Βασιλειῶν Β' 15

Βασ. Β' 15,1

Καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἐποίησεν ἑαυτῷ Ἀβεσσαλὼμ ἅρματα καὶ ἵππους καὶ πεντήκοντα ἄνδρας παρατρέχειν ἔμπροσθεν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτά, τὴν συμφιλίωσιν δηλαδὴ τοῦ Ἀβεσσαλὼμ πρὸς τὸν πατέρα του, ὁ Ἀβεσσαλὼμ κατεσκεύασε διὰ τὸν ἑαυτόν του ἅρματα, ἠγόρασε δὲ καὶ ἵππους. Πενήντα ἄνδρες ὡσὰν σωματοφύλακες καὶ τιμητικὴ συνοδεία ἔτρεχαν ἔπροσθέν του.

Τρεμπέλα

Μετὰ δὲ τὴν συμφιλίωσιν μὲ τὸν πατέρα του ὁ Ἀβεσσαλὼμ ἐφρόντισε καὶ ἑτοίμασε διὰ τὸν ἑαυτόν του πολεμικὰ ἅρματα καὶ ἱππικόν. Εἶχεν ἐπίσης μαζί του καὶ πενῆντα ἄνδρας, ποὺ εἶχαν εἰδικὴν ἀποστολὴν νὰ τρέχουν ἐμπρός του ὡς τιμητικὴ συνοδεία.

Βασ. Β' 15,2

καὶ ὤρθρισεν Ἀβεσσαλὼμ καὶ ἔστη ἀνὰ χεῖρας τῆς ὁδοῦ τῆς πύλης καὶ ἐγένετο πᾶς ἀνήρ, ᾧ ἐγένετο κρίσις, ἦλθε πρὸς τὸν βασιλέα εἰς κρίσιν, καὶ ἐβόησε πρὸς αὐτὸν Ἀβεσσαλὼμ καὶ ἔλεγεν αὐτῷ· ἐκ ποίας πόλεως σὺ εἶ; καὶ εἶπεν· ἐκ μιᾶς φυλῶν Ἰσραὴλ ὁ δοῦλός σου.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἀβεσσαλὼμ ἐξυπνοῦσε πολὺ πρωΐ, ἔβγαινε ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ ἵστατο πλησίον εἰς τὴν ὁδόν, ποὺ ὡδηγοῦσε εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως Ἱερουσαλήμ. Ἐφώναζε δὲ κάθε ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶχε διαφορὰς πρὸς ἄλλον καὶ ἤρχετο νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ ἔλεγε μὲ πολλὴν φιλοφροσύνην· «ἀπὸ ποίαν πόλιν κατάγεσαι;» Ἐκεῖνος εὐχαριστημένος ἀπαντοῦσε· «ἐγώ, ὁ δοῦλος σου, κατάγομαι ἀπὸ μίαν πόλιν τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ».

Τρεμπέλα

Ἐξυπνοῦσε δὲ ἐνωρὶς τὸ πρωῒ ὁ Ἀβεσσαλὼμ καὶ ἐστέκετο δίπλα εἰς τὸν δρόμον, ποὺ ὠδηγοῦσε εἰς τὴν πόλην τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων. Μόλις δὲ ἔβλεπεν ὁποιονδήποτε, ποὺ εἶχε κάποιαν ὑπόθεσιν καὶ ἐπήγαινε εἰς τὸν βασιλέα, διὰ νὰ τὴν ἐξετάσῃ ἐκεῖνος καὶ νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, ἐφώναζε πρὸς αὐτὸν ὁ Ἀβεσσαλὼμ καὶ τὸν ἐρωτοῦσε: «Ἀπὸ ποιὰ πόλι εἶσαι;» Καὶ ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε ἀναλόγως: «Εἶμαι ἀπὸ τὴν τάδε πόλιν τῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραὴλ ὁ δοῦλος σου».

Βασ. Β' 15,3

καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Ἀβεσσαλώμ· ἰδοὺ οἱ λόγοι σου ἀγαθοὶ καὶ εὔκολοι, καὶ ὁ ἀκούων οὐκ ἔστι σοι παρὰ τοῦ βασιλέως.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἀβεσσαλὼμ ἔλεγε καὶ διεβεβαίωνεν αὐτόν· «ἡ ὑπόθεσίς σου εἶναι ὁλοφάνερα δικαία καὶ εὔκολα ἠμπορεῖ νὰ τακτοποιηθῇ. Δὲν ὑπάρχει ὅμως κανένας διωρισμένος ἀπὸ τὸν βασιλέα δικαστής, διὰ νὰ δικάσῃ τὴν ὑπόθεσίν σου».

Τρεμπέλα

Καὶ τοῦ ἔλεγεν ὁ Ἀβεσσαλώμ: «Σὲ βεβαιώνω ὅτι τὸ αἴτημά σου εἶναι δίκαιον καὶ σωστὸν καὶ θὰ τακτοποιηθῇ εὔκολα. Κρίμα ὅμως ποὺ δὲν ὑπάρχει διωρισμένος κάποιος δικαστὴς ἀπὸ τὸν βασιλέα, διὰ νὰ ἀκούσῃ τὸ θέμα σου».

Βασ. Β' 15,4

καὶ εἶπεν Ἀβεσσαλώμ· τίς με καταστήσει κριτὴν ἐν τῇ γῇ, καὶ ἐπ’ ἐμὲ ἐλεύσεται πᾶς ἀνήρ, ᾧ ἐὰν ᾖ ἀντιλογία καὶ κρίσις, καὶ δικαιώσω αὐτόν;

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ Ἀβεσσαλὼμ προσέθετε· «ποιὸς τάχα θὰ μὲ ἐγκαταστήσῃ δικαστὴν εἰς τὴν χώραν αὐτήν; Ἂν γίνω, εἰς ἐμὲ θὰ ἔρχωνται τότε ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται, ποὺ ἔχουν διαφορὰς πρὸς ἄλλους, καὶ ἐγὼ θὰ δικάζω δικαίως».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐσυνέχιζε ὁ Ἀβεσσαλώμ: «Ποιὸς θὰ μὲ κάνῃ Κριτὴν εἰς τὴν χώραν αὐτήν, ὥστε νὰ ἔρχεται πρὸς ἐμὲ κάθε ἄνθρωπος, ποὺ θὰ ἔχῃ τυχὸν κάποιαν διαφορὰν μὲ τὸν συνάνθρωπόν του ἢ ὁποιανδήποτε δικαστικὴν ὑπόθεσιν, καὶ νὰ τὸν δικαιώνω;»

Βασ. Β' 15,5

καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐγγίζειν ἄνδρα τοῦ προσκυνῆσαι αὐτῷ καὶ ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ἐπελαμβάνετο αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ κανεὶς Ἰσραηλίτης τὸν ἐπλησίαζε νὰ τὸν προσκυνήσῃ, ὁ Ἀβεσσαλὼμ ἄπλωνε τὸ χέρι του, τὴν ἔπιανε φιλικῶς καὶ τὸν καταφιλοῦσε.

Τρεμπέλα

Καὶ καθὼς ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὸν ὁποῖον συνωμιλοῦσε, ἐπλησίαζε πρὸς τὸν Ἀβεσσαλὼμ διὰ νὰ τὸν προσκυνήσῃ, ἄπλωνε τὰ χέρια του ἐκεῖνος καὶ τὸν ἐνηγκαλίζετο καὶ τὸν ἠσπάζετο.

Βασ. Β' 15,6

καὶ ἐποίησεν Ἀβεσσαλὼμ κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦτο παντὶ Ἰσραὴλ τοῖς παραγινομένοις εἰς κρίσιν πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ ἰδιοποιεῖτο Ἀβεσσαλὼμ τὴν καρδίαν ἀνδρῶν Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Ἔτσι δὲ συμπεριφερόμενος ὁ Ἀβεσσαλὼμ πρὸς κάθε Ἰσραηλίτην, ποὺ ἤρχετο νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, κατακτοῦσε τὰς καρδίας τῶν Ἰσραηλιτῶν.

Τρεμπέλα

Τὰ ἔκαμνε δὲ αὐτὰ ὁ Ἀβεσσαλὼμ εἰς κάθε Ἰσραηλίτην, ποὺ ἐπήγαινε πρὸς τὸν βασιλέα διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκδίκασιν κάποιας ὑποθέσεώς του. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐκέρδιζεν ὁ Ἀβεσσαλὼμ τὴν συμπάθειαν καὶ φιλίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν.

Βασ. Β' 15,7

καὶ ἐγένετο ἀπὸ τέλους τεσσαράκοντα ἐτῶν καὶ εἶπεν Ἀβεσσαλὼμ πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ· πορεύσομαι δὴ καὶ ἀποτίσω τὰς εὐχάς μου, ἃς ηὐξάμην τῷ Κυρίῳ ἐν Χεβρών·

Κολιτσάρα

Ὅταν ὁ Ἀβεσσαλὼμ συνεπλήρωνε τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, εἶπε πρὸς τὸν πατέρα του· «δός μου τὴν ἄδειαν νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Χεβρών, διὰ νὰ ἐκτελέσω ἕνα τάξιμο, τὸ ὁποῖον ἔχω κάμει πρὸς τὸν Κύριον.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸ τέλος δὲ τοῦ τεσσαρακοστοῦ ἔτους εἶπεν ὁ Ἀβεσσαλὼμ πρὸς τὸν πατέρα του: «Θέλω νὰ πάω εἰς τὴν Χεβρών, διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὰ τάματα, ποὺ ἔχω ὑποσχεθῆ εἰς τὸν Κύριον.

Βασ. Β' 15,8

ὅτι εὐχὴν ηὔξατο ὁ δοῦλός σου ἐν τῷ οἰκεῖν με ἐν Γεδσοὺρ ἐν Συρίᾳ λέγων· ἐὰν ἐπιστρέφων ἐπιστρέψῃ με Κύριος εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ λατρεύσω τῷ Κυρίῳ.

Κολιτσάρα

Διότι ἐγώ, ὁ δοῦλος σου, ὅταν ἕμενα ἐξόριστος εἰς τὴν Γεδσούρ τῆς Συρίας, ἔκαμα μίαν εὐχὴν εἰς τὸν Κύριον καὶ εἶπα· Ἐὰν εὐδοκήσῃ ὁ Κύριος καὶ ἐπιστρέψω εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, θὰ τοῦ προσφέρω δῶρον τῆς λατρείας μου πρὸς αὐτόν».

Τρεμπέλα

Ἔκαμα τάξιμο, ὁ δοῦλος σου, τότε ποὺ ἤμουν ἐξόριστος εἰς τὴν Γεδσοὺρ τῆς Συρίας καὶ εἶπα: «Ἐὰν μὲ βοηθήσῃ ὁ Κύριος καὶ ἐπιστρέψω εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, θὰ τοῦ προσφέρω τὴν ἔκφρασιν τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ λατρείας μου εἰς τὴν Χεβρών».

Βασ. Β' 15,9

καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεύς· βάδιζε εἰς εἰρήνην· καὶ ἀναστὰς ἐπορεύθη εἰς Χεβρών.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς Δαυῒδ ἀνύποπτος ἀπήντησε πρὸς τὸν Ἀβεσσαλώμ· «πήγαινε εἰς ὁδὸν εἰρήνης». Ἐκεῖνος δὲ ἐξεκίνησε καὶ μετέβη εἰς τὴν Χεβρών.

Τρεμπέλα

Καὶ τοῦ εἶπεν ὁ βασιλεύς: «Πήγαινε εἰς τὸ καλό, εἰς ὁδὸν εἰρήνης». Ἐσηκωθη δὲ ἐκεῖνος ἀμέσως καὶ ἀνεχώρησε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Χεβρών.

Βασ. Β' 15,10

καὶ ἀπέστειλεν Ἀβεσσαλὼμ κατασκόπους ἐν πάσαις φυλαῖς Ἰσραὴλ λέγων· ἐν τῷ ἀκοῦσαι ὑμᾶς τὴν φωνὴν τῆς κερατίνης καὶ ἐρεῖτε· βεβασίλευκε βασιλεὺς Ἀβεσσαλὼμ ἐν Χεβρών.

Κολιτσάρα

Ἔστειλε δὲ κατασκόπους ὁ Ἀβεσσαλὼμ εἰς ὅλας τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ, διὰ νὰ ἀναγγείλουν τὰ ἑξῆς· Ἀμέσως μόλις ἀκούσετε τὸν ἦχον κερατίνης σάλπιγγας θὰ πῆτε· «ἀνεκηρύχθη βασιλεὺς εἰς τὴν Χεβρὼν ὁ Ἀβεσσαλώμ».

Τρεμπέλα

Ἀπέστειλε δὲ ὁ Ἀβεσσαλὼμ ἐμπίστους ἀνθρώπους του ὡς κατασκόπους εἰς ὅλας τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τοὺς εἶπε: «Μόλις ἀκούσετε να ἀντηχῇ ἡ κερατίνη σάλπιγγα, θὰ διαδώσετε παντοῦ τὴν ἑξῆς εἴδησιν: Ἀνεκηρύχθη βασιλεὺς εἰς τὴν Χεβρὼν ὁ Ἀβεσσαλώμ».

Βασ. Β' 15,11

καὶ μετὰ Ἀβεσσαλὼμ ἐπορεύθησαν διακόσιοι ἄνδρες ἐξ Ἱερουσαλὴμ κλητοὶ καὶ πορευόμενοι τῇ ἁπλότητι αὐτῶν καὶ οὐκ ἔγνωσαν πᾶν ῥῆμα.

Κολιτσάρα

Μαζῆ δὲ μὲ τὸν Ἀβεσσαλὼμ ἐπορεύθησαν πρὸς τὴν Χεβρὼν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ διακόσιοι ἄλλοι ἐπίσημοι ἄνδρες. Αὐτοὶ ἐπῆγαν μαζῆ του μὲ ὅλην των τὴν ἁπλότητα, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τίποτε ἀπὸ ὅσα πονηρὰ εἶχε κατὰ νοῦν ὁ Ἀβεσσαλώμ.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἀνεχώρησεν ὁ Ἀβεσσαλὼμ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, τὸν ἀκολούθησαν καὶ διακόσιοι ἐκλεκτοὶ καὶ ἐπίσημοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν μαζί του μὲ καλὴν διάθεσιν, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τίποτε ἀπὸ τὰ συνωμοτικά του σχέδια.

