Δανιήλ Σωσάννα

Δαν. Σωσάννα,1

Καὶ ἦν ἀνὴρ οἰκῶν ἐν Βαβυλῶνι, καὶ ὄνομα αὐτῷ Ἰωακείμ.

Κολιτσάρα

Ὑπῆρχεν ἕνας ἀνήρ, κάτοικος τῆς Βαβυλῶνος, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Ἰωακείμ.

Τρεμπέλα

Ὑπῆρχε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς αἰχμαλωσίας τῶν Ἰουδαίων κάποιος ἄνδρας, ὁ ὁποῖος κατοικοῦσε εἰς τὴν Βαβυλῶνα καὶ ὠνομάζετο Ἰωακείμ.

Δαν. Σωσάννα,2

καὶ ἔλαβε γυναῖκα, ᾗ ὄνομα Σωσάννα, θυγάτηρ Χελκίου, καλὴ σφόδρα καὶ φοβουμένη τὸν Κύριον·

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ἐπῆρεν ὡς σύζυγον του μίαν γυναῖκα, ἡ ὁποία ὠνομάζετο Σωσάννα καὶ ἦτο θυγάτηρ τοῦ Χελκίου. Αὐτὴ ἦτο ὠραιοτάτη καὶ πολὺ εὐσεβὴς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ἐνυμφεύθη μίαν γυναῖκα, ἡ ὁποία ὠνομάζετο Σωσάννα καὶ ἦταν κόρη τοῦ Χελκίου. Ἡ Σωσάννα ἦταν πάρα πολὺ ὡραία, ἀλλὰ καὶ πάρα πολὺ εὐσεβὴς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Δαν. Σωσάννα,3

καὶ οἱ γονεῖς αὐτῆς δίκαιοι καὶ ἐδίδαξαν τὴν θυγατέρα αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσῆ.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ καὶ οἱ γονεῖς της ἐπίσης ἦσαν εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι. Ἐδίδαξαν δὲ καὶ ἐμόρφωσαν τὴν θυγατέρα αὐτῶν σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τοῦ Μωϋσέως.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ γονεῖς της ἐπίσης ἦσαν εὐσεβεῖς, ἀγαθοὶ καὶ ἐνάρετοι, ἐδίδαξαν δὲ καὶ καθωδήγησαν τὴν θυγατέρα των σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τοῦ Μωϋσῆ.

Δαν. Σωσάννα,4

καὶ ἦν Ἰωακεὶμ πλούσιος σφόδρα, καὶ ἦν αὐτῷ παράδεισος γειτνιῶν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ· καὶ πρὸς αὐτὸν προσήγοντο οἱ Ἰουδαῖοι διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐνδοξότερον πάντων.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωακεὶμ ἦτο πολὺ πλούσιος, εἶχε δὲ πλησίον τῆς οἰκίας του ἕνα ὡραῖον δενδροφυτευμένον κῆπον. Εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ἰωακεὶμ προσήρχοντο τακτικὰ οἱ Ἰουδαῖοι, διότι αὐτὸς ἦτο ὁ ἐπισημότερος μεταξὺ ὅλων τῶν ἐκεῖ ἐγκατεστημένων Ἰουδαίων.

Τρεμπέλα

Ἦταν δὲ ὁ Ἰωακεὶμ πάρα πολὺ πλούσιος καὶ εἶχε κοντὰ εἰς τὸ σπίτι του εὐρύχωρον, ὡραῖον, δενδροφυτευμένον κῆπον. Καὶ οἱ Ἰουδαῖοι συνήθιζαν νὰ ἐπισκέπτωνται καὶ νὰ συχνάζουν πλησίον τοῦ Ἰωακείμ, διότι αὐτὸς ἦταν ὁ πλέον ἔνδοξος καὶ σεβαστὸς μεταξὺ ὅλων τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἦσαν ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν Βαβυλῶνα.

Δαν. Σωσάννα,5

καὶ ἀπεδείχθησαν δύο πρεσβύτεροι ἐκ τοῦ λαοῦ κριταὶ ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ, περὶ ὧν ἐλάλησεν ὁ δεσπότης, ὅτι ἐξῆλθεν ἀνομία ἐκ Βαβυλῶνος ἐκ πρεσβυτέρων κριτῶν, οἳ ἐδόκουν κυβερνᾶν τὸν λαόν.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀνεδείχθησαν ὡς δικασταὶ τοῦ λαοῦ δύο κατὰ τὴν ἡλικίαν πρεσβύτεροι Ἰουδαῖοι. Διὰ κάτι τέτοιους τύπους εἶχεν εἴπει κάπου ὁ Κύριος· ἡ παρανομία ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν Βαβυλῶνα, ἀπὸ γέροντας δικαστὰς οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο καὶ ἐνεφανίζοντο ὡς κυβερνῆται τοῦ λαοῦ.

Τρεμπέλα

Ἐξελέγησαν δὲ ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ὡρίσθησαν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δύο πρεσβύτεροι κατὰ τὴν ἡλικίαν, διὰ νὰ ἐνεργοῦν ὡς κριταὶ καὶ δικασταί. Διὰ τοὺς τέτοιου εἴδους ἀνόμους κριτὰς ὁ Κύριος εἶπεν: «Ἡ παρανομία ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν Βαβυλῶνα, ἀπὸ πρεσβυτέρους κατὰ τὴν ἡλικίαν κριτάς, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζοντο καὶ ἐκαμάρωναν ὡς κυβερνῆται καὶ καθοδηγηταὶ τοῦ λαοῦ»!

Δαν. Σωσάννα,6

οὗτοι προσεκαρτέρουν ἐν τῇ οἰκίᾳ Ἰωακείμ, καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτοὺς πάντες οἱ κρινόμενοι.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ προσήρχοντο συχνότερον καὶ ἕμενον ἐπὶ μακρότερον χρόνον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ἰωακείμ. Πρὸς αὐτοὺς δὲ προσήρχοντο καὶ ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι, ὅσοι εἶχαν μεταξύ των διαφοράς.

Τρεμπέλα

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ὡς δικασταὶ ποὺ ἦσαν, ἐσύχναζαν καὶ παρέμεναν ἐπὶ μακρὰν χρόνον εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Σωσάννας, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς δικαστήριον τῶν Ἰουδαίων. Εἰς τοὺς πρεσβυτέρους δὲ αὐτοὺς προσήρχοντο καὶ προσέφευγαν ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι οἱ ὁποῖοι εἶχαν μεταξύ των διαφορὲς πρὸς ἐκδίκασιν.

Δαν. Σωσάννα,7

καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἀπέτρεχεν ὁ λαὸς μέσον ἡμέρας, εἰσεπορεύετο Σωσάννα καὶ περιεπάτει ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν μεσημβρίαν, ὅταν οἱ ἐπισκέπται ἀπήρχοντο, ἡ Σωσάννα ἔκαμνε τὸν περίπατόν της εἰς τὸν κῆπον τοῦ ἀνδρός της.

Τρεμπέλα

Συνέβαινε δὲ τοῦτο: Ὅταν πλέον ὁ λαὸς ἀπέσυρετο καὶ ἔφευγε κατὰ τὸ μεσημέρι, ἡ Σωσάννα ἐπήγαινε καὶ ἔκαμνε τὸν περίπατόν της εἰς τὸν κῆπον τοῦ συζύγου της.

Δαν. Σωσάννα,8

καὶ ἐθεώρουν αὐτὴν οἱ δύο πρεσβύτεροι καθ’ ἡμέραν εἰσπορευομένην καὶ περιπατοῦσαν καὶ ἐγένοντο ἐν ἐπιθυμίᾳ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Οἱ δύο αὐτοὶ προχωρημένης ἡλικίας δικασταὶ τὴν περιειργάζοντο κάθε ἡμέραν, ὅταν αὐτὴ εἰσήρχετο εἰς τὸν κῆπον καὶ περιπατοῦσε. Ἐκυριεύθησαν δὲ ἀπὸ πονηρὰν σαρκικὴν ἐπιθυμίαν δι’ αὐτήν.

Τρεμπέλα

Οἱ δύο πρεσβύτεροι - δικασταὶ τὴν ἔβλεπαν μὲ προσοχὴν καὶ τὴν παρακολουθοῦσαν μὲ ἔνοχον περιέργειαν κάθε ἡμέραν, ὅταν αὐτὴ εἰσήρχετο καὶ ἔκαμνε τὸν περίπατόν της εἰς τὸν κήπον· ἡ συχνὴ αὐτὴ θέα ἔγινε ἀφορμὴ ὥστε νὰ κυριευθοῦν οἱ δύο πρεσβύτεροι ἀπὸ ἁμαρτωλὴν σαρκικὴν ἐπιθυμίαν πρὸς αὐτήν.

Δαν. Σωσάννα,9

καὶ διέστρεψαν τὸν ἑαυτῶν νοῦν καὶ ἐξέκλιναν τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν τοῦ μὴ βλέπειν εἰς τὸν οὐρανόν, μηδὲ μνημονεύειν κριμάτων δικαίων.

Κολιτσάρα

Ὁ νοῦς των διεστράφη καὶ ἐσκοτίσθη καὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ ἀνυψώσουν τὰ βλέμματά των πρὸς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν δίκαιον καὶ παντεπόπτην Θεόν, οὔτε καὶ νὰ ἐνθυμηθοῦν τὰς δικαίας ἐντολὰς καὶ κρίσεις τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὴν θέαν αὐτὴν ἡ λογικὴ σκέψις των παρεμορφώθη, ὁ νοῦς των ἐσκοτίσθη καὶ διεστράφη, καὶ δὲν κατέβαλαν καμμίαν προσπάθειαν εἰς τὸ νὰ στρέφουν τὰ βλέμματά των εἰς τὸν Οὐρανόν, εἰς τὸν δίκαιον καὶ πανάγιον Θεόν, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐνεθυμήθησαν τὶς δίκαιες ἐντολὲς καὶ κρίσεις τοῦ Θεοῦ.

Δαν. Σωσάννα,10

καὶ ἦσαν ἀμφότεροι κατανενυγμένοι περὶ αὐτῆς καὶ οὐκ ἀνήγγειλαν ἀλλήλοις τὴν ὀδύνην αὐτῶν,

Κολιτσάρα

Εἶχαν καὶ οἱ δύο πληγωθῆ ἀπὸ τὸ σαρκικὸν πάθος των πρὸς αὐτήν. Δὲν ἀνεκοίνωσαν δὲ ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον τὸν ἐσωτερικόν των πόνον ἀπὸ τὴν σφοδρότητα τοῦ σαρκικοῦ πάθους,

Τρεμπέλα

Εἶχαν δὲ καὶ οἱ δύο κυριευθῆ καὶ πληγωθῆ ἀπὸ τὴν σαρκικὴν ἐπιθυμίαν των πρὸς αὐτήν· ὅμως δὲν ἐγνωστοποίησεν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον τὸν πόνον ποὺ ἐδοκίμαζαν εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς των ἀπὸ τὴν σφοδρότητα τοῦ σαρκικοῦ πάθους,

Δαν. Σωσάννα,11

ὅτι ᾐσχύνοντο ἀναγγεῖλαι τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν ὅτι ἤθελον συγγενέσθαι αὐτῇ.

Κολιτσάρα

διότι ἐντρέποντο νὰ καταστήσῃ ὁ ἐνας πρὸς τὸν ἄλλον γνωστὴν τὴν ἐπιθυμίαν των, ὅτι δηλαδὴ εἶχαν πόθον νὰ ἔλθουν εἰς σαρκικὴν ἔνωσιν μὲ ἐκείνην.

Τρεμπέλα

διότι ἐντρέποντο νὰ ἀναγγείλῃ ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον τὴν λάγνον ἐπιθυμίαν ποὺ εἶχαν, νὰ ἔλθουν εἰς σαρκικὴν σχέσιν μὲ αὐτήν.

Δαν. Σωσάννα,12

καὶ παρετηροῦσαν φιλοτίμως καθ’ ἡμέραν ὁρᾶν αὐτήν.

Κολιτσάρα

Μὲ ἐπιμονὴν δὲ ἐξεμεταλλεύοντο κάθε εὐκαιρίαν, διὰ νὰ τὴν παρακολουθοῦν καὶ νὰ τὴν βλέπουν κάθε ἡμέραν.

Τρεμπέλα

Συνέχιζαν δὲ μὲ ἐπιμονήν, ἀνυπομονησίαν καὶ ἁμαρτωλὸν πόθον νὰ τὴν παρακολουθοῦν καὶ νὰ τὴν προσέχουν κάθε ἡμέραν.

Δαν. Σωσάννα,13

καὶ εἶπαν ἕτερος τῷ ἑτέρῳ· πορευθῶμεν δὴ εἰς οἶκον, ὅτι ἀρίστου ὥρα ἐστί. καὶ ἐξελθόντες διεχωρίσθησαν ἀπ’ ἀλλήλων,

Κολιτσάρα

Κάποιαν μεσημβρίαν, ὅταν ὅλοι εἶχαν ἀποχωρήσει, εἶπεν ὁ ἐνας εἰς τὸν ἄλλον· «ἂς πάμε πλέον εἰς τὸ σπίτι μας, διότι τώρα εἶναι ὥρα τοῦ γεύματος». Ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸν κῆπον καὶ ἐχωρίσθησαν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον.

Τρεμπέλα

Ἕνα μεσημέρι, ὅταν ὡς συνήθως εἶχεν ἀποχωρήσει ὁ λαός, οἱ δύο πρεσβύτεροι - δικασταὶ (προσπαθοῦντες νὰ ἐξαπατήσουν ἀλλήλους) εἶπαν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον: «Ἂς πάμε λοιπὸν εἰς τὸ σπίτι μας, διότι εἶναι ἡ ὥρα τοῦ γεύματος». Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ σπίτι, ἐχωρίσθησαν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον.

Δαν. Σωσάννα,14

καὶ ἀνακάμψαντες ἦλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἀνετάζοντες ἀλλήλους τὴν αἰτίαν, ὡμολόγησαν τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν· καὶ τότε κοινῇ συνετάξαντο καιρὸν ὅτε αὐτὴν δυνήσονται εὑρεῖν μόνην.

Κολιτσάρα

Ὅμως ὁ καθένας ἰδιαιτέρως ἐπέστρεψεν εἰς τὸν κῆπον τοῦ Ἰωακείμ, συνηντήθησαν, χωρὶς νὰ τὸ θέλουν, καὶ ἠρώτησαν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπέστρεψαν. Ὁμολόγησαν καὶ οἱ δύο τὴν ἐπιθυμίαν των. Τότε συνεφώνησαν μεταξύ των καὶ ὥρισαν καιρόν, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἠμποροῦσαν νὰ εὔρουν αὐτὴν μόνην.

Τρεμπέλα

Ἐχωρίσθησαν ὅμως προσωρινῶς· διότι, ἀφοῦ ἐπέστρεψαν πάλιν ὁ καθένας χωριστά, σννηντήθησαν, χωρὶς νὰ τὸ περιμένουν, εἰς τὸ ἴδιον μέρος, εἰς τὸν κῆπον, καὶ οἱ δύο! Μὴ δυνάμενοι δὲ πλέον νὰ κρύπτωνται μεταξύ των, ἠρώτησαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἐπέστρεψαν ὡμολόγησαν δὲ καὶ οἱ δύο τὴν ἀσελγῆ ἐπιθυμίαν των. Τότε συνεφώνησαν μεταξύ των καὶ ὥρισαν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἠμποροῦσαν νὰ εὔρουν μόνην της τὴν Σωσάνναν.

Δαν. Σωσάννα,15

καὶ ἐγένετο ἐν τῷ παρατηρεῖν αὐτοὺς ἡμέραν εὔθετον εἰσῆλθέ ποτε καθὼς ἐχθὲς καὶ τρίτης ἡμέρας μετὰ δύο μόνων κορασίων καὶ ἐπεθύμησε λούσασθαι ἐν τῷ παραδείσῳ, ὅτι καῦμα ἦν.

Κολιτσάρα

Συνέβη δέ, ἐνῷ αὐτοὶ ἐπερίμεναν νὰ εὔρουν τὴν κατάλληλον ἡμέραν, ἡ Σωσάννα, ὅπως ἐσυνήθιζε καὶ κατὰ τὰς ἄλλας ἡμέρας, εἰσῆλθεν εἰς τὸν κῆπον, συνοδευομένη ἀπὸ δύο μόνον μικρὰς ὑπηρετρίας χωρὶς κανένα ἄλλον, διὰ νὰ λουσθῇ εἰς τὸν κῆπον, διότι ἔκαμνε ζέστη.

Τρεμπέλα

Σννέβη λοιπὸν τοῦτο: Ἐνῷ οἱ δύο πρεσβύτεροι ἐπερίμεναν τὴν κατάλληλον ἡμέραν διὰ νὰ τὴν εὔρουν μόνην της καὶ πραγματοποιήσουν τὸν σκοπόν των, ἡ Σωσάννα εἰσῆλθεν εἰς τὸν κῆπον, ὅπως συνήθιζε καὶ ἄλλοτε, χθὲς καὶ τὴν προχθεσινὴν ἡμέραν, μὲ δύο μόνον νεαρὲς ὑπηρέτριές της, διὰ νὰ λουσθῇ εἰς τὸν κῆπον, διότι ἔκαμνε ζέστην.

Δαν. Σωσάννα,16

καὶ οὐκ ἦν οὐδεὶς ἐκεῖ πλὴν οἱ δύο πρεσβύτεροι κεκρυμμένοι καὶ παρατηροῦντες αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε κανένας ἄλλος πλὴν τῶν δύο πρεσβυτέρων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κρυμμένοι καὶ παρατηροῦσαν ἐμπαθῶς τὴν Σωσάνναν.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖ δὲ εἰς τὸν κῆπον δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄλλος, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δύο πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κρυμμένοι καὶ τὴν παρακολουθοῦσαν κυριευμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴν ἐπιθυμίαν.

Δαν. Σωσάννα,17

καὶ εἶπε τοῖς κορασίοις· ἐνέγκατε δή μοι ἔλαιον καὶ σμήγματα καὶ τὰς θύρας τοῦ παραδείσου κλείσατε, ὅπως λούσωμαι.

Κολιτσάρα

Ἡ Σωσάννα εἶπεν εἰς τὰς δύο ὑπηρετρίας της· «φέρετέ μου ἀρωματικὸν ἔλαιον καὶ τὰ ἄλλα εἴδη καθαριότητος, καὶ κλείσατε τὰς θύρας τοῦ κήπου, διὰ νὰ λουσθῶ».

Τρεμπέλα

Ἡ Σωσάννα εἶπεν εἰς τὶς δύο νεαρὲς ὑπηρέτριές της: «Φέρετέ μου ἀρωματικὸν λάδι, βάλσαμον καὶ ἄλλα εἴδη καθαριότητος καὶ κλεῖστε τὶς θύρες τὸν κήπου, διὰ νὰ λουσθῶ».

Δαν. Σωσάννα,18

καὶ ἐποίησαν καθὼς εἶπε καὶ ἀπέκλεισαν τὰς θύρας τοῦ παραδείσου καὶ ἐξῆλθαν κατὰ τὰς πλαγίας θύρας ἐνέγκαι τὰ προστεταγμένα αὐταῖς καὶ οὐκ εἴδοσαν τοὺς πρεσβυτέρους, ὅτι ἦσαν κεκρυμμένοι.

Κολιτσάρα

Αἱ κορασίδες ἐκεῖναι ἔκαμαν ὅπως εἶπεν εἰς αὐτὰς ἡ Σωσάννα. Ἔπειτα ἐβγῆκαν ἀπὸ τὰς πλαγίας θύρας τοῦ κήπου, διὰ νὰ φέρουν ἐκεῖνα που ἡ κυρία των τὰς εἶχε διατάξει. Δὲν εἶδαν δὲ τοὺς πρεσβυτέρους, διότι ἐκεῖνοι ἦσαν κρυμμένοι.

Τρεμπέλα

Οἱ δύο ὑπηρέτριες ἔκαμαν ὅπως τοὺς εἶπεν ἡ Σωσάννα καὶ ἔκλεισαν τὶς θύρες τοῦ κῆπου. Κατόπιν ἐβγῆκαν ἀπὸ τὶς πλάγιες θύρες τοῦ κῆπου, διὰ νὰ φέρουν ἀπὸ τὸ σπίτι ὅσα τοὺς εἶχε προστάξει. Δὲν εἶδαν δὲ οἱ δύο ὑπηρέτριες τοὺς πρεσβυτέρους, διότι αὐτοὶ ἦσαν κρυμμένοι.

Δαν. Σωσάννα,19

καὶ ἐγένετο ὡς ἐξήλθοσαν τὰ κοράσια, καὶ ἀνέστησαν οἱ δύο πρεσβῦται καὶ ἐπέδραμον αὐτῇ

Κολιτσάρα

Ὅταν, λοιπόν, ἐξῆλθαν τὰ δύο κοράσια, ἐσηκώθησαν οἱ δύο αὐτοὶ πρεσβύτεροι καὶ ἔτρεξαν πρὸς τὴν Σωσάνναν

Τρεμπέλα

Τότε ὅμως σννέβη τοῦτο: Μόλις ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸν κῆπον οἱ δύο νεαρὲς κόρες, οἱ δύο πρεσβύτεροι ἐπήδησαν ἀπὸ τὸν κρυψῶνα των, ὥρμησαν πρὸς τὴν Σωσάνναν

Δαν. Σωσάννα,20

καὶ εἶπον· ἰδοὺ αἱ θύραι τοῦ παραδείσου κέκλεινται, καὶ οὐδεὶς θεωρεῖ ἡμᾶς, καὶ ἐν ἐπιθυμίᾳ σού ἐσμεν· διὸ συγκατάθου ἡμῖν καὶ γενοῦ μεθ’ ἡμῶν·

Κολιτσάρα

καὶ εἶπαν· «ἰδοὺ αἱ θύραι τοῦ κήπου εἶναι κλεισταὶ καὶ κανεὶς δὲν μᾶς βλέπει. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐνωθοῦμε σαρκικῶς μαζῆ σου. Λοιπόν, χωρὶς καμμίαν ἀντίστασιν, ἐνώσου μαζῆ μας.

Τρεμπέλα

καὶ εἶπαν: «Ἰδού· οἱ θύρες τὸν κήπου εἶναι κλειστὲς καὶ κανεὶς δὲν μᾶς βλέπει. Ποθοῦμεν νὰ σννευρεθῶμεν μαζί σου. Δῶσε λοιπὸν τὴν συγκατάθεσίν σου χωρὶς κανένα δισταγμὸν καὶ ἑνώσου μαζί μας.

Δαν. Σωσάννα,21

εἰ δὲ μή, καταμαρτυρήσομέν σου ὅτι ἦν μετὰ σοῦ νεανίσκος καὶ διὰ τοῦτο ἐξαπέστειλας τὰ κοράσια ἀπὸ σοῦ.

Κολιτσάρα

Εὰν τυχὸν καὶ δὲν ὑποχωρήσῃς εἰς τὴν πρότασίν μας, θὰ καταθέσωμεν μαρτυρίαν ἐναντίον σου, ὅτι κάποιος νέος ἦτο μαζῆ σου καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπεμάκρυνες ἀπὸ κοντά σου τὰ δύο κοράσια».

Τρεμπέλα

Διαφορετικά, ἐὰν δὲν ὑποχωρήσῃς εἰς αὐτὸ ποὺ σοῦ προτείνομεν, θὰ μαρτυρήσωμεν ἐναντίον σου ὅτι ἦταν μαζί σου κάποιος νεαρὸς καὶ δι’ αὐτὸ ἀπεμάκρυνες τὶς νεαρὲς ὑπηρέτριες ἀπὸ κοντά σου»!

Δαν. Σωσάννα,22

καὶ ἀνεστέναξε Σωσάννα καὶ εἶπε· στενά μοι πάντοθεν· ἐάν τε γὰρ τοῦτο πράξω, θάνατός μοί ἐστιν, ἐάν τε μὴ πράξω, οὐκ ἐκφεύξομαι τὰς χεῖρας ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Ἡ Σωσσάνα ἀνεστέναξε καὶ εἶπε· «ἀπὸ παντοῦ ὑπάρχει στενοχωρία. Εὑρίσκομαι εἰς ἀδιέξοδον, διότι ἐὰν ὑποχωρήσω καὶ πράξω αὐτό, ποὺ μοῦ προτείνετε, μὲ περιμένει ὁ θάνατος ποὺ προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία. Ἐὰν ἀρνηθῶ νὰ πράξω τὸ πονηρόν, δὲν θὰ γλυτώσω ἀπὸ τὰ χέρια σας.

Τρεμπέλα

Ἡ Σωσάννα ἐμπρὸς εἰς τὴν ἀπειλὴν αὐτὴν ἀνεστέναξε βαθιὰ καὶ εἶπεν: «Εἶμαι στριμωγμένη, παγιδευμένη ἀπὸ παντοῦ· δὲν ὑπάρχει διέξοδος! Διότι ἐὰν συγκατατεθῶ καὶ πράξω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητεῖτε, μὲ περιμένει θάνατος· ἐὰν ἀρνηθῶ καὶ δὲν τὸ πράξω, δὲν θὰ γλυτώσω ἀπὸ τὰ χέρια σας.

Δαν. Σωσάννα,23

αἱρετώτερόν μοί ἐστι μὴ πράξασαν ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας ὑμῶν ἢ ἁμαρτεῖν ἐνώπιον Κυρίου.

Κολιτσάρα

Ὅμως εἶναι προτιμότερον δι’ ἐμὲ νὰ μὴ ἁμαρτήσω καὶ νὰ πέσω εἰς τὰ χέρια σας, παρὰ νὰ ἁμαρτήσω ἐνώπιον τοῦ Κυρίου».

Τρεμπέλα

Εἶναι προτιμότερον ὅμως εἰς ἐμὲ νὰ μὴ τὸ πράξω καὶ νὰ πέσω ἀθώα καὶ καθαρὴ εἰς τὰ χέρια σας, παρὰ νὰ ἁμαρτήσω ἐνώπιον τοῦ Κυρίου»!

Δαν. Σωσάννα,24

καὶ ἀνεβόησε φωνῇ μεγάλῃ Σωσάννα, ἐβόησαν δὲ καὶ οἱ δύο πρεσβῦται κατέναντι αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως ἡ Σωσάννα ἐφώναξε μὲ μεγάλην κραυγήν. Ἐφώναξαν ταυτοχρόνως καὶ οἱ δύο πρεσβύτεροι, ποὺ εὑρίσκοντο πλησίον της.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀμέσως ἡ ἁγνὴ Σωσάννα ἐφώναξε μὲ πολὺ δυνατὴν φωνὴν ταυτοχρόνως ὅμως ἐφώναξαν καὶ οἱ δύο πρεσβύτεροι, ποὺ εὑρίσκοντο πλησίον της, διὰ νὰ καλύψουν τὴν ἐνοχήν των.

Δαν. Σωσάννα,25

καὶ δραμὼν ὁ εἷς ἤνοιξε τὰς θύρας τοῦ παραδείσου.

Κολιτσάρα

Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἔτρεξε καὶ ἤνοιξε τὰς θύρας, τοῦ κήπου.

Τρεμπέλα

Ὁ ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς δύο ἔτρεξε καὶ ἄνοιξε τὶς θύρες τοῦ κήπου.

Δαν. Σωσάννα,26

ὡς δὲ ἤκουσαν τὴν κραυγὴν ἐν τῷ παραδείσῳ οἱ ἐκ τῆς οἰκίας, εἰσεπήδησαν διὰ τῆς πλαγίας θύρας ἰδεῖν τὸ συμβεβηκὸς αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ οἱ ὑπηρέται τῆς οἰκίας τοῦ Ἰωακεὶμ ἤκουσαν τὰς εἰς τὸν κῆπον κραυγάς, εἰσώρμησαν ἀπὸ τὴν πλαγίαν θύραν τοῦ κήπου, διὰ νὰ ἴδουν τί εἶχε συμβῆ εἰς τὴν Σωσάνναν.

Τρεμπέλα

Μόλις οἱ ὑπηρέται τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Ἰωακεὶμ ἄκουσαν τὶς δυνατὲς φωνὲς εἰς τὸν κῆπον, ὥρμησαν μέσα εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὴν πλαγίαν εἴσοδόν του, διὰ νὰ ἴδουν τὶ συμβαίνει εἰς τὴν κυρίαν των, τὴν Σωσάνναν.

Δαν. Σωσάννα,27

ἡνίκα δὲ εἶπαν οἱ πρεσβῦται τοὺς λόγους αὐτῶν, κατῃσχύνθησαν οἱ δοῦλοι σφόδρα, ὅτι πώποτε οὐκ ἐρρήθη λόγος τοιοῦτος περὶ Σωσάννης.

Κολιτσάρα

Ὅταν οἱ δύο ἐκεῖνοι πρεσβύτεροι εἶπαν τὰς ψευδολογίας των ἐναντίον τῆς Σωσάννης, κατεντροπιάσθησαν οἱ ὑπηρέται, διότι ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε λεχθῇ τέτοιος πονηρὸς λόγος διὰ τὴν Σωσάνναν.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ οἱ δύο πρεσβύτεροι εἶπαν τὶς ψευδεῖς κατηγορίες των κατὰ τῆς Σωσάννας, οἱ ὑπηρέται ἐδοκίμασαν πολὺ μεγάλην ἐντροπήν, διότι οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχε λεχθῇ τέτοιος βαρὺς καὶ πονηρὸς λόγος διὰ τὴν Σωσάνναν.

Δαν. Σωσάννα,28

Καὶ ἐγένετο τῇ ἐπαύριον ὡς συνῆλθεν ὁ λαὸς πρὸς τὸν ἄνδρα αὐτῆς Ἰωακείμ, ἦλθον οἱ δύο πρεσβῦται πλήρεις τῆς ἀνόμου ἐννοίας κατὰ Σωσάννης τοῦ θανατῶσαι αὐτὴν καὶ εἶπαν ἔμπροσθεν τοῦ λαοῦ·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁ λαὸς τῶν Ἰουδαίων συνεκεντρώθη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀνδρὸς τῆς Σωσάννης, τοῦ Ἰωακείμ. Ἐκεῖ προσῆλθον καὶ οἱ δύο πρεσβύτεροι ἔχοντες στερεὰν τὴν ἀπόφασιν τῆς παρανομίας εἰς τὸν ἐσκοτισμένον νοῦν των ἐναντίον τῆς Σωσάννης, διὰ νὰ τὴν καταδικάσουν εἰς θάνατον. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶπαν ἐνώπιον ὅλου τοῦ λαοῦ·

Τρεμπέλα

Τὴν ἑπομένην ἡμέραν συνέβη τοῦτο: Ὅταν συνεκεντρώθη ὁ λαὸς εἰς τὸ σπίτι τοῦ συζύγου τῆς Σωσάννας, τοῦ Ἰωακείμ, προσῆλθαν οἱ δύο πρεσβύτεροι μὲ σταθερὰν εἰς τὸν νοῦν των τὴν συκοφαντικὴν καὶ ἄνομον ἀπόφασιν κατὰ τῆς Σωσάννας, διὰ νὰ τὴν καταδικάσουν εἰς θάνατον. Καὶ οἱ ἀναίσχυντοι πρεσβύτεροι ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὸ συγκεντρωμένον πλῆθος καὶ εἶπαν:

Δαν. Σωσάννα,29

ἀποστείλατε ἐπὶ Σωσάνναν θυγατέρα Χελκίου, ἥ ἐστι γυνὴ Ἰωακείμ· οἱ δὲ ἀπέστειλαν.

Κολιτσάρα

«Στείλατε ἄνθρωπον καὶ φέρετε ἐδῶ τὴν Σωσάνναν, τὴν θυγατέρα τοῦ Χελκίου, ἡ ὁποία εἶναι σύζυγος τοῦ Ἰωακείμ». Ἐκεῖνοι ἀπέστειλαν πρὸς τοῦτο ἀνθρώπους.

Τρεμπέλα

«Στείλετε κάποιον καὶ φέρετε ἐδῶ τὴν Σωσάνναν, τὴν θυγατέρα τοῦ Χελκίου, ἡ ὁποία εἶναι σύζυγος τὸν Ἰωακείμ». Ἡ δὲ συνάθροισις τοῦ λαοῦ ἀπέστειλε διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀνθρώπους.

Δαν. Σωσάννα,30

καὶ ἦλθεν αὐτὴ καὶ οἱ γονεῖς αὐτῆς καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς καὶ πάντες οἱ συγγενεῖς αὐτῆς·

Κολιτσάρα

Ἡ Σωσάννα ἦλθε. Μαζῆ δὲ μὲ αὐτὴν ἦλθαν οἱ γονεῖς της, τὰ τέκνα της καὶ ὅλοι οἱ συγγενεῖς της.

Τρεμπέλα

Ἦλθεν ἡ Σωσάννα, μαζὶ δὲ μὲ αὐτὴν καὶ οἱ γονεῖς της καὶ τὰ τέκνα της καὶ ὅλοι οἱ συγγενεῖς της.

Δαν. Σωσάννα,31

ἡ δὲ Σωσάννα ἦν τρυφερὰ σφόδρα καὶ καλὴ τῷ εἴδει.

Κολιτσάρα

Ἡ Σωσάννα ἦτο τρυφερώτατον καὶ ὠραιότατον πλάσμα.

Τρεμπέλα

Ἦταν δὲ ἡ Σωσάννα πάρα πολὺ χαριτωμένη, τρυφερή, μὲ λεπτὰ χαρακτηριστικὰ καὶ ὡραιότατη εἰς τὴν ὄψιν.

Δαν. Σωσάννα,32

οἱ δὲ παράνομοι ἐκέλευσαν ἀποκαλυφθῆναι αὐτήν, ἦν γὰρ κατακεκαλυμμένη, ὅπως ἐμπλησθῶσι τοῦ κάλλους αὐτῆς·

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ ἡ Σωσσάνα ἦτο σκεπασμένη, οἱ παράνομοι ἐκεῖνοι πρεσβύτεροι δικασταί της διέταξαν νὰ ἀφαιρέσουν τὴν καλύπτραν της, διὰ νὰ ἴδουν πάλιν ἐμπαθῶς καὶ χορτάσουν βλέποντες τὸ κάλλος της.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ ἦταν σκεπασμένη μὲ πέπλον, οἱ ἀχρεῖοι καὶ παράνομοι κριταὶ της διέταξαν νὰ ἀφαιρέσουν τὴν καλύπτραν τῆς κεφαλῆς της διὰ νὰ χορτάσουν βλέποντες ἐμπαθῶς τὸ ἐξαίρετον κάλλος της!

Δαν. Σωσάννα,33

ἔκλαιον δὲ οἱ παρ’ αὐτῆς καὶ πάντες οἱ ἰδόντες αὐτήν.

Κολιτσάρα

Οἱ συγγενεῖς της καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν εἶχαν γνωρίσει, ἔκλαιαν.

Τρεμπέλα

Ἔκλαιαν δὲ ὅλοι οἱ συγγενεῖς της καὶ ὅλοι ὅσοι τὴν ἐγνώριζαν (κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ὅσοι τὴν εἶδαν).

Δαν. Σωσάννα,34

ἀναστάντες δὲ οἱ δύο πρεσβῦται ἐν μέσῳ τῷ λαῷ ἔθηκαν τὰς χεῖρας ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῆς·

Κολιτσάρα

Ἐσηκώθησαν τότε οἱ δύο πρεσβύτεροι ἐν μέσῳ τοῦ συγκεντρωθέντος πλήθους καὶ ἔθεσαν τὰ χέρια των ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς Σωσάννης.

Τρεμπέλα

Τότε οἱ δύο πρεσβύτεροι, ἀφοῦ ἐσηκώθησαν μεταξὺ τοῦ λαοῦ ποὺ εἶχε συγκεντρωθῆ, ἔθεσαν τὰ χέρια των ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν της, ὁρκιζόμενοι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ βεβαιώνοντες διὰ τὴν ἐνοχήν της.

Δαν. Σωσάννα,35

ἡ δὲ κλαίουσα ἀνέβλεψεν εἰς τὸν οὐρανόν, ὅτι ἦν ἡ καρδία αὐτῆς πεποιθυῖα ἐπὶ τῷ Κυρίῳ.

Κολιτσάρα

Ἐκείνη κλαίουσα ὕψωσε τὰ βλέμματά της εἰς τὸν οὐρανόν, διότι ἡ καρδία της εἶχεν ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὸν Κύριον.

Τρεμπέλα

Ἡ δὲ Σωσάννα κλαίουσα ὕψωσε τὸ βλέμμα της εἰς τὸν οὐρανόν, διότι ἡ ἁγνὴ καρδία της εἶχεν ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὸν παντογνώστην καὶ καρδιογνώστην Κύριον.

Δαν. Σωσάννα,36

εἶπον δὲ οἱ πρεσβῦται· περιπατούντων ἡμῶν ἐν τῷ παραδείσῳ μόνων, εἰσῆλθεν αὕτη μετὰ δύο παιδισκῶν καὶ ἀπέκλεισε τὰς θύρας τοῦ παραδείσου καὶ ἀπέλυσε τὰς παιδίσκας·

Κολιτσάρα

Οἱ δύο πρεσβύτεροι εἶπαν· «τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς περιπατούσαμεν μόνοι εἰς τὸν κῆπον, εἰσῆλθεν αὐτὴ μαζῆ με δύο ὑπηρετρίας καὶ ἔκλεισε τὰς θύρας τοῦ κήπου, ἔδιωξε δὲ τὰς ὑπηρετρίας της.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ δύο πρεσβύτεροι κριταὶ εἶπαν: «Ἐνῷ ἐπεριπατούσαμε μόνοι μας εἰς τὸν κῆπον, ἡ γυναῖκα αὐτὴ εἰσῆλθεν εἰς τὸν κῆπον μὲ δύο ὑπηρέτριες, ἔκλεισε τὶς πόρτες τοῦ κῆπου καὶ ἀπέλυσε τὶς ὑπηρέτριες.

Δαν. Σωσάννα,37

καὶ ἦλθε πρὸς αὐτὴν νεανίσκος, ὃς ἦν κεκρυμμένος, καὶ ἀνέπεσε μετ’ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Τότε ἦλθε πρὸς αὐτὴν ἔνας νεαρὸς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος ἦτο κάπου ἐκεῖ κρυμμένος, καὶ ἔπεσε μαζῆ μὲ αὐτὴν διὰ τὴν ἁμαρτίαν.

Τρεμπέλα

Τότε ἦλθε πρὸς αὐτὴν ἕνας νεαρός, ὁ ὁποῖος ἦταν κρυμμένος, καὶ ἔπεσε μαζί της διὰ τὴν ἁμαρτίαν.

Δαν. Σωσάννα,38

ἡμεῖς δὲ ὄντες ἐν τῇ γωνίᾳ τοῦ παραδείσου, ἰδόντες τὴν ἀνομίαν ἐδράμομεν ἐπ’ αὐτούς· καὶ ἰδόντες συγγινομένους αὐτούς,

Κολιτσάρα

Ἡμεῖς εὑρισκόμενοι εἰς κάποιαν γωνίαν τοῦ κήπου, εἴδαμεν μὲ τὰ μάτια μας τὴν παρανομίαν αὐτὴν καὶ ἐτρέξαμεν πρὸς αὐτούς. Τοὺς εἴδαμεν νὰ ἁμαρτάνουν.

Τρεμπέλα

Ἡμεῖς δέ, εὑρισκόμενοι εἰς κάποιαν γωνίαν τοῦ κήπου, ὅταν εἴδαμε τὴν παρανομίαν αὐτήν, ἐτρέξαμε πρὸς τὸ μέρος των. Καὶ ἐνῷ τοὺς εἴδαμε νὰ ἁμαρτάνουν,

Δαν. Σωσάννα,39

ἐκείνου μὲν οὐκ ἠδυνήθημεν ἐγκρατεῖς γενέσθαι διὰ τὸ ἰσχύειν αὐτὸν ὑπὲρ ἡμᾶς καὶ ἀνοίξαντα τὰς θύρας ἐκπεπηδηκέναι,

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνον, βεβαίως, τὸν νεαρὸν ἄνδρα δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ τὸν συλλάβωμεν, διότι ἦτο ἰσχυρότερος ἀπὸ ἡμᾶς. Ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ ἐπήδησε ἔξω ἀπὸ τὸν κῆπον.

Τρεμπέλα

δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ συλλάβωμεν καὶ κρατήσωμεν τὸν νεαρὸν ἐκεῖνον ἄνδρα, διότι αὐτὸς ἦταν πιὸ δυνατὸς ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἄνοιξε τὴν θύραν τοῦ κήπου, ἐπήδησεν ἔξω καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν.

Δαν. Σωσάννα,40

ταύτης δὲ ἐπιλαβόμενοι ἐπηρωτῶμεν· τίς ἦν ὁ νεανίσκος,

Κολιτσάρα

Συνελάβομεν ὅμως αὐτὴν καὶ τὴν ἐρωτούσαμεν: Ποιὸς ἦτο ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος ἀνήρ;

Τρεμπέλα

Συνελάβαμε ὅμως αὐτὴν καὶ ἀρχίσαμε νὰ τὴν ἐρωτῶμεν νὰ μᾶς εἰπῇ ποῖος ἦταν ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος.

Δαν. Σωσάννα,41

καὶ οὐκ ἠθέλησεν ἀγγεῖλαι ἡμῖν. ταῦτα μαρτυροῦμεν. καὶ ἐπίστευσεν αὐτοῖς ἡ συναγωγὴ ὡς πρεσβυτέροις τοῦ λαοῦ καὶ κριταῖς καὶ κατέκριναν αὐτὴν ἀποθανεῖν.

Κολιτσάρα

Αὐτὴ δὲν ἠθέλησε νὰ μᾶς τὸν φανερώσῃ. Αὐτὰς τὰς μαρτυρίας καταθέτομεν». Ὅλος ὁ συγκεντρωμένος ἐκεῖ λαὸς ἐπίστευσεν εἰς τὴν καταμαρτυρίαν ἐκείνων, διότι ἦσαν μεγαλύτεροι κατὰ τὴν ἡλικίαν καὶ δικασταὶ ὡς πρὸς τὸ ἀξίωμα. Ὅλοι κατεδίκασαν τὴν Σωσάνναν εἰς θάνατον.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ αὐτὴ ἠρνήθη νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ καὶ νὰ μᾶς τὸν φανερώσῃ. Αὐτὰ τὰ γεγονότα καταθέτομεν ὡς μαρτυρίες». Ἐφ’ ὅσον δὲ αὐτοὶ ἦσαν πρεσβύτεροι (ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν) καὶ κριταὶ (δικασταὶ κατὰ τὸ ἀξίωμα), ἡ συνάθροισις τοῦ λαοῦ ἐπίστευσεν εἰς τὴν μαρτυρίαν των. Ἔτσι ὅλοι ὅσοι ἦσαν συγκεντρωμένοι κατεδίκασαν τὴν Σωσάνναν εἰς θάνατον.

Δαν. Σωσάννα,42

ἀνεβόησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ Σωσάννα καὶ εἶπεν· ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος ὁ τῶν κρυπτῶν γνώστης, ὁ εἰδὼς τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν,

Κολιτσάρα

Ἡ Σωσάννα ἔκραξε τότε μὲ μεγάλην φωνὴν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπε· «Σὺ ὁ αἰώνιος Θεός, ὁ ὁποῖος γνωρίζεις τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων, γνωρίζεις τὰ πάντα καὶ πρὶν ἀκόμη γίνουν,

Τρεμπέλα

Τότε ἡ ἀθώα Σωσάννα ἐφώναξε μὲ πολὺ δυνατὴν φωνὴν καὶ εἶπεν: «Αἰώνιε Θεέ, Σὺ ὁ ὁποῖος γνωρίζεις τὰ μυστικά, τὰ κρυμμένα καὶ ἀπόρρητα τῶν ἀνθρώπων Σὺ ὁ ὁποῖος γνωρίζεις τὰ πάντα πρὶν ἀκόμη γίνουν·

Δαν. Σωσάννα,43

σὺ ἐπίστασαι ὅτι ψευδῆ μου κατεμαρτύρησαν· καὶ ἰδοὺ ἀποθνήσκω μὴ ποιήσασα μηδὲν ὧν οὗτοι ἐπονηρεύσαντο κατ’ ἐμοῦ.

Κολιτσάρα

σὺ γνωρίζεις πολὺ καλά, ὅτι ψεύδη εἶναι ὅλα ὅσα κατέθεσαν αὐτοὶ ἐναντίον μου. Ἰδού, ἐξ αἰτίας τῆς ψευδολογίας των κατεδικάσθην εἰς θάνατον. Πεθαίνω χωρὶς νὰ ἔχω πράξει τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἐν τῇ πονηρίᾳ των ἐμηχανορράφησαν ἐναντίον μου».

Τρεμπέλα

Σύ, Κύριε, γνωρίζεις πολὺ καλὰ ὅτι ὅλα ὅσα κατέθεσαν εἰς βάρος μου εἶναι ψευδῆ. Καὶ τώρα, νά! Κατεδικάσθην εἰς θάνατον καὶ πρόκειται νὰ ἀποθάνω, χωρὶς νὰ ἔχω κάμει τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα αὐτοὶ μὲ πονηρίαν ἐδολοπλόκησαν καὶ ἐραδιούργησαν ἐνάντίον μου!»

Δαν. Σωσάννα,44

Καὶ εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος ἤκουσε τὴν φωνὴν τῆς προσευχῆς της.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντογνώστης καὶ δικαιοκρίτης Θεὸς ἄκουσε τὴν φωνὴν τῆς προσευχῆς της.

Δαν. Σωσάννα,45

καὶ ἀπαγομένης αὐτῆς ἀπολέσθαι, ὁ Θεὸς ἐξήγειρε τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον παιδαρίου νεωτέρου, ᾧ ὄνομα Δανιήλ,

Κολιτσάρα

Καὶ ἰδού, ἐνῷ ἐκείνη ὠδηγεῖτο εἰς θανατικὴν ἐκτέλεσιν, ὁ Θεὸς διήγειρε καὶ ἐφώτισε τὴν ἁγίαν ψυχὴν ἑνὸς νεαροῦ παιδαρίου, ποὺ ὠνομάζετο Δανιήλ.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ λοιπὸν ἡ Σωσάννα ὡδηγεῖτο πρὸς θανατικὴν ἐκτέλεσιν, ὁ Θεὸς διήγειρε, παρεκίνησε καὶ διέθεσεν εὐμενῶς ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ἁγίαν ψυχὴν ἐνὸς νεαροῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Δανιήλ·

Δαν. Σωσάννα,46

καὶ ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ· ἀθῷος ἐγὼ ἀπὸ τοῦ αἵματος ταύτης.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς μὲ μεγάλην φωνὴν ἐφώναξε καὶ εἶπε· «ἀθῶος εἶμαι ἐγὼ ἀπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ ἀδίκου αὐτοῦ αἵματος, ποὺ πρόκειται νὰ χυθῇ».

Τρεμπέλα

Ὁ Δανιὴλ αὐτὸς ἐφώναξε μὲ πολὺ δυνατὴν φωνὴν καὶ εἶπεν: «Ἐγὼ εἶμαι ἀθῶος ἀπὸ τὴν ἄδικον καταδίκην εἰς θάνατον τῆς γυναίκας αὐτῆς!»

Δαν. Σωσάννα,47

ἐπέστρεψε δὲ πᾶς ὁ λαὸς πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπαν· τίς ὁ λόγος οὗτος, ὃν σὺ λελάληκας;

Κολιτσάρα

Ὅλος ὁ λαὸς ἐστράφη πρὸς τὸν Δανιὴλ καὶ τοῦ εἶπαν· «τί σημαίνει αὐτὸς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπες;»

Τρεμπέλα

Εἰς τὸ ἄκουσμα τῶν λόγων αὐτῶν ὅλος ὁ λαὸς ἐστράφη πρὸς τὸν Δανιὴλ καὶ τὸν ἐρώτησαν: «Τί σημαίνει ὁ λόγος αὐτός, τὸν ὁποῖον σὺ εἶπες;»

Δαν. Σωσάννα,48

ὁ δὲ στὰς ἐν μέσῳ αὐτῶν εἶπεν· οὕτως μωροὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ; οὐκ ἀνακρίναντες οὐδὲ τὸ σαφὲς ἐπιγνόντες κατεκρίνατε θυγατέρα Ἰσραήλ;

Κολιτσάρα

ὁ Δανιὴλ ἐστάθη ἀνάμεσα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ εἶπε· «τόσον μωροὶ εἶσθε σεῖς, οἱ Ἰσραηλῖται; Χωρὶς νὰ ἐρευνήσετε τὴν ὑπόθεσιν, χωρὶς τίποτε τὸ σαφὲς καὶ συγκεκριμένον νὰ γνωρίζετε, κατεδικάσατε τὴν θυγατέρα αὐτὴν τοῦ Ἰσραὴλ εἰς θάνατον;

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιήλ, ἀφοῦ ἐστάθη εἰς τὸ μέσον τοῦ πλήθους, ἀπάντησε: «Τόσον πολὺ ἀνόητοι εἶσθε, ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ! Χωρὶς νὰ ἐρευνήσετε μὲ προσοχὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ χωρὶς νὰ ἔχετε μάθει κάτι τὸ συγκεκριμένον, τὸ ἀληθινὸν καὶ τὸ σαφές, κατεδικάσατε εἰς θάνατον μίαν θυγατέρα τοῦ Ἰσραήλ;

Δαν. Σωσάννα,49

ἀναστρέψατε εἰς τὸ κριτήριον· ψευδῆ γὰρ οὗτοι κατεμαρτύρησαν αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ἐπιστρέψατε εἰς τὸ δικαστήριον, διότι αὐτοὶ οἱ πρεσβύτεροι κατέθεσαν ψευδεῖς μαρτυρίας ἐναντίον της».

Τρεμπέλα

Μὴ προχωρεῖτε· γυρίστε πίσω εἰς τὸ δικαστήριον. Διότι οἱ πρεσβύτεροι αὐτοὶ κριταί, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν κατήγοροι καὶ μάρτυρες, κατέθεσαν ἐναντίον τῆς ψευδεῖς μαρτυρίες».

Δαν. Σωσάννα,50

καὶ ἀνέστρεψε πᾶς ὁ λαὸς μετὰ σπουδῆς. καὶ εἶπαν αὐτῷ οἱ πρεσβύτεροι· δεῦρο κάθισον ἐν μέσῳ ἡμῶν καὶ ἀνάγγειλον ἡμῖν, ὅτι σοὶ δέδωκεν ὁ Θεὸς τὸ πρεσβεῖον.

Κολιτσάρα

Ὅλος ὁ λαὸς ἐπέστρεψε βιαστικὰ εἰς τὸ δικαστήριον. Οἱ πρεσβύτεροι μὲ προφανῆ εἰρωνείαν εἶπαν εἰς τὸν Δανιήλ· «ἔλα, λοιπόν, κάθισε ἀνάμεσά μας καὶ εἰπὲ τὴν γνώμην σου, διότι φαίνεται ὅτι ἔδωσεν ὁ Θεὸς εἰς σὲ τὸ δικαίωμα τοῦ πρεσβυτέρου, νὰ κρίνῃς καὶ νὰ δικάζῃς»!

Τρεμπέλα

Τότε ὅλος ὁ λαὸς ἐπέστρεψε βιαστικὰ εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ δικαστηρίου. Καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ εἶπαν εἰς τὸν Δανιήλ: «Ἔλα, κάθησε μεταξύ μας καὶ πές μας τὶ ἀκριβῶς ἐννοεῖς, διότι φαίνεται ὅτι ὁ Θεὸς παρεχώρησεν εἰς σὲ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν τιμὴν ποὺ ἔχουν οἱ πρεσβύτεροι νὰ δικάζουν καὶ νὰ κρίνουν».

Δαν. Σωσάννα,51

καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Δανιήλ· διαχωρίσατε αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων μακράν, καὶ ἀνακρινῶ αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ εἶπε πρὸς τὸν λαόν· «χωρίσατε τὸν ἕνα μακρυὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ ἐγὼ θὰ τοὺς ἐξετάσω ἰδιαιτέρως».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Δανιὴλ εἶπε πρὸς αὐτούς: «Χωρίσατε τὸν ἕνα πρεσβύτερον - κριτήν (κατήγορον τῆς Σωσάννας) μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον, καὶ ἐγὼ θὰ τοὺς ἀνακρίνω, θὰ τοὺς ἐξετάσω χωριστά».

Δαν. Σωσάννα,52

ὡς δὲ διεχωρίσθησαν εἷς ἀπὸ τοῦ ἑνός, ἐκάλεσε τὸν ἕνα αὐτῶν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· πεπαλαιωμένε ἡμερῶν κακῶν, νῦν ἥκασιν αἱ ἁμαρτίαι σου, ἃς ἐποίεις τὸ πρότερον

Κολιτσάρα

Ὅταν ἐχώρισαν τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἐκάλεσε τὸν πρῶτον ἀπὸ τοὺς δύο ὁ Δανιὴλ καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν·

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ τοὺς ἐχώρισαν, ὁ Δανιὴλ ἐκάλεσε τὸν ἕνα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τοῦ εἶπε: «Γέρικο λείψανον, ποὺ ἐγήρασες μέσα εἰς τὴν ἀνομίαν καὶ τὴν ἁμαρτίαν, ἦλθεν ὁ καιρὸς νὰ ἀποκαλυφθοῦν οἱ ἁμαρτιές σου, τὶς ὁποῖες ἔκαμες εἰς τὸ παρελθόν.

Δαν. Σωσάννα,53

κρίνων κρίσεις ἀδίκους καὶ τοὺς μὲν ἀθῴους κατακρίνων, ἀπολύων δὲ τοὺς αἰτίους, λέγοντος τοῦ Κυρίου· ἀθῷον καὶ δίκαιον οὐκ ἀποκτενεῖς·

Κολιτσάρα

«ἐξέδιδες ἀδίκους ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων τοὺς μὲν ἀθώους κατεδίκαζες, τοὺς δὲ ἐνόχους ἠθώωνες καὶ ἀπέλυες, μολονότι ὁ Κύριος ἔλεγε: Δὲν θὰ καταδικάσῃς καὶ δὲν θὰ παραδώσῃς εἰς θάνατον ἀθῷον καὶ δίκαιον ἄνθρωπον.

Τρεμπέλα

Μέχρι τώρα ἐξέδιδες ἄδικες ἀποφάσεις, μὲ τὶς ὁποῖες κατεδίκαζες ὡς ἐνόχους τοὺς ἀθώους, ἀθώωνες δὲ καὶ ἄφηνες ἐλευθέρους τοὺς ἐνόχους, παρ’ ὅλον ὅτι ὁ Κύριος λέγει· «ἄνθρωπον ἀθῶον καὶ δίκαιον δὲν θὰ καταδικάσῃς εἰς θάνατον».

Δαν. Σωσάννα,54

νῦν οὖν ταύτην εἴπερ εἶδες, εἰπόν· ὑπὸ τί δένδρον εἶδες αὐτοὺς ὁμιλοῦντας ἀλλήλοις; ὁ δὲ εἶπεν· ὑπὸ σχῖνον.

Κολιτσάρα

Ἐάν, λοιπόν, πράγματι εἶδες τὴν γυναῖκα αὐτὴν νὰ ἁμαρτάνῃ, εἰπέ μας τώρα, κάτω ἀπὸ ποιὸ δένδρον εἶδες αὐτὴν καὶ τὸν νεαρὸν νὰ διαπράττουν ἁμαρτίαν;» Ὁ γέρων ἐκεῖνος ἀπήντησε· «κάτω ἀπὸ ἕνα σχῖνον».

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπόν, ἐφ’ ὅσον, ὅπως ἰσχυρίζεσαι, εἶδες μὲ τὰ μάτια σου αὐτήν (τὴν Σωσάνναν) νὰ ἁμαρτάνῃ, πές μας· κάτω ἀπὸ ποιὸ δένδρον εἶδες αὐτούς (τὴν Σωσάνναν καὶ τὸν νεαρόν) νὰ ἁμαρτάνουν;» Καὶ ὁ πρεσβύτερος - κριτὴς ἀπάντησε: «Κάτω ἀπὸ ἕνα σχῖνον».

Δαν. Σωσάννα,55

εἶπε δὲ Δανιήλ· ὀρθῶς ἔψευσαι εἰς τὴν σεαυτοῦ κεφαλήν· ἤδη γὰρ ἄγγελος Θεοῦ λαβὼν φάσιν παρὰ τοῦ Θεοῦ σχίσει σε μέσον.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ τοῦ ἀπήντησε· «ὁλοφάνερα καὶ ἀναισχύντως ψεύδεσαι εἰς βάρος ὅμως τοῦ κεφαλιοῦ σου, εἰς βάρος τῆς ζωῆς σου. Διότι ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἔλαβε πλέον ἐντολὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ νὰ σὲ σχίσῃ εἰς τὸ μέσον».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιὴλ τοῦ εἶπεν: «Ὡραῖα τὰ λέγεις! Ψεύδεσαι ὅμως ἀσύστολα εἰς βάρος τοῦ ἰδικοῦ σου κεφαλιοῦ, τῆς ἰδικῆς σου ζωῆς! Διότι ἤδη ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ παρέλαβε τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐναντίον σου καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, θὰ σὲ σχίσῃ εἰς τὸ μέσον!»

Δαν. Σωσάννα,56

καὶ μεταστήσας αὐτὸν ἐκέλευσε προσαγαγεῖν τὸν ἕτερον· καὶ εἶπεν αὐτῷ· σπέρμα Χαναὰν καὶ οὐκ Ἰούδα, τὸ κάλλος ἐξηπάτησέ σε, καὶ ἐπιθυμία διέστρεψε τὴν καρδίαν σου·

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ ἀπεμάκρυνεν αὐτόν, διέταξε νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν του ὁ ἄλλος πρεσβύτερος καὶ ἠρώτησεν αὐτόν· «πονηρὲ ἀπόγονε τοῦ ἁμαρτωλοῦ Χαναὰν καὶ ὄχι τοῦ Ἰούδα, σὲ ἐξηπάτησε τὸ κάλλος καὶ διέστρεψε τὴν καρδίαν σου ἡ πονηρὰ ἐπιθυμία.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ὁ Δανιὴλ ἀπεμάκρυνε τὸν πρεσβύτερον ποὺ ἀνέκρινε, διέταξε νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν του ὁ ἄλλος. Ὅταν δὲ παρουσιάσθη, ὁ Δανιὴλ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Ἀπόγονε τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ καταραμένων ἀπὸ τὸν Θεὸν Χαναναίων καὶ ὄχι τοῦ εὐλογημένου Ἰούδα, τὸ ἐξαίρετον κάλλος της (τῆς Σωσάννας) σὲ ἐξηπάτησε καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ ἐπιθυμία διέφθειρε τὴν καρδιά σου.

Δαν. Σωσάννα,57

οὕτως ἐποιεῖτε θυγατράσιν Ἰσραήλ, καὶ ἐκεῖναι φοβούμεναι ὡμίλουν ὑμῖν, ἀλλ’ οὐ θυγάτηρ Ἰούδα ὑπέμεινε τὴν ἀνομίαν ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Τέτοιες παρανομίες διεπράττετε μὲ τὰς θυγατέρας τοῦ Ἰσραήλ, ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖναι σᾶς ἐφοβοῦντο, ὑποχωροῦσαν εἰς τὰς ἀνηθίκους προτάσεις σας καὶ ἤρχοντο εἰς σχέσεις μαζῆ σας. Ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι μία θυγάτηρ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα δὲν ἠνέχθη τὴν παρανομίαν σας.

Τρεμπέλα

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχετε συμπεριφερθῆ καὶ οἱ δύο σας πρὸς τὶς θυγατέρες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ (τοῦ βορείου βασιλείου, ποὺ εἶχεν ἀποστατήσει ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἐζοῦσε εἰς τὴν ἁμαρτίαν), καὶ ἐκεῖνες, ἐπειδὴ σᾶς ἐφοβοῦντο, δὲν ἀνθίσταντο καὶ ὑποχωροῦσαν εἰς τοὺς ἐκβιασμούς σας καὶ συνευρίσκοντο μαζί σας. Ἀλλ’ ἐδῶ ὑπάρχει, μία θυγατέρα τοῦ Ἰούδα (τοῦ νοτίου βασιλείου, ποὺ εἶχε μείνει πιστὸν εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεόν), ἡ ὁποία δὲν ὑπεχώρησε καὶ δὲν ἠνέχθη τὴν ἀνήθικον πρότασίν σας, τὴν παρανομίαν σας!

Δαν. Σωσάννα,58

νῦν οὖν λέγε μοι· ὑπὸ τί δένδρον κατέλαβες αὐτοὺς ὁμιλοῦντας ἀλλήλοις; ὁ δὲ εἶπεν· ὑπὸ πρῖνον.

Κολιτσάρα

Τώρα, λοιπόν, εἰπέ μου· κάτω ἀπὸ ποιὸ δένδρον συνέλαβες αὐτοὺς νὰ ἁμαρτάνουν;» Ἐκεῖνος εἶπε· «κάτω ἀπὸ ἕνα πρινάρι».

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπὸν πές μου· κάτω ἀπὸ ποιὸ δένδρον τοὺς συνέλαβες (τὴν Σωσάνναν καὶ τὸν νεαρόν) νὰ ἁμαρτάνουν;» Ὁ δὲ πρεσβύτερος - κριτὴς ἀπάντησε: «Κάτω ἀπὸ ἕνα πουρνάρι».

Δαν. Σωσάννα,59

εἶπε δὲ αὐτῷ Δανιήλ· ὀρθῶς ἔψευσαι καὶ σὺ εἰς τὴν σεαυτοῦ κεφαλήν· μένει γὰρ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τὴν ῥομφαίαν ἔχων πρίσαι σε μέσον, ὅπως ἐξολοθρεύσῃ ὑμᾶς.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ τοῦ ἀπήντησε· «ὁλοφάνερα καὶ ἀναισχύντως ψεύδεσαι καὶ σὺ εἰς βάρος τοῦ κεφαλιοῦ σου, εἰς βάρος τῆς ζωῆς σου. Διότι ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ρομφαίαν εἰς τὸ χέρι περιμένει τὴν στιγμὴν νὰ σὲ πριονίσῃ εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ ἐξολοθρεύσῃ καὶ τοὺς δυό σας».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Δανιὴλ τοῦ εἶπε: «Μάλιστα! Ψεύδεσαι ὅμως καὶ σὺ ὁλοφάνερα καὶ ἀσύστολα εἰς βάρος τοῦ ἰδικοῦ σου κεφαλιοῦ, τῆς ἰδικῆς σου ζωῆς! Διότι ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κρατεῖ τὸ πλατὺ καὶ μεγάλο ἀμφίστομον σπαθί, ἀναμένει τὴν ὥραν ποὺ θὰ σὲ πριονίσῃ εἰς τὸ μέσον, διὰ νὰ ἐξολοθρεύσῃ ἔτσι καὶ τοὺς δύο σας».

Δαν. Σωσάννα,60

καὶ ἀνεβόησε πᾶσα ἡ συναγωγὴ φωνῇ μεγάλῃ καὶ εὐλόγησαν τῷ Θεῷ τῷ σώζοντι τοὺς ἐλπίζοντας ἐπ’ αὐτόν.

Κολιτσάρα

Τότε ὅλος ὁ λαὸς ὁ συγκεντρωμένος ἐκραύγασε μὲ φωνὴν μεγάλην καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος σῴζει τοὺς ἀθώους ἀνθρώπους ποὺ στηρίζουν εἰς αὐτὸν τὰς ἐλπίδας των.

Τρεμπέλα

Τότε ὅλος ὁ συγκεντρωμένος λαός, ποὺ παρηκολούθησε τὴν ἀνάκρισιν, ἐφώναξε δυνατὰ μὲ φωνὴν ἰσχυρὰν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος σώζει τὶς ψυχὲς ὅλων ὅσοι στηρίζουν μὲ πίστιν τὶς ἐλπίδες των εἰς Ἐκεῖνον.

Δαν. Σωσάννα,61

καὶ ἀνέστησαν ἐπὶ τοὺς δύο πρεσβύτας, ὅτι συνέστησεν αὐτοὺς Δανιὴλ ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν ψευδομαρτυρήσαντας, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὃν τρόπον ἐπονηρεύσαντο τῷ πλησίον,

Κολιτσάρα

Ἐξηγέρθησαν δὲ ἐναντίον τῶν δύο ἐκείνων πρεσβυτέρων, διότι ὁ Δανιὴλ τοὺς ἀπέδειξεν ἀπὸ τὰς ἰδίας αὐτῶν μαρτυρίας ὅτι ἐψευδομαρτύρηοαν, ἐπέβαλαν ὁμοφώνως εἰς αὐτοὺς τὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι ἐν τῇ πονηρίᾳ των ἤθελαν νὰ ἐπιβάλουν εἰς τὴν πλησίον των, τὴν Σωσάνναν.

Τρεμπέλα

Καὶ τὸ συγκεντρωμένον πλῆθος ἐξηγέρθη ἐναντίον τῶν δύο πρεσβυτέρων, διότι ὁ Δανιὴλ τοὺς ἀπέδειξεν ἀπὸ τὶς ἰδικές των καταθέσεις, οἱ ὁποῖες δὲν συμφωνοῦσαν μεταξύ των, ὅτι εἶναι ψευδομάρτυρες. Καὶ ὁ λαὸς ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἰδίαν ποινὴν τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι μὲ τὴν κακίαν καὶ πονηρίαν των ἐπροσπάθησαν νὰ ἐπιβάλουν εἰς τὸν πλησίον (τὴν Σωσάνναν).

Δαν. Σωσάννα,62

ποιῆσαι κατὰ τὸν νόμον Μωϋσῆ, καὶ ἀπέκτειναν αὐτούς· καὶ ἐσώθη αἷμα ἀναίτιον ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ.

Κολιτσάρα

Διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ δὲ ὁ νόμος τοῦ Μωϋσέως, ποὺ διατάσσει νὰ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ψευδομάρτυρα ἡ ποινή ποὺ θὰ ἐπεβάλλετο εἰς τὸν ἀδίκως κατασυκοφαντούμενον, τοὺς ἐφόνευσαν. Καὶ ἔτσι διεσώθη ἀπὸ βέβαιον θάνατον κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην μία ἀθώα ὕπαρξις.

Τρεμπέλα

Διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ δὲ ὁ Νόμος τοῦ Μωϋσῆ «ποὺ ὁρίζει νὰ τιμωρῆται ὁ ψευδομάρτυς μὲ τὴν ἰδίαν τιμωρίαν μὲ τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησε νὰ τιμωρήσῃ τὸ πρόσωπον ποὺ ἐσυκοφάντησε», τοὺς ἐφόνευσαν. Τοιουτοτρόπως κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην διεσώθη ἀπὸ τὴν εἰς θάνατον καταδίκην ἕνας ἀθῶος ἄνθρωπος «ἡ Σωσάννα».

Δαν. Σωσάννα,63

Χελκίας δὲ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ᾔνεσαν τὸν Θεὸν περὶ τῆς θυγατρὸς αὐτῶν μετὰ Ἰωακεὶμ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς καὶ τῶν συγγενῶν πάντων, ὅτι οὐχ εὑρέθη ἐν αὐτῇ ἄσχημον πρᾶγμα.

Κολιτσάρα

Ὁ Χελκίας καὶ ἡ σύζυγος του ἐδόξασαν τὸν Θεὸν διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς θυγατρός των, μαζῆ μὲ τὸν Ἰωακείμ, τὸν σύζυγον τῆς Σωσάννης, καὶ μὲ ὅλους τοὺς συγγενεῖς των. Διότι δὲν εὑρέθη καμμία πονηρὰ πρᾶξις, καμμία ἐνοχὴ εἰς αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ὁ Χελκίας δὲ καὶ ἡ σύζυγός του ἐδόξασαν τὸν Θεὸν διὰ τὴν ἀθώωσιν τῆς θυγατρός των, τῆς Σωσάννας, μαζὶ μὲ τὸν σύζυγόν της, τὸν Ἰωακείμ, καὶ μὲ ὅλους τοὺς συγγενεῖς των· διότι δὲν διεπιστώθη εἰς βάρος της καμμία ἐνοχὴ διὰ κάτι τὸ ἄτιμον καὶ ἐπονείδιστον.

Δαν. Σωσάννα,64

καὶ Δανιὴλ ἐγένετο μέγας ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ἐπέκεινα.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Δανιὴλ ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ἔπειτα ἀνεδείχθη μέγας ἐνώπιον τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Δανιὴλ ἐξετιμήθη, ἀνεγνωρίσθη καὶ ἀνεδείχθη μέγας ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ἔπειτα.