Βασιλειῶν Δ' 4

Βασ. Δ' 4,1

Καὶ γυνὴ μία ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν προφητῶν ἐβόα πρὸς τὸν Ἑλισαιὲ λέγουσα· ὁ δοῦλός σου ἀνήρ μου ἀπέθανε, καὶ σὺ ἔγνως ὅτι δοῦλός σου ἦν φοβούμενος τὸν Κύριον· καὶ ὁ δανειστὴς ἦλθε λαβεῖν τοὺς δύο υἱούς μου ἑαυτῷ εἰς δούλους.

Κολιτσάρα

Ἡ σύζυγος ἑνὸς ἀπὸ τοὺς προφήτας ἐκραύγασε πρὸς τὸν Ἑλισαῖον λέγουσα· «ὁ σύζυγός μου, ὁ δοῦλός σου, ἀπέθανε. Σὺ δὲ γνωρίζεις, ὅτι αὐτὸς ἐσέβετο τὸν Θεόν. Μετὰ τὸν θάνατόν του, ἦλθεν ὁ δανειστὴς μας, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐξωφλήσαμεν τὸ χρέος μας, νὰ πάρῃ ὡς δούλους του τὰ δύο παιδιά μου».

Τρεμπέλα

Μία γυναῖκα, σύζυγος ἑνὸς προφήτου, ἐφώναξε πρὸς τὸν Ἐλισαῖον καὶ τοῦ εἶπεν: «Ὁ δοῦλος σου, ὁ σύζυγός μου, ἀπέθανε· σὺ δὲ γνωρίζεις ὅτι ὁ δοῦλος σου ἐσέβετο καὶ εὐλαβεῖτο βαθύτατα τὸν Θεόν. Καὶ τώρα ὁ δανειστής, εἰς τὸν ὁποῖον ἐχρωστοῦσε χρήματα, ἦλθε να πάρῃ ὡς δούλους του τὰ δύο ἀγόρια μου».

Βασ. Δ' 4,2

καὶ εἶπεν Ἑλισαιέ· τί ποιήσω σοι; ἀνάγγειλόν μοι τί ἔστι σοι ἐν τῷ οἴκῳ. ἡ δὲ εἶπεν· οὐκ ἔστι τῇ δούλῃ σου οὐδὲν ἐν τῷ οἴκῳ, ὅτι ἀλλ’ ἢ ὃ ἀλείψομαι ἔλαιον.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἑλισαῖος εἶπε πρὸς αὐτήν· τί ἠμπορῶ νὰ κάμω διὰ σέ; Πές μου, τί ὑπάρχει μέσα εἰς τὸ σπίτι σου;» Ἐκείνη ἀπήντησεν· «εἰς τὸ σπίτι ἐμοῦ τῆς δούλης σου δὲν ὑπάρχει τίποτε, εἰμὴ μόνον ἐλάχιστον λάδι, ὅσον ἀρκεῖ διὰ νὰ ἀλείψωμεν τὸ ψωμί μας».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐλισαῖος τὴν ἐρώτησε: «Τί (ἠμπορῶ) νὰ σοῦ κάμω; Πές μου, τί ὑπάρχει εἰς τὸ σπίτι σου;» Ἡ χήρα τοῦ ἀπάντησε: «Δὲν ὑπάρχει τίποτε εἰς τὸ σπίτι τῆς δούλης σου, ἐκτὸς ἀπὸ ἐλάχιστον λάδι, τόσον, ὅσον ἀρκεῖ νὰ ἀλείψωμεν τὸ ψωμί μας».

Βασ. Δ' 4,3

καὶ εἶπε πρὸς αὐτήν· δεῦρο αἴτησαι σεαυτῇ σκεύη ἔξωθεν παρὰ πάντων τῶν γειτόνων σκεύη κενά, μὴ ὀλιγώσῃς.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἑλισαῖος εἶπε πρὸς αὐτήν· «πήγαινε εἰς τὴν γειτονιὰ καὶ ζήτησε ἀπὸ ὅλους τοὺς γείτονάς σου δοχεῖα ἀδειανά. Μὴ διστάσῃς νὰ ζητήσῃς πολλά.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ἐλισαῖος τῆς εἶπε: «Πήγαινε, ζήτησε διὰ τὸν ἑαυτόν σου δοχεῖα ἀπ’ ἔξω, ἀπὸ ὅλους τοὺς γείτονές σου, δοχεῖα ἄδεια· μὴ δανεισθῇς λίγα, ἀλλ’ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα.

Βασ. Δ' 4,4

καὶ εἰσελεύσῃ καὶ ἀποκλείσεις τὴν θύραν κατὰ σοῦ καὶ κατὰ τῶν υἱῶν σου καὶ ἀποχεεῖς εἰς τὰ σκεύη ταῦτα καὶ τὸ πληρωθὲν ἀρεῖς.

Κολιτσάρα

Κατόπιν θὰ εἰσέλθῃς εἰς τὸ σπίτι σου, θὰ κλείσῃς τὴν θύραν μέσα δὲ εἰς τὸ σπίτι σου θὰ εἶσαι σὺ καὶ τὰ παιδιά σου. Ἀπὸ τὸ λάδι, ποὺ ἔχεις, θὰ χύσῃς λίγο εἰς τὰ δοχεῖα αὐτά. Τὰ δοχεῖα θὰ γεμίσουν λάδι, τὸ ὁποῖον θὰ θέσῃς κατὰ μέρος».

Τρεμπέλα

Κατόπιν θὰ μπῇς εἰς τὸ σπίτι σου καὶ θὰ κλείσῃς τὴν πόρταν καὶ εἰς τὸ σπίτι θὰ μείνῃς σὺ καὶ οἱ υἱοί σου καὶ θὰ χύσῃς ἀπὸ τὸ ἰδικόν σου δοχεῖον λάδι εἰς τὰ ἄδεια αὐτὰ δοχεῖα. Καὶ κάθε δοχεῖον, ποὺ θὰ γεμίζῃ, θὰ τὸ βάζῃς εἰς τὴν ἄκρην».

Βασ. Δ' 4,5

καὶ ἀπῆλθε παρ’ αὐτοῦ, καὶ ἀπέκλεισε τὴν θύραν καθ’ ἑαυτῆς καὶ κατὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς· αὐτοὶ προσήγγιζον πρὸς αὐτήν, καὶ αὐτὴ ἐπέχεεν ἕως ἐπλήσθησαν τὰ σκεύη.

Κολιτσάρα

Ἔφυγεν ἡ γυναίκα, εἰσῆλθεν εἰς τὸ σπίτι της, ἔκλεισε τὴν θύραν καὶ μέσα εἰς αὐτὸ ἔμεινεν αὐτὴ καὶ τὰ παιδιά της. Τὰ παιδιά της ἔφεραν πρὸς αὐτὴν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο τὰ κενὰ δοχεῖα καὶ αὐτὴ ἔχυνε λάδι, ἕως ὅτου ἐγέμισαν.

Τρεμπέλα

Ἡ χήρα ἔφυγεν ἀπὸ τὸν Ἐλισαῖον, ἐμπῆκε εἰς τὸ σπίτι της καὶ ἔκλεισε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της καὶ ἔμεινεν εἰς αὐτὸ ἐκείνη καὶ οἱ υἱοί της. Οἱ υἱοί της τῆς ἔφερναν τὰ ἄδεια δοχεῖα καὶ ἐκείνη ἔχυνεν εἰς αὐτὰ λάδι, μέχρις ὅτου ἐγέμισαν ὅλα τὰ δοχεῖα.

Βασ. Δ' 4,6

καὶ εἶπε πρὸς τοὺς υἱοὺς αὐτῆς· ἐγγίσατε ἔτι πρός με τὸ σκεῦος· καὶ εἶπον αὐτῇ· οὐκ ἔστιν ἔτι σκεῦος· καὶ ἔστη τὸ ἔλαιον.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς τὰ παιδιά της· «φέρετε πρὸς ἐμὲ ἕνα ἀκόμη κενὸν δοχεῖον». Ἐκεῖνα τῆς ἀπήντησαν· «δὲν ὑπάρχει ἄλλο δοχεῖον κενόν». Καὶ τότε ἐσταμάτησεν ἡ ροὴ τοῦ ἐλαίου.

Τρεμπέλα

Ἡ γυναῖκα εἶπεν εἰς τοὺς υἱούς της: «Φέρετέ μου καὶ ἄλλο ἄδειο δοχεῖον». Αὐτοὶ τῆς ἀπάντησαν: «Δὲν ὑπάρχει πλέον ἄλλο ἄδειο δοχεῖον». Καὶ τότε ἐτελείωσε τὸ λάδι, ἐσταμάτησε ἀπὸ τοῦ νὰ αὐξάνῃ!

Βασ. Δ' 4,7

καὶ ἦλθε καὶ ἀπήγγειλε τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπεν Ἑλισαιέ· δεῦρο καὶ ἀπόδου τὸ ἔλαιον καὶ ἀποτίσεις τοὺς τόκους σου, καὶ σὺ καὶ οἱ υἱοί σου ζήσεσθε ἐν τῷ ἐπιλοίπῳ ἐλαίῳ.

Κολιτσάρα

Ἡ γυνὴ ἦλθε καὶ ἀνήγγειλεν εἰς τὸν Ἑλισαῖον, τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἑλισαῖος τῆς εἶπε· «πήγαινε, πώλησε τὸ λάδι καὶ μὲ τὰ χρήματα, ποὺ θὰ εἰσπράξῃς, νὰ πληρώσῃς τὸ χρέος σου. Μὲ τὸ ὑπόλοιπον δὲ λάδι, ποὺ θὰ μείνῃ, θὰ τραφῆτε ἐσὺ καὶ τὰ παιδιά σου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ χήρα ἐπῆγε καὶ ἀνήγγειλεν εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ αὐτὸ ποὺ συνέβη· καὶ ὁ Ἐλισαῖος τῆς εἶπε: «Πήγαινε καὶ πούλησε τὸ λάδι καὶ μὲ τὰ χρήματα, ποὺ θὰ εἰσπράξῃς, νὰ πληρώσῃς τὸ χρέος σου· σὺ δὲ καὶ οἱ υἱοί σου θὰ τραφῆτε μὲ τὸ ὑπόλοιπον λάδι, ποὺ θὰ μείνῃ».

Βασ. Δ' 4,8

καὶ ἐγένετο ἡμέρα καὶ διέβη Ἑλισαιὲ εἰς Σωμάν, καὶ ἐκεῖ γυνὴ μεγάλη καὶ ἐκράτησεν αὐτὸν φαγεῖν ἄρτον. καὶ ἐγένετο ἀφ’ ἱκανοῦ τοῦ εἰσπορεύεσθαι αὐτὸν ἐξέκλινε τοῦ ἐκεῖ φαγεῖν.

Κολιτσάρα

Κάποιαν ἄλλην ἡμέραν ὁ Ἑλισαῖος διέβαινεν ἀπὸ τὴν πόλιν Σωμάν. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μία πλούσια γυναῖκα, ἡ ὁποία τὸν παρεκάλεσε μὲ ἐπιμονὴν νὰ καθήσῃ νὰ φάγῃ ἄρτον. Ἔκτοτε κάθε φοράν, ποὺ ὁ Ἑλισαῖος εἰσήρχετο εἰς τὴν πόλιν, μετέβαινε εἰς τὸν οἶκον της διὰ νὰ φάγῃ.

Τρεμπέλα

Κάποιαν (ἄλλην) ἡμέραν ὁ Ἐλισαῖος ἐπῆγε εἰς τὴν πόλιν Σωμάν· εἰς αὐτὴν ἐζοῦσε μία πλούσια γυναῖκα, ἡ ὁποία τὸν ἐπροσκάλεσε ἐπιμόνως νὰ μείνῃ νὰ τὸν φιλοξενήσῃ διὰ φαγητόν. Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ἐπὶ ἀρκετὸν καιρόν, κάθε φορὰν ποὺ ὁ Ἐλισαῖος ἐπερνοῦσε ἀπὸ τὴν Σωμάν, ἐπήγαινε εἰς τὸ σπίτι της διὰ φαγητόν.

Βασ. Δ' 4,9

καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ πρὸς τὸν ἄνδρα αὐτῆς· ἰδοὺ δὴ ἔγνων ὅτι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἅγιος οὗτος διαπορεύεται ἐφ’ ἡμᾶς διὰ παντός.

Κολιτσάρα

Ἡ γυνὴ αὐτὴ εἶπεν εἰς τὸν σύζυγόν της· «ἰδού, γνωρίζω καλά, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἅγιος καὶ πάντοτε διέρχεται ἀπὸ τὸ σπίτι μας.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ πλουσία γυναῖκα εἶπεν εἰς τὸν ἄνδρα της: «Εἶμαι ἀπολύτως βεβαία, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ περνᾷ καὶ φιλοξενεῖται τόσον συχνὰ εἰς τὸ σπίτι μας, εἶναι ἄνθρωπος ἅγιος.

Βασ. Δ' 4,10

ποιήσωμεν δὴ αὐτῷ ὑπερῷον τόπον μικρὸν καὶ θῶμεν αὐτῷ ἐκεῖ κλίνην καὶ τράπεζαν καὶ δίφρον καὶ λυχνίαν. καὶ ἔσται ἐν τῷ εἰσπορεύεσθαι πρὸς ἡμᾶς καὶ ἐκκλινεῖ ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Ἂς κτίσωμεν λοιπὸν δι’ αὐτὸν ἕνα μικρὸν δωμάτιον εἰς τὸ ὑπερῷον. Ἂς θέσωμεν ἐκεῖ μίαν κλίνην, μίαν τράπεζαν καὶ ἕνα κάθισμα καὶ μίαν λυχνίαν. Ἔτσι δὲ κάθε φοράν, ποὺ αὐτὸς θὰ ἔρχεται πρὸς ἡμᾶς, θὰ μένῃ εἰς τὸ δωμάτιον ἐκεῖνο».

Τρεμπέλα

Ἂς κάμωμεν λοιπὸν δι’ αὐτὸν εἰς τὸ ὑπερῶον ἕνα μικρὸν δωμάτιον καὶ ἂς τοῦ βάλωμεν ἐκεῖ μέσα ἕνα κρεββάτι καὶ ἕνα τραπέζι καὶ ἕνα κάθισμα καὶ ἕνα λυχνοστάτην (λάμπα). Ἔτσι, ὅταν θὰ ἔρχεται διὰ φιλοξενίαν εἰς τὸ σπίτι μας, θὰ μένῃ ἐκεῖ».

Βασ. Δ' 4,11

καὶ ἐγένετο ἡμέρα καὶ εἰσῆλθεν ἐκεῖ καὶ ἐξέκλινεν εἰς τὸ ὑπερῷον καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Κάποιαν κατόπιν ἡμέραν ὁ Ἑλισαῖος εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὰ ὑπερῷον ἐκεῖνο, ὅπου καὶ ἐκοιμήθη.

Τρεμπέλα

Μίαν (ἄλλην) ἡμέραν ὁ Ἐλισαῖος ἦλθε πάλιν εἰς τὴν Σωμὰν καὶ ἐπῆγε εἰς τὸ ὑπερῶον δωμάτιον, ποὺ τοῦ εἶχαν ἑτοιμάσει, καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ.

Βασ. Δ' 4,12

καὶ εἶπε πρὸς Γιεζὶ τὸ παιδάριον αὐτοῦ· κάλεσόν μοι τὴν Σωμανῖτιν ταύτην· καὶ ἐκάλεσεν αὐτήν, καὶ ἔστη ἐνώπιον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς τὸν Γιεζί, τὸν ὑπηρέτην του· «κάλεσε αὐτὴν τὴν Σωμανῖτιν γυναῖκα νὰ ἔλθῃ πρὸς ἐμέ». Ὁ ὑπηρέτης τοῦ Ἑλισαῖου τὴν ἐκάλεσε καὶ ἐκείνη παρουσιάσθη ἐνώπιον αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἐλισαῖος εἶπεν εἰς τὸν δοῦλον (ὑπηρέτην) του Γιεζί: «Φώναξέ μου αὐτὴν τὴν Σωμανίτιδα γυναῖκα». Ὁ Γιεζὶ τὴν ἐκάλεσε, καὶ ὅταν ἐκείνη ἦλθε καὶ παρουσιάσθη ἐμπρός του,

Βασ. Δ' 4,13

καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἰπὸν δὴ πρὸς αὐτήν· ἰδοὺ ἐξέστησας ἡμῖν πᾶσαν τὴν ἔκστασιν ταύτην· τί δεῖ ποιῆσαί σοι; εἰ ἔστι λόγος σοι πρὸς τὸν βασιλέα ἢ πρὸς τὸν ἄρχοντα τῆς δυνάμεως; ἡ δὲ εἶπεν· ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ ἐγώ εἰμι οἰκῶ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἑλισαῖος εἰπὲ πρὸς τὸν Γιεζί· «πὲς πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτήν, ὅτι μᾶς κατέπληξε καὶ μᾶς καθυπεχρέωσε μὲ τὴν φιλοξενίαν της. Τί πρέπει, λοιπόν, νὰ κάμωμεν εἰς σέ; Μήπως ὑπάρχει κάποιο ζήτημά σου ἐκκρεμές, διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς τὸν βασιλέα ἢ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ;» Ἐκείνη ἀπήντησεν· «ἐγὼ κατοικῶ ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων μου καὶ δὲν ἔχω καμμίαν τέτοιαν ἀνάγκην».

Τρεμπέλα

ὁ Ἐλισαῖος εἶπεν εἰς τὸν Γιεζί: «Πές της· «Νά! μᾶς ἐντυπωσίασες μὲ ὅλες τὶς περιποιήσεις καὶ τὴν πλουσίαν καὶ αὐθόρμητον φιλοξενίαν σου· τί πρέπει νὰ σοῦ κάμωμεν εἰς ἀνταπόδοσιν ὅλων αὐτῶν, ποὺ ἔκαμες δι’ ἠμᾶς; Μήπως ἔχεις κανένα ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον θέλεις νὰ μιλήσωμεν σχετικῶς εἰς τὸν βασιλιᾶ ἢ εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον;» Ἡ γυναῖκα ἀπάντησε: «Κατοικῶ εἰρηνικὰ μεταξὺ τῶν συγγενῶν καὶ τῶν φίλων μου, τῶν δικῶν μου ἀνθρώπων, καὶ ἑπομένως ἔχω ὅλα, ὅσα μοῦ χρειάζονται».

Βασ. Δ' 4,14

καὶ εἶπε πρὸς Γιεζί· τί δεῖ ποιῆσαι αὐτῇ; καὶ εἶπε Γιεζὶ τὸ παιδάριον αὐτοῦ· καὶ μάλα υἱὸς οὐκ ἔστιν αὐτῇ, καὶ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς πρεσβύτης.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἑλισαῖος εἶπε πρὸς τὸν Γιεζί· «τί λοιπὸν πρέπει νὰ κάνωμεν δι’ αὐτήν;» Ὁ Γιεζὶ ὁ ὑπηρέτης τοῦ Ἑλισαῖου εἶπε· «γεγονὸς εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ γυνὴ δὲν ἔχει παιδὶ καὶ ὁ σύζυγός της εἶναι γέρων».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ἐλισαῖος εἶπε πρὸς τὸν Γιεζί: «Τί πρέπει λοιπὸν νὰ κάμωμεν δι’ αὐτήν;» Καὶ ὁ Γιεζί, ὁ δοῦλος τοῦ Ἐλισαῖου, τοῦ εἶπεν: «Εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι ἡ γυναῖκα αὐτὴ δὲν ἔχει παιδί, ὁ δὲ σύζυγός της εἶναι γέρων».

Βασ. Δ' 4,15

καὶ ἐκάλεσεν αὐτήν, καὶ ἔστη παρὰ τὴν θύραν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἑλισαῖος τὴν ἐκάλεσε καὶ ἐκείνη ἐστάθη ὀρθία κοντὰ εἰς τὴν θύραν.

Τρεμπέλα

Ὁ Προφήτης ἐκάλεσε τὴν γυναῖκα, καὶ ὅταν ἐκείνη ἦλθε καὶ ἐστάθη κοντὰ εἰς τὴν πόρταν,

Βασ. Δ' 4,16

καὶ εἶπεν Ἑλισαιὲ πρὸς αὐτήν· εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον, ὡς ἡ ὥρα, ζῶσα σὺ περιειληφυῖα υἱόν. ἡ δὲ εἶπε· μὴ Κύριε, μὴ διαψεύσῃ τὴν δούλην σου.

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε πρὸς αὐτὴν ὁ Ἑλισαῖος· «κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, τὴν ἐποχὴν αὐτήν, σὺ θὰ ζῇς βέβαια, ἀλλὰ καὶ θὰ κρατῇς παιδὶ εἰς τὴν ἀγκαλιά σου». Ἐκείνη ὅμως ἀπήντησε· «σὲ παρακαλῶ, κύριε, μὴ διαψεύσῃς αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν, ποὺ ἔδωσες πρὸς ἐμέ, τὴν δούλην σου».

Τρεμπέλα

ὁ Ἐλισαῖος τῆς εἶπε: «Κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν σὰν τώρα σὺ θὰ ζῇς καὶ θὰ κρατῇς εἰς τὴν ἀγκαλιά σου υἱόν». Εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ ἀναπάντεχου καὶ χαρμοσύνου αὐτοῦ λόγου ἡ γυναῖκα ἐφώναξεν: «Ὤ, κύριε, μή, σὲ παρακαλῶ· μὴ διαψεύσῃς τὴν ὑπόσχεσίν σου αὐτὴν πρὸς τὴν δούλην σου!»

Βασ. Δ' 4,17

καὶ ἐν γαστρὶ ἔλαβεν ἡ γυνὴ καὶ ἔτεκεν υἱὸν εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον, ὡς ἡ ὥρα, ζῶσα, ὡς ἐλάλησε πρὸς αὐτὴν Ἑλισαιέ.

Κολιτσάρα

Πράγματι ἡ γυναίκα αὐτὴ συνέλαβε καὶ ἐγέννησε παιδὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εὑρίσκετο αὐτή, φυσικά, ἐν τῇ ζωῇ, ὅπως εἶχε προαναγγείλει εἰς αὐτὴν ὁ Ἑλισαῖος.

Τρεμπέλα

Πράγματι· ἡ γυναῖκα συνέλαβε καὶ ἐγέννησεν υἱὸν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχήν (μὲ ἐκείνην ποὺ τῆς ἐδόθη ἡ ὑπόσχεσις) ἐζοῦσε, ὅπως ἀκριβῶς τῆς εἶχε εἰπεῖ ὁ Ἐλισαῖος.

Βασ. Δ' 4,18

καὶ ἡδρύνθη τὸ παιδάριον· καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἐξῆλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ πρὸς τοὺς θερίζοντας,

Κολιτσάρα

Τὸ παιδὶ ἐμεγάλωσε καὶ κάποτε ἐβγῆκεν εἰς τὸν ἀγρόν, ὅπου εὑρίσκετο ὁ πατέρας του καὶ οἱ θερισταί.

Τρεμπέλα

Τὸ παιδὶ ἐμεγάλωσε καὶ ὠρίμασεν. Ὅταν δὲ κάποιαν ἡμέραν ἐπῆγε εἰς τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦταν μαζὶ μὲ ἐκείνους ποὺ ἐθέριζαν,

Βασ. Δ' 4,19

καὶ εἶπε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ· τὴν κεφαλήν μου, τὴν κεφαλήν μου· καὶ εἶπε τῷ παιδαρίῳ· ἆρον αὐτὸν πρὸς τὴν μητέρα αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Αἴφνης εἶπε πρὸς τὸν πατέρα του· «τὸ κεφάλι μου, τὸ κεφάλι μου»! Ὁ δὲ πατέρας εἶπεν εἰς τὸν ὑπηρέτην· «πάρε τὸ παιδὶ καὶ φέρε το πρὸς τὴν μητέρα του».

Τρεμπέλα

εἶπεν ἔξαφνα πρὸς τὸν πατέρα του: «Ὤ! τὸ κεφάλι μου· πονάει τὸ κεφάλι μου!» Ὁ πατέρας του τότε εἶπεν εἰς ἕνα δοῦλον: «Πάρε τον καὶ πήγαινε τὸν εἰς τὴν μητέρα του».

Βασ. Δ' 4,20

καὶ ᾖρεν αὐτὸν πρὸς τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ ἐκοιμήθη ἐπὶ τῶν γονάτων αὐτῆς ἕως μεσημβρίας καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Ὁ ὑπηρέτης ἐπῆρε τὸ παιδὶ καὶ τὸ ἔφερεν εἰς τὴν μητέρα του. Αὐτὸ ἐκοιμήθη εἰς τὰ γόνατα τῆς μητρός του ἕως τὸ μεσημέρι, ὁπότε ἀπέθανε.

Τρεμπέλα

Ὁ δοῦλος τὸν μετέφερε πίσω εἰς τὴν μητέρα του. Καὶ τὸ παιδὶ ἐκοιμήθη ἐπάνω εἰς τὰ γόνατα τῆς μέχρι τὸ μεσημέρι, ὁπότε ἀπέθανε.

Βασ. Δ' 4,21

καὶ ἀνήνεγκεν αὐτὸν καὶ ἐκοίμισεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν κλίνην τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέκλεισε κατ’ αὐτοῦ καὶ ἐξῆλθε.

Κολιτσάρα

Ἡ μητέρα του τὸ ἀνέβασεν εἰς τὸ ὑπερῷον καὶ τὸ ἐκοίμισεν εἰς τὸ κρεββάτι τοῦ προφήτου Ἑλισαίου. Ἔκλεισε δὲ πίσω ἀπὸ αὐτὸ τὴν πόρτα καὶ ἐξῆλθεν.

Τρεμπέλα

Τότε ἡ μητέρα του ἀνέβασε τὸ παιδὶ καὶ τὸ ἐξάπλωσε ἐπάνω εἰς τὸ κρεββάτι τοῦ Ἐλισαίου, τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ἔκλεισε πίσω του τὴν πόρταν καὶ ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ δωμάτιον.

Βασ. Δ' 4,22

καὶ ἐκάλεσε τὸν ἄνδρα αὐτῆς καὶ εἶπεν· ἀπόστειλον δή μοι ἓν τῶν παιδαρίων καὶ μίαν τῶν ὄνων, καὶ δραμοῦμαι ἕως τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπιστρέψω.

Κολιτσάρα

Ἡ γυναίκα ἔστειλε καὶ παρεκάλεσε τὸν ἄνδρα της λέγουσα· «στεῖλε μου σὲ παρακαλῶ ἕνα ἀπὸ τοὺς δούλους σου καὶ μίαν ἀπὸ τὰς ὄνους, διότι ἐγὼ θὰ σπεύσω ἕως ἐκεῖ, ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἑλισαῖος καὶ θὰ ἐπιστρέψω».

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἔστειλε μήνυμα εἰς τὸν σύζυγόν της, ποὺ ἔλεγε: «Στεῖλε μου, σὲ παρακαλῶ, ἕνα ἀπὸ τοὺς δούλους καὶ ἕνα ἀπὸ τοὺς ὄνους· τοὺς χρειάζομαι διὰ νὰ πάω σύντομα εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐπιστρέψω».

Βασ. Δ' 4,23

καὶ εἶπε· τί ὅτι σὺ πορεύῃ πρὸς αὐτὸν σήμερον; οὐ νεομηνία οὐδὲ σάββατον. ἡ δὲ εἶπεν· εἰρήνη.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος τὴν ἠρώτησε· «διατί σὺ σήμερον πηγαίνεις πρὸς αὐτόν; Δὲν εἶναι οὔτε πρώτη τοῦ μηνὸς οὔτε ἑορτὴ τοῦ Σαββάτου». Ἐκείνη τοῦ εἶπε· «μὴ ἀνησυχῇς, εἰρήνευε».

Τρεμπέλα

Ὁ σύζυγός της τὴν ἐρώτησε: «Διατί πρέπει νὰ πᾶς πρὸς αὐτὸν σήμερα; Οὔτε πρώτη τοῦ μηνὸς εἶναι οὔτε Σάββατον, δηλαδὴ ἡμέρες ἅγιες καὶ κατάλληλες διὰ νὰ συμβουλευθῇς ἕνα προφήτην». Αὐτὴ ἀπάντησε: «Δὲν πειράζει· μὴν ἀνησυχῇς· εἰρήνευε».

Βασ. Δ' 4,24

καὶ ἐπέσαξε τὴν ὄνον καὶ εἶπε πρὸς τὸ παιδάριον αὐτῆς· ἄγε πορεύου, μὴ ἐπίσχῃς μοι τοῦ ἐπιβῆναι, ὅτι ἐὰν εἴπω σοι· δεῦρο καὶ πορεύσῃ καὶ ἐλεύσῃ πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ εἰς ὄρος τὸ Καρμήλιον.

Κολιτσάρα

Ἐσαμάρωσεν ἡ ἴδια τὴν ὄνον καὶ εἶπε πρὸς τὸν δοῦλον της· «ἐμπρός, πήγαινε, καὶ μὴ σταματήσῃς τὴν πορείαν, ἕως ὅτου ἐγὼ σοῦ πῶ. Ἐμπρὸς προχώρει. Θὰ μεταβῶμεν πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἑλισαῖον, εἰς τὸ Καρμήλιον ὄρος».

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἡ γυναῖκα ἐσαμάρωσε τὸ ὑποζύγιον καὶ εἶπεν εἰς τὸν δοῦλον της: «Ἐμπρός, προχώρει· βίασε τὸ ζῶον νὰ περπατᾷ, ὅσον πιὸ γρήγορα ἠμπορεῖ, καὶ μὴ σταματήσῃς νὰ προχωρῇς μέχρις ὅτου σοῦ εἰπῶ. Ἐμπρός, γρήγορα, διὰ νὰ πάμε καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι εἰς τὸ Καρμήλιον ὄρος.

Βασ. Δ' 4,25

καὶ ἐπορεύθη καὶ ἦλθεν ἕως τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ὄρος. καὶ ἐγένετο ὡς εἶδεν Ἑλισαιὲ ἐρχομένην αὐτήν, καὶ εἶπε πρὸς Γιεζὶ τὸ παιδάριον αὐτοῦ· ἰδοὺ δὴ ἡ Σωμανῖτις ἐκείνη·

Κολιτσάρα

Ἐπορεύθη ἡ γυναίκα αὐτὴ μὲ τὸν ὑπηρέτην της ἕως τὸ Καρμήλιον ὄρος, ὅπου εὑρίσκετο ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Ἑλισαῖος τὴν εἶδε νὰ ἔρχεται εἶπε πρὸς τὸν ὑπηρέτην του τὸν Γεζί· «ἰδού, λοιπόν, ἡ Σωμανῖτις ἐκείνη γυνή.

Τρεμπέλα

Ἡ γυναῖκα μὲ τὸν δοῦλον ἐπροχώρησε καὶ ἔφθασαι μέχρι τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ Καρμήλιον ὄρος. Καὶ συνέβη τοῦτο: Μόλις ὁ Ἐλισαῖος εἶδε τὴν γυναῖκα νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτόν, εἶπε πρὸς τὸν Γιεζί, τὸν δοῦλον του: «Κύτταξε, ἔρχεται πρὸς τὰ ἐδῶ ἡ γυναῖκα ἐκείνη ἀπὸ τὴν Σωμάν!

Βασ. Δ' 4,26

νῦν δράμε εἰς ἀπαντὴν αὐτῆς καὶ ἐρεῖς· εἰ εἰρήνη σοι; εἰ εἰρήνη τῷ ἀνδρί σου; εἰ εἰρήνη τῷ παιδαρίῳ; ἡ δὲ εἶπεν· εἰρήνη.

Κολιτσάρα

Τρέξε τώρα εἰς προαπάντησίν της καὶ θὰ τῆς πῇς· Εἶσαι σὺ καλά; Εἶναι ὑγιὴς ὁ ἄνδρας σου; Εἶναι καλὰ τὸ παιδί σου;» Ἐκείνη ἀπήντησεν· «ὅλοι εἴμεθα καλά».

Τρεμπέλα

Τρέξε γρήγορα νὰ τὴν προϋπαντήσεις καὶ ἐρώτησέ την: «Εἶσαι καλά; Εἶναι καλά, ὑγιὴς ὁ σύζυγός σου; Εἶναι καλά, ὑγιὲς τὸ παιδί σου;». Ἡ γυναῖκα ἀπάντησε εἰς τὸν Γιεζί: «Ὅλοι καλὰ εἴμεθα».

Βασ. Δ' 4,27

καὶ ἦλθε πρὸς Ἑλισαιὲ εἰς τὸ ὄρος καὶ ἐπελάβετο τῶν ποδῶν αὐτοῦ. καὶ ἤγγισε Γιεζὶ ἀπώσασθαι αὐτήν, καὶ εἶπεν Ἑλισαιέ· ἄφες αὐτήν, ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτῆς κατώδυνος αὐτῇ, καὶ Κύριος ἀπέκρυψεν ἀπ’ ἐμοῦ καὶ οὐκ ἀνήγγειλέ μοι.

Κολιτσάρα

Ἦλθε πρὸς τὸν Ἑλισαῖον εἰς τὸ ὄρος, ἔπεσεν εἰς τὸ ἔδαφος καὶ ἔπιασε τὰ πόδια τοῦ προφήτου. Ὁ Γιεζὶ ἐπλησίασε, διὰ νὰ τὴν ἀπωθήσῃ. Ὁ Ἑλισαῖος ὅμως εἶπε πρὸς αὐτόν· «ἄφησέ την, διότι ἡ καρδιά της εἶναι καταπικραμμένη καὶ θλιμμένη, ὁ δὲ Κύριος ἀπέκρυψεν ἀπὸ ἐμὲ καὶ δὲν μοῦ εἶπε τὴν αἰτίαν τοῦ πόνου της».

Τρεμπέλα

Ὅταν ὅμως ἔφθασεν εἰς τὸν Ἑλισαῖον, (ἐπάνω) εἰς τὸ ὄρος, ἔπεσε χάμω ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἐλισαῖον καὶ ἔπιασε τὰ πόδια του. Ὁ Γιεζὶ ἐπλησίασε, διὰ νὰ τὴν τραβήξῃ πίσω, ὁ Ἐλισαῖος ὅμως τοῦ εἶπεν: «Ἄφησέ την, διότι ἡ ψυχή της δοκιμάζει πολὺ μεγάλον πόνον, ὁ δὲ Κύριος μοῦ ἀπέκρυψε τὸ ψυχικόν της δρᾶμα καὶ δὲν μοῦ τὸ ἐφανέρωσεν».

Βασ. Δ' 4,28

ἡ δὲ εἶπε· μὴ ᾐτησάμην υἱὸν παρὰ τοῦ Κυρίου μου; ὅτι οὐκ εἶπα· οὐ πλανήσεις μετ’ ἐμοῦ;

Κολιτσάρα

Ἐκείνη τοῦ εἶπε· «μήπως ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κύριόν μου παιδί; Δὲν εἶπα πρὸς σὲ ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαψεύσῃς τὴν ἐλπίδα, ποὺ μοῦ ἔδωσες;»

Τρεμπέλα

Ἡ γυναῖκα εἶπε πρὸς τὸν Ἐλισαῖον: «Μήπως ἐζήτησα ἐγὼ υἱὸν ἀπὸ τὸν Κύριόν μου; Μήπως δὲν σοῦ εἶπα· «μὴ διαψεύσῃς, σὲ παρακαλῶ, τὴν ὑπόσχεσίν σου»;

Βασ. Δ' 4,29

καὶ εἶπεν Ἑλισαιὲ τῷ Γιεζί· ζῶσαι τὴν ὀσφύν σου καὶ λαβὲ τὴν βακτηρίαν μου ἐν τῇ χειρί σου καὶ δεῦρο· ὅτι ἐὰν εὕρῃς ἄνδρα, οὐκ εὐλογήσεις αὐτόν, καὶ ἐὰν εὐλογήσῃ σε ἀνήρ, οὐκ ἀποκριθήσῃ αὐτῷ· καὶ ἐπιθήσεις τὴν βακτηρίαν μου ἐπὶ πρόσωπον τοῦ παιδαρίου.

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ὁ Ἑλισαῖος πρὸς τὸν Γιεζί· «ζῶσε τὴν μέσην σου μὲ τὴν ζώνην, πάρε τὴν βακτηρίαν του εἰς τὸ χέρι σου καὶ πήγαινε εἰς τὸ σπίτι τῆς γυναικὸς αὐτῆς. Ἐὰν δέ, τυχόν, καὶ συναντήσῃς ἄνθρωπον εἰς τὸν δρόμον, δὲν θὰ τὸν χαιρετήσῃς καὶ ἂν ἐκεῖνος σὲ χαιρετήσῃ, δὲν θὰ τοῦ ἀποκριθῇς. Ταχέως θὰ φθάσῃς εἰς τὸ σπίτι καὶ θὰ θέσῃς τὴν βακτηρίαν μου εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ παιδιοῦ».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐλισαῖος τότε ἐστράφη πρὸς τὸν Γιεζὶ καὶ τοῦ εἶπε: «Ζῶσε ἕτοιμος διὰ πορείαν τὴν μέσην σου, πάρε τὸ ραβδί μου εἰς τὸ χέρι σου καὶ τρέξε γρήγορα εἰς τὸ σπίτι τῆς γυναίκας. Καὶ διὰ νὰ μὴ καθυστερήσῃς, ἐὰν συναντήσῃς εἰς τὸν δρόμον σου ἄνθρωπον, μὴ σταματήσῃς νὰ τὸν χαιρετήσῃς· ἐὰν δὲ κανεὶς ἄνθρωπος σὲ χαιρετήσῃ, μὴ τοῦ ἀνταποδώσῃς τὸν χαιρετισμόν. Καὶ μόλις φθάσῃς εἰς τὸ σπίτι τῆς γυναίκας, θὰ βάλῃς τὸ ραβδί μου ἐπάνω εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ παιδιοῦ».

Βασ. Δ' 4,30

καὶ εἶπεν ἡ μήτηρ τοῦ παιδαρίου· ζῇ Κύριος καὶ ζῇ ἡ ψυχή σου, εἰ ἐγκαταλείψω σε· καὶ ἀνέστη Ἑλισαιὲ καὶ ἐπορεύθη ὀπίσω αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ εἶπε πρὸς τὸν Ἑλισαῖον· «ὁρκίζομαι εἰς τὸν ζῶντα Θεὸν καὶ εἰς τὴν ἰδικήν σου ζωήν, ὅτι δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω». Ἐσηκώθη ὁ Ἑλισαῖος καὶ ἠκολούθησεν αὐτὴν ἕως εἰς τὸ σπίτι.

Τρεμπέλα

Ἡ μητέρα ὅμως τοῦ παιδιοῦ εἶπεν εἰς τὸν Ἐλισαῖον: «Ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς ζωντανὸς καὶ ἀκούει· ὁρκίζομαι εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν ζωήν σου, ὅτι δὲν θὰ σὲ ἀφήσω ἔδω». Τότε ὁ Ἐλισαῖος ἐσηκώθη, τὴν ἀκολούθησε καὶ ἐπῆγαν καὶ οἱ δύο πίσω εἰς τὸ σπίτι της.

Βασ. Δ' 4,31

καὶ Γιεζὶ διῆλθεν ἔμπροσθεν αὐτῆς καὶ ἐπέθηκε τὴν βακτηρίαν ἐπὶ πρόσωπον τοῦ παιδαρίου, καὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις· καὶ ἐπέστρεψεν εἰς ἀπαντὴν αὐτοῦ καὶ ἀπήγγειλεν αὐτῷ λέγων· οὐκ ἠγέρθη τὸ παιδάριον.

Κολιτσάρα

Ὁ Γιεζὶ ὅμως ἐβάδισεν ἐνωρίτερον ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἔθεσε τὴν βακτηρίαν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ παιδιοῦ. Ἀλλὰ καμμία φωνὴ καὶ καμμία ἀκρόασις δὲν ὑπῆρξεν ἐκ μέρους τοῦ παιδιοῦ. Ἐπέστρεψεν ὁ Γιεζὶ εἰς ἀπάντησιν τοῦ Ἑλισαίου καὶ ἀνήγγειλεν εἰς αὐτόν, ὅτι τὸ παιδὶ δὲν ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην.

Τρεμπέλα

Ὁ Γιεζὶ ἐπροπορεύθη τῆς γυναίκας καὶ ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ σπίτι, ἔβαλε τὸ ραβδὶ τοῦ Προφήτου ἐπάνω εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ παιδιοῦ. Ἀλλὰ τὸ νεκρὸν παιδὶ οὔτε εἶπε τίποτε οὔτε ἔδειξε κανένα ἄλλο σημάδι ζωῆς. Ἔτσι ὁ Γιεζὶ ἐπέστρεψε διὰ νὰ συναντήσῃ τὸν Ἐλισαῖον καὶ ὅταν τὸν συνήντησε, τοῦ εἶπε: «Δὲν ἐσηκώθη (ἐξύπνησε) τὸ παιδί».

Βασ. Δ' 4,32

καὶ εἰσῆλθεν Ἑλισαιὲ εἰς τὸν οἶκον καὶ ἰδοὺ τὸ παιδάριον τεθνηκὸς κεκοιμισμένον ἐπὶ τὴν κλίνην αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἑλισαῖος εἰσῆλθεν εἰς τὸ σπίτι καὶ ἰδοὺ βλέπει τὸ παιδὶ νεκρὸν ἐξηπλωμένον ἐπάνω εἰς τὸ κρεββάτι του.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἔφθασεν ὁ Ἐλισαῖος, ἐμπῆκε εἰς τὸ σπίτι καὶ νά· τὸ παιδὶ ἦταν νεκρόν, ξαπλωμένον ἐπάνω εἰς τὸ κρεββάτι του.

Βασ. Δ' 4,33

καὶ εἰσῆλθεν Ἑλισαιὲ εἰς τὸν οἶκον καὶ ἀπέκλεισε τὴν θύραν κατὰ τῶν δύο ἑαυτῶν καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον·

Κολιτσάρα

Εἰσῆλθεν εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ ὑπερῴου, ἔκλεισε τὴν θύραν τοῦ δωματίου, ἔμεινεν αὐτὸς μὲ τὸ νεκρὸ παιδὶ καὶ προσηυχήθη πρὸς τὸν Κύριον.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐλισαῖος ἐμπῆκε εἰς τὸ σπίτι καὶ ἔκλεισε τὴν πόρταν τοῦ δωματίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔμεινε μόνον αὐτὸς καὶ ὁ νεκρός, καὶ προσηυχήθη εἰς τὸν Κύριον.

Βασ. Δ' 4,34

καὶ ἀνέβη καὶ ἐκοιμήθη ἐπὶ τὸ παιδάριον καὶ ἔθηκε τὸ στόμα αὐτοῦ ἐπὶ τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐπὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ διέκαμψεν ἐπ’ αὐτόν, καὶ διεθερμάνθη ἡ σὰρξ τοῦ παιδαρίου.

Κολιτσάρα

Ἀνέβηκε κατόπιν εἰς τὴν κλίνην, ἐξηπλώθη ἐπάνω εἰς τὸ παιδίον, ἔθεσε τὸ στόμα του εἰς τὸ στόμα τοῦ παιδιοῦ καὶ τὰ μάτια του εἰς τὰ μάτια ἐκείνου καὶ τὰ χέρια του εἰς τὰ χέρια ἐκείνου, ἐξηπλώθη ἐπάνω εἰς αὐτὸ καὶ ἔτσι τὸ σῶμα τοῦ παιδιοῦ ἐθερμάνθη.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἀνέβη εἰς τὸ κρεββάτι καὶ ἐξάπλωσε ἐπάνω ἀπὸ τὸ νεκρὸν παιδὶ καὶ ἔβαλε τὸ στόμα του ἐπάνω εἰς τὸ στόμα τοῦ παιδιοῦ καὶ τὰ μάτιά του ἐπάνω εἰς τὰ μάτια τοῦ παιδιοῦ καὶ τὰ χέρια του ἐπάνω εἰς τὰ χέρια τοῦ νεκροῦ· καὶ ἐξάπλωσε ἐπάνω του. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐζεστάθη τὸ σῶμα τοῦ παιδιοῦ.

Βασ. Δ' 4,35

καὶ ἐπέστρεψε καὶ ἐπορεύθη ἐν τῇ οἰκίᾳ ἔνθεν καὶ ἔνθεν καὶ ἀνέβη καὶ συνέκαμψεν ἐπὶ τὸ παιδάριον ἕως ἑπτάκις, καὶ ἤνοιξε τὸ παιδάριον τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἑλισαῖος ἀπεσύρθη, ἐπῆγεν ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μέσα εἰς τὸ σπίτι, ἀνέβηκε πάλιν εἰς τὴν κλίνην καὶ ἐξηπλώθη ἐπάνω εἰς τὸ παιδί, ὅπως καὶ προηγουμένως. Αὐτὸ ἐπανεληφθη ἑπτὰ φορές. Τὸ δὲ παιδὶ ἤνοιξε τότε τὰ μάτια του.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐλισαῖος ἐσηκώθη, ἀπεσύρθη καὶ ἐβάδισεν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ μέσα εἰς τὸ σπίτι καὶ ἀνέβη πάλιν εἰς τὸ κρεββάτι καὶ ἐξάπλωσε ἐπάνω εἰς τὸ παιδὶ ὅπως καὶ προηγουμένως· τοῦτο τὸ ἔκαμεν ἑπτὰ φορές. Καὶ τὸ παιδὶ ἄνοιξε τὰ μάτια του!

Βασ. Δ' 4,36

καὶ ἐξεβόησε Ἑλισαιὲ πρὸς Γιεζὶ καὶ εἶπε· κάλεσον τὴν Σωμανῖτιν ταύτην· καὶ ἐκάλεσε, καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτόν. καὶ εἶπεν Ἑλισαιέ· λάβε τὸν υἱόν σου.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἑλισαῖος ἐφώναξε τὸν Γιεζὶ καὶ εἶπε· «κάλεσε τὴν Σωμανῖτιν αὐτήν». Τὴν ἐκάλεσε καὶ ἐκείνη εἰσῆλθεν εἰς τὸ ὑπερῷον, ὅπου ἦτο αὐτός. Ὁ Ἑλισαῖος τῆς εἶπε· «πάρε τὸ παιδί σου».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐλισαῖος ἐφώναξε τότε τὸν Γιεζὶ καὶ τοῦ εἶπε: «Φώναξε αὐτὴν τὴν Σωμανίτιδα γυναῖκα». Ὁ Γιεζὶ τὴν ἐφώναξε, καὶ ὅταν αὐτὴ παρουσιάσθη ἐμπρός του, ὁ Ἐλισαῖος τῆς εἶπε: «Πάρε τὸν υἱόν σου»!

Βασ. Δ' 4,37

καὶ εἰσῆλθεν ἡ γυνὴ καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ἔλαβε τὸν υἱὸν αὐτῆς καὶ ἐξῆλθε.

Κολιτσάρα

Ἡ γυναίκα ἐπλησίασεν, ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ἑλισαίου καὶ προσεκύνησε μέχρις ἐδάφους καὶ κατόπιν ἐπῆρε ζωντανὸ τὸ παιδί της καὶ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ δωμάτιον.

Τρεμπέλα

Ἡ γυναῖκα ἐπλησίασε τὸν Προφήτην καὶ ἔπεσεν ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια του κάτω μέχρι τοῦ ἐδάφους καὶ τὸν ἐπροσκύνησε ταπεινὰ καὶ μὲ σεβασμόν. Καὶ ἐπῆρε τὸν υἱόν της καὶ ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ δωμάτιον.

Βασ. Δ' 4,38

καὶ Ἑλισαιὲ ἐπέστρεψεν εἰς Γάλγαλα, καὶ ὁ λιμὸς ἐν τῇ γῇ, καὶ υἱοὶ τῶν προφητῶν ἐκάθηντο ἐνώπιον αὐτοῦ. καὶ εἶπεν Ἑλισαιὲ τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ· ἐπίστησον τὸν λέβητα τὸν μέγαν καὶ ἕψε ἕψεμα τοῖς υἱοῖς τῶν προφητῶν.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Ἑλισαῖος ἐπέστρεψεν εἰς τὰ Γάλγαλα. Τότε εἶχε πέσει μεγάλος λιμὸς εἰς ἐκείνην τὴν χώραν, οἱ δὲ προφῆται ἐκάθηντο νηστικοὶ πλησίον τοῦ Ἑλισαίου. Ὁ Ἑλισαῖος εἶπε τότε εἰς τὸν ὑπηρέτην του τὸν Γιεζί· «βάλε τὸν μεγάλον λέβητα καὶ βράσε φαγητὸν διὰ τοὺς προφήτας».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐλισαῖος ἐπέστρεψε πάλιν εἰς τὰ Γάλγαλα. Τότε ὑπῆρχε πεῖνα εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην, οἱ δὲ προφῆται ἐκάθηντο κοντὰ εἰς τὸν Προφήτην καὶ ἄκουαν τὰ ὅσα τοὺς ἔλεγε. Καὶ ὁ Ἐλισαῖος εἶπεν εἰς τὸν ὑπηρέτην του: «Βάλε εἰς τὴν φωτιὰ τὴν μεγάλην χύτραν καὶ βράσε (μαγείρεψε) φαγητὸν διὰ τοὺς προφῆτες».

Βασ. Δ' 4,39

καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὸν ἀγρὸν συλλέξαι ἀριὼθ καὶ εὗρεν ἄμπελον ἐν τῷ ἀγρῷ καὶ συνέλεξεν ἀπ’ αὐτῆς τολύπην ἀγρίαν πλῆρες τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸν λέβητα τοῦ ἑψέματος, ὅτι οὐκ ἔγνωσαν.

Κολιτσάρα

Ἕνας δὲ ἀπὸ αὐτοὺς ἐβγῆκεν εἰς τὰ χωράφια, διὰ νὰ μαζέψῃ χόρτα. Εἰς μίαν δὲ περιοχὴν εὑρῆκεν ἄμπελον, ἀπὸ τὸ ἔδαφος τῆς ὁποίας ἐμάζεψεν ἄγρια κολοκύθια καὶ ἐγέμισε τὸ ἱμάτιόν του. Ἔβαλε δὲ αὐτὰ μέσα εἰς τὸν λέβητα, διὰ νὰ βράσουν. Δὲν ἐγνώριζεν ὅμως ὅτι αὐτὰ εἶναι δηλητηριώδη.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπῆγε εἰς τὰ χωράφια διὰ νὰ μαζεύσῃ ἀγριόχορτα. Εὑρῆκε ἕνα ἄγριο ἀμπέλι καὶ ἀπὸ τὸ χωράφι αὐτὸ ἐμάζευσε ἀγριοκολοκύθια, μέχρις ὅτου ἐγέμισε τὴν ποδιά του. Ἐγύρισε πίσω καὶ ἔβαλεν ὅσα ἐμάζευσεν εἰς τὴν μεγάλην χύτραν διὰ νὰ βράσουν· δὲν ἐγνώριζαν ὅμως ὅτι αὐτὰ δὲν ἦσαν κατάλληλα διὰ φαγητόν.

Βασ. Δ' 4,40

καὶ ἐνέχει τοῖς ἀνδράσι φαγεῖν, καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐσθίειν αὐτοὺς ἐκ τοῦ ἑψέματος καὶ ἰδοὺ ἀνεβόησαν καὶ εἶπαν· θάνατος ἐν τῷ λέβητι, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ· καὶ οὐκ ἠδύναντο φαγεῖν.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἔδωσεν εἰς τοὺς ἄνδρας νὰ φάγουν. Ἐνῶ δὲ ἐκεῖνοι ἔτρωγαν ἀπὸ τὸ βραστὸν αὐτὸ φαγητόν, αἴφνης ἐφώναξαν καὶ εἶπαν· «ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, θάνατος ὑπάρχει εἰς τὸν λέβητα». Καὶ δὲν ἠμποροῦσαν οὔτε καὶ ἤθελαν πλέον νὰ φάγουν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἔβρασαν, ἐκένωσε τὴν χύτραν καὶ ἐσέρβιρεν ἀπὸ αὐτὰ εἰς τοὺς προφῆτες διὰ νὰ φάγουν. Συνέβη ὅμως τοῦτο: Ἐνῷ ἐκεῖνοι ἔτρωγαν ἀκόμη ἀπὸ τὸ βρασμένον φαγητόν, νά· ἐφώναξαν πρὸς τὸν Ἑλισαῖον καὶ εἶπαν: «Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ὑπάρχει θάνατος εἰς τὴν μεγάλην χύτραν!» Καὶ δὲν ἠμποροῦσαν (οὔτε ἤθελαν) νὰ φάγουν.

Βασ. Δ' 4,41

καὶ εἶπε· λάβετε ἄλευρον καὶ ἐμβάλετε εἰς τὸν λέβητα· καὶ εἶπεν Ἑλισαιὲ πρὸς Γιεζὶ τὸ παιδάριον· ἔγχει τῷ λαῷ καὶ ἐσθιέτωσαν· καὶ οὐκ ἐγενήθη ἐκεῖ ἔτι ῥῆμα πονηρὸν ἐν τῷ λέβητι.

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ὁ Ἑλισαῖος· «πάρτε ἀλεῦρι καὶ ρίξτε εἰς τὸν λέβητα». Εἰς δὲ τὸν δοῦλον του τὸν Γιεζὶ εἶπε· «κένωσε τώρα εἰς τὸν λαὸν ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἂς φάγουν». Ἐκεῖνοι ἔφαγον. Δὲν ὑπῆρξε δὲ τίποτε τὸ ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ φαγητὸν αὐτὸ τοῦ λέβητος.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐλισαῖος διέταξε: «Πάρετε ἀλεύρι καὶ βάλετέ το εἰς τὴν μεγάλην χύτραν». Κατόπιν εἶπεν εἰς τὸν Γιεζί, τὸν δοῦλον του: «Κένωσε ἀπὸ αὐτὸ καὶ δῶσε εἰς τὸν λαὸν καὶ ἂς φάγουν». Ἔφαγαν καὶ δὲν εὑρέθη πλέον εἰς τὴν χύτραν τίποτε τὸ βλαβερὸν καὶ θανατηφόρον.

Βασ. Δ' 4,42

καὶ ἀνὴρ διῆλθεν ἐκ Βαιθσαρισὰ καὶ ἤνεγκε πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ πρωτογεννημάτων εἴκοσιν ἄρτους κριθίνους καὶ παλάθας, καὶ εἶπε· δότε τῷ λαῷ καὶ ἐσθιέτωσαν.

Κολιτσάρα

Κάποιος ἄνθρωπος ἦλθεν ἀπὸ τὴν Βαιθσαρισὰ καὶ ἔφερεν εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ εἴκοσι κρίθινα ψωμιὰ ἀπὸ τὰ πρωτογεννήματα τῶν ἀγρῶν του, ὅπως ἐπίσης καὶ μερικὲς ἀρμάθες σῦκα καὶ εἶπε· «δῶστε αὐτὰ εἰς τὸν λαὸν νὰ φάγουν».

Τρεμπέλα

Κάποιαν ἄλλην ἡμέραν ἕνας ἄνθρωπος ἦλθεν ἀπὸ τὴν Βαιθσαρισὰ καὶ ἔφερεν εἰς τὸν Ἑλισαῖον, τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, εἴκοσι κριθαρένια ψωμιά, ζυμωμένα ἀπὸ τοὺς πρώτους - πρώτους καρπούς, καὶ μερικὲς ἀρμαθιές (τσαπέλες) σῦκα. Ὁ Ἐλισαῖος εἶπε: «Δῶστε εἰς τὸν λαὸν νὰ φάγουν».

Βασ. Δ' 4,43

καὶ εἶπεν ὁ λειτουργὸς αὐτοῦ· τί δῶ τοῦτο ἐνώπιον ἑκατὸν ἀνδρῶν; καὶ εἶπε· δὸς τῷ λαῷ καὶ ἐσθιέτωσαν, ὅτι τάδε λέγει Κύριος· φάγονται καὶ καταλείψουσι.

Κολιτσάρα

Ὁ ὑπηρέτης τοῦ ἀπήντησε· «τί νὰ πρωτοδώσω ἀπὸ αὐτὰ εἰς ἑκατὸν ἀνθρώπους;» Ὁ Ἑλισαῖος εἶπε· «δῶσε εἰς τὸν λαὸν καὶ ἂς φάγουν ἀπὸ αὐτά, διότι αὐτὸ λέγει ὁ Κύριος· Θὰ φάγουν, θὰ χορτάσουν καὶ θὰ περισσεύσουν».

Τρεμπέλα

Ὁ ὑπηρέτης του ὅμως τοῦ εἶπε: «Τί νὰ δώσω ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα ψωμιὰ καὶ σῦκα εἰς ἑκατὸν ἄνδρες;» Ὁ Ἐλισαῖος ὅμως τοῦ ἀπάντησε: «Δῶσε τα εἰς τὸν λαὸν νὰ φάγουν, διότι αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος· «θὰ φάγουν, θὰ χορτάσουν καὶ θὰ περισσεύσουν»!

Βασ. Δ' 4,44

καὶ ἔφαγον καὶ κατέλιπον κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου.

Κολιτσάρα

Πράγματι ἔφαγαν, ἐχόρτασαν καὶ ἐπερίσσευσαν, ὅπως εἶχεν εἴπει ὁ Κύριος.

Τρεμπέλα

Καὶ πράγματι· ἔφαγαν ὅλοι, ἐχόρτασαν, ἔμεινε δὲ καὶ περίσσευμα, σύμφωνα μὲ τὸν λόγον, ποὺ εἶπεν ὁ Κύριος.