Βασιλειῶν Β' 12

Βασ. Β' 12,1

Καὶ ἀπέστειλε Κύριος τὸν Νάθαν τὸν προφήτην πρὸς Δαυΐδ, καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπεν αὐτῷ· δύο ἦσαν ἄνδρες ἐν πόλει μιᾷ, εἷς πλούσιος, καὶ εἷς πένης·

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος ἔστειλε πρὸς τὸν Δαυῒδ τὸν προφήτην Νάθαν, ὁ ὁποῖος εἰσῆλθεν εἰς τὸ ἀνάκτορον ἐκείνου καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· «εἰς μίαν πόλιν ἐζοῦσαν δύο ἄνδρες, ὁ ἕνας πλούσιος καὶ ὁ ἄλλος πτωχός.

Τρεμπέλα

Ἀπέστειλε δὲ ὁ Κύριος τὸν προφήτην Νάθαν εἰς τὸν Δαβίδ, καὶ αὐτὸς ἐμβῆκε εἰς τὸ παλάτι του καί, ἀφοῦ ἐπαρουσιάσθη ἐμπρός του, τοῦ εἶπε: «Εἰς κάποιαν πόλιν ἐζοῦσαν δύο ἄνδρες, ὁ ἕνας πλούσιος καὶ ὁ ἄλλος πτωχός.

Βασ. Β' 12,2

καὶ τῷ πλουσίῳ ἦν ποίμνια καὶ βουκόλια πολλὰ σφόδρα,

Κολιτσάρα

Ὁ πλούσιος εἶχε πάρα πολλὰ πρόβατα καὶ βόδια.

Τρεμπέλα

Ὁ πλούσιος εἶχε πάρα πολλὰ κοπάδια πρόβατα καὶ βόδια.

Βασ. Β' 12,3

καὶ τῷ πένητι οὐδὲν ἀλλ’ ἢ ἀμνὰς μία μικρά, ἣν ἐκτήσατο καὶ περιεποιήσατο καὶ ἐξέθρεψεν αὐτὴν καὶ ἡδρύνθη μετ’ αὐτοῦ καὶ μετὰ τῶν υἱῶν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτό, ἐκ τοῦ ἄρτου αὐτοῦ ἤσθιε καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου αὐτοῦ ἔπινε καὶ ἐν τῷ κόλπῳ αὐτοῦ ἐκάθευδε καὶ ἦν αὐτῷ ὡς θυγάτηρ·

Κολιτσάρα

Ὁ πτωχὸς δὲν εἶχε τίποτε ἄλλο, παρὰ μίαν μόνον ἀμνάδα μικράν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀγοράσει. Αὐτὸς προσωπικῶς τὴν περιποιήθη, τὴν ἀνέθρεψε, τὴν ἐμεγάλωσε μαζῆ μὲ τὰ παιδιά του. Αὐτὴ ἔτρωγε ἀπὸ τὸ ψωμί του καὶ ἔπινε νερὸ ἀπὸ τὸ ποτήρι του. Εἰς τὴν ἀγκάλην του ἐκοιμᾶτο καὶ τὴν εἶχεν ὡσὰν θυγατέρα του.

Τρεμπέλα

Ἀντιθέτως ὁ πτωχὸς δὲν εἶχε τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ἕνα μικρὸ θηλυκὸ πρόβατον, ποὺ τὸ εἶχε ἀγοράσει καὶ τὸ ἐφρόντισε καὶ τὸ ἔθρεψε. Καὶ ἐμεγάλωσεν εἰς τὸ σπίτι του μαζὶ μὲ τὸν ἴδιον καὶ μὲ τὰ παιδιά του. Τὸ πρόβατόν του ἔτρωγε ἀπὸ τὸ ψωμί του καὶ ἔπινε νερὸ ἀπὸ τὸ ποτήρι του. Τὸ ἀγαποῦσε δὲ τόσον πολύ, ὥστε τὸ ἄφηνε νὰ κοιμηθῇ εἰς τὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸ ἐθεωροῦσε σὰν θυγατέρα του.

Βασ. Β' 12,4

καὶ ἦλθε πάροδος τῷ ἀνδρὶ τῷ πλουσίῳ, καὶ ἐφείσατο λαβεῖν ἐκ τῶν ποιμνίων αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν βουκολίων αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι τῷ ξένῳ ὁδοιπόρῳ τῷ ἐλθόντι πρὸς αὐτὸν καὶ ἔλαβε τὴν ἀμνάδα τοῦ πένητος καὶ ἐποίησεν αὐτὴν τῷ ἀνδρὶ τῷ ἐλθόντι πρὸς αὐτόν.

Κολιτσάρα

Κάποιος ὁδοιπόρος ἐπισκέπτης ἦλθεν εἰς τὸν ἄλλον, τὸν πλούσιον ἄνθρωπον. Αὐτός, προκειμένου νὰ φιλοξενήσῃ τὸν ξένον του, ἐλυπήθη νὰ σφάξῃ ἀπὸ τὰ πρόβατά του καὶ ἀπὸ τὰ βόδια του, διὰ νὰ παραθέσῃ τράπεζαν φιλοξενίας εἰς τὸν ὁδοιπόρον, ποὺ τὸν εἶχεν ἐπισκεφθῆ. Καὶ ἐπῆρε τὴν ἀμνάδα τοῦ πτωχοῦ, τὴν ὁποίαν ἔσφαξε καὶ ἡτοίμασε διὰ τὸν ξένον ὑδοιπόρον, ποὺ εἶχεν ἔλθει πρὸς αὐτόν».