Βασ. Β' 15,12

καὶ ἀπέστειλεν Ἀβεσσαλὼμ καὶ ἐκάλεσε τὸν Ἀχιτόφελ τὸν Γελμωναῖον τὸν σύμβουλον Δαυῒδ ἐκ τῆς πόλεως αὐτοῦ ἐκ Γωλὰ ἐν τῷ θυσιάζειν αὐτόν. καὶ ἐγένετο σύστρεμμα ἰσχυρόν, καὶ ὁ λαὸς ὁ πορευόμενος καὶ πολὺς μετὰ Ἀβεσσαλώμ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἀβεσσαλώμ, ὅταν εἶχε κατεβῆ εἰς τὴν Χεβρών, διὰ νὰ προσφέρῃ τὴν θυσίαν τοῦ τάματός του, ἔστειλεν ἄνθρωπον καὶ προσεκάλεσε τὸν Ἀχιτόφελ τὸν Γελμωναῖον, ὁ ὁποῖος ἦτο σύμβουλος τοῦ Δαυῒδ καὶ κατήγετο ἀπὸ τὴν πόλιν Γωλά. Ἔτσι δὲ τὸ συνωμοτικὸν στράτευμα τοῦ Ἀβεσσαλὼμ ἐγίνετο ὁλονὲν καὶ ἰσχυρότερον, διότι πολὺς λαὸς συνεχῶς ἐπορεύετο καὶ ἀκολουθοῦσε τὸν Ἀβεσσαλώμ.

Τρεμπέλα

Ἔστειλε δὲ ἀνθρώπους το ἀπὸ τὴν Χεβρὼν ὁ Ἀβεσσαλὼμ καὶ ἐκάλεσε κοντά του τὸν Ἀχιτόφελ, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς Ἰουδαίας Γελμὼν καὶ ἦτο ἕως τότε ἰδιαίτερος σύμβουλος τοῦ βασιλέως Δαβίδ. Τὸν ἐκάλεσε δὲ ὁ Ἀβεσσαλὼμ ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα, ποὺ ἐλέγετο Γωλά, ἐνῷ προσέφερε τὰς θυσίας του. Ἔγινε δὲ τότε μεγάλη συνωμοσία καὶ ἐπανάστασις. Ὁ δὲ λαός, ποὺ ἀκολούθησε τὸν Ἀβεσσαλώμ, ἦτο πολύς.

Βασ. Β' 15,13

καὶ παρεγένετο ὁ ἀπαγγέλλων πρὸς Δαυῒδ λέγων· ἐγενήθη ἡ καρδία ἀνδρῶν Ἰσραὴλ ὀπίσω Ἀβεσσαλώμ.

Κολιτσάρα

Ἦλθεν ὅμως ἐνας ἀγγελιαφόρος πρὸς τὸν Δαυῒδ καὶ τοῦ εἶπεν· «ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται ἔχουν ἀκολουθήσει τὸν Ἀβεσσαλώμ».

Τρεμπέλα

Ἦλθε δὲ ὁ ἀγγελιαφόρος πρὸς τὸν Δαβὶδ καὶ τοῦ εἶπε: «Οἱ Ἰσραηλῖται ἔδωσαν τὴν καρδίαν των εἰς τὸν Ἀβεσσαλὼμ καὶ τὸν ἀκολούθησαν».

Βασ. Β' 15,14

καὶ εἶπε Δαυῒδ πᾶσι τοῖς παισὶν αὐτοῦ τοῖς μετ’ αὐτοῦ τοῖς ἐν Ἱερουσαλήμ· ἀνάστητε καὶ φύγωμεν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν σωτηρία ἀπὸ προσώπου Ἀβεσσαλώμ· ταχύνατε τοῦ πορευθῆναι, ἵνα μὴ ταχύνῃ καὶ καταλάβῃ ἡμᾶς καὶ ἐξώσῃ ἐφ’ ἡμᾶς τὴν κακίαν καὶ πατάξῃ τὴν πόλιν ἐν στόματι μαχαίρας.

Κολιτσάρα

Ὁ Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος ἀντελήφθη πλέον τοὺς πονηροὺς σκοποὺς τοῦ Ἀβεσσαλώμ, εἶπε πρὸς τοὺς δούλους του, ποὺ εὑρίσκοντο μαζῆ του εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ· «σηκωθῆτε καὶ ἂς φύγωμεν. Διότι ἐὰν συναντηθῶμεν μὲ τὸν Ἀβεσσαλώμ, δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία σωτηρία δι’ ἡμᾶς. Σπεύσατε νὰ φύγωμεν, μήπως τυχὸν ἐκεῖνος τρέξῃ καὶ μᾶς καταλάβῃ καὶ ἀφήσῃ νὰ πέσῃ ἐπάνω μας ὅλη ἡ κακία του καὶ περάσῃ τοὺς κατοίκους τῆς Ἱερουσαλὴμ ἐν στόματι μαχαίρας».

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ Δαβὶδ εἰς ὅλους τοὺς αὐλικούς του, ποὺ ἔμεναν μαζί του εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα: «Σηκωθῆτε καὶ ἑτοιμασθῆτε ἀμέσως, διὰ νὰ φύγωμεν, διότι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις να σωθῶμεν, ἐὰν σταθῶμεν ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἀβεσσαλώμ. Κάνετε γρήγορα καὶ μὴ καθυστερεῖτε τὴν ἀναχώρησιν, διὰ νὰ μὴ σπεύσῃ καὶ μᾶς πιάσῃ καὶ βγάλῃ καὶ ρίξῃ ἐπάνω μας τὴν κακίαν του καὶ ἐξολοθρεύσῃ τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ μαχαίρι».

Βασ. Β' 15,15

καὶ εἶπον οἱ παῖδες τοῦ βασιλέως πρὸς τὸν βασιλέα· κατὰ πάντα, ὅσα αἱρεῖται ὁ κύριος ἡμῶν ὁ βασιλεύς, ἰδοὺ οἱ παῖδές σου.

Κολιτσάρα

Οἱ δοῦλοι τοῦ βασιλέως εἶπαν πρὸς αὐτόν· «ὅλα ὅσα ἀποφασίσῃ νὰ πράξῃ ὁ κύριός μας καὶ βασιλεύς μας, ἡμεῖς εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ὑπακούσωμεν καὶ νὰ πράξωμεν».

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπαν οἱ ἀφωσιωμένοι ὑπηρέται τοῦ βασιλέως εἰς τὸν βασιλέα των Δαβίδ: «Εἴμαστε ἕτοιμοι οἱ δοῦλοι σου νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς ὅ,τι ἀποφασίσῃς σύ, ὁ κύριός μας καὶ βασιλεύς».

Βασ. Β' 15,16

καὶ ἐξῆλθεν ὁ βασιλεὺς καὶ πᾶς ὁ οἶκος αὐτοῦ τοῖς ποσὶν αὐτῶν· καὶ ἀφῆκεν ὁ βασιλεὺς δέκα γυναῖκας τῶν παλλακῶν αὐτοῦ φυλάσσειν τὸν οἶκον.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς πεζοπορῶν, μαζῆ δὲ μὲ αὐτὸν καὶ ὅλος ὁ βασιλικός του οἶκος, ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἀφῆκε δὲ μόνον δέκα ἀπὸ τὰς γυναῖκας του τῆς δευτέρας σειρᾶς, νὰ φυλάττουν τὸν βασιλικόν του οἶκον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν πόλιν πεζῇ ὁ βασιλεὺς καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά του μαζί του. Ἄφησε δὲ πίσω του ὁ βασιλεὺς δέκα γυναῖκας ἀπὸ τὰς παλλακάς του, διὰ νὰ προσέχουν τὸ ἀνάκτορον.

Βασ. Β' 15,17

καὶ ἐξῆλθεν ὁ βασιλεὺς καὶ πάντες οἱ παῖδες αὐτοῦ πεζῇ καὶ ἔστησαν ἐν οἴκῳ τῷ μακράν.

Κολιτσάρα

Ἐβγῆκεν ὁ βασιλεὺς καὶ ὅλη ἡ αὐλή του πεζοποροῦντες καὶ ἐσταμάτησαν εἰς ἕνα μακρυνὸν οἶκον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ ἀνάκτορον ὁ βασιλεὺς καὶ ὅλοι οἱ αὐλικοί του καὶ ἐπροχώρησαν μὲ τὰ πόδια, ἐσταμάτησαν εἰς κάποιο ἀπομακρυσμένο σπίτι.

Βασ. Β' 15,18

καὶ πάντες οἱ παῖδες αὐτοῦ ἀνὰ χεῖρα αὐτοῦ παρῆγον καὶ πᾶς Χελεθὶ καὶ πᾶς ὁ Φελεθὶ καὶ ἔστησαν ἐπὶ τῆς ἐλαίας ἐν τῇ ἐρήμῳ· καὶ πᾶς ὁ λαὸς παρεπορεύετο ἐχόμενος αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ περὶ αὐτὸν καὶ πάντες οἱ ἁδροὶ καὶ πάντες οἱ μαχηταὶ ἑξακόσιοι ἄνδρες, καὶ παρῆσαν ἐπὶ χεῖρα αὐτοῦ· καὶ πᾶς ὁ Χελεθὶ καὶ πᾶς ὁ Φελεθὶ καὶ πάντες οἱ Γεθθαῖοι, οἱ ἑξακόσιοι ἄνδρες οἱ ἐλθόντες τοῖς ποσὶν αὐτῶν ἐκ Γέθ, πορευόμενοι ἐπὶ πρόσωπον τοῦ βασιλέως.

Κολιτσάρα

Ὅλοι οἱ αὐλικοί του καὶ οἱ δοῦλοι του τὸν περιεστοίχιζαν καὶ ἐβάδιζαν μαζῆ του. Ἐπίσης μαζῆ του ἐπορεύοντο ὅλοι οἱ τῆς προσωπικῆς του φρουρᾶς, οἱ Χελεθὶ καὶ Φελεθί, καὶ ἐσταμάτησαν εἰς κάποιαν ἐληάν, ἡ ὁποία εὑρίσκετο εἰς ἔρημον περιοχήν. Ὅλος ὁ λαὸς ἐβάδιζε πλησίον του, ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ ἐπίσημοι καὶ ὅλοι οἱ μαχηταί, ἐν ὅλῳ ἑξακόσιοι ἄνδρες ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του. Πλησίον του ἦσαν ἡ σωμαμαφυλακή του ἀπὸ τοὺς Χελεθὶ καὶ Φελεθί, ὅλοι οἱ Γεθθαῖοι, οἱ ἑξακόσιοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἔλθει πεζοποροῦντες ἀπὸ τὴν Γέθ, καὶ ἐβάδιζαν μαζῆ μὲ τὸν βασιλέα.

Τρεμπέλα

Ὅλοι δὲ οἱ δοῦλοι του ἐβάδιζαν δίπλα του διὰ νὰ τὸν βοηθοῦν, καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ ἰδιαίτεροι σωματοφύλακές του, ὅλοι δηλαδὴ ποὺ ἀνῆκαν εἰς τοὺς Χελεθὶ καὶ Φελεθί. Ἐστάθηκαν δὲ ὅλοι εἰς κάποιαν ἐλιάν, ποὺ ὑπῆρχεν εἰς ἐκείνην τὴν ἐρημικὴν τοποθεσίαν. Ὅλος δὲ ὁ λαὸς ἐβάδιζε κοντά του καὶ ὅλοι ἐπίσης οἱ αὐλικοί του, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ δυνατοὶ καὶ ὅλοι οἱ ἐμπειροπόλεμοι στρατιωτικοὶ ἐν συνόλῳ ἑξακόσιοι ἄνδρες. Ὅλοι αὐτοὶ ἦσαν δίπλα του, ἕτοιμοι νὰ τεθοῦν ἀμέσως ὑπὸ τὰς διαταγάς του. Ἐκεῖ ἦσαν ὅλοι, ὅσοι ἀποτελοῦσαν τὴν φρουράν του, δηλαδή οἱ Χελεθὶ καὶ οἱ Φελεθί, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ Γεθθαῖοι, ποὺ ἦσαν ἑξακόσιοι ἄνδρες καὶ οἱ ὁποῖοι ἦλθαν μὲ τὰ πόδια των ἀπὸ τὴν Γὲθ καὶ ἐβάδιζαν ἐμπρὸς ἀπὸ τὸν βασιλέα Δαβίδ.

Βασ. Β' 15,19

καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς πρὸς Ἐθθὶ τὸν Γεθθαῖον· ἱνατί πορεύῃ καὶ σὺ μεθ’ ἡμῶν; ἐπίστρεφε καὶ οἴκει μετὰ τοῦ βασιλέως, ὅτι ξένος εἶ σὺ καὶ ὅτι μετῴκησας σὺ ἐκ τοῦ τόπου σου.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς Δαυῒδ εἶπε πρὸς τὸν Ἐθθί, τὸν Γεθθαῖον· «διατί καὶ σὺ ἔρχεσαι μαζῆ μας; Γύρισε πίσω καὶ μένε μαζῆ μὲ τὸν βασιλέα Ἀβεσσαλώμ, διότι σὺ εἶσαι ἁπλῶς ἔνας φιλοξενούμενός μας καὶ δὲν ἔχεις μετοικήσει ἀπὸ τὸν τόπον σου, διὰ νὰ ἐγκατασταθῇς ὁριστικῶς πλησίον μας.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ Δαβὶδ εἰς τὸν ἄρχοντα τῆς Γὲθ Ἐθθί, ποὺ εἶχεν ἔλθει πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς φιλοξενούμενος: «Διατί ἔρχεσαι καὶ σὺ μαζί μας; Πήγαινε πίσω καὶ κάθισε μὲ τὸν νέον βασιλέα, τὸν Ἀβεσσαλώμ, διότι σὺ εἶσαι φιλοξενούμενος καὶ τώρα μόλις μετῴκησες ἀπὸ τὴν πατρίδα σου προσωρινῶς.

Βασ. Β' 15,20

εἰ ἐχθὲς παραγέγονας, καὶ σήμερον κινήσω σε μεθ’ ἡμῶν; καί γε μεταναστήσεις τὸν τόπον σου; ἐχθὲς ἡ ἐξέλευσίς σου, καὶ σήμερον μετακινήσω σε μεθ’ ἡμῶν τοῦ πορευθῆναι; καὶ ἐγὼ πορεύσομαι οὗ ἐὰν ἐγὼ πορευθῶ. ἐπιστρέφου καὶ ἐπίστρεψον τοὺς ἀδελφούς σου μετὰ σοῦ, καὶ Κύριος ποιήσει μετὰ σοῦ ἔλεος καὶ ἀλήθειαν.

Κολιτσάρα

Ἐφόσον χθὲς ἦλθες, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σὲ μετακινήσω μαζῆ μας σήμερον; Λοιπόν, θὰ μεταναστεύσῃς ἀπὸ τὸν τόπον σου; Ἐπαναλαμβάνω, χθὲς ἐβγῆκες ἀπὸ τὴν πατρίδα σου καὶ πῶς θὰ σὲ ὑποχρεώσω ἐγὼ σήμερον, νὰ μὲ ἀκολουθήσῃς εἰς τὴν πορείαν μας; Ἄλλωστε ἐγὼ θὰ πορευθῶ, ὅπου ἠμπορέσω νὰ πορευθῶ. Γύρισε λοιπὸν πίσω, ἐπίστρεψε εἰς τοὺς ἀδελφούς σου, εἰς τοὺς ἰδικούς σου. Ὁ δὲ Θεὸς θὰ δείξῃ τὸ ἔλεός του καὶ τὴν ἀλήθειάν του πρὸς σέ».

Τρεμπέλα

Χθὲς μόλις ἦλθες εἰς τὴν πρωτεύουσάν μας καὶ θὰ σὲ πάρω κοντά μου σήμερα, ὥστε νὰ ταλαιπωρῆσαι μαζί μου; Θὰ ἐγκαταλείψῃς λοιπὸν τὸν τόπον σου; Χθὲς ἐβγῆκες ἀπὸ τὴν χώραν σου καὶ θὰ σὲ σύρω σήμερα μαζί μας διὰ νὰ περιπλανᾶσαι εἰς τὴν ἔρημον; Δὲν γνωρίζω δὲ ἀκόμη οὔτε ἐγὼ πρὸς ποίαν κατεύθυνσιν θὰ πορευθῶ. Γύρισε λοιπὸν πίσω καὶ πάρε μαζί σου καὶ τοὺς συμπατριώτας σου καὶ φύγετε. Ὁ δὲ Κύριος θὰ ἐκδηλώσῃ πρὸς σὲ τὸ ἔλεος Του καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ πιστότητα τῶν λόγων Του περὶ δικαιοσύνης καὶ προστασίας Του».

Βασ. Β' 15,21

καὶ ἀπεκρίθη Ἐθθὶ τῷ βασιλεῖ καὶ εἶπε· ζῇ Κύριος καὶ ζῇ ὁ κύριός μου ὁ βασιλεύς, ὅτι εἰς τὸν τόπον, οὗ ἐὰν ᾖ ὁ κύριός μου, καὶ ἐὰν εἰς θάνατον καὶ ἐὰν εἰς ζωήν, ὅτι ἐκεῖ ἔσται ὁ δοῦλός σου.

Κολιτσάρα

Ἀπεκρίθη ὁ Ἐθθὶ πρὸς τὸν βασιλέα Δαυῒδ καὶ εἶπεν· «ὁρκίζομαι εἰς τὸν ζῶντα Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ εἰς τὸν κύριόν μου τὸν βασιλέα ὅτι, ὅπου ὁ κύριός μου θὰ μεταβῇ εἰς τὸν θάνατον ἢ εἰς τὴν ζωήν, ἐκεῖ καὶ ἐγὼ ὁ δοῦλος σου θὰ εἶμαι μαζῆ σου».

Τρεμπέλα

Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἐθθὶ εἰς τὸν βασιλέα Δαβὶδ καὶ τοῦ εἶπε: «Ὁρκίζομαι εἰς τὸν Κύριον, ποὺ ζῇ καὶ παρακολουθεῖ τὰ πάντα, καὶ εἰς τὴν ζωήν σου, κύριέ μου βασιλεῦ, ὅτι εἰς ὁποιονδήποτε τόπον θὰ ὑπάγῃς σύ, ὁ κύριός μου, θὰ εἶμαι ἐκεῖ καὶ ἐγώ, ὁ δοῦλος σου, εἴτε ζήσω εἴτε πεθάνω».

Βασ. Β' 15,22

καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς πρὸς Ἐθθί· δεῦρο καὶ διάβαινε μετ’ ἐμοῦ· καὶ παρῆλθεν Ἐθθὶ ὁ Γεθθαῖος καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ πάντες οἱ παῖδες αὐτοῦ καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ὁ μετ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς Δαυῒδ συγκινημένος εἶπε πρὸς τὸν Ἐθθί· «ἔλα, βάδιζε μαζῆ μας». ὁ Ἐθθὶ ὁ Γεθθαῖος, συνεπορεύετο μαζῆ μὲ τὸν βασιλέα καὶ μὲ ὅλους τοὺς δούλους καὶ μὲ ὅλον τὸν στρατὸν αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

Εἶπε τότε ὁ βασιλεὺς Δαβὶδ εἰς τὸν Ἐθθὶ: «Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ θέλεις, ἕλα καὶ προχώρει μαζί μου». Καὶ ἐπροχώρησαν πρὸς τὸν χείμαρρον τῶν Κέδρων ὁ Ἐθθί, ὁ Γεθθαῖος, καὶ ὁ βασιλεὺς Δαβὶδ καὶ ὅλοι οἱ αὐλικοί του, καθὼς καὶ ὅλος ὁ λαός, ποὺ ἦτο μαζί του.

Βασ. Β' 15,23

καὶ πᾶσα ἡ γῆ ἔκλαιε φωνῇ μεγάλῃ. καὶ πᾶς ὁ λαὸς παρεπορεύοντο ἐν τῷ χειμάρρῳ τῶν Κέδρων, καὶ ὁ βασιλεὺς διέβη τὸν χειμάρρουν Κέδρων καὶ πᾶς ὁ λαὸς καὶ ὁ βασιλεὺς παρεπορεύοντο ἐπὶ πρόσωπον ὁδοῦ τὴν ἔρημον.

Κολιτσάρα

Ὅλοι δὲ ὅσοι ἦσαν μαζῆ μὲ τὸν φεύγοντα Δαυῒδ ἔκλαιαν μὲ φωνὴν μεγάλην. Ὅλος ὁ λαὸς διεπέρασε τὸν χείμαρρον τῶν Κέδρων. Ἐπίσης ὁ βασιλεὺς Δαυῒδ καὶ ὅλος ὁ λαός, ἀφοῦ διέβησαν τὸν χείμαρρον τῶν Κέδρων, ἐσκόπευαν νὰ πορευθοῦν διὰ τῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὠδηγοῦσε εἰς τὴν ἔρημον τοῦ Ἰορδάνου.

Τρεμπέλα

Ὅλος δὲ ὁ τόπος ἀντηχοῦσε ἀπὸ τὰ κλάματα καὶ τὰς γοερὰς κραυγάς. Ἐπερνοῦσαν δὲ ὅλοι αὐτοί, ποὺ ἔφευγαν, μέσα ἀπὸ τὸν χείμαρρον τῶν Κέδρων. Ἀφοῦ δὲ ἐπέρασε τὸν χείμαρρον τῶν Κέδρων ὁ βασιλεὺς καὶ ὅλος ὁ λαός, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε, ὁ Δαβὶδ ἐστράφη πρὸς τὸν δρόμον, ποὺ ὡδηγοῦσε πρὸς τὴν ἔρημον τοῦ Ἰορδάνου.

Βασ. Β' 15,24

καὶ ἰδοὺ καί γε Σαδὼκ καὶ πάντες οἱ Λευῖται μετ’ αὐτοῦ αἴροντες τὴν κιβωτὸν διαθήκης Κυρίου ἀπὸ Βαιθὰρ καὶ ἔστησαν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ. καὶ ἀνέβη Ἀβιάθαρ, ἕως ἐπαύσατο πᾶς ὁ λαὸς παρελθεῖν ἐκ τῆς πόλεως.

Κολιτσάρα

Καὶ ἰδού, κατὰ τὴν διάβασιν τοῦ χειμάρρου, παρουσιάσθη καὶ ὁ Σαδώκ, ὁ ἀρχιερεύς, καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν ὅλοι οἱ Λευῖται, οἱ ὁποῖοι μετέφεραν τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Βαιθάρ. Αὐτοὶ ἐτοποθέτησαν ἐκεῖ τὴν ἱερὰν Κιβωτόν. Ἀνέβη δὲ καὶ ὁ ἀρχιερεὺς Ἀβιάθαρ, ὁ ὁποῖος παρέμενεν ἐκεῖ, ἕως ὅτου ἔπαυσε πλέον νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ λαός, ποὺ ἀκολουθοῦσε τὸν Δαυΐδ.

Τρεμπέλα

Καὶ μόλις ἐπέρασαν τὸν χείμαρρον τῶν Κέδρων, καταφθάνει ὁ ἀρχιερεὺς Σαδὼκ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Λευίτας, οἱ ὁποῖοι ἐσήκωναν καὶ μετέφεραν τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Βαιθάρ. Καὶ ἐτοποθέτησαν ἐκεῖ, εἰς τὸ ὕψωμα, τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου. Ἀνέβη δὲ πρὸς τὴν πλαγιὰν τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν καὶ ὁ ἀρχιερεὺς Ἀβιάθαρ καὶ ἐστάθη δίπλα εἰς τὴν Κιβωτόν, ἕως ὅτου ἔπαυσε πλέον νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὴν πόλιν ὁ λαός, ποὺ εἶχεν ἀκολουθήσει τὸν Δαβίδ.

Βασ. Β' 15,25

καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸν Σαδώκ· ἀπόστρεψον τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν πόλιν· ἐὰν εὕρω χάριν ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου, καὶ ἐπιστρέψει με καὶ δείξει μοι αὐτὴν καὶ τὴν εὐπρέπειαν αὐτῆς·

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς Δαυῒδ εἶπε τότε πρὸς τὸν Σαδώκ· «ἐπανάφερε τὴν Κιβωτὸν εἰς τὴν πόλιν. Ἐὰν δὲ εὕρω χάριν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ εὐδοκήσῃ νὰ μὲ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν πόλιν, θὰ μοῦ δείξῃ πάλιν τὴν Κιβωτὸν καὶ τὴν ὡραιότητά της.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν Σαδώκ: «Θέλω νὰ μεταφέρῃς τὴν Κιβωτὸν τοῦ Κυρίου πίσω εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐὰν μὲ λυπηθῇ ὁ Κύριος καὶ φανῇ εὐνοϊκὸς ἀπέναντί μου, θὰ μὲ φέρῃ πίσω εἰς τὴν πόλιν καὶ πάλιν καὶ θὰ μὲ ἀξιώσῃ νὰ ἰδῶ τὴν Κιβωτὸν καὶ τὸ κάλλος καὶ τὴν δόξαν της.

Βασ. Β' 15,26

καὶ ἐὰν εἴπῃ οὕτως· οὐκ ἠθέληκα ἐν σοί, ἰδοὺ ἐγώ εἰμι, ποιείτω μοι κατὰ τὸ ἀγαθὸν ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ὅμως μοῦ ὁμιλήσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον «δὲν εὐαρεστοῦμαι εἰς σέ» θὰ εἴπω· Ἰδοὺ ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος. Ἂς κάμῃ ὁ Θεὸς δι’ ἐμὲ ὅ,τι εἶναι καλὸν ἐνώπιόν του».

Τρεμπέλα

Ἐὰν ἀντιθέτως μοῦ εἰπῇ διὰ τῶν πραγμάτων· «δὲν εἶμαι εὐχαριστημένος μαζί σου», εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποταχθῶ εἰς τὸ θέλημά Του. Ἂς ἐνεργήσῃ Ἐκεῖνος ὡς πρὸς ἐμέ, ὅπως κρίνει καλύτερον».

Βασ. Β' 15,27

καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ Σαδὼκ τῷ ἱερεῖ· ἴδετε, σὺ ἐπιστρέφεις εἰς τὴν πόλιν ἐν εἰρήνῃ, καὶ Ἀχιμάας ὁ υἱός σου καὶ Ἰωνάθαν ὁ υἱὸς Ἀβιάθαρ οἱ δύο υἱοὶ ὑμῶν μεθ’ ὑμῶν·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν Σαδώκ, τὸν ἀρχιερέα· «κυττᾶξτε, σὺ ἐπιστρέφεις εἰρηνικῶς εἰς τὴν πόλιν. Μαζῆ δὲ μὲ σᾶς ἐπιστρέφουν καὶ τὰ παιδιά σας, ὁ Ἀχιμάας ὁ ἰδικός σου υἱός, καὶ Ἰωνάθαν ὁ υἱὸς τοῦ Ἀβιάθαρ.

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ἐπὶ πλέον ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν ἀρχιερέα Σαδὼκ καὶ τὰ ἑξῆς: «Προσέξατε! Νὰ ἐπιστρέψῃς τώρα σὺ εἰρηνικὸς εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ νὰ σὲ ἀκολουθήσουν καὶ ὁ Ἀχιμάας ὁ υἱός σου καὶ ὁ Ἰωνάθαν, ὁ υἱὸς τοῦ Ἀβιάθαρ. Θὰ εἶναι μαζί σας καὶ οἱ δύο υἱοί σας καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ μὲ ἐξυπηρετήσετε εἰς τὴν δύσκολον αὐτὴν ὥραν.

Βασ. Β' 15,28

ἴδετε, ἐγώ εἰμι στρατεύομαι ἐν Ἀραβὼθ τῆς ἐρήμου ἕως τοῦ ἐλθεῖν ῥῆμα παρ’ ὑμῶν τοῦ ἀπαγγεῖλαί μοι.

Κολιτσάρα

Ἰδέτε, ἐγὼ θὰ εὑρίσκομαι εἰς κατάστασιν ἐκστρατείας εἰς τὴν ἔρημον Ἀραβώθ, μέχρις ὅτου λάβω κάποιαν καλὴν πληροφορίαν ἀπὸ σᾶς».

Τρεμπέλα

Νὰ ξερετε δὲ ὅτι ἐγὼ θὰ εὑρίσκωμαι εἰς κατάστασιν ἀναμονῆς πολεμικῶν ἐξελίξεων εἰς τὴν περιοχὴν Ἀραβὼθ τῆς ἐρήμου τοῦ Ἰορδάνου· καὶ θὰ περιμένω ἕως ὅτου μοῦ στείλετε κάποιαν εἴδησιν».

Βασ. Β' 15,29

καὶ ἀπέστρεψε Σαδὼκ καὶ Ἀβιάθαρ τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐκάθισεν ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Ὁ Σαδὼκ καὶ ὁ Ἀβιάθαρ ἐπέστρεψαν φέροντες τὴν Κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐγκατεστάθησαν ἐκεῖ.

Τρεμπέλα

Κατόπιν αὐτῶν οἱ ἀρχιερεῖς Σαδὼκ καὶ Ἀβιάθαρ μετέφεραν τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης πίσω εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ παρέμεινεν ἐκεῖ ἡ Κιβωτός.

Βασ. Β' 15,30

καὶ Δαυῒδ ἀνέβαινεν ἐν τῇ ἀναβάσει τῶν ἐλαιῶν ἀναβαίνων καὶ κλαίων καὶ τὴν κεφαλὴν ἐπικεκαλυμμένος, καὶ αὐτὸς ἐπορεύετο ἀνυπόδετος, καὶ πᾶς ὁ λαὸς ὁ μετ’ αὐτοῦ ἐπεκάλυψεν ἀνὴρ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ ἀνέβαινον ἀναβαίνοντες καὶ κλαίοντες.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Δαυῒδ ἀνήρχετο τὸν λόφον τῶν Ἐλαιῶν κλαίων καὶ ἔχων σκεπασμένην τὴν κεφαλήν του εἰς ἔνδειξιν πένθους. Ἐπορεύετο δὲ ἀνυπόδητος. Ὅλοι οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μαζῆ του, ἐσκέπασαν τὴν κεφαλήν των καὶ ἀνέβαιναν τὸν ἀνήφορον του Ὄρους Ἐλαιῶν κλαίοντες καὶ ἐκεῖνοι.

Τρεμπέλα

Καὶ καθὼς ἐπμοχωροῦσε ὁ Δαβὶδ μὲ κόπον πρὸς τὰ ὑψώματα τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, ἀνέβαινε καὶ ἔκλαιε. Εἶχε δὲ σκεπασμένον τὸ κεφάλι του καὶ ἐβάδιζε ξυπόλητος εἰς ἐκδήλωσιν τῆς θλίψεώς του. Καὶ ὅλοι ἐπίσης, ὅσοι τὸν εἶχαν ἀκολουθήσει, εἶχαν σκεπασμένον τὸ κεφάλι των διὰ νὰ δείχνουν τὸ πένθος των καὶ ἔπροχωροῦσαν καὶ ἀνέβαιναν πρὸς τὰ ὑψώματα μὲ κλάματα.

Βασ. Β' 15,31

καὶ ἀνηγγέλη Δαυῒδ λέγοντες· καὶ Ἀχιτόφελ ἐν τοῖς συστρεφομένοις μετὰ Ἀβεσσαλώμ· καὶ εἶπε Δαυΐδ· διασκέδασον δὴ τὴν βουλὴν Ἀχιτόφελ, Κύριε ὁ Θεός μου.

Κολιτσάρα

Τότε ἐγνωστοποιήθη εἰς τὸν Δαυῒδ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Ἀχιτόφελ εὑρίσκετο μαζῆ μὲ τοὺς στασιαστάς, μὲ τὸ μέρος τοῦ Ἀβεσσαλώμ. Προοηυχήθη δὲ ὁ Δαυῒδ πρὸς τὸν Κύριον καὶ εἶπε· «Κύριε καὶ Θεέ μου, σὲ παρακαλῶ, ματαίωσε τὰ ἐναντίον ἐμοῦ πονηρὰ σχέδια τοῦ Ἀχιτόφελ».

Τρεμπέλα

Ἦλθαν δὲ ἀγγελιαφόροι εἰς τὸν Δαβὶδ καὶ τοῦ εἶπαν: «Ἀκόμη καὶ ὁ Ἀχιτόφελ εὑρίσκεται μὲ αὐτούς, ποὺ ἐπανεστάτησαν ἐναντίον σου μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ἀβεσσαλώμ». Καὶ ὁ Δαβίδ, ποὺ ἐγνώριζε τί ἐσήμαινεν Ἀχιτόφελ, προσηυχήθη καὶ εἶπε: «Κύριε, σὺ ποὺ εἶσαι ὁ Θεός μου, διάλυσε τὰ σχέδια καὶ τὰς ραδιουργίας τοῦ Ἀχιτόφελ».

Βασ. Β' 15,32

καὶ ἦν Δαυῒδ ἐρχόμενος ἕως τοῦ Ῥοώς, οὗ προσεκύνησεν ἐκεῖ τῷ Θεῷ, καὶ ἰδοὺ εἰς ἀπαντὴν αὐτῷ Χουσὶ ὁ ἀρχιεταῖρος Δαυῒδ διερρηχὼς τὸν χιτῶνα αὐτοῦ καὶ γῆ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Κατόπιν ὁ Δαυῒδ ἔφθασε μέχρι τῆς θέσεως Ροώς, ὅπου καὶ προσεκύνησεν ἐκεῖ τὸν Θεόν. Καὶ ἰδού, εἰς ἀπάντησιν τοῦ Δαυῒδ παρουσιάσθη ὁ Χουσί, ὁ στενὸς αὐτοῦ φίλος, μὲ σχισμένον τὸν χιτῶνα του καὶ μὲ χῶμα ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν του.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἐπροχώρησε ὁ Δαβίδ, ἔφθασεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, εἰς τὴν θέσιν Ροώς, καὶ ἐπροσκύνησε ἐκεῖ τὸν Κύριον. Ἐνῷ δὲ εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἔρχεται εἰς συνάντησίν του ὁ Χουσί, ποὺ ἦτο ἰδιαίτερος σύμβουλος τοῦ βασιλέως Δαβίδ. Ὁ φίλος αὐτὸς τοῦ Δαβίδ, διὰ νὰ δείξῃ τὴν συμπάθειάν του πρὸς τὸν θλιμμένον βασιλέα τοῦ, εἶχε σχίσει τὸν χιτῶνα του καὶ εἶχε ρίξει χῶμα εἰς τὸ κεφάλι του.

Βασ. Β' 15,33

καὶ εἶπεν αὐτῷ Δαυΐδ· ἐὰν μὲν διαβῇς μετ’ ἐμοῦ, καὶ ἔσῃ ἐπ’ ἐμὲ εἰς βάσταγμα·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Δαυῒδ πρὸς αὐτόν· «ἐὰν διαβῇς καὶ ἔλθῃς μαζῆ μου, θὰ εἶσαι εἰς ἐμὲ βάρος.

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ὁ Δαβὶδ εἰς τὸν Χουσί, ποὺ ἦτο ἠλικιωμένος καὶ ἐδυσκολεύετο εἰς τὰς μετακινήσεις: «Ἐὰν ἔλθῃ μαζί μου, θὰ δυσκολευθῶ νὰ σὲ βαστάσω, θὰ μὲ ἐπιβαρύνῃς.

Βασ. Β' 15,34

καὶ ἐὰν ἐπιστρέψῃς ἐπὶ τὴν πόλιν, καὶ ἐρεῖς τῷ Ἀβεσσαλώμ· διεληλύθασιν οἱ ἀδελφοί σου, καὶ ὁ βασιλεὺς κατόπισθέν μου διελήλυθεν ὁ πατήρ σου, καὶ νῦν παῖς σού εἰμι, βασιλεῦ, ἔασόν με ζῆσαι, παῖς τοῦ πατρός σου ἤμην τότε καὶ ἀρτίως, καὶ νῦν ἐγὼ δοῦλος σός· καὶ διασκεδάσεις μοι τὴν βουλὴν Ἀχιτόφελ.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ὅμως ἐπιστρέψῃς εἰς τὴν πόλιν, ἐκεῖ θὰ εἴπῃς εἰς τὸν Ἀβεσσαλώμ· Οἱ ἀδελφοί σου ἀνεχώρησαν. Ἔφυγεν ἐπίσης ἀπὸ ἐμὲ ὁ βασιλεύς, ὁ πατήρ σου. Ἐγὼ εἶμαι τώρα δοῦλος ἰδικός σου, βασιλεῦ. Ἄφησέ με νὰ ζήσω. Δοῦλος τοῦ πατρός σου ἤμουν προηγουμένως, μέχρι πρὸ ὀλίγου. Τώρα ἐγὼ θὰ γίνω δοῦλος ἰδικός σου. Μένων δὲ σὺ πλησίον τοῦ Ἀβεσσαλώμ, θὰ κατορθώσῃς νὰ διαλύσῃς τὰ ἐναντίον ἐμοῦ πονηρὰ σχέδια τοῦ Ἀχιτόφελ.

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὅμως ἐπιστρέψῃς εἰς τὴν πόλιν, θὰ μὲ ἐξυπηρετήσῃς. Θὰ παρουσιασθῇς δηλαδὴ εἰς τὸν Ἀβεσσαλὼμ καὶ θὰ τοῦ εἰπῇς: «Ἔφυγαν οἱ ἀδελφοί σου. Ἄφησα ἐπίσης πίσω μου καὶ τὸν βασιλέα πατέρα σου. Ἔφυγε καὶ αὐτός. Τώρα, μεγαλειότατε, εἶμαι ἰδικός σου δοῦλος. Ἄφησέ με νὰ ζήσω. Γνωρίζεις ὅτι ἀπὸ καιρὸν ἕως τώρα ἤμουν σύμβουλος τοῦ πατέρα σου. Ἀπὸ τώρα ὅμως καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ εἶμαι εἰς τὰς διαταγάς σου». Ἔτσι, Χουσί, θὰ ἠμπορέσῃς νὰ διαλύσῃς τὰ σχέδια τοῦ Ἀχιτόφελ, ποὺ ἐστράφη ἐναντίον μου.

Βασ. Β' 15,35

καὶ ἰδοὺ ἐκεῖ μετὰ σοῦ Σαδὼκ καὶ Ἀβιάθαρ οἱ ἱερεῖς, καὶ ἔσται πᾶν ῥῆμα, ὃ ἐὰν ἀκούσῃς ἐξ οἴκου τοῦ βασιλέως, καὶ ἀπαγγελεῖς τῷ Σαδὼκ καὶ τῷ Ἀβιάθαρ τοῖς ἱερεῦσιν.

Κολιτσάρα

Μαζῆ σου δὲ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ θὰ εἶναι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς Σαδὼκ καὶ Ἀβιάθαρ. Ὅ,τι ἀκούεις ἀπὸ τὸν βασιλικὸν οἶκον τοῦ Ἀβεσσαλώμ, θὰ τὸ γνωστοποιῇς εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς Σαδὼκ καὶ Ἀβιάθαρ.

Τρεμπέλα

Νὰ ξέρῃς δὲ ὅτι ἐκεῖ, εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, θὰ ἔχῃς βοηθούς σου τοὺς ἀρχιερεῖς Σαδὼκ καὶ Ἀβιάθαρ. Ὁτιδήποτε θὰ μαθαίνῃς εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ νέου βασιλέως, θὰ τὸ ἀνακοινώνῃς εἰς τὸν Σαδὼκ καὶ τὸν Ἀβιάθαρ, τοὺς δύο ἀρχιερεῖς.

Βασ. Β' 15,36

ἰδοὺ ἐκεῖ μετ’ αὐτῶν δύο υἱοὶ αὐτῶν, Ἀχιμάας υἱὸς τῷ Σαδὼκ καὶ Ἰωνάθαν υἱὸς τῷ Ἀβιάθαρ, καὶ ἀποστελεῖτε ἐν χειρὶ αὐτῶν πρός με πᾶν ῥῆμα, ὃ ἐὰν ἀκούσητε.

Κολιτσάρα

Ἐπίσης μαζῆ μὲ αὐτοὺς εἶναι τὰ δύο παιδιά των. Ὁ Ἀχιμάας υἱὸς τοῦ Σαδώκ, καὶ ὁ Ἰωνάθαν υἱός του Ἀβιάθαρ. Διὰ μέσου αὐτῶν θὰ μοῦ γνωστοποιῆτε κάθε τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἀκούσετε».

Τρεμπέλα

Ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου ἐπίσης ὅτι ἐκεῖ μαζὶ μὲ αὐτοὺς εὑρίσκονται καὶ οἱ δύο υἱοί των, δηλαδὴ ὁ Ἀχιμάας, ὁ υἱὸς τοῦ Σαδώκ, καὶ ὁ Ἰωνάθαν, ὁ υἱὸς τοῦ Ἀβιάθαρ. Μὲ αὐτοὺς τοὺς δύο θὰ μὲ ἐνημερώνετε δι’ ὀτιδήποτε θὰ ἀκούετε καὶ θὰ μαθαίνετε».

Βασ. Β' 15,37

καὶ εἰσῆλθε Χουσὶ ὁ ἑταῖρος Δαυῒδ εἰς τὴν πόλιν, καὶ Ἀβεσσαλὼμ ἄρτι εἰσεπορεύετο εἰς Ἱερουσαλήμ.

Κολιτσάρα

Ὁ Χουσί, ὁ στενὸς φίλος τοῦ Δαυΐδ, ἐπείσθη, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, ὅταν ὁ Ἀβεσσαλὼμ εἰσήρχετο εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.

Τρεμπέλα

Κατόπιν αὐτῶν ὁ φίλος καὶ μυστικοσύμβουλος τοῦ Δαβὶδ Χουσὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἔφθασε δὲ τὴν στιγμήν, ποὺ εἰσήρχετο εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ Ἀβεσσαλώμ.