᾶ μὲ στίγματα ἀργυρᾶ. [Θὰ σοῦ φτιάσωμεν κοσμήματα ἀπὸ χρυσὸν μὲ στίγματα ἀπὸ ἄργυρον. Μὲ νέον θησαυρὸν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος θὰ σὲ πλουτίσω.]

Ἄσμα 1,12

ἕως οὗ ὁ βασιλεὺς ἐν ἀνακλίσει αὐτοῦ, νάρδος μου ἔδωκεν ὀσμὴν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Καθ’ ὃν χρόνον ὁ βασιλεύς μου εἶναι ἀνακεκλιμένος, παρὰ τὴν πλουσίαν τράπεζάν του, ὁ νάρδος μου ἀνέδιδε τὸ εὐάρεστον ἄρωμά του.

Τρεμπέλα

Καθ’ ὃν χρόνον ὁ βασιλεὺς εἶναι εἰς τὸ ἀνάκλιντρόν του, ἡ νάρδος μου ἀναδίδει τὴν εὐωδίαν του. [Ἕως ὅτου ὁ βασιλεὺς Νυμφίος εἶναι γερμένος πρὸ τῆς ὑπερφυοὺς τραπέζης του, ἡ νάρδος μου ἔδωκε τὴν εὐωδίαν τῶν χαρίτων, ποὺ μετέδωκεν αὐτὸς εἰς ἐμὲ τὴν Νύμφην του.]

Ἄσμα 1,13

ἀπόδεσμος τῆς στακτῆς ἀδελφιδός μου ἐμοί, ἀνὰ μέσον τῶν μαστῶν μου αὐλισθήσεται.

Κολιτσάρα

Σὰν θήκη γεμάτη ἀπὸ εὐώδη στακτὴν εἶναι δι’ ἐμὲ ὁ πολυαγαπημένος ἀδελφός μου. Θὰ ἀναπαύεται ἀνάμεσα εἰς τοὺς μαστούς μου, ἐπάνω ἀπὸ τὴν καρδιά μου.

Τρεμπέλα

Ὁ πολυαγαπημένος μου ἀδελφὸς εἶναι δι’ ἐμὲ θυλάκιον γεμᾶτο ἀπὸ τὸ πολύτιμον ἄρωμα τῆς στακτῆς, θὰ ἀναπαύεται ἐν μέσῳ τοῦ κόλπου μου καὶ εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας μου. [Θήκη γεμάτη μύρον τῆς πολυτίμου στακτῆς εἶναι δι’ ἐμὲ ὁ πολυαγαπημένος ἀδελφός μου. Ἀνέκφραστος ἡ εὐωδία τῶν ἀρετῶν καὶ χαρίτων του. Θὰ κοιμᾶται ἐν μέσῳ τοῦ κόλπου μου. Θὰ ἀναπαύεται πάντοτε εἰς τὰ βάθη τῆς ἐξ ὁλοκλήρου ἀφωσιωμένης εἰς αὐτὸν καρδίας μου.]

Ἄσμα 1,14

βότρυς τῆς κύπρου ἀδελφιδός μου ἐμοί, ἐν ἀμπελῶσιν Ἐγγαδδί.

Κολιτσάρα

Ὡσὰν τὸ ἀνθισμένο κλῆμα, ποὺ εὐωδιάζει εἰς τὰ ἀμπέλια τῆς Ἐγγαδδί, εἶναι ὁ ἀγαπημένος ἀδελφὸς τῆς ψυχῆς μου.

Τρεμπέλα

Δι’ ἐμὲ ὁ πολυαγαπημένος μου ἀδελφὸς εἶναι σὰν τὸ μοσχομυρισμένον ἄνθος, ποὺ ὁμοιάζει πρὸς σταφυλὴν καὶ γίνεται εἰς τὰ ἀμπέλια τῆς Ἐγγαδδί. [Δι’ ἐμὲ ὁ πολυαγαπημένος μου ἀδελφὸς εἶναι σὰν τὸ σταφύλι, ὅταν ἀνθίζῃ μοσχομυρισμένο εἰς τὰ ἀμπέλια τῆς Ἐγγαδδί.]

Ἄσμα 1,15

ἰδοὺ εἶ καλή, ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλή, ὀφθαλμοί σου περιστεραί.

Κολιτσάρα

Ἰδού, σύντροφέ μου, εἶσαι ὡραία. Ἰδού, εἶσαι ὡραία. Οἱ ὀφθαλμοί σου εἶναι ὡσὰν τὰ περιστέρια.

Τρεμπέλα

Ἰδοὺ εἶσαι ὡραία, πολυαγαπημένη μου σύντροφε· ἰδοὺ εἶσαι ὡραία· τὰ μάτια σου σὰν τὰ περιστέρια. [Ἰδοὺ εἶσαι ὡραία, πολυαγαπημένη μου σύντροφε. Ἰδοὺ εἶσαι ὡραία. Τὰ μάτιά σου ἐλκυστικά καὶ κατακάθαρα περιστέρια.]

Ἄσμα 1,16

ἰδοὺ εἶ καλός, ὁ ἀδελφιδός μου, καί γε ὡραῖος· πρὸς κλίνῃ ἡμῶν σύσκιος,

Κολιτσάρα

Ἰδού, καὶ σὺ εἶσαι ὡραῖος, ἀδελφὲ τῆς ψυχῆς μου· πολὺ ὡραῖος. Εἶσαι ἐπάνω εἰς τὴν κλίνην σου σὰν κάτω ἀπὸ παχύσκιον δένδρον.

Τρεμπέλα

Πόσον εἶσαι ὡραῖος, ὦ πολυαγαπημένε μου ἀδελφέ. Πόσον εἶσαι θελκτικός. Ἡ κλίνῃ μας εἶναι θαλερά, κάτω ἀπὸ σκιάν. [Ἰδοὺ σὺ εἶσαι πανεύμορφος καὶ καλός, πολυαγαπημένε μου ἀδελφέ. Σὺ καὶ ὄχι ἐγὼ ἔχεις φυσικὸν καὶ ὄχι ἐπίκτητον τὸ κάλλος τῆς ἠθικῆς τελειότητος. Εὑρίσκεσαι τώρα ἐπὶ κλίνῃς στρωμένης μὲ χλόην καὶ ἄνθη κάτω ἀπὸ παχύσκια δένδρα. Τόσον πολὺ συγκατέβης καὶ ἐταπεινώθης διὰ νὰ ἀπαλλάξῃς τὴν Νύμφην σου ἀπὸ τὴν ἀσχημίαν της.]

Ἄσμα 1,17

δοκοὶ οἴκων ἡμῶν κέδροι, φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.

Κολιτσάρα

Τὰ δοκάρια τοῦ σπιτιοῦ μας εἶναι ἀρωματικαὶ κέδροι καὶ τὰ κουφώματά μας ξύλα κυπαρίσσου.

Τρεμπέλα

Δοκάρια τοῦ ὑπαιθρίου σπιτιοῦ μας εἶναι αἱ κέδροι τοῦ δάσους καὶ κουφώματά μας τὰ κυπαρίσσια. [...Ἡ φύσις ὁλόκληρος εἶναι ἰδική μας. Καὶ ὅπου ἂν στραφῇ κανείς, εὑρίσκει ἐμπρός του τὸν Νυμφίον.]