Τρεμπέλα

Κάποτε ὅμως ἦλθε κάποιος περαστικὸς ἐπισκέπτης εἰς τὸν πλούσιον ἄνθρωπον καὶ αὐτὸς ἐλυπήθη νὰ σφάξῃ ἀπὸ τὰ ἰδικά του πρόβατα καὶ ἀπὸ τὰ κοπάδια τῶν βοδιῶν του, διὰ νὰ φιλοξενήσῃ τὸν ὁδοιπόρον, ποὺ εἶχεν ἔλθει εἰς τὸ σπίτι του. Ἀντὶ τούτου ἐπῆρε καὶ ἔσφαξε τὸ πρόβατον τοῦ πτωχοῦ καὶ τὸ προσέφερεν εἰς τὸν ἐπισκέπτην του».

Βασ. Β' 12,5

καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ Δαυῒδ σφόδρα τῷ ἀνδρί, καὶ εἶπε Δαυῒδ πρὸς Νάθαν· ζῇ Κύριος, ὅτι υἱὸς θανάτου ὁ ἀνὴρ ὁ ποιήσας τοῦτο

Κολιτσάρα

Ὁ Δαυῒδ ἐκυριεύθη ἀπὸ μεγάλην ὀργὴν ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου καὶ εἶπε πρὸς τὸν Νάθαν· «ὁρκίζομαι ἐνώπιον τοῦ ζῶντος Κυρίου, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἔκαμε τοῦτο, εἶναι ὀπωσδήποτε ἄξιος θανάτου καὶ θὰ θανατωθῇ.

Τρεμπέλα

Μόλις τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ Δαβίδ, ὠργίσθη πολὺ κατὰ τοῦ πλουσίου ἐκείνου· καὶ εἶπεν ὁ Δαβὶδ εἰς τὸν Νάθαν: «Λέγω ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ποὺ ζῇ καὶ παρακολουθεῖ τὰ πάντα, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸ ἔκανε αὐτό, εἶναι ἔνοχος θανάτου.

Βασ. Β' 12,6

καὶ τὴν ἀμνάδα ἀποτίσει ἑπταπλασίονα, ἀνθ’ ὧν ὅτι ἐποίησε τὸ ῥῆμα τοῦτο καὶ περὶ οὗ οὐκ ἐφείσατο.

Κολιτσάρα

Θὰ ἐπιστρέψῃ δὲ εἰς τὸν ἀδικηθέντα ἑπτὰ ἀμνάδας, διότι ἔκαμε τὴν κακὴν αὐτὴν πρᾶξιν, δὲν ἐλυπήθη δηλαδὴ τὸν πτωχὸν κύριον τῆς μιᾶς ἀμνάδος».

Τρεμπέλα

Πρέπει νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν ἄλλον εἰς τὸ ἑπταπλάσιον διὰ τὴν πρᾶξιν του αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ εὐσπλαγχνίσθη τὸν πτωχόν».

Βασ. Β' 12,7

καὶ εἶπε Νάθαν πρὸς Δαυΐδ· σὺ εἶ ὁ ἀνὴρ ὁ ποιήσας τοῦτο· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ἐγώ εἰμι ὁ χρίσας σε εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραήλ, καὶ ἐγώ εἰμι ἐρρυσάμην σε ἐκ χειρὸς Σαοὺλ

Κολιτσάρα

Ὁ Νάθαν εἶπε τότε πρὸς τὸν Δαυΐδ· «σὺ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ποὺ ἔπραξε τοῦτο. Δι’ αὐτὸ τὰ ἐξῆς λέγει Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ· Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σὲ ἔχρισα βασιλέα τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σὲ ἐγλύτωσα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Σαούλ.

Τρεμπέλα

Καὶ τότε ὁ Νάθαν εἶπεν ἀμέσως εἰς τὸν Δαβίδ: «Σὺ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἔκανες αὐτό. Καὶ αὐτὰ λέγει πρὸς σὲ τώρα ὁ Κύριος καὶ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ: Ἐγὼ εἶμαι Ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἔχρισα νὰ βασιλεύῃς εἰς τὸν Ἰσραὴλ καὶ ποὺ σὲ ἔσωσα ἀπὸ τὸ φονικὸ χέρι τοῦ Σαούλ.

Βασ. Β' 12,8

καὶ ἔδωκά σοι τὸν οἶκον τοῦ κυρίου σου καὶ τὰς γυναῖκας τοῦ κυρίου σου ἐν τῷ κόλπῳ σου καὶ ἔδωκά σοι τὸν οἶκον Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα· καὶ εἰ μικρόν ἐστι, προσθήσω σοι κατὰ ταῦτα.

Κολιτσάρα

Σοῦ ἔδωκα δὲ ὅλην τὴν περιουσίαν τοῦ Σαούλ. Καὶ τὰς γυναίκας του σοῦ ἔφερα εἰς τὴν ἀγκάλην σου καὶ ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτας τοὺς ἔθεσα ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν σου. Ἐὰν ὅλαι αὐταὶ αἱ εὐεργεσίαι ἦσαν ὀλίγαι, ἐγὼ ἠδυνάμην καὶ εἶχα τὴν πρόθεσιν νὰ προσθέσω καὶ ἄλλας περισσοτέρας.

