Γένεσις 18
Γεν. 18,1
Ὤφθη δὲ αὐτῷ ὁ Θεὸς πρὸς τῇ δρυῒ τῇ Μαμβρῇ, καθημένου αὐτοῦ ἐπὶ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ μεσημβρίας.
Κολιτσάρα
Ἐφανερώθηκε δὲ ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἁβραάμ, ποὺ ἦτο κοντὰ εἰς τὴν δρῦν Μαμβρῆ καὶ ἐκάθητο εἰς τὴν θὺραν τῆς σκηνῆς του κατὰ τὸν Νότον.
Τρεμπέλα
Ὁ Θεὸς παρουσιάσθη εἰς τὸν Ἀβραάμ, ἐνῷ ὁ Πατριάρχης εὑρίσκετο κοντὰ εἰς τὴν βελανιδιὰν τοῦ Μαμβρῆ καὶ ἐκάθητο ἐμπρὸς εἰς τὴν πόρταν τῆς σκηνῆς του κατὰ τὸ μεσημέρι (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν, εἰς τὴν πλέον θερμὴν ὥραν τῆς ἡμέρας).
Γεν. 18,2
ἀναβλέψας δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε, καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες εἱστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ· καὶ ἰδὼν προσέδραμεν εἰς συνάντησιν αὐτοῖς ἀπὸ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν.
Κολιτσάρα
Ἐσήκωσε τὰ μάτια του ὁ Ἁβραὰμ καὶ εἶδεν αἴφνης τρεῖς ἄνδρας ὀρθίους ἀπέναντι του. Ἀμέσως ἐτρεξεν εἰς συνάντησίν των ἀπὸ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς του, προσεκύνησεν αὐτοὺς ἕως εἰς τὸ ἔδαφος.
Τρεμπέλα
Καθὼς δὲ ὁ Ἀβραὰμ ὕψωσε τὸ βλέμμα του, εἶδεν ἔξαφνα τρεῖς ἄνδρες νὰ στέκωνται ὀλίγον πάρα - πέρα ἀπέναντι του ὄρθιοι· μόλις τοὺς εἶδε, χωρὶς νὰ περιμένῃ νὰ τὸν πλησιάσουν, ἔτρεξε ἀπὸ τὴν πόρταν τῆς σκηνῆς του νὰ τοὺς συναντήσῃ. Καὶ ὅταν ἔφθασε κοντά τους, ἔπεσε κάτω μέχρι τοῦ ἐδάφους καὶ τοὺς ἐπροσκύνησε ταπεινά, μὲ φιλοφροσύνην.
Γεν. 18,3
καὶ εἶπε· κύριε, εἰ ἄρα εὗρον χάριν ἐναντίον σου, μὴ παρέλθῃς τὸν παῖδά σου·
Κολιτσάρα
Καὶ εἰπε· «Κύριε, ἐὰν τυχὸν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σου, σὲ παρακαλῶ μὴ καταφρονήσῃς τὸν δοῦλον σου·
Τρεμπέλα
Καὶ εἶπεν εἰς τὸν ἕνα ἀπὸ αὐτούς· «Κύριε, ἐὰν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σου, μὴ παραβλέψῃς τὴν σκηνήν μου καὶ μὴ παραθεωρήσῃς τὸν δοῦλον σου.
Γεν. 18,4
ληφθήτω δὴ ὕδωρ, καὶ νιψάτωσαν τοὺς πόδας ὑμῶν, καὶ καταψύξατε ὑπὸ τὸ δένδρον·
Κολιτσάρα
ἂς μοῦ ἐπιτροπῇ, λοιπόν, νὰ φέρω νερὸ καὶ οἱ δοῦλοι μου νὰ νίψουν τοὺς πόδας σας, καὶ νὰ δροσισθῆτε κάτω ἀπὸ τὸ δένδρον.
Τρεμπέλα
Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ λοιπὸν νὰ φέρω νερὸ διὰ νὰ πλύνουν οἱ δοῦλοι μου τὰ σκονισμένα ἀπὸ τὴν ὁδοιπορίαν πόδια σας καὶ νὰ δροσισθῆτε κάτω ἀπὸ τὸν ἥσκιον τοῦ δένδρου, ἐπειδὴ εἶσθε κουρασμένοι καὶ ὑποφέρετε ἀπὸ τὴν ζέστην.
Γεν. 18,5
καὶ λήψομαι ἄρτον, καὶ φάγεσθε, καὶ μετὰ τοῦτο παρελεύσεσθε εἰς τὴν ὁδὸν ὑμῶν, οὗ ἕνεκεν ἐξεκλίνατε πρὸς τὸν παῖδα ὑμῶν. καὶ εἶπαν· οὕτω ποίησον, καθὼς εἴρηκας.
Κολιτσάρα
Ἐγὼ δὲ θὰ ἑτοιμάσω καὶ θὰ σᾶς φέρω φαγητόν, διὰ νὰ φάγετε, ἔπειτα δὲ θὰ συνεχίσετε τὸν δρόμον σας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον παρεξεκλίνατε ἕως ἐμέ, τὸν δοῦλον σας, διὰ νὰ μοῦ κάμετε τὴν τιμὴν νὰ σᾶς περιποιηθῶ». Ἐκεῖνοι δὲ εἶπαν· «κάμε ὅπως εἶπες».
Τρεμπέλα
Ἐγὼ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἑτοιμάσω καὶ θὰ σᾶς φέρω ψωμὶ καὶ φαγητὸν διὰ νὰ φάγετε καὶ κατόπιν θὰ συνεχίσετε τὸν δρόμον σας, διότι διὰ τοῦτο ἐπεράσατε ἀπὸ ἐμὲ τὸν δοῦλον σας, διὰ νὰ μοῦ δώσετε τὴν τιμὴν νὰ σᾶς φιλοξενήσω». Καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες ἀπάντησαν εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ Ἀβραάμ· «ἔτσι κάμε, ὅπως εἶπες».
Γεν. 18,6
καὶ ἔσπευσεν Ἁβραὰμ ἐπὶ τὴν σκηