Δευτερονόμιον 9

Δευτ. 9,1

Ἄκουε, Ἰσραήλ· σὺ διαβαίνεις σήμερον τὸν Ἰορδάνην εἰσελθεῖν κληρονομῆσαι ἔθνη μεγάλα καὶ ἰσχυρότερα μᾶλλον ἢ ὑμεῖς, πόλεις μεγάλας καὶ τειχήρεις ἕως τοῦ οὐρανοῦ,

Κολιτσάρα

Ἄκουσε, λαέ του Ἰσραήλ, θὰ διαβῇς κατὰ τὸν χρόνον αὐτὸν τὸν Ἰορδάνην, θὰ εἰσέλθῃς εἰς τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας διὰ νὰ γίνῃς κύριος καὶ κληρονόμος λαῶν μεγάλων κατὰ πολὺ ἰσχυροτέρων ἀπὸ σέ, πόλεων μεγάλων, τῶν ὁποίων τὰ ὀχυρὰ τείχη φθάνουν ἕως τὸν οὐρανόν.

Τρεμπέλα

Ἄκουε, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ! Ἦλθε πλέον ὁ καιρὸς καὶ περνᾷς τὸν Ἰορδάνην, διὰ νὰ εἰσέλθῃς εἰς τὴν Χαναὰν καὶ νὰ κληρονομήσῃς χώρας, ποὺ τὰς κατέχουν ἔθνη μεγάλα καὶ πολὺ πιὸ δυνατὰ ἀπὸ σᾶς· πόλεις μεγάλας καὶ ὠχυρωμένας μὲ τείχη ὑψηλά, ποὺ φθάνουν ἕως τὸν οὐρανόν.

Δευτ. 9,2

λαὸν μέγαν καὶ πολὺν καὶ εὐμήκη, υἱοὺς Ἐνάκ, οὓς σὺ οἶσθα καὶ σὺ ἀκήκοας· τίς ἀντιστήσεται κατὰ πρόσωπον υἱῶν Ἐνάκ;

Κολιτσάρα

Θὰ κυριεύσετε λαὸν ἰσχυρὸν πολυάριθμον, ἀνθρώπους μεγάλου ἀναστήματος, τοὺς ἀπογόνους Ἐνάκ, τοὺς ὁποίους γνωρίζεις καὶ ἔχεις ἀκούσει νὰ λέγεται δι’ αὐτούς· «ποιὸς ἠμπορεῖ νὰ ἀντισταθῇ ἐμπρὸς εἰς τοὺς Ἐνακίτας;»

Τρεμπέλα

Θὰ νικήσῃς μεγάλον καὶ πολυάριθμον λαὸν ὑψηλοῦ ἀναστήματος, τοὺς ἑξακουστοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἐνάκ, τοὺς ὁποίους γνωρίζεις ἤδη καὶ ἔχεις ἀκούσει καὶ ἀπὸ τοὺς κατασκόπους, ποὺ τοὺς εἶδαν, νὰ λέγουν δι’ αὐτούς: «Ποῖος εἶναι αὐτός, ποὺ θὰ τολμήσῃ νὰ ἀντισταθῇ καὶ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς Ἐνακίτας;»

Δευτ. 9,3

καὶ γνώσῃ σήμερον, ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου, οὗτος προπορεύσεται πρὸ προσώπου σου· πῦρ καταναλίσκον ἐστίν· οὗτος ἐξολοθρεύσει αὐτούς, καὶ οὗτος ἀποστρέψει αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου σου, καὶ ἀπολεῖ αὐτοὺς ἐν τάχει, καθάπερ εἶπέ σοι Κύριος.

Κολιτσάρα

Θὰ μάθῃς ὅμως σήμερον, ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου θὰ προχωρῇ ἐμπρὸς ἀπὸ σέ, ὠσὰν καταστρεπτικὸν πῦρ διὰ τοὺς ἐχθρούς σου. Αὐτὸς θὰ τοὺς ἐξολοθρεύσῃ. Αὐτὸς θὰ τοὺς τρέψῃ εἰς φυγὴν ἀπὸ ἐμπρός σου καὶ ταχέως θὰ τοὺς καταστρέψῃ, ὅπως σοῦ ἔχει ὑποσχεθῇ ὁ Κύριος.

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ καταλάβῃς ἀπὸ τὰ πράγματα σήμερον ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου, Αὐτὸς ὁ ἴδιος θὰ προχωρῇ ἐμπρὸς ἀπὸ σέ. Αὐτὸς εἶναι πῦρ, φωτιὰ ποὺ κατακαίει. Ὁ ἴδιος θὰ τοὺς ἐξολοθρεύσῃ καὶ αὐτὸς θὰ τοὺς τρέψῃ εἰς φυγὴν ἀπὸ ἐμπρός σου καὶ θὰ τοὺς ἑξαφανίσῃ ἀμέσως, ὅπως ἀκριβῶς σοῦ τὸ εἶπεν ὁ Κύριος.

Δευτ. 9,4

μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἐν τῷ ἐξαναλῶσαι Κύριον τὸν Θεόν σου τὰ ἔθνη ταῦτα πρὸ προσώπου σου λέγων· διὰ τὰς δικαιοσύνας μου εἰσήγαγέ με Κύριος κληρονομῆσαι τὴν γῆν τὴν ἀγαθὴν ταύτην·

Κολιτσάρα

Ὅταν ὅμως Κύριος ὁ Θεός σου συντρίψῃ καὶ ἐξαφανίσῃ ἐμπρὸς ἀπὸ τὰ μάτια σου τὰ ἔθνη αὐτά, μὴ σοῦ ἔλθῃ ποτὲ εἰς τὸν νοῦν ἡ σκέψις καὶ εἴπῃς· ὁ Κύριος μὲ εἰσήγαγε, διὰ νὰ καταλάβω ὡς κληροναμίαν μου τὴν εὔφορον καὶ πλουσίαν αὐτὴν χώραν, ἕνεκα τῶν ἀρετῶν μου.

Τρεμπέλα

Τότε λοιπόν, ποὺ θὰ καταστρέψῃ ἀπὸ ἐμπρός σου αὐτὰ τὰ ἔθνη Κύριος ὁ Θεός σου, μὴ σκεφθῇς μέσα σου καὶ εἴπῃς: Ἐπειδὴ ἤμουν ἐνάρετος, μὲ ἔβαλεν ἐδῶ ὁ Κύριος, διὰ νὰ κληρονομήσω αὐτὴν τὴν ὡραίαν καὶ εὔφορον χώραν.

Δευτ. 9,5

οὐχὶ διὰ τὴν δικαιοσύνην σου, οὐδὲ διὰ τὴν ὁσιότητα τῆς καρδίας σου σὺ εἰσπορεύῃ κληρονομῆσαι τὴν γῆν αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀσέβειαν τῶν ἐθνῶν τούτων Κύριος ἐξολοθρεύσει αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου σου καὶ ἵνα στήσῃ τὴν διαθήκην αὐτοῦ, ἣν ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσιν ἡμῶν, τῷ Ἁβραὰμ καὶ τῷ Ἰσαὰκ καὶ τῷ Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Ὄχι διὰ τὰς ἀρετάς σου· οὔτε διὰ τὴν ἁγνότητα καὶ εὐσέβειαν τῆς καρδίας σου εἰσέρχεσαι σὺ νὰ κληρονομήσῃς τὴν χώραν αὐτῶν τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀθεράπευτον ἀσέβειαν αὐτῶν τῶν ἐθνῶν, θὰ τὰ ἐξολοθρεύσῃ ὁ Κύριος ἀπὸ ἐμπρός σου, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὴν ὑπόσχεσίν του, τὴν ὁποίαν μὲ ὅρκον ἐπεβεβαίωσεν εἰς τοὺς προπάτοράς μας, τὸν Ἁβραάμ, τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Δὲν εἶναι αὐτὴ ἢ ἀλήθεια. Οὔτε διὰ τὴν ἀρετήν σου οὔτε διὰ τὴν εὐθύτητα καὶ ἁγιότητα τῆς καρδιᾶς σου εἰσέρχεσαι εἰς τὴν Χαναάν, διὰ νὰ κληρονομήσεις τὴν χώραν τῶν λαῶν αὐτῶν. Γίνεται τοῦτο, διότι λόγῳ τῆς ἀσεβείας καὶ διαφθορὰς τῶν ἐθνῶν αὐτῶν θὰ τὰ ἐξολοθρεύσῃ ἀπὸ ἐμπρός σου ὁ Κύριος καὶ διότι θέλει νὰ εἶναι συνεπὴς εἰς τὴν συμφωνίαν, ποὺ ἔκαμεν ἐνόρκως ὁ Κύριος μὲ τοὺς προγόνους μας, μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ.

Δευτ. 9,6

καὶ γνώσῃ σήμερον ὅτι οὐχὶ διὰ τὰς δικαιοσύνας σου Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι τὴν γῆν τὴν ἀγαθὴν ταύτην κληρονομῆσαι, ὅτι λαὸς σκληροτράχηλος εἶ.

Κολιτσάρα

Καὶ θὰ μάθῃς σήμερον, ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου σοῦ παραχωρεῖ τὴν εὐλογημένην αὐτὴν γῆν ὡς κληρονομίαν, ὄχι διὰ τὰς ἀρετάς σου, διότι εἰς τὴν πραγματικότητα καὶ σὺ εἶσαι λαὸς ἀνυπότακτος καὶ σκληρός.

Τρεμπέλα

Θὰ μάθῃς λοιπὸν σήμερον ὅτι σοῦ χαρίζει τὴν χώραν αὐτήν, τὴν ὡραίαν καὶ εὔφορον, ὁ Κύριος διὰ νὰ τὴν κληρονομήσῃς, ὄχι λόγῳ τῶν ἀρετῶν σου· διότι σὺ εἶσαι λαὸς σκληροτράχηλος καὶ ἀτίθασος.

Δευτ. 9,7

μνήσθητι, μὴ ἐπιλάθῃ ὅσα παρώξυνας Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐξήλθετε ἐξ Αἰγύπτου ἕως ἤλθετε εἰς τὸν τόπον τοῦτον, ἀπειθοῦντες διετελεῖτε τὰ πρὸς Κύριον.

Κολιτσάρα

Ἐνθυμήσου, καὶ ποτὲ μὴ λησμονήσῃς, πόσον πολὺ καὶ πόσας φορὰς παρώργισες Κύριον τὸν Θεόν σου εἰς τὴν ἔρημον. Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ποὺ ἀνεχωρήσατε ἐλεύθεροι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, μέχρις ὅτου ἤλθατε εἰς τὸν τόπον τοῦτον, κατὰ συνέχειαν ἐφερθήκατε μὲ δυστροπίαν καὶ ἀπείθειαν ἀπέναντι τοῦ Κυρίου.

Τρεμπέλα

Θυμήσου, καὶ μὴ ξεχνᾷς ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔγινες αἰτία νὰ ὀργισθῇ Κύριος ὁ Θεός σου εἰς τὴν ἔρημον. Ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐβγήκατε ἐλύθεροι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἕως ὅτου ἐφθάσατε εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, δὲν ἐκάμνατε τίποτε ἄλλο, ἀπὸ τοῦ νὰ ἀπειθῆτε εἰς τὸν Κύριον.

Δευτ. 9,8

καὶ ἐν Χωρὴβ παρωξύνατε Κύριον, καὶ ἐθυμώθη Κύριος ἐφ’ ὑμῖν ἐξολοθρεῦσαι ὑμᾶς,

Κολιτσάρα

Ἰδιαιτέρως εἰς τὸ ὄρος Χωρὴβ παρωργίσατε πολὺ τὸν Κύριον καὶ ὁ Κύριος ἠγανάκτησε ἐναντίον σας, ὥστε ἀπεφάσισε νὰ σᾶς ἐξολοθρεύσῃ,

Τρεμπέλα

Παρωργίσατε μάλιστα τὸν Κύριον καὶ εἰς αὐτὸ ἀκόμη τὸ βουνὸ Χωρήβ, ὅπου εἴδατε τὴν δόξαν Του καὶ ἐλάβατε τὰς ἐντολάς Του. Καὶ ἐθύμωσεν ἐναντίον σας ὁ Κύριος, μέχρι ποὺ νὰ θέλῃ νὰ σᾶς ἀφανίσῃ.

Δευτ. 9,9

ἀναβαίνοντός μου εἰς τὸ ὄρος λαβεῖν τὰς πλάκας τὰς λιθίνας, πλάκας διαθήκης, ἃς διέθετο Κύριος πρὸς ὑμᾶς. καὶ κατεγινόμην ἐν τῷ ὄρει τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας· ἄρτον οὐκ ἔφαγον καὶ ὕδωρ οὐκ ἔπιον.

Κολιτσάρα

τότε ποὺ ἐγὼ ἀνέβαινα εἰς τὸ ὄρος Σινά, διὰ νὰ πάρω τὰς πλάκας τῆς Διαθήκης, τὴν ὁποίαν συνῆψε μὲ σᾶς ὁ Κύριος. Ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας παρέμεινα εἰς τὸ ὄρος. Ἄρτον ἐκεῖ δὲν ἔφαγον καὶ νερὸ δὲν ἔπιον.

Τρεμπέλα

Τοῦτο συνέβη, ὅταν ἀνέβηκα εἰς τὸ βουνό, διὰ νὰ πάρω τὰς λιθίνας πλάκας, τὰς πλάκας τῆς Διαθήκης, ποὺ συνῆψε μαζί σας ὁ Κύριος, καὶ εὐρισκόμουν εις τὸ βουνὸ ἐπὶ σαράντα ἡμέρας καὶ σαράντα νύκτας. Δὲν ἔφαγα ἐκεῖ ψωμὶ καὶ δὲν ἤπια νερό.

Δευτ. 9,10

καὶ ἔδωκέ μοι Κύριος τὰς δύο πλάκας τὰς λιθίνας γεγραμμένας ἐν τῷ δακτύλῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐπ’ αὐταῖς ἐγέγραπτο πάντες οἱ λόγοι, οὓς ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐν τῷ ὄρει ἡμέρᾳ ἐκκλησίας·

Κολιτσάρα

Καὶ μοῦ ἔδωκε τότε ὁ Κύριος τὰς δύο λιθίνας πλάκας, γραμμένας μὲ τὸ θεῖον του δάκτυλον. Ἐπάνω εἰς αὐτὰς ἦσαν χαραγμέναι αἱ ἐντολαί, τὰς ὁποίας ὁ Κύριος εἶπε πρὸς σᾶς εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ ὄρους, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς γενικῆς συγκεντρώσεώς σας.