Τρεμπέλα

Σοῦ ἔδωσα δὲ τὸ σπίτι καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ κυρίου σου, τοῦ Σαούλ. Ἔδωσα ἐπίσης καὶ τὰς γυναῖκας του εἰς τὴν ἀγκαλιά σου, καθὼς καὶ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τοῦ Ἰούδα. Σοῦ τὰ ἔδωσα ὅλα. Καὶ ἐὰν σοῦ ἐφαίνοντο αὐτὰ λίγα, ἤμουν ἕτοιμος νὰ σοῦ προσθέσω καὶ ἄλλα.

Βασ. Β' 12,9

τί ὅτι ἐφαύλισας τὸν λόγον Κυρίου τοῦ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ; τὸν Οὐρίαν τὸν Χετταῖον ἐπάταξας ἐν ῥομφαίᾳ καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ ἔλαβες σεαυτῷ εἰς γυναῖκα καὶ αὐτὸν ἀπέκτεινας ἐν ῥομφαίᾳ υἱῶν Ἀμμών.

Κολιτσάρα

Διατί ὅμως σὺ κατεφρόνησες καὶ κατεξηυτέλισες τὸν νόμον τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ διαπράξῃς αὐτὸ τὸ κακὸν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν του; Σὺ ἐφόνευσες τὸν Οὐρίαν τὸν Χετταῖον μὲ μάχαιραν καὶ ἐπῆρες τὴν γυναῖκα του ὡς ἰδικήν σου γυναῖκα. Διότι σὺ ἔδωσες διαταγὴν καὶ ἐνήργησες ἐσκεμμένως νὰ φονευθῇ ἀπὸ τὴν ρομφαίαν τῶν Ἀμμωνιτῶν.

Τρεμπέλα

Διατί λοιπὸν κατεφρόνησες καὶ κατεπάτησες τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου καὶ διέπραξες αὐτὴν τὴν πονηρὰν πρᾶξιν ἐνώπιόν Του; Ἐσκότωσες μὲ τὴν ἐχθρικὴν ρομφαίαν τὸν ἀξιωματικόν σου, τὸν Οὐρίαν τὸν Χετταῖον. Ἐπῆρες τὴν γυναῖκα του καὶ τὴν ἔκανες γυναῖκα σου καὶ ἔβαλες τὸν ἄνδρα της νὰ σκοτωθῇ ἀπὸ τὴν ρομφαίαν τῶν Ἀμμωνιτῶν.

Βασ. Β' 12,10

καὶ νῦν οὐκ ἀποστήσεται ῥομφαία ἐκ τοῦ οἴκου σου ἕως αἰῶνος ἀνθ’ ὧν ὅτι ἐξουδένωσάς με καὶ ἔλαβες τὴν γυναῖκα τοῦ Οὐρίου τοῦ Χετταίου τοῦ εἶναί σοι εἰς γυναῖκα.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τώρα καὶ πέρα δὲν θὰ σταματήσουν πλέον οἱ φόνοι εἰς τὴν οἰκογένειάν σου, διότι μὲ περιεφρόνησες καὶ μὲ κατεξηυτέλισες καὶ ἐπῆρες τὴν γυναῖκα τοῦ Οὐρίου τοῦ Χετταίου, διὰ νὰ εἶναι ὡς σύζυγός σου.

Τρεμπέλα

Σοῦ λέγω λοιπὸν ὅτι ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς αἰωνίως θὰ γίνωνται συχνὰ φόνοι εἰς τὴν οἰκογένειάν σου, ἐπειδὴ περιφρόνησες τὰ λόγια Μου καὶ ἐπῆρες καὶ ἔκανες γυναῖκα σου τὴν γυναῖκα τοῦ Οὐρίου τοῦ Χετταίου.

Βασ. Β' 12,11

τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐξεγείρω ἐπὶ σὲ κακὰ ἐκ τοῦ οἴκου σου καὶ λήψομαι τὰς γυναῖκάς σου κατ’ ὀφθαλμούς σου καὶ δώσω τῷ πλησίον σου, καὶ κοιμηθήσεται μετὰ τῶν γυναικῶν σου ἐναντίον τοῦ ἡλίου τούτου·

Κολιτσάρα

Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος· Ἰδοὺ ἐγὼ θὰ παραχωρήσω νὰ παρουσιασθοῦν παρόμοιαι συμφοραὶ ἐναντίον τοῦ οἴκου σου, καὶ θὰ ἀφήσω ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν σου τὰς γυναῖκας σου νὰ παραδοθοῦν εἰς ἄνθρωπον ἰδικόν σου, ὁ ὁποῖος ἀναισχύντως καὶ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου θὰ κοιμηθῇ μὲ τὰς γυναῖκας σου.

Τρεμπέλα

Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: Νὰ ξέρῃς ὅτι θὰ σηκώσω καὶ θὰ φέρω ἐπάνω σου θλίψεις καὶ συμφοράς, ποὺ θὰ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ σπίτι σου. Θὰ πάρω δὲ τὰς γυναῖκας σου ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια σου καὶ θὰ τὰς παραδώσω εἰς ἄνθρωπον συγγενῆ σου. Καὶ θὰ κοιμηθῇ αὐτὸς μὲ τὰς γυναῖκας σου ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, ὁλοφάνερα δηλαδὴ καὶ χωρὶς καμμίαν κάλυψιν.

Βασ. Β' 12,12

ὅτι σὺ ἐποίησας κρυβῇ, κἀγὼ ποιήσω τὸ ῥῆμα τοῦτο ἐναντίον παντὸς Ἰσραὴλ καὶ ἀπέναντι τοῦ ἡλίου τούτου.

Κολιτσάρα

Διὰ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον σὺ διέπραξες κρυφίως, ἐγὼ θὰ σὲ τιμωρήσω ἐνώπιον ὅλου τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου».

Τρεμπέλα

Διότι σὺ μὲν ἔκανες αὐτό, ποὺ ἔκανες, κρυφά. Ἐγὼ ὅμως θὰ ἐνεργήσω φανερὰ ἐνώπιον ὅλων τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ εἰς τὸ φῶς τῆς ἡμέρας».

Βασ. Β' 12,13

καὶ εἶπε Δαυῒδ τῷ Νάθαν· ἡμάρτηκα τῷ Κυρίῳ. καὶ εἶπε Νάθαν πρὸς Δαυΐδ· καὶ Κύριος παρεβίβασε τὸ ἁμάρτημά σου, οὐ μὴ ἀποθάνῃς·

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε, βαθύτατα μετανοήσας, ὁ Δαυῒδ πρὸς τὸν Νάθαν· «ἡμάρτησα ἐνώπιον τοῦ Κυρίου». Ἀπήντησε δὲ ὁ Νάθαν πρὸς τὸν Δαυΐδ· «ὁ Κύριος παρέβλεψε καὶ συνεχώρησε τὸ ἁμάρτημά σου καὶ δὲν θὰ τιμωρηθῇς διὰ θανάτου.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ Δαβὶδ εἰς τὸν Νάθαν: «Ἔχω ἁμαρτήσει πράγματι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανα». Μετὰ τὴν ὁμολογίαν του αὐτὴν ὁ Νάθαν ἀπεκρίθη εἰς τὸν Δαβίδ: «Σὲ βεβαίῶ ὅτι ὁ Κύριος εἶδε τὴν μετάνοιάν σου καὶ συνεχώρησε τὸ ἁμάρτημά σου. Δὲν θὰ θανατωθῇς.

Βασ. Β' 12,14

πλὴν ὅτι παροργίζων παρώργισας τοὺς ἐχθροὺς Κυρίου ἐν τῷ ῥήματι τούτῳ, καί γε ὁ υἱός σου ὁ τεχθείς σοι θανάτῳ ἀποθανεῖται.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ ὅμως μὲ τὴν ἁμαρτίαν σου αὐτὴν μὲ ἔκαμες νὰ ὀργισθῶ πολὺ καὶ νὰ ἀφήσω ἐγὼ ὁ Θεὸς τοὺς ἐχθρούς σου νὰ σᾶς νικήσουν, διὰ τοῦτο θὰ ἀποθάνῃ ἀμέσως τὸ παιδί, ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν γυναῖκα τὸν Οὐρίου».

Τρεμπέλα

Πλὴν ὅμως, ἐπειδὴ μὲ τὴν πρᾶξιν σου αὐτὴν ἐξήγειρες τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἔδωσες τὸ δικαίωμα νὰ βλασφημήσουν τὸ Ὄνομά Του καὶ νὰ εἰποῦν ὅτι ἔχει καὶ ἀνέχεται ὡς ἰδικούς Του τέτοιους ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους, σοῦ λέγω ὅτι ὁ υἱός σου, ποὺ θὰ γεννηθῇ ἀπὸ τὴν σχέσιν σου ἐκείνην μὲ τὴν Βηρσαβεέ, θὰ θανατωθῇ».

Βασ. Β' 12,15

καὶ ἀπῆλθε Νάθαν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. καὶ ἔθραυσε Κύριος τὸ παιδίον, ὃ ἔτεκεν ἡ γυνὴ Οὐρίου τοῦ Χετταίου τῷ Δαυΐδ, καὶ ἠρρώστησε.

Κολιτσάρα

Αὐτὰ εἶπεν ὁ Νάθαν καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὸν οἶκον του. Ὁ δὲ Κύριος ἐκτύπησε τὸ παιδί, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ γυναῖκα τοῦ Οὐρίου τοῦ Χετταίου εἰς τὸν Δαυΐδ, καὶ αὐτὸ ἀρρώστησε.

Τρεμπέλα

Μετὰ ταῦτα ὁ Νάθαν ἀνεχώρησε καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ σπίτι του. Ἐκτύπησε δὲ ὁ Κύριος τὸ παιδί, ποὺ ἐγέννησε μὲ τὸν Δαβὶδ ἡ γυναῖκα τοῦ Οὐρίου τοῦ Χετταίου, καὶ ἀρρώστησε.

Βασ. Β' 12,16

καὶ ἐζήτησε Δαυῒδ τὸν Θεὸν περὶ τοῦ παιδαρίου, καὶ ἐνήστευσε Δαυῒδ νηστείαν καὶ εἰσῆλθε καὶ ηὐλίσθη ἐν σάκκῳ ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ Δαυῒδ προσηυχήθη πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τὴν ὑγείαν τοῦ παιδίου καὶ ἐνήστευσεν αὐστηρὰν νηστείαν, διῆλθε δὲ τὴν νύκτα κοιμηθεὶς εἰς τὸ δάπεδον, ἐνδεδυμένος μὲ σάκκον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἱκέτευσεν ὁ Δαβὶδ τὸν Θεὸν διὰ τὸ μικρὸ παιδὶ καὶ ἐνήστευσεν ὁ Δαβὶδ καὶ δὲν ἔφαγε τίποτε. Ἐμβῆκε δὲ εἰς τὸ δωμάτιόν του καὶ διενυκτέρευσε κατὰ γῆς μὲ μόνον ἔνδυμα ἕνα τρίχινον σάκκον.

