Βασιλειῶν Α' 9
Βασ. Α' 9,1
Καὶ ἀνὴρ ἐξ υἱῶν Βενιαμίν, καὶ ὄνομα αὐτῷ Κίς, υἱὸς Ἀβιήλ, υἱοῦ Ἰαρέδ, υἱοῦ Βαχίρ, υἱοῦ Ἀφέκ, υἱοῦ ἀνδρὸς Ἰεμιναίου, ἀνὴρ δυνατός.
Κολιτσάρα
Ἐζοῦσε τότε ἔνας ἀνὴρ ἀπὸ τὴν φυλὴν Βενιαμίν, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Κίς. Αὐτὸς ἦτο υἱὸς τοῦ Ἀβιήλ, υἱοῦ τοῦ Ἰαρέδ, ὁ ὁποῖος Ἰαρὲδ ἦτο υἱὸς τοῦ Βαχίρ, ὁ δὲ Βαχὶρ ἦτο υἱὸς του Ἀφὲκ καὶ ὁ Ἀφὲκ ἦτο υἱὸς ἀνδρὸς Βενιαμίτου. Αὐτὸς ὁ Κὶς ἦτο πλούσιος καὶ ἰσχυρός.
Τρεμπέλα
Υπῆρχε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μεταξὺ τῶν ἀπογόνων τοῦ Βενιαμὶν ἕνας ἀνδρας, ποὺ ἐλέγετο Κίς. Ἦτο υἱὸς τοῦ Ἀβιήλ, ποὺ ἦτο υἱὸς τοῦ Ἰαρέδ, ὃ ὁποῖος ἦτο υἱὸς τοῦ Βαχὶρ καὶ ὅ ὁποῖος εἶχε πατέρα τὸν Ἀφέκ, ποὺ κατήγετο ἀπὸ ἄνδρα τῆς φυλῆς τοῦ Βενιαμίῖν. Ὁ Κὶς ἦτο ἄνὅρας μὲ πολλὴν δύναμιν.
Βασ. Α' 9,2
καὶ τούτῳ υἱός, καὶ ὄνομα αὐτῷ Σαούλ, εὐμεγέθης, ἀνὴρ ἀγαθός, καὶ οὐκ ἦν ἐν υἱοῖς Ἰσραὴλ ἀγαθὸς ὑπὲρ αὐτόν, ὑπερωμίαν καὶ ἐπάνω ὑψηλὸς ὑπὲρ πᾶσαν τὴν γῆν.
Κολιτσάρα
Εἶχε δὲ υἱὸν ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Σαούλ. Αὐτὸς ὁ Σαοὺλ ἧτο ἄνδρας ὑψηλόσωμος καὶ ὡραῖος. Κανεὶς ἄλλος μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν δὲν ἦτο ὡραιότερος ἀπὸ αὐτόν. Ἦτο ὑψηλός, ὑψηλότερος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ὅλης τῆς χώρας του.
Τρεμπέλα
Εἶχε δὲ ὁ Κὶς υἱόν, ποὺ ὠνομάζετο Σαούλ. Ἧτο ὑψηλός, σωματώδης καὶ ὡραῖος ἄνδρας καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάμεσα εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας ὡραιότερος ἀπὸ αὐτόν. Εἶχε πλατεῖς καὶ ὑψηλοὺς ὥμους καὶ ἦτο ὁ ὑψηλότερος ἄνθρωπος τῆς χώρας του.
Βασ. Α' 9,3
καὶ ἀπώλοντο αἱ ὄνοι Κὶς πατρὸς Σαούλ, καὶ εἶπε Κὶς πρὸς Σαοὺλ τὸν υἱὸν αὐτοῦ· λαβὲ μετὰ σεαυτοῦ ἓν τῶν παιδαρίων καὶ ἀνάστητε καὶ πορεύθητε καὶ ζητήσατε τὰς ὄνους.
Κολιτσάρα
Μίαν ἡμέραν αἱ ὄνοι τοῦ πατρός του Κὶς ἐχάθησαν. Εἶπε δὲ ὁ Κὶς πρὸς τὸν υἱόν του, τὸν Σαούλ· «πάρε μαζῆ σου ἕνα ἀπὸ τοὺς νεαροὺς ὑπηρέτας καὶ σηκωθῆτε καὶ πηγαίνετε εἰς ἀναζήτησιν τῶν ὄνων». Αὐτὸ καὶ ἔγινε.
Τρεμπέλα
Κάποτε λοιπὸν ποὺ έχαθηκαν οἱ ὄνοι τοῦ Κις, ποὺ ἧτο πατέρας τοῦ Σαούλ, εἶπεν ὁ Κὶς πρὸς τὸν υἱόν τοῦ Σαούλ: «Πάρε μαζί σου ἕνα ἀπὸ τὰ νέα παιδιά, ποῦ μᾶς ὑπηρετοῦν, καὶ σηκωθῆτε καὶ πηγαίνετε νὰ ψάξετε, διὰ γνὰ βρῆτε τοὺς ὄνους».
Βασ. Α' 9,4
καὶ διῆλθον δι’ ὄρους Ἐφραὶμ καὶ διῆλθον διὰ τῆς γῆς Σελχὰ καὶ οὐχ εὗρον· καὶ διῆλθον διὰ τῆς γῆς Σεγαλείμ, καὶ οὐκ ἦν· καὶ διῆλθον διὰ τῆς γῆς Ἰαμὶν καὶ οὐχ εὗρον.
Κολιτσάρα
Ὁ Σαούλ μὲ τὸν ὑπηρέτην ἐπέρασαν τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς φυλῆς Ἐφραίμ, ἔφθασαν εἰς τὴν χώραν Σελχά, ἀλλὰ δὲν εὗρον τὰς ὄνους. Ἦλθον ἐπίσης εἰς τὴν χώραν Σεγαλεὶμ καὶ οὔτε ἐκεῖ τὰς εὗρον. Ἦλθον εἰς τὴν χώραν τῆς φυλῆς Βενιαμὶν καὶ δὲν τὰς εὑρῆκαν.
Τρεμπέλα
Κατόπιν τούτου ἐπέρασαν αὐτοὶ μέσα ἀπὸ τὰ βουνὰ τῆς χώρας τοῦ Ἐφραίμ, διέσχισαν ἐπίσης καὶ τὴν χώραν Σελχά, ἀλλὰ δὲν τοὺς εὐρῆκαν. Ἑπέρασαν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν χώραν Σεγαλεὶμ καὶ δὲν ἦσαν οὔτε ἐκεῖ. Διέσχισαν καὶ τὴν χώραν τῆς φυλῆς Ἰαμίν (Βενιαμίν) καὶ δὲν τοὺς εὑρῆκαν.
Βασ. Α' 9,5
αὐτῶν δὲ ἐλθόντων εἰς τὴν Σίφ, καὶ Σαοὺλ εἶπε τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ τῷ μετ’ αὐτοῦ· δεῦρο καὶ ἀποστρέψωμεν, μὴ ἀνεὶς ὁ πατήρ μου τὰς ὄνους φροντίζῃ τὰ περὶ ἡμῶν·
Κολιτσάρα
Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν χώραν Σίφ, εἶπεν ὁ Σαοὺλ εἰς τὸν δοῦλον του, τὸν ὁποῖον εἶχε μαζῆ του· «ἔλα νὰ ἐπανέλθωμεν, μήπως ὁ πατήρ μου ἀφήσῃ πλέον τὴν φροντίδα διὰ τὰς ὄνους του καὶ φροντίζῃ νὰ εὕρῃ ἡμᾶς».
Τρεμπέλα
Ὅταν τέλος ἔφθασαν εἰς τὴν περιοχὴν Σίφ, εἶπεν ὁ Σαοὺλ εἰς τὸν νεαρὸν ὑπηρέτην, ποὺ ἧτο μαζί του: «Ἔλα, ἂς γυρίσωμε πίσω, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῇ ὁ πατέρας μοὺ νὰ ἐγκαταλείψῃ τοὺς ὄνους καὶ ἀρχίσῃ νὰ ψάχνῇ διὰ νὰ βρῇ ἐμᾶς».
Βασ. Α' 9,6
καὶ εἶπεν αὐτῷ τὸ παιδάριον· ἰδοὺ δὴ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔνδοξος, πᾶν, ὃ ἐὰν λαλήσῃ, παραγινόμενον παρέσται· καὶ νῦν πορευθῶμεν, ὅπως ἀπαγγείλῃ ἡμῖν τὴν ὁδὸν ἡμῶν, ἐφ’ ἣν ἐπορεύθημεν ἐπ’ αὐτήν.
Κολιτσάρα
Ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εἶπεν εἰς τὸν Σαούλ· «ἰδού, εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν ὑπάρχει ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ὀνομαστός. Κάθε τι τὸ ὁποῖον θὰ προείπῃ, ἀσφαλῶς θὰ γίνῃ. Ἂς πᾶμε λοιπὸν πρὸς αὐτὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ποίαν ὁδὸν πρέπει νὰ πάρωμεν, διὰ νὰ εὕρωμεν τὰς ὄνους μας».
Τρεμπέλα
Τοῦ εἶπε τότε ὁ νεαρὸς δοῦλος του: «Εἴμαστε εἰς την πόλιν, ὅπου ὑπάρχει ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ποῦ εἶναι ἄνθρωπος ἐξακουστὸς καὶ ὁτιδήποτε θὰ εἰπῇ γίνεται πάντοτε. Ἂς πᾶμε νὰ τὸν συναντήσωμεν, διὰ νὰ μᾶς διαφωτίσῃ ὡς πρὸς τὴν πορείαν μας καὶ νὰ μᾶς βοηθήσῃ εἰς αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκάναμε τόσον δρόμον».
Βασ. Α' 9,7
καὶ εἶπε Σαοὺλ τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ τῷ μετ’ αὐτοῦ· καὶ ἰδοὺ πορευσόμεθα, καὶ τί οἴσομεν τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ; ὅτι οἱ ἄρτοι ἐκλελοίπασιν ἐκ τῶν ἀγγείων ἡμῶν, καὶ πλεῖον οὐκ ἔστι μεθ’ ἡμῶν εἰσενεγκεῖν τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ τὸ ὑπάρχον ἡμῖν.
Κολιτσάρα
Ὁ Σαοὺλ ἀπήντησεν εἰς τὸν δοῦλον του· «ναί, νὰ πάμε. Τί θὰ δώσωμεν ὅμως εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν τοῦ Θεοῦ; Οἱ ἄρτοι εἰς τὰ σακκίδιά μας ἔχουν ἐξαντληθῆ, οὔτε καὶ κανένα ἄλλο δῶρον ἔχομεν μαζῆ μας, διὰ νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν τοῦ Θεοῦ».
Τρεμπέλα
Καὶ εἶπεν ὁ Σαοὺλ εἰς τὸν νεαρὸν δοῦλον του, ποὺ ἦτο μαζί του: «Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ νὰ τὸν ἐπισκεφθῶμεν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ προσφέρωμεν κάτι εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ; Τὸ ξεύρεις ὅτι τὰ ψωμιά μας, ποὺ εἴχαμε εἰς τοὺς σάκκους μας, ἔχουν ἐξαντληθῆ. Καὶ δὲν ἔχομεν μαζί μας καὶ κάτι ἄλλο ἰδικόν μας, διὰ νὰ τὸ προσφέρωμεν ὡς δῶρον εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ».
Βασ. Α' 9,8
καὶ προσέθετο τὸ παιδάριον ἀποκριθῆναι τῷ Σαοὺλ καὶ εἶπεν· ἰδοὺ εὕρηται ἐν τῇ χειρί μου τέταρτον σίκλου ἀργυρίου, καὶ δώσεις τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπαγγελεῖ ἡμῖν τὴν ὁδὸν ἡμῶν.
Κολιτσάρα
Ὁ νεαρὸς δοῦλος ἐκινήθη νὰ ἀπαντήσῃ πάλιν καὶ εἶπε· «ἰδού, εἰς τὰ χέρια μου ὑπάρχει ἕνα τέταρτον ἀργυροῦ σίκλου. Αὐτὸ θὰ δώσῃς εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, τὸν προφήτην τοῦτον, καὶ θὰ μας εἴπῃ, ποῖον δρόμον πρέπει νὰ ὀκολουθήσωμεν διὰ νὰ εὕρωμεν τὰς ὄνους μας;
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπῆρε πάλι τὸν λόγον ὁ νεαρὸς ὑπηρέτης διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Σαοὺλ καὶ εἶπε: «Νά, ἔχω εἰς τὰ χέρια μου αὐτὸ τὸ νόμισμα, ποὺ εἶναι τὸ ἕν τέταρτον τοῦ ἀργυροῦ σίκλου. Δῶσε αὐτὸ εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ μᾶς διαφωτίσῃ ὡς πρὸς τὴν πορείαν, ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν».
Βασ. Α' 9,9
καὶ ἔμπροσθεν ἐν Ἰσραὴλ τάδε ἔλεγεν ἕκαστος ἐν τῷ πορεύεσθαι ἐπερωτᾶν τὸν Θεόν· δεῦρο καὶ πορευθῶμεν πρὸς τὸν βλέποντα· ὅτι τὸν προφήτην ἐκάλει ὁ λαὸς ἔμπροσθεν Ὁ βλέπων.
Κολιτσάρα
Ἄλλοτε οἱ Ἰσραηλῖται, ὅταν ἐπήγαιναν νὰ ἐρωτήσουν τὸν Θεόν, ἔλεγαν μεταξύ των· «Ἔλα νὰ πάμε πρὸς τὸν βλέποντα. Ἔτσι ὁ λαὸς ὠνόμαζε τὸν προφήτην τοῦ Θεοῦ· «ὁ Βλέπων».
Τρεμπέλα
Ἀπὸ πολὺν καιρὸν προηγουμένως συνέβαινεν αὐτὸ μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ὅσοι δηλαδὴ ἐπήγαιναν νὰ σὺμβουλευθοῦν τὸν Θεὸν διὰ κάποιο ζήτημά των, ἔλεγαν: «Ἐλᾶτε νὰ πᾶμε πρὸς αὐτὸν ποὺ βλέπει. Διότι ἀπὸ παλαιὰ ὁ λαὸς ὠνόμαζε τὸν προφήτην τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ ὄνομα: «ὁ Βλέπων».
Βασ. Α' 9,10
καὶ εἶπε Σαοὺλ πρὸς τὸ παιδάριον αὐτοῦ· ἀγαθὸν τὸ ῥῆμα, δεῦρο καὶ πορευθῶμεν. καὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν πόλιν, οὗ ἦν ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος ὁ τοῦ Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Ὁ Σαοὺλ εἶπε πρὸς τὸν νεαρὸν ὑπηρέτην του· «καλὰ εἶπες, ἔλα νὰ πᾶμε». Ἐπῆγαν εἰς τὴν πόλιν, ὅπου εὑρίσκετο ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ προφήτης.
Τρεμπέλα
Καὶ εἶπεν ὁ Σαοὺλ πρὸς τὸν νεαρὸν δοῦλον του: «Πολὺ καλὴ εἶναι ἡ πρότασίς σου. Ἔλα, λοιπόν, ἂς πᾶμε!» Καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν πόλιν, ὅπου διέμενεν ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀφωσιωμένος εἰς τὸν Θεόν, ὁ προφήτης Του.
Βασ. Α' 9,11
αὐτῶν ἀναβαινόντων τὴν ἀνάβασιν τῆς πόλεως καὶ αὐτοὶ εὑρίσκουσι τὰ κοράσια ἐξεληλυθότα ὑδρεύεσθαι ὕδωρ καὶ λέγουσιν αὐταῖς· εἰ ἔστιν ἐνταῦθα ὁ βλέπων;
Κολιτσάρα
Ἐνῶ αὐτοὶ ἀνέβαιναν τὸν ἀνωφερῆ δρόμον πρὸς τὴν πόλιν, συνήντησαν τὰς νεάνιδας τῆς πόλεως, αἱ ὀποῖαι εἶχαν ἐξέλθει, διὰ νὰ πάρουν νερὸ ἀπὸ κάποιαν ἐκεῖ πηγὴν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν. Ὁ Σαοὺλ καὶ ὁ ὑπηρέτης ἠρώτησαν τὰς νεάνιδας αὐτάς· «μήπως εὑρίσκεται ἐδῶ ὁ «βλέπων», ὁ προφήτης;»
Τρεμπέλα
Καθὼς ὅμως ἀνέβαιναν αὐτοὶ τὸν ἀνηφορικὸν δρόμον τῆς πόλεως, συναντοῦν τὰ κορίτσια, ποὺ εἶχαν βγῆ διὰ νὰ ἀντλήσουν νερὸ καὶ τὰ ἐρωτοῦν: «Ξεύρετε ἐὰν εἰναι ἐδῶ ὁ Βλέπων;»
Βασ. Α' 9,12
καὶ ἀπεκρίθη τὰ κοράσια αὐτοῖς καὶ λέγουσιν αὐτοῖς· ἔστιν, ἰδοὺ κατὰ πρόσωπον ὑμῶν· νῦν διὰ τὴν ἡμέραν ἥκει εἰς τὴν πόλιν, ὅτι θυσία σήμερον τῷ λαῷ ἐν Βαμᾷ·
Κολιτσάρα
Αἱ νεάνιδες ἀπήντησαν εἰς αὐτούς· «ναί, ἐδῶ εἶναι, ἰδού εὑρίσκεται ἔμπροσθέν σας. Σήμερα ἀκριβῶς ἔχει ἔλθει εἰς τὴν πόλιν λόγῳ τῆς ἡμέρας, διότι πρόκειται κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν νὰ μεταβῇ καὶ νὰ προσφέρῃ θυσίαν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ εἰς κάποιο ὑψωμα, εἰς τὸν λόφον.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀπήντησαν πρὸς αὐτοὺς τὰ κορίτσια καὶ τοὺς εἷπαν: «Ἐδῶ εἶναι. Εὑρίσκεται ἀκριβῶς ἀπέναντί σας. Ἔχει ἔλθει τώρα μόλις εἰς τὴν πόλιν λόγῳ τῆς ἡμέρας, διότι σήμερα θὰ προσφερθῇ θυσία ὑπὲρ τοῦ λαοῦ εἰς τὸν λόφον Βαμᾶ.
Βασ. Α' 9,13
ὡς ἂν εἰσέλθητε εἰς τὴν πόλιν, οὕτως εὑρήσετε αὐτὸν ἐν τῇ πόλει πρὶν ἀναβῆναι αὐτὸν εἰς Βαμᾶ τοῦ φαγεῖν· ὅτι οὐ μὴ φάγῃ ὁ λαὸς ἕως τοῦ εἰσελθεῖν αὐτόν, ὅτι οὗτος εὐλογεῖ τὴν θυσίαν, καὶ μετὰ ταῦτα ἐσθίουσιν οἱ ξένοι· καὶ νῦν ἀνάβητε, ὅτι διὰ τὴν ἡμέραν εὑρήσετε αὐτόν.
Κολιτσάρα
Ἀμέσως μόλις εἰσέλθετε εἰς τὴν πόλιν θὰ τὸν συναντήσετε, πρὶν αὐτὸς ἀνέβη εἰς τὸν λόφον, ὅπου θὰ παρακαθήσῃ εἰς τὸ μετὰ τὴν θυσίαν γεῦμα. Ὁ λαός, ἄλλωστε, δὲν πρόκειται νὰ φάγῃ ἐκεῖ, ἂν αὐτὸς προηγουμένως δὲν μεταβῇ διὰ νὰ εὐλογήσῃ τὴν θυσίαν καὶ κατόπιν θὰ φάγουν οἱ ξένοι, οἱ προσκυνηταί. Πηγαίνετε λοιπὸν τώρα καὶ θὰ τὸν εὑρῆτε ἐκεῖ λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἡμέρας αὐτῆς».
Τρεμπέλα
Ἐὰν ἐμβῆτε σύντομα εἰς τὴν πόλιν, θὰ τὸν προλάβετε, πρὶν νὰ φύγῃ ἀπὸ αὐτήν, διὰ νὰ ἀνεβῇ εἰς τὴν Βαμᾶ, ὅπου θὰ πάρῃ μέρος εἰς τὸ ἱερὸν γεῦμα, ποὺ ἀκολουθεῖ μετὰ τὴν θυσίαν. Δὲν θὰ μείνῃ πολὺ εἰς τὴν πόλιν, διότι τὸν περιμένει ὁ λαὸς καὶ δὲν τρώγει τίποτε κανείς, ἕως ὅτου ἔλθῃ ἀνάμεσά των ἐκεῖνος. Διότι αὐτὸς εἶναι ποὺ εὐλογεῖ τὴν θυσίαν καὶ τὰ σφακτὰ καὶ μόνον μετὰ τὴν εὐλογίαν τοῦ τρώγουν οἱ προσκεκλημένοι. Τώρα λοιπὸν ἀνεβῆτε καὶ θὰ τὸν συναντήσετε ἐδῶ λόγῳ τῆς ἡμέρας».
Βασ. Α' 9,14
καὶ ἀναβαίνουσι τὴν πόλιν. αὐτῶν εἰσπορευομένων εἰς μέσον τῆς πόλεως καὶ ἰδοὺ Σαμουὴλ ἐξῆλθεν εἰς τὴν ἀπάντησιν αὐτῶν τοῦ ἀναβῆναι εἰς Βαμᾶ.
Κολιτσάρα
Πράγματι μετέβησαν ὁ Σαοὺλ καὶ ὁ ὑπηρέτης εἰς τὴν πόλιν. Καθὼς δὲ αὐτοὶ εἰσήρχοντο ἐντὸς τῆς πόλεως, ἰδοὺ ὁ Σαμουὴλ ἐξῆλθεν εἰς συνάντησίν των, διὰ νὰ ἀναβῇ κατόπιν εἰς τὸν λόφον διὰ τὴν θυσίαν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀνέβηκαν εἰς τὴν πόλιν καὶ καθὼς ἐπροχωροῦσαν εἰς τὸ μέσον τῆς πόλεως, νὰ καὶ ὁ Σαμουὴλ ἐρχόταν ἀπέναντι ἀπὸ αὐτούς, διὰ νὰ ἀνεβῇ εἰς τὴν Βαμᾷ.
Βασ. Α' 9,15
καὶ Κύριος ἀπεκάλυψε τὸ ὠτίον Σαμουὴλ ἡμέρᾳ μιᾷ ἔμπροσθεν τοῦ ἐλθεῖν πρὸς αὐτὸν Σαοὺλ λέγων·
Κολιτσάρα
Ὁ Κύριος εἶχεν ὁμιλήσει πρὸς τὸν Σαμουὴλ καὶ μίαν ἡμέραν πρὶν ἔλθῃ ὁ Σαοὺλ πρὸς αὐτὸν εἶχεν ἀποκαλύψει τὰ ἐξῆς·
Τρεμπέλα
Ἐν τῷ μεταξύ, μίαν ἡμέραν πρὶν ἔλθῃ ὁ Σαοὺλ πρὸς τὸν Σαμουήλ, ὁ Κύριος εἶχε κάμει ἀποκάλυψιν εἰς τὸν Σαμουὴλ καὶ τοῦ εἶπε:
Βασ. Α' 9,16
ὡς ὁ καιρός, αὔριον ἀποστελῶ πρός σε ἄνδρα ἐκ γῆς Βενιαμίν, καὶ χρίσεις αὐτὸν εἰς ἄρχοντα ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ, καὶ σώσει τὸν λαόν μου ἐκ χειρὸς ἀλλοφύλων· ὅτι ἐπέβλεψα ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τοῦ λαοῦ μου, ὅτι ἦλθε βοὴ αὐτῶν πρός με.
Κολιτσάρα
«Αὔριον, κατὰ τὴν ὥραν αὐτήν, θὰ στείλω πρός σὲ ἕνα ἄνδρα ἀπὸ τὴν φυλὴν Βενιαμίν, τὸν ὁποῖον θὰ χρίσῃς βασιλέα διὰ τὸν λαόν μου τὸν ἰσραηλιτικόν. Αὐτὸς θὰ ἀπαλλάξῃ τὸν λαόν μου ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Φιλισταίων. Θὰ τοὺς σώσω τοὺς Ἰσραηλίτας, διότι εἶδα μὲ εὐσπλαγχνικὸν βλέμμα τὴν δυστυχίαν τοῦ λαοῦ μου καὶ διότι ἡ βοὴ τοῦ στεναγμοῦ των ἔφθασεν ἕως εἰς ἐμέ».
Τρεμπέλα
«Αὔριον, τὴν ἰδίαν ὥραν μὲ αὐτὴν ποὺ σοῦ ὁμιλῶ, θὰ σοῦ στείλω ἕνα ἄνδρα ἀπὸ τὴν χώραν τῆς φυλῆς Βενιαμὶν καὶ θὰ τὸν χρίσῃς, διὰ νὰ γίνῃ ὁ ἄρχων τοῦ λαοῦ μου Ἰσραήλ. Καὶ θὰ σώσῃ αὐτὸς τὸν λαόν μου ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀλλοφύλων Φιλισταίων. Θὰ γίνῃ αὐτό, διότι εἶδα μὲ συμπάθειαν τὴν ταλαιπωρίαν τοῦ λαοῦ μου, ἐπειδὴ ἡ γεμάτη πόνον κραυγή των ἔφθασε μέχρις ἐμέ».
Βασ. Α' 9,17
καὶ Σαμουὴλ εἶδε τὸν Σαούλ· καὶ Κύριος ἀπεκρίθη αὐτῷ· ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος, ὃν εἶπά σοι, οὗτος ἄρξει ἐν τῷ λαῷ μου.
Κολιτσάρα
Ὁ Σαμουὴλ εἶδε τὸν Σαοὺλ καὶ ὁ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν Σαμουήλ· «ἰδού, αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, διὰ τὸν ὁποῖον σοῦ ὡμίλησα. Αὐτὸς θὰ γίνῃ βασιλεὺς τοῦ λαοῦ μου».
Τρεμπέλα
Καὶ εἶδε πράγματι ὁ Σαμουὴλ τὸν Σαοῦλ καὶ τοῦ εἶπὲν ὁ Κύριος τὴν στιγμὴν ἐκείνην: «Νά, ὁ ἄνθρωπος, διὰ τὸν ὅποῖον σοῦ εἶπα χθές. Αὐτὸς θὰ βασιλεύσῃ εἰς τὸν λαόν μου».
Βασ. Α' 9,18
καὶ προσήγαγε Σαοὺλ πρὸς Σαμουὴλ εἰς μέσον τῆς πόλεως καὶ εἶπεν· ἀπάγγειλον δὴ ποῖος ὁ οἶκος τοῦ βλέποντος.
Κολιτσάρα
Ὁ Σαοὺλ ἐπλησίασε τὸν Σαμουὴλ ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ τὸν ἠρώτησε· «εἰπέ μου, σὲ παρακαλῶ, ποιὸ εἶναι τὸ σπίτι τοῦ βλέποντος, τοῦ προφήτου;»
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπλησίασεν ὁ Σαοὐλ πρὸς τὸν Σαμουὴλ ἐκεῖ εἰς τὸ μέσον τῆς πόλεως καὶ τοῦ εἶπε: «Δεῖξε μου, σὲ παρακαλῶ, τὸ σπίτι, ὅπου μένει ὁ Βλέπων».
Βασ. Α' 9,19
καὶ ἀπεκρίθη Σαμουὴλ τῷ Σαοὺλ καὶ εἶπεν· ἐγώ εἰμι αὐτός· ἀνάβηθι ἔμπροσθέν μου εἰς Βαμᾶ καὶ φάγε μετ’ ἐμοῦ σήμερον, καὶ ἐξαποστελῶ σε πρωῒ καὶ πάντα τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἀπαγγελῶ σοι·
Κολιτσάρα
Ὁ Σαμουὴλ ἀπήντησε πρὸς τὸν Σαούλ· «εἶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος. Ἀνέβα μαζῆ μου εἰς τὸν λόφον καὶ φάγε ἐκεῖ μαζῆ μὲ ἐμὲ σήμερον. Αὔριον θὰ σὲ ἀφήσω ἐλεύθερον νὰ ἀναχωρήσῃς, ἀφοῦ προηγουμένως σοῦ ἀποκαλύψω ὅλα ὅσα ἀπασχολοῦν τὸν νοῦν σου.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀπεκρίθη ὁ Σαμουὴλ πρὸς τὸν Σαοὺλ καὶ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ ζητεῖς. Προχώρει ἑμπρός μοὺ καὶ ἀνέβα εἰς τὴν Βαμᾶ καὶ κάθησε νὰ φάγῃς μαζί μου σήμερα. Καὶ ὅταν ξημερώσῃ τὸ πρωΐ, θὰ σὲ στείλω εἰς τὸν τόπον σου καὶ θὰ σοῦ ὁμιλήσω δι’ ὅλα, ὅσα ἔχεις εἰς τὴν καρδιάν σου.
Βασ. Α' 9,20
καὶ περὶ τῶν ὄνων σου τῶν ἀπολωλυιῶν σήμερον τριταίων μὴ θῇς τὴν καρδίαν σου αὐταῖς, ὅτι εὕρηνται· καὶ τίνι τὰ ὡραῖα τοῦ Ἰσραήλ; οὐ σοὶ καὶ τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός σου;
Κολιτσάρα
Διὰ δὲ τὰς ὄνους τὰς ὁποίας ἐχάσατε πρὸ τριῶν ἡμερῶν, μὴν ἀνησυχῇς, διότι εὑρέθησαν. Εἰς ποῖον, ἄλλωστε, ἄλλον εἰμὴ εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός σου θὰ ἀποδοθοῦν ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ;»
Τρεμπέλα
Καὶ μὴ ἀπασχολῆσαι πλέον μὲ τοὺς ὄνους σου, ποὺ ἐχάθηκαν πρὶν ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας, διότι ἤδη ἔχουν εύρεθῆ. Ἐξ ἄλλου διὰ ποῖον προορίζονται τὰ ἀγαθὰ τοῦ Ἰσραήλ, παρὰ διὰ σὲ καὶ τὴν πατρικήν σου οἰκογένειαν;»
Βασ. Α' 9,21
καὶ ἀπεκρίθη Σαοὺλ καὶ εἶπεν· οὐχὶ ἀνδρὸς υἱὸς Ἰεμιναίου ἐγώ εἰμι τοῦ μικροῦ σκήπτρου φυλῆς Ἰσραὴλ καὶ τῆς φυλῆς τῆς ἐλαχίστης ἐξ ὅλου σκήπτρου Βενιαμίν; καὶ ἱνατί ἐλάλησας πρὸς ἐμὲ κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦτο;
Κολιτσάρα
Ὁ Σαοὺλ ἀπήντησεν· «αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν, διότι ἐγὼ ειμαι υἱὸς ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν φυλὴν Βενιαμίν, τῆς μικροτέρας ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας φυλὰς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Ἡ δὲ οἰκογένειά μου εἶναι μικροτέρα ἀπὸ ὅλας τὰς οἰκογενείας τῆς φυλῆς τοῦ Βενιαμίν. Διατί λοιπὸν ὠμίλησες πρὸς ἐμὲ καὶ εἶπες αὐτὰ τὰ λόγια;»
Τρεμπέλα
Καὶ ἀπεκρίθη ὁ Σαοὺῦλ καὶ εἶπε: «Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἀπόγονος ἀνδρὸς τῆς φυλῆς Βενιαμίν, ποὺ θεωρεῖται μικρὰ καὶ ἀσήμαντος μεταξὺ τῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ; Καὶ δὲν εἶναι καὶ οἰκογένειά μου ἡ πλέον ἐλαχίστη ἀπὸ ὅλην τὴν φυλὴν τοῦ Βενιαμίν; Πῶς λοιπὸν μίλησες ἔτσι πρὸς ἐμὲ καὶ εἶπες τέτοια λόγια;»
Βασ. Α' 9,22
καὶ ἔλαβε Σαμουὴλ τὸν Σαοὺλ καὶ τὸ παιδάριον αὐτοῦ καὶ εἰσήγαγεν αὐτοὺς εἰς τὸ κατάλυμα καὶ ἔθετο αὐτοῖς ἐκεῖ τόπον ἐν πρώτοις τῶν κεκλημένων ὡσεὶ ἑβδομήκοντα ἀνδρῶν.
Κολιτσάρα
Ὁ Σαμουὴλ ἐπῆρε τὸν Σαοὺλ καὶ τὸν νεαρὸν ὑπηρέτην του, τοὺς ὡδήγησε εἰς τὸν οἶκον του καὶ τοὺς ἔβαλε νὰ καθίσουν εἰς τιμητικὴν θέσιν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἑβδομήκοντα περίπου προσκεκλημένων ἐπισήμων ἀνδρῶν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπῆρε ὁ Σαμουὴλ τὸν Σαοὺλ καὶ τὸν νεαρὸν δοῦλον του καὶ τοὺς ὡδήγησε μέσα εἰς τὸ σπίτι, ὅπου θὰ ἔτρωγαν. Καὶ τοὺς ἔβαλε νὰ καθήσουν εἰς τὰς πλέον τιμητικᾶς θέσεις τῶν προσκεκλημένων, ποὺ ἦσαν περίπου ἑβδομῆντα ἄνδρες.
Βασ. Α' 9,23
καὶ εἶπε Σαμουὴλ τῷ μαγείρῳ· δός μοι τὴν μερίδα, ἣν ἔδωκά σοι, ἣν εἶπά σοι θεῖναι αὐτὴν παρά σοι.
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ ὁ Σαμουὴλ εἰς τὸν μάγειρον· «δός μου τὴν μερίδα τοῦ κρέατος, τὴν ὁποίαν σοῦ ἔδωκα καὶ διὰ τὴν ὁποίαν σοῦ εἶπα νὰ τὴν θέσῃς κατὰ μέρος».
Τρεμπέλα
Καὶ εἶπεν ὁ Σαμουὴλ εἰς τὸν μάγειρον: «Φέρε μου τἢν μερίδα τοῦ κρέατος, ποὺ σοῦ ἔδωσα καὶ σοῦ εἶπα νὰ τὴν φυλάξῃς ἰδιαιτέρως».
Βασ. Α' 9,24
καὶ ἥψησεν ὁ μάγειρος τὴν κωλέαν, καὶ παρέθηκεν αὐτὴν ἐνώπιον Σαούλ· καὶ εἶπε Σαμουὴλ τῷ Σαούλ· ἰδοὺ ὑπόλειμμα, παράθες αὐτὸ ἐνώπιόν σου καὶ φάγε, ὅτι εἰς μαρτύριον τέθειταί σοι παρὰ τοὺς ἄλλους· ἀπόκνιζε. καὶ ἔφαγε Σαοὺλ μετὰ Σαμουὴλ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ.
Κολιτσάρα
Ὁ μάγειρος εἶχε ψήσει τὴν μερίδα αὐτήν, ἡ ὁποία ἦτο τὸ παχὺ σαρκῶδες μέρος τοῦ μηροῦ, καὶ τὴν παρέθεσε πλησίον τοῦ Σαμουήλ. Ὁ Σαμουὴλ εἶπεν εἰς τὸν Σαούλ· «ἰδού, αὐτὴ ἡ μερὶς ἔχει φυλαχθῇ διὰ σέ. Πάρε την ἐμπρός σου καὶ φάγε, διότι αὐτὴ εἶναι δεῖγμα, ποὺ μαρτυρεῖ τὴν ἰδιαιτέραν μου προτίμησιν πρὸς σέ, καὶ τίθεται ἐμπρός σου ἐπὶ παρουσία ὅλων τῶν ἄλλων. Φάγε λοιπόν». Καὶ ἔφαγε πράγματι ὁ Σαοὺλ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην μαζῆ μὲ τὸν Σαμουήλ.
Τρεμπέλα
Ἔψησε λοιπὸν ὁ μαγειρος τὸ τμῆμα τοῦ κρέατος, ποὺ ἧτο ἀπὸ τὸν μηρόν (ἢ τὴν οὐραν), καὶ τὸ ἔφερεν ᾶμεσως ἐμπρὸς εἰς τὸν Σαούλ. Καὶ εἶπεν ὁ Σαμοοὴλ εἰς τὸν Σαούλ: «Νά, ἕνα ὑπόλοιπον ἀπὸ τὰ σφακτὰ τῆς θυσίας. Πάρε το ἐμπρός σου καὶ φάγε, διότι αὐτὸ σοῦ ἔχει προσφερθῆ σὰν ἔνδειξις τῆς ἰδιαιτέρας τιμῆς, ἡ ὁποία σοῦ ἀποδίδεται ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἄλλους καὶ περισσότερον ἀπὸ αὐτούς. Κόβε λοιπὸν καὶ τρῶγε». Καὶ ἔφαγε πράγματι τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ Σαοὺλ μαζὶ μὲ τὸν Σαμουήλ.
Βασ. Α' 9,25
καὶ κατέβη ἐκ τῆς Βαμᾶ εἰς τὴν πόλιν· καὶ διέστρωσαν τῷ Σαοὺλ ἐπὶ τῷ δώματι, καὶ ἐκοιμήθη.
Κολιτσάρα
Ὁ Σαμουὴλ κατέβη ἀπὸ τὸ ὕψωμα τοῦ λόφου μαζῆ μὲ τὸν Σαοὺλ καὶ τὸν δοῦλον του εἰς τὴν πόλιν. Διέταξε δὲ νὰ στρώσουν διὰ τὸν Σαοὺλ εἰς τὸ ἐπάνω διαμέρισμα τοῦ σπιτιοῦ. Τοῦ ἔστρωσαν καὶ ἐκεῖ ἐκοιμήθη.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ δὲ ἐτελείωσε τὸ γεῦμα, κατεβηκαν ἀπὸ την Βαμᾶ εἰς τὴν πόλιν. Καὶ ἔστρωσαν διὰ τὸν Σαοὺλ εἰς τὸ δῶμα τῆς οἰκίας καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ.
Βασ. Α' 9,26
καὶ ἐγένετο ὡς ἀνέβαινεν ὁ ὄρθρος, καὶ ἐκάλεσε Σαμουὴλ τὸν Σαοὺλ ἐπὶ τῷ δώματι λέγων· ἀνάστα, καὶ ἐξαποστελῶ σε· καὶ ἀνέστη Σαούλ, καὶ ἐξῆλθεν αὐτὸς καὶ Σαμουὴλ ἕως ἔξω.
Κολιτσάρα
Ὅταν ἐξημέρωσεν, ὁ Σαμουὴλ ἐκάλεσε τὸν Σαοὺλ ἀπὸ τὸ δῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκοιμᾶτο, καὶ τοῦ εἶπε· «σήκω, θὰ σὲ ἀφήσω τώρα ἐλεύθερον νὰ φύγῃς». Ὁ Σαοὺλ ἐσηκώθη καὶ ἐξῆλθον μαζῆ μὲ τὸν Σαμουὴλ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν.
Τρεμπέλα
Καὶ καθὼς ἐξημέρωνεν ἡ ἄλλη ἡμέρα, ἐφωναξεν ὁ Σαμουὴλ τὸν Σαούλ, ποὺ ἧτο εἰς τὸ δῶμα, καὶ τοῦ εἶπε: «Ξύπνα καὶ σήκω! Θὰ σὲ στείλω εἰς τὴν πατρίδα σου». Καὶ ἐσηκώθη ὁ Σαοὺλ καὶ ἐβγῆκε μαζὶ μὲ τὸν Σαμουὴλ μέχρι ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν.
Βασ. Α' 9,27
αὐτῶν καταβαινόντων εἰς μέρος τῆς πόλεως καὶ Σαμουὴλ εἶπε τῷ Σαούλ· εἰπὸν τῷ νεανίσκῳ καὶ διελθέτω ἔμπροσθεν ἡμῶν, καὶ σὺ στῆθι ὡς σήμερον καὶ ἄκουσον ῥῆμα Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Ὅταν κατέβαιναν εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως, ὁ Σαμουὴλ εἶπεν εἰς τὸν Σαούλ· «πὲς εἰς τὸν νεαρὸν δοῦλον σου νὰ προχωρήσῃ ἐμπρὸς ἀπὸ ἡμᾶς, σὺ δὲ στάσου τώρα ἐδῶ, καὶ πρόσεξε νὰ ἀκούσῃς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου».
Τρεμπέλα
Καὶ ἐνῷ κατέβαιναν καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν ἄκρην τῆς πόλεως, εἶπεν ὁ Σαμουὴλ εἰς τὸν Σαούλ: «Πὲς εἰς τὸν νεαρὸν ὑπηρέτην σοῦ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸν δρόμον πρὶν ἀπὸ μᾶς. Καὶ στάσου σὺ ἐδῶ τώρα δι᾽ ὀλίγον χρόνον καὶ ἄκουσε τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔχω νὰ σοῦ εἶπῶ».