Τρεμπέλα

Καὶ μοῦ παρέδωσεν ὁ Κύριος τὰς δύο λιθίνας πλάκας, ποὺ εἶχαν γραφῆ μὲ τὸ δάκτυλον τοῦ Θεοῦ· καὶ εἶχαν γραφῆ ἐπάνω εἰς αὐτὰς ὅλοι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀπηύθυνε πρὸς σᾶς ὁ Κύριος εἰς τὸ ὄρος Σινᾶ, κατὰ τὴν ἡμέραν ποὺ συγκεντρωθήκατε εἰς τοὺς πρόποδάς του.

Δευτ. 9,11

καὶ ἐγένετο διὰ τεσσαράκοντα ἡμερῶν καὶ διὰ τεσσαράκοντα νυκτῶν ἔδωκε Κύριος ἐμοὶ τὰς δύο πλάκας τὰς λιθίνας, πλάκας διαθήκης.

Κολιτσάρα

Μετὰ δεκτεσσάρα κοντὰ ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας μοῦ ἔδωσεν ὁ Κύριος τὰς δύο λιθίνας αὐτάς πλάκας τῆς Διαθήκης

Τρεμπέλα

Ἐπερίμενα λοιπὸν ἐπὶ σαράντα ἡμέρας καὶ σαράντα νύκτας καὶ μοῦ ἔδωσεν ὁ Κύριος τὰς δύο λιθίνας πλάκας, τὰς πλάκας τῆς Διαθήκης.

Δευτ. 9,12

καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἀνάστηθι, κατάβηθι τὸ τάχος ἐντεῦθεν, ὅτι ἠνόμησεν ὁ λαός σου, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου· παρέβησαν ταχὺ ἐκ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετείλω αὐτοῖς· καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς χώνευμα.

Κολιτσάρα

καὶ μοῦ εἶπε ὁ Κύριος· σήκω, κατέβα ἀμέσως ἀπὸ ἐδῶ, διότι ὁ λαός σου, τὸν ὁποῖον ἔβγαλες ἐλεύθερον ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου, παρηνόμησεν, ἐξέκλινε καὶ ἐξετράπη ταχέως ἀπὸ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν διέταξες αὐτοὺς νὰ πορεύωνται. Κατεσκεύασαν διὰ τὸν ἑαυτόν των εἴδωλον εἰς χωνευτήριον.

Τρεμπέλα

Μοῦ εἶπε δὲ τότε ὁ Κύριος: «Σήκω καὶ κατέβα ἀμέσως ἀπὸ ἐδῶ, διότι ὁ λαός σου, αὐτοὶ ποὺ τοὺς ἔβγαλες ἐλευθέρους ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ἔκαναν παρανομίαν. Ἐξεστράτισαν πολὺ γρήγορα καὶ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸν σωστὸν δρόμον, ὅπου τοὺς διέταξες νὰ βαδίζουν· καὶ ἔκαναν εἴδωλον εἰς χωνευτήριον, διὰ νὰ τὸ λατρεύουν σὰν θεόν».

Δευτ. 9,13

καὶ εἶπε Κύριος πρός με λέγων· λελάληκα πρός σε ἅπαξ καὶ δὶς λέγων· ἑώρακα τὸν λαὸν τοῦτον, καὶ ἰδοὺ λαὸς σκληροτράχηλός ἐστι·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πάλιν ὁ Κύριος πρὸς ἐμέ· Ἔχω ὁμιλήσει πρὸς σὲ καὶ μίαν καὶ δύο φορὰς καὶ σοῦ εἶπα· εἶδα καὶ παρακολούθησα τὸν λαὸν τοῦτον καὶ ἰδού, ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς εἶναι σκληρὸς καὶ ἀνυπότακτος!

Τρεμπέλα

Καὶ μοῦ εἶπεν ὁ Κύριος καὶ τὰ ἑξῆς: «Σοῦ ἔχω ὁμιλήσει καὶ μίαν καὶ δύο φορὲς εἰς τὸ παρελθὸν καὶ σοῦ εἶπα: Ἔχω ἰδεῖ ἐπάνω εἰς τὰ πράγματα τὸν λαὸν αὐτὸν καὶ διεπίστωσα ὅτι εἶναι λαὸς σκληροτράχηλος καὶ ἀτίθασος,

Δευτ. 9,14

καὶ νῦν ἔασόν με ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς, καὶ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτῶν ὑποκάτωθεν τοῦ οὐρανοῦ καὶ ποιήσω σε εἰς ἔθνος μέγα καὶ ἰσχυρὸν καὶ πολὺ μᾶλλον ἢ τοῦτο.

Κολιτσάρα

Καὶ τώρα ἄφησέ με νὰ τοὺς ἐξολοθρεύσω καὶ νὰ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτῶν ἀπὸ τὴν ὑφήλιον καὶ ἀναδείξω σὲ λαὸν μεγάλον καὶ ἰσχυρὸν πολὺ περισσότερον ἀπὸ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπὸν ἄφησέ με, μὴ μὲ ἐμποδίσῃς νὰ τοὺς καταστρέψω καὶ νὰ σβήσω ἐντελῶς τὸ ὄνομά των ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦν κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, καὶ νὰ κάνω σὲ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου ἔθνος μεγάλο καὶ δυνατό, πολὺ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι εἶναι τὸ ἔθνος τοῦτο τῶν Ἑβραίων».

Δευτ. 9,15

καὶ ἐπιστρέψας κατέβην ἐκ τοῦ ὄρους, καὶ τὸ ὄρος ἐκαίετο πυρὶ ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αἱ δύο πλάκες τῶν μαρτυρίων ἐπὶ ταῖς δυσὶ χερσί μου.

Κολιτσάρα

Ἐπέστρεψα ἐγὼ τότε καὶ κατέβην ἀπὸ τὸ ὄρος, ἐνῶ τὸ ὄρος ἐκαίετο μὲ φωτιὰ ποὺ ἔφθανεν ἕως τὸν οὐρανόν, καὶ αἱ δύο πλάκες τῆς Διαθήκης εὑρίσκοντο εἰς τὰ δύο μου χέρια.

Τρεμπέλα

Μετὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Κυρίου ἐγύρισα καὶ κατέβηκα ἀπὸ τὸ βουνό, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ μεταξὺ ἐκαίετο μὲ μεγάλη φωτιά, ποὺ ἔφθανεν ἕως τὸν οὐρανόν. Ἐβάσταζα δὲ εἰς τὰ δύο μου χέρια τὰς δύο πλάκας τῶν θείων ἐντολῶν.

Δευτ. 9,16

καὶ ἰδὼν ὅτι ἡμάρτετε ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν καὶ ἐποιήσατε ὑμῖν αὐτοῖς χωνευτὸν καὶ παρέβητε ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετείλατο Κύριος ὑμῖν ποιεῖν,

Κολιτσάρα

Εἶδα τότε καὶ ἐγώ, ὅτι ὄντως εἴχατε ἁμαρτήσει ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σας καὶ εἴχατε κατασκευάσει σεῖς οἱ ἴδιοι διὰ τὸν ἑαυτόν σας εἰδωλικὸν ἄγαλμα χυτὸν καὶ ἔτσι ἐξεκλίνατε ἀπὸ τὴν ὁδόν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος σᾶς εἶχε διατάξει νὰ βαδίσετε.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν εἶδα ὅτι διεπράξατε ἁμαρτίαν ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σας καὶ κατεσκευάσατε εἴδωλον, διὰ νὰ τὸ λατρεύετε σὰν θεὸν καὶ ἐξεστρατίσατε ἀπὸ τὸν δρόμον, εἰς τὸν ὁποῖον σᾶς διέταξε νὰ βαδίζετε ὁ Κύριος,

Δευτ. 9,17

καὶ ἐπιλαβόμενος τῶν δύο πλακῶν ἔρριψα αὐτὰς ἀπὸ τῶν δύο χειρῶν μου, καὶ συνέτριψα ἐναντίον ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Λαβὼν τὰς δύο πλάκας τὰς ἐπέταξα μὲ ὁρμὴν ἀπὸ τὰ δύο χέρια μου καὶ τὰς ἐθρυμμάτισα ἐνώπιόν σας.

Τρεμπέλα

ἔπιασα τὰς δύο πλάκας καὶ τὰς ἔρριξα ἀπὸ τὰ δύο μου χέρια καὶ τὰς ἐκομμάτιασα ἐμπρός σας.

Δευτ. 9,18

καὶ ἐδεήθην ἐναντίον Κυρίου δεύτερον καθάπερ καὶ τὸ πρότερον τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας, ἄρτον οὐκ ἔφαγον καὶ ὕδωρ οὐκ ἔπιον, περὶ πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν ὑμῶν, ὧν ἡμάρτετε ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ παροξῦναι αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ἱκέτευσα ἐκ βάθους καρδίας τὸν Κύριον, δευτέραν αὐτὴν φοράν, ὅπως ἀκριβῶς καὶ προηγουμένως ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ νύκτας, κατὰ τὰς ὁποίας ἄρτον δὲν ἔφαγον καὶ ὕδωρ δὲν ἔπιον, τὸν ἱκέτευσα δι’ ὅλας τὰς ἁμαρτίας, τὰς ὁποίας διειπράξατε, ὥστε νὰ καταπέσετε μέχρι τέτοιου σημείου, νὰ διαπράξετε αὐτὸ τὸ φοβερὸν ἁμάρτημα τῆς εἰδωλοποιΐας ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σας καὶ νὰ τὸν παροργίσετε τόσον πολὺ ἐναντίον σας.

Τρεμπέλα

Καὶ παρεκάλεσα μὲ θέρμην καὶ συντριβὴν διὰ δευτέραν φορὰν τὸν Κύριον, ὅπως καὶ προηγουμένως. Πάλιν ἐπὶ σαράντα ἡμέρας καὶ σαράντα νύκτας δὲν ἔφαγα ψωμὶ καὶ δὲν ἤπια νερό. Τὸ ἔκανα αὐτὸ δι’ ὅλας τὰς ἁμαρτίας, ποὺ διεπράξατε, ὥστε νὰ φθάσετε εἰς τὸ σημεῖον νὰ κάνετε τὸ κακὸν τῆς μοσχοποιΐας ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ ἐγίνατε αἰτια νὰ ὀργισθῇ ἐναντίον σας.

Δευτ. 9,19

καὶ ἔκφοβός εἰμι διὰ τὸν θυμὸν καὶ τὴν ὀργήν, ὅτι παρωξύνθη Κύριος ἐφ’ ὑμῖν τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ὑμᾶς καὶ εἰσήκουσε Κύριος ἐμοῦ καὶ ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ.

Κολιτσάρα

Ἐνώπιον τοῦ μεγάλου θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου κατελήφθην ἀπὸ μέγαν φόβον, διότι τόσον πολὺ ἠγανάκτησεν ἐναντίον σας ὁ Κύριος, ὥστε ἐπῆρε τὴν ἀπόφασιν νὰ σᾶς ἐξολοθρεύσῃ. Ἀλλὰ ὁ Κύριος εἰσήκουσε τὴν δέησίν μου κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶμαι ἀκομη φοβισμένος ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν θυμὸν καὶ τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ διότι ὠργίσθη πολὺ ἐναντίον σας ὁ Κύριος, μέχρι ποὺ ἤθελε νὰ σᾶς ἐξολοθρεύσῃ. Ἀλλ’ ὅμως ἔκανε δεκτὴν καὶ τότε τὴν παράκλησίν μου ὁ Κύριος.

Δευτ. 9,20

καὶ ἐπὶ Ἀαρὼν ἐθυμώθη ἐξολοθρεῦσαι αὐτόν, καὶ ηὐξάμην καὶ περὶ Ἀαρὼν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐναντίον τοῦ Ἀαρὼν ἠγανάκτησε τὸτε ὁ Κύριος καὶ ἠθέλησε νὰ τὸν ἐξολοθρεύσῃ, ἀλλὰ ἐγὼ προσευχήθην καὶ δι’ αὐτὸν κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον.

Τρεμπέλα

Ἐθύμωσε μάλιστα καὶ ἐναντίον τοῦ Ἀαρὼν καὶ ἤθελε νὰ τὸν ἐξολοθρεύσῃ, ἀλλὰ παρεκάλεσα τὴν στιγμὴν ἐκείνην καὶ διὰ τὸν Ἀαρών.

Δευτ. 9,21

καὶ τὴν ἁμαρτίαν ὑμῶν, ἣν ἐποιήσατε, τὸν μόσχον, ἔλαβον αὐτὸν καὶ κατέκαυσα αὐτὸν ἐν πυρὶ καὶ συνέκοψα αὐτὸν καταλέσας σφόδρα, ἕως οὗ ἐγένετο λεπτόν· καὶ ἐγένετο ὡσεὶ κονιορτός, καὶ ἔρριψα τὸν κονιορτὸν εἰς τὸν χειμάρρουν τὸν καταβαίνοντα ἐκ τοῦ ὄρους.

Κολιτσάρα

Αὐτὴν δὲ τὴν μεγάλην ἁμαρτίαν ποὺ ἐκάματε, τὸ εἴδωλον δηλαδὴ τοῦ χρυσοῦ μόσχου ποὺ ἀνεκηρύξατε ὡς θεόν σας, ἐγὼ τὸ ἐπῆρα καὶ τὰ μὲν ξύλινα αὐτοῦ ἐξαρτήματα κατέκαυσα, τὸ δὲ ὑπόλοιπον χρυσὸν τμῆμα τὸ ἔκοψα εἰς μικρὰ κομμάτια, τὸ ἄλεσα ἕως ὅτου ἔτινε λεπτότατη σκόνι, τὴν ὁποίαν ἔρριψα εἰς τὸν χείμαρρον, ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ ὄρος Σινά.

Τρεμπέλα

Αὐτὸ δὲ ποὺ διεπράξατε μὲ τὴν ἁμαρτίαν σας, τὸ μοσχάρι δηλαδή, τὸ ἐπῆρα καὶ τὸ ἔκαυσα ἐντελῶς εἰς τὴν φωτιὰν καὶ ὅ,τι ἔμεινεν ἀπὸ τὸ χρυσάφι τὸ ἐκομμάτιασα καὶ τὸ ἄλεσα ἐπανειλημμένως μέχρι ποὺ ἔγινε λεπτὸ σὰν σκόνη. Καὶ ἔρριξα τὴν σκόνην αὐτὴν εἰς τὸν χείμαρρον, ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ βουνό.

Δευτ. 9,22

καὶ ἐν τῷ Ἐμπυρισμῷ καὶ ἐν τῷ Πειρασμῷ, καὶ ἐν τοῖς Μνήμασι τῆς ἐπιθυμίας παροξύναντες ἦτε Κύριον τὸν Θεὸν ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις ἐξοργίσατε Κύριον τὸν Θεόν σας, ὅπως συνέβη εἰς τὰς τοποθεσίας, ποὺ ὠνομάζοντο Ἐμπυρισμός, Πειρασμός, Μνήματα Ἐπιθυμίας.

Τρεμπέλα

Παρωργίσατε ἐπίσης Κύριον τὸν Θεόν σας καὶ εἰς τὰς τοποθεσίας, ποὺ εἶναι ἀπὸ τότε γνωσταὶ μὲ τὰ ὀνόματα Ἐμπυρισμός, Πειρασμὸς καὶ Μνήματα τῆς ἐπιθυμίας.

Δευτ. 9,23

καὶ ὅτε ἐξαπέστειλεν ὑμᾶς Κύριος ἐκ Κάδης Βαρνὴ λέγων· ἀνάβητε καὶ κληρονομήσατε τὴν γῆν, ἣν δίδωμι ὑμῖν, καὶ ἠπειθήσατε τῷ ῥήματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν καὶ οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ καὶ οὐκ εἰσηκούσατε τῆς φωνῆς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅτε ὁ Κύριος ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀποστείλῃ πρὸς τὴν Παλαιστίνην ἀπὸ τὴν Κάδης Βαρνὴ καὶ σᾶς εἶπε· Προχωρήσατε καὶ καταλάβετε ὡς ἰδικήν σας κληρονομίαν τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ σᾶς δίδω· σεῖς παρηκούσατε τὴν ἐντολὴν Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, δὲν ἐπιστεύσατε εἰς αὐτὸν καὶ δὲν ὑπετάχθητε εἰς τὴν ἐντολήν του.

Τρεμπέλα

Καὶ τότε ἐπίσης, ποὺ σᾶς ἔδωσεν ἐντολὴν ὁ Θεὸς νὰ ξεκινήσετε ἀπὸ τὴν Κάδης Βαρνὴ καὶ σᾶς εἶπε: «Ἀνεβῆτε καὶ κληρονομήσατε τὴν χώραν, ποὺ σᾶς δίδω», ἐδείξατε ἀνυπακοὴν εἰς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ σας. Δὲν ἐμπιστευθήκατε εἰς Αὐτὸν καὶ δὲν ὑπακούσατε εἰς ὅσα σᾶς εἶπε.

Δευτ. 9,24

ἀπειθοῦντες ἦτε τὰ πρὸς Κύριον ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἧς ἐγνώσθη ὑμῖν.

Κολιτσάρα

Ὑπήρξατε καὶ ἐφανήκατε ἀπειθεῖς κατὰ συνέχειαν εἰς τὰς πρὸς Κύριον σχέσεις σας ἀπὸ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἐγνωρίσατε, καὶ ἐντεῦθεν.

Τρεμπέλα

Ἤσασθε διαρκῶς ἀνυπάκουοι πρὸς τὸν Κύριον, ἀπὸ τὴν ἡμέραν ποὺ σᾶς ἐφανερώθη μὲ τρόπον θαυμαστόν.

Δευτ. 9,25

καὶ ἐδεήθην ἔναντι Κυρίου τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας, ὅσας ἐδεήθην· εἶπε γὰρ Κύριος ἐξολοθρεῦσαι ὑμᾶς·

Κολιτσάρα

Ἐγὼ δὲ ἱκέτευσα τὸν Κύριον ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας καὶ τὸν παρεκάλουν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ διὰ σᾶς, διότι ὁ Κύριος εἶχεν εἴπει ὅτι θὰ σᾶς ἐξολοθρεύσῃ.

Τρεμπέλα

Καὶ παρεκάλεσα μὲ θέρμην καὶ συντριβὴν τὸν Κύριον διὰ σᾶς ἐπὶ σαράντα ἡμέρας καὶ σαράντα νύκτας, κατὰ τὰς ὁποίας ἔμενα καὶ προσευχόμουν· διότι ὁ Κύριος εἶχεν ἀποφασίσει νὰ σᾶς ἐξολοθρεύσῃ.

Δευτ. 9,26

καὶ ηὐξάμην πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπα· Κύριε βασιλεῦ τῶν θεῶν, μὴ ἐξολοθρεύσῃς τὸν λαόν σου καὶ τὴν μερίδα σου, ἣν ἐλυτρώσω, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐν τῇ ἰσχύϊ σου τῇ μεγάλῃ καὶ ἐν τῇ χειρί σου τῇ κραταιᾷ καὶ ἐν τῷ βραχίονί σου τῷ ὑψηλῷ·

Κολιτσάρα

Προσευχήθην πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπα· Κύριε, βασιλεῦ τῶν θεῶν, μὴ ἐξολοθρεύσῃς τὸν λαόν σου, τὴν ἐκλεκτὴν αὐτὴν μερίδα σου, τὴν ὁποίαν ἀπηλευθέρωσες, τοὺς Ἰσραηλίτας δηλαδὴ τοὺς ὁποίους ἐλευθέρους ἔβγαλες ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου, μὲ τὴν μεγάλην σου δύναμιν, τῇ παντοδύναμον δεξιάν σου καὶ τὴν μεγαλειώδη ἰσχύν σου.

Τρεμπέλα

Καὶ προσευχήθηκα πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπα: «Κύριε, Σὺ ποὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν θεῶν, μὴ ἐξολοθρεύσῃς τὸν λαόν σου καὶ τὴν ἐκλεκτήν σου μερίδα, ποὺ τὴν ἔσωσες ἀπὸ τὴν σκλαβιά, αὐτοὺς ποὺ ἔβγαλες ἐλευθέρους ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου μὲ τὴν μεγάλην σου δύναμιν καὶ μὲ τὸ παντοδύναμον χέρι σου καὶ μὲ τὸν ἀκατανίκητον βραχίονά σου.

Δευτ. 9,27

μνήσθητι Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν θεραπόντων σου, οἷς ὤμοσας κατὰ σεαυτοῦ· μὴ ἐπιβλέψῃς ἐπὶ τὴν σκληρότητα τοῦ λαοῦ τούτου καὶ τὰ ἀσεβήματα, καὶ τὰ ἁμαρτήματα αὐτῶν,

Κολιτσάρα

Ἐνθυμήσου τὸν Ἁβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, τοὺς δούλους σου, εἰς τοὺς ὁποίους ὡρκίσθης ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ σου ὑπὲρ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ· μὴ βλέπῃς τὴν σκληρότητα τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, τὴν ἀσέβειάν του καὶ τὰ ἁμαρτήματά του.

Τρεμπέλα

Θυμήσου τοὺς δούλους σου, τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, πρὸς τοὺς ὁποίους ὡρκίσθης εἰς τὸν ἑαυτόν σου ὑπὲρ τοῦ Ἰσραήλ. Μὴ δίδῃς προσοχὴν εἰς τὴν σκληρότητα αὐτοῦ τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὰς ἀσεβείας καὶ τὰ ἁμαρτήματά των,

Δευτ. 9,28

μὴ εἴπωσιν οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν, ὅθεν ἐξήγαγες ἡμᾶς ἐκεῖθεν, λέγοντες· παρὰ τὸ μὴ δύνασθαι Κύριον εἰσαγαγεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν, ἣν εἶπεν αὐτοῖς, καὶ παρὰ τὸ μισῆσαι αὐτοὺς ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ ἀποκτεῖναι αὐτούς.

Κολιτσάρα

Μὴ τοὺς καταστρέψῃς, Κύριε, διὰ νὰ μὴ εἴπουν οἱ κάτοικοι τῆς γῆς, ἀπὸ ὅπου μᾶς ἔβγαλες ἐλευθέρους· Ἐπειδὴ ὁ Κύριος δὲν ἠμπόρεσε νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποσχεθῆ καὶ ἐπειδὴ ἐμίσησεν αὐτούς, τοὺς ἔβγαλε εἰς τὴν ἔρημον, διὰ νὰ τοὺς θανατώσῃ!

Τρεμπέλα

διὰ νὰ μὴ εἰποῦν οἱ κάτοικοι τῆς χώρας, ἀπὸ ὅπου μᾶς ἔβγαλες: «Ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦσεν ὁ Κύριος νὰ τοὺς βάλῃ μέσα εἰς τὴν χώραν, ποὺ τοὺς ὑπεσχέθη, καὶ ἐπειδὴ τοὺς ἐμίσησε, δι’ αὐτὸ τοὺς ἔβγαλεν εἰς τὴν ἔρημον διὰ νὰ τοὺς θανατώσῃ).

Δευτ. 9,29

καὶ οὗτοι λαός σου καὶ κλῆρός σου, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐν τῇ ἰσχύϊ σου τῇ μεγάλῃ καὶ ἐν τῇ χειρί σου τῇ κραταιᾷ καὶ ἐν τῷ βραχίονί σου τῷ ὑψηλῷ.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ αὐτοὶ εἶναι ἰδικός σου λαός, ἰδική σου κληρονομία αὐτοί, τοὺς ὁποίους ἔβγαλες ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου μὲ τὴν μεγάλην σου ἰσχύν, μὲ τὴν παντοδύναμον δεξιάν σου, μὲ τὴν μεγαλοπρεπῆ δύναμίν σου.

Τρεμπέλα

Παρὰ τὴν ἀνυπακοήν των αὐτοὶ εἶναι ὁ λαός σου καὶ ἡ κληρονομία σου· αὐτοὶ ποὺ τοὺς ἔβγαλες σὺ ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου μὲ τὴν δύναμίν σου τὴν μεγάλην καὶ μὲ τὸ χέρι σου τὸ παντοδύναμον καὶ μὲ τὸν ἀκατανίκητον βραχίονά σου».