Βασ. Β' 12,17

καὶ ἀνέστησαν ἐπ’ αὐτὸν οἱ πρεσβύτεροι τοῦ οἴκου αὐτοῦ ἐγεῖραι αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ οὐκ ἠθέλησε καὶ οὐ συνέφαγεν αὐτοῖς ἄρτον.

Κολιτσάρα

Κοντά του ἔμειναν οἱ γεροντότεροι τοῦ οἴκου του καὶ προσεπάθουν νὰ τὸν σηκώσουν ἀπὸ τὸ πάτωμα. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν ἤθελε. Καὶ δὲν ἔφαγε μαζῆ των τίποτε.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπῆγαν κοντά του οἱ πλέον ἠλικιωμένοι ὑπηρέται καὶ ἀξιωματοῦχοι τοῦ ἀνακτόρου του, διὰ νὰ τὸν σηκώσουν ἀπὸ τὸ ἔδαφος, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε καὶ οὔτε ἐδέχθη νὰ φάγῃ ψωμὶ μαζί των.

Βασ. Β' 12,18

καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ καὶ ἀπέθανε τὸ παιδάριον· καὶ ἐφοβήθησαν οἱ δοῦλοι Δαυῒδ ἀναγγεῖλαι αὐτῷ ὅτι τέθνηκε τὸ παιδάριον, ὅτι εἶπαν· ἰδοὺ ἐν τῷ τὸ παιδάριον ἔτι ζῆν ἐλαλήσαμεν πρὸς αὐτόν, καὶ οὐκ εἰσήκουσε τῆς φωνῆς ἡμῶν· καὶ πῶς εἴπωμεν πρὸς αὐτὸν ὅτι τέθνηκε τὸ παιδάριον; καὶ ποιήσει κακά.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν ἀπὸ τῆς ἀσθενείας ἀπέθανε τὸ παιδί. Οἱ δὲ δοῦλοι ἐφοβήθησαν νὰ ἀναγγείλουν εἰς τὸν Δαυΐδ, ὅτι ἀπέθανε τὸ παιδί, διότι εἶπαν· «νά, ὅταν ἀκόμη ἐζοῦσε τὸ παιδὶ ὡμιλήσαμεν πρὸς αὐτὸν καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσῃ τίποτε. Πῶς λοιπὸν θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτὸν τώρα, ὅτι τὸ παιδὶ ἀπέθανε; Ἡ ἐνέργειά μας αὐτὴ πιθανὸν νὰ γίνῃ αἰτία κακῶν δι’ αὐτὸν καὶ δι’ ἡμᾶς».

Τρεμπέλα

Κατὰ δὲ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν πέθανε τὸ μικρὸ παιδί, ὅπως τὸ εἶπεν ὁ Προφήτης. Ἐφοβήθηκαν δὲ οἱ δοῦλοι τοῦ Δαβὶδ νὰ τοῦ ἀνακοινώσουν ὅτι πέθανε τὸ μικρὸ παιδί, διότι εἶπαν μεταξύ των: «Αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ μᾶς ἀκούσῃ τότε ποὺ τοῦ μιλήσαμε, ἐνῷ ἐζοῦσε ἀκόμη τὸ παιδί· πῶς λοιπὸν θὰ τοῦ ἀναγγείλωμεν ὅτι πέθανε τὸ μικρὸ παιδί του; Ἂν τὸ μάθη, θὰ κάνῃ ἀσφαλῶς κάτι κακό».

Βασ. Β' 12,19

καὶ συνῆκε Δαυῒδ ὅτι οἱ παῖδες αὐτοῦ ψιθυρίζουσι, καὶ ἐνόησε Δαυῒδ ὅτι τέθνηκε τὸ παιδάριον· καὶ εἶπε Δαυῒδ πρὸς τοὺς παῖδας αὐτοῦ· εἰ τέθνηκε τὸ παιδάριον; καὶ εἶπαν· τέθνηκε.

Κολιτσάρα

Ὁ Δαυῒδ ἀντελήφθη ὅτι οἱ δοῦλοι αὐτοῦ κάτι ἐψυθίριζον καὶ ἐκατάλαβε, ὅτι τὸ παιδὶ εἶχε πλέον ἀποθάνει. Εἶπε τότε ὁ Δαυῒδ πρὸς τοὺς δούλους του· «λοιπὸν ἀλήθεια, ἀπέθανε τὸ παιδί;» Καὶ ἐκεῖνοι τοῦ εἶπον· «ἀπέθανε».

Τρεμπέλα

Ἀντελήφθη ὅμως ὁ Δαβὶδ ὅτι οἱ ὑπηρέται του ἐψιθύριζαν μεταξύ των καὶ ἐκατάλαβε ὁ Δαβὶδ ὅτι πέθανε τὸ μικρὸ παιδί του. Ἐρώτησε λοιπὸν ὁ ἴδιος τοὺς ὑπηρέτας του: «Μήπως πέθανε τὸ μικρὸ παιδί;» «Μάλιστα, πέθανε», ἀπήντησαν ἐκεῖνοι.

Βασ. Β' 12,20

καὶ ἀνέστη Δαυῒδ ἐκ τῆς γῆς καὶ ἐλούσατο καὶ ἠλείψατο καὶ ἤλλαξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ· καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, καὶ ᾔτησεν ἄρτον φαγεῖν, καὶ παρέθηκαν αὐτῷ ἄρτον, καὶ ἔφαγε.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Δαυῒδ ἐσηκώθη ἀπὸ τὸ ἔδαφος, ἐλούσθη, ἠλείφθη μὲ μύρα, ἄλλαξε τὰ ἐνδύματά του καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ προσεκύνησεν αὐτόν. Κατόπιν δὲ ἐπανῆλθεν εἰς τὸν οἶκον του, ἐζήτησε φαγητὸν νὰ φάγῃ καὶ παρέθεσαν εἰς αὐτὸν ἄρτον καὶ φαγητὸν καὶ ἔφαγε.

Τρεμπέλα

Ἐσηκώθη τότε ἀπὸ τὸ ἔδαφος ὁ Δαβὶδ καὶ ἐλούσθη καὶ ἄλειψε τὸ σῶμα του μὲ μύρα καὶ ἐφόρεσεν ἐπίσημα ἐνδύματα καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν τόπον τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπροσκύνησε μὲ συντριβὴν καὶ ταπείνωσιν τὸν ἅγιον καὶ δίκαιον Κύριον. Ἐπέστρεψε κατόπιν εἰς τὸ ἀνάκτορόν του καὶ ἐζήτησε νὰ φάγῃ. Καὶ ἀμέσως τοῦ παρέθεσαν ψωμὶ καὶ φαγητὸν καὶ ἔφαγε.

Βασ. Β' 12,21

καὶ εἶπαν οἱ παῖδες αὐτοῦ πρὸς αὐτόν· τί τὸ ῥῆμα τοῦτο, ὃ ἐποίησας ἕνεκα τοῦ παιδαρίου; ἔτι ζῶντος ἐνήστευες καὶ ἔκλαιες καὶ ἠγρύπνεις, καὶ ἡνίκα ἀπέθανε τὸ παιδάριον, ἀνέστης καὶ ἔφαγες ἄρτον καὶ πέπωκας;

Κολιτσάρα

Εἶπαν τότε οἱ δοῦλοι του πρὸς αὐτόν· «τί εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔκαμες σχετικῶς μὲ τὸ θλιβερὸν γεγονὸς τοῦ παιδίου σου; Ἐνῶ ἐκεῖνο ἀκόμη ἐζοῦσε, σὺ ἐνήστευες καὶ ἔκλαιες καὶ ἀγρυπνοῦσες. Ὅταν δὲ ἀπέθανε τὸ παιδί, ἠγέρθης, ἔφαγες καὶ ἔπιες;»

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ ὑπηρέταί του, ἔκπληκτοι διὰ τὴν συμπεριφοράν του αὐτήν, τὸν ἐρώτησαν: «Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔκανες; Πῶς ἐξηγεῖται ἡ συμπεριφορά σου ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ; Ὅταν ἐζοῦσε, ἐνήστευες καὶ ἔκλαιες καὶ ἀγρυπνοῦσες. Τώρα ποὺ πέθανε τὸ μικρὸ παιδί, ἐσηκώθης καὶ ἔφαγες καὶ ἤπιες!»

Βασ. Β' 12,22

καὶ εἶπε Δαυΐδ· ἐν τῷ τὸ παιδάριον ἔτι ζῆν ἐνήστευσα καὶ ἔκλαυσα, ὅτι εἶπα· τίς οἶδεν εἰ ἐλεήσει με Κύριος καὶ ζήσεται τὸ παιδάριον;

Κολιτσάρα

Ἀπήντησεν ὁ Δαυῒδ εἰς αὐτούς· «ἐφ’ ὅσον ἐζοῦσε τὸ παιδί, ἐνήστευσα καὶ ἔκλαυσα, διότι ἐσκέφθην, τίς οἶδε, μήπως ὁ Κύριος μὲ ἐλεήσῃ καὶ ζήσῃ τὸ παιδί;

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ Δαβίδ: «Ἐνήστευσα καὶ ἔκλαυσα, ὅταν ἐζοῦσε τὸ παιδί, διότι εἶπα μέσα μου: Ποιὸς ξέρει, ἴσως μὲ εὐσπλαγχνισθῇ ὁ Κύριος καὶ ζήσῃ τὸ παιδί.

Βασ. Β' 12,23

καὶ νῦν τέθνηκεν· ἱνατί τοῦτο ἐγὼ νηστεύω; μὴ δυνήσομαι ἐπιστρέψαι αὐτὸν ἔτι; ἐγὼ πορεύσομαι πρὸς αὐτόν, καὶ αὐτὸς οὐκ ἀναστρέψει πρός με.

Κολιτσάρα

Τώρα ὅμως ἀπέθανε. Διατί πλέον ἐγὼ νὰ νηστεύω; Μήπως θὰ ἠμπορέσω νὰ τὸ ἐπαναφέρω εἰς τὴν ζώῃν; Ἐγὼ θὰ πορευθῶ πρὸς αὐτό. Αὐτὸ δὲ ποτὲ δὲν θὰ ἐπιστρέψῃ πρὸς ἐμέ».

Τρεμπέλα

Τώρα ὅμως πέθανε καὶ ἔφυγε πλέον. Διατί λοιπὸν νὰ νηστεύω; Μήπως ἠμπορῶ νὰ τὸ φέρω καὶ πάλιν εἰς αὐτὴν ἐδῶ τὴν ζωήν; Ἐγὼ θὰ ὑπάγω ὁπωσδήποτε κάποτε πρὸς αὐτό. Ἐκεῖνο ὅμως δὲν πρόκειται νὰ ξαναγυρίσῃ ποτὲ εἰς ἑμέ, εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον».

Βασ. Β' 12,24

καὶ παρεκάλεσε Δαυῒδ Βηρσαβεὲ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν καὶ ἐκοιμήθη μετ’ αὐτῆς καὶ συνέλαβε καὶ ἔτεκεν υἱόν, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Σαλωμών, καὶ Κύριος ἠγάπησεν αὐτόν.

Κολιτσάρα

Παρηγόρησεν ὁ Δαυῒδ καὶ τὴν Βηρσαβεὲ τὴν γυναῖκα του διὰ τὸν θάνατον τοῦ παιδιοῦ. Εἰσῆλθε πρὸς αὐτήν, ἐκοιμήθη μαζῆ της, ἐκείνη δὲ συνέλαβε καὶ ἐγέννησεν ἄλλον υἱόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔδωσε τὸ ὄνομα Σαλωμών. Ὁ δὲ Κύριος ἠγάπησεν αὐτόν.

Τρεμπέλα

Παρηγόρησε κατόπιν ὁ Δαβὶδ τὴν γυναῖκα τοῦ Βηρσαβεὲ διὰ τὸν θάνατον τοῦ παιδιοῦ των καὶ ἐμβῆκε εἰς τὸ δωμάτιόν της καὶ ἐκοιμήθη μαζί της καὶ ἐκείνη συνέλαβε καὶ ἐγέννησεν υἱόν. Ὠνόμασε δὲ ὁ Δαβὶδ τὸ βρέφος Σαλωμών. Ὁ δὲ Κύριος ἀγάπησε τὸ νέον βρέφος.

Βασ. Β' 12,25

καὶ ἀπέστειλεν ἐν χειρὶ Νάθαν τοῦ προφήτου, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰεδεδί, ἕνεκεν Κυρίου.

Κολιτσάρα

Ἔδωσε δὲ ἐντολὴν ὁ Θεὸς διὰ μέσου τοῦ προφήτου Νάθαν, σύμφωνα πρὸς τὴν ὁποίαν ὁ Δαυῒδ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ παιδίου Ἰεδεδί, τὸ ὁποῖον σημαίνει «ἠγαπημένος παρὰ Κυρίου».

Τρεμπέλα

Ἀπέστειλε δὲ ὁ Θεὸς ὡς ἐκπρόσωπόν Του τὸν προφήτην Νάθαν καὶ ἔδωσεν εἰς τὸ βρέφος τὸ ὄνομα Ἰεδεδί, ποὺ σημαίνει «ἀγαπητὸς τοῦ Κυρίου», διότι ὁ Κύριος τὸ ἀγάπησε.

Βασ. Β' 12,26

Καὶ ἐπολέμησεν Ἰωὰβ ἐν Ῥαββὰθ υἱῶν Ἀμμὼν καὶ κατέλαβε τὴν πόλιν τῆς βασιλείας.

Κολιτσάρα

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ἰωὰβ ἐπολεμοῦσε καὶ πολιορκοῦσε τὴν Ραββάθ, πόλιν τῶν Ἀμμωνιτῶν, τὴν ὁποίαν καὶ κατέλαβε, αὐτὴν τὴν βασιλικὴν πόλιν καὶ πρωτεύουσαν τῶν Ἀμμωνιτῶν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπετέθη ὁ Ἰωὰβ ἐναντίον τῆς πόλεως τῶν Ἀμμωνιτῶν Ραββὰθ καὶ κατέλαβε τὴν πόλιν, ποὺ ἦτο ἡ ἕδρα τοῦ βασιλέως τῶν Ἀμμωνιτῶν.

Βασ. Β' 12,27

καὶ ἀπέστειλεν Ἰωὰβ ἀγγέλους πρὸς Δαυῒδ καὶ εἶπεν· ἐπολέμησα ἐν Ῥαββὰθ καὶ κατελαβόμην τὴν πόλιν τῶν ὑδάτων·

Κολιτσάρα

Ἔστειλε δὲ ἀγγελιαφόρον πρὸς τὸν Δαυῒδ καὶ ἐγνωστοποίησεν εἰς αὐτόν· «ἐπολέμησα τὴν Ραββάθ καὶ κατέλαβαν τὴν πόλιν, τὴν κτισμένην πλησίον τῶν ὑδάτων τοῦ ποταμοῦ Ἰαβώκ.

Τρεμπέλα

Ἀπέστειλε δὲ ὁ Ἰωὰβ ἀγγελιαφόρους του εἰς τὸν Δαβὶδ καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔκανα ἐπίθεσιν ἐναντίον τῆς Ραββὰθ καὶ κατέλαβα τὴν κάτω πόλιν, ποὺ εὑρίσκεται κοντὰ εἰς τὸν ποταμόν.

Βασ. Β' 12,28

καὶ νῦν συνάγαγε τὸ κατάλοιπον τοῦ λαοῦ καὶ παρέμβαλε ἐπὶ τὴν πόλιν καὶ προκαταλαβοῦ αὐτήν, ἵνα μὴ προκαταλάβωμαι ἐγὼ τὴν πόλιν καὶ κληθῇ τὸ ὄνομά μου ἐπ’ αὐτήν.

Κολιτσάρα

Καὶ τώρα συγκέντρωσε σὺ τὸν ὑπόλοιπον λαόν, στρατοπέδευσε κοντὰ εἰς τὴν πόλιν καὶ κάμε ἐπίθεσιν, διὰ νὰ καταλάβῃς τὸ ὑπόλοιπον μέρος αὐτῆς, διὰ νὰ μὴ κυριεύσω ἐγὼ καὶ τὸ μέρος τοῦτο τῆς πόλεως καὶ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ὄνομά μου ἡ κατάληψίς της».

Τρεμπέλα

Συγκέντρωσε λοιπὸν σὺ τὸν ὑπόλοιπον στρατὸν καὶ ἔλα νὰ πολεμήσῃς ἐναντίον τῆς ἀκροπόλεώς της, ποὺ εὑρίσκεται ὑψηλότερα. Φρόντισε νὰ τὴν κυριεύσῃς πρῶτος σύ, διὰ νὰ μὴ σὲ προλάβω ἐγὼ καὶ τὴν κυριεύσω καὶ δοθῇ τὸ ὄνομά μου εἰς αὐτήν».

Βασ. Β' 12,29

καὶ συνήγαγε Δαυῒδ πάντα τὸν λαὸν καὶ ἐπορεύθη εἰς Ῥαββὰθ καὶ ἐπολέμησεν ἐν αὐτῇ καὶ κατελάβετο αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ὁ Δαυῒδ συνεκέντρωσε πράγματι ὅλον τὸν ὑπόλοιπον λαὸν καὶ ἐβάδισεν ἐναντίον τῆς Ραββάθ, ἐπολέμησε κατ’ αὐτῆς καὶ τὴν ἐκυρίευσε.

Τρεμπέλα

Καὶ συνεκέντρωσε πράγματι ὁ Δαβὶδ ὅλον τὸν ὑπόλοιπον στρατόν του καί, ἀφοῦ ἔφθασεν εἰς τὴν Ραββάθ, ἐπετέθη ἐναντίον της καὶ τὴν ἐκυρίευσε.

Βασ. Β' 12,30

καὶ ἔλαβε τὸν στέφανον Μολχὸμ τοῦ βασιλέως αὐτῶν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, καὶ ὁ σταθμὸς αὐτοῦ τάλαντον χρυσίου καὶ λίθου τιμίου, καὶ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς Δαυΐδ· καὶ σκῦλα τῆς πόλεως ἐξήνεγκε πολλὰ σφόδρα.

Κολιτσάρα

Ἀφήρεσε δὲ τὸν χρυσοῦν στέφανον, τὸ διάδημα, ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ βασιλέως των τοῦ Μολχόμ. Τὸ βάρος τοῦ στεφάνου ἦτο ἕνα τάλαντον χρυσοῦ, εἶχε δὲ κατασκευασθῆ ἀπὸ χρυσὸν καὶ πολυτίμους λίθους. Τὸν βασιλικὸν αὐτὸν στέφανον ἐφόρεσεν ὁ Δαυῒδ εἰς τὴν κεφαλήν του. Ἐπῆρε καὶ πάρα πολλὰ ἄλλα λάφυρα ἀπὸ τὴν πόλιν αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ἐπῆρε δὲ τὸ χρυσὸ στεφάνι, τὸ βασιλικὸ δηλαδὴ στέμμα, ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ βασιλέως τῶν Ἀμμωνιτῶν Μολχὸμ καὶ τὸ ἐφόρεσεν ὁ Δαβὶδ εἰς τὸ κεφάλι του. Τὸ στεφάνι αὐτὸ ἐζύγιζεν ἕνα τάλαντον χρυσοῦ καὶ εἶχε ἐπάνω του καὶ πολυτίμους λίθους. Ἐπῆρε ἐπίσης ἀπὸ τὴν πόλιν αὐτὴν καὶ πάρα πολλὰ λάφυρα.

Βασ. Β' 12,31

καὶ τὸν λαὸν τὸν ὄντα ἐν αὐτῇ ἐξήγαγε καὶ ἔθηκεν ἐν τῷ πρίονι καὶ ἐν τοῖς τριβόλοις τοῖς σιδηροῖς καὶ ὑποτομεῦσι σιδηροῖς καὶ διήγαγεν αὐτοὺς διὰ τοῦ πλινθείου· καὶ οὕτως ἐποίησε πάσαις ταῖς πόλεσιν υἱῶν Ἀμμών. καὶ ἐπέστρεψε Δαυῒδ καὶ πᾶς ὁ λαὸς εἰς Ἱερουσαλήμ.

Κολιτσάρα

Τὸν δὲ λαόν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο μέσα εἰς τὴν πόλιν, τὸν ἔβγαλεν ἔξω ἀπὸ αὐτὴν καὶ ἐφόνευσεν ἄλλους μὲ πριόνια καὶ ἄλλους μὲ σιδηροῦς κοπτῆρας καὶ ἄλλους ἠνάγκασε νὰ περάσουν ἀπὸ καλούπια πλίνθων. Τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ εἰς τοὺς κατοίκους ὅλων τῶν ἄλλων πόλεων τῶν Ἀμμωνιτῶν. Κατόπιν ὁ Δαυῒδ ἐπέστρεψέ μὲ ὅλον τὸν στρατόν του εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.

Τρεμπέλα

Τοὺς δὲ κατοίκους, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς αὐτήν, τοὺς ἔβγαλε καὶ τοὺς ἐσκότωσε μὲ πριόνι καὶ μὲ σιδερένια κοντάρια, ποὺ εἶχαν τρεῖς αἰχμές, καὶ μὲ σιδερένια κλαδευτήρια. Τοὺς ἔβαλεν ἐπίσης καὶ τοὺς ἐσκότωσε μέσα εἰς τὰ καμίνια καὶ τὰ καλούπια, ὅπου κατεσκευάζοντο τὰ πλιθιά. Τὸ ἰδιο ἔκανε εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῶν Ἀμμωνιτῶν. Μετὰ δὲ ταῦτα ἐπέστρεψεν ὁ Δαβὶδ καὶ ὅλος ὁ στρατὸς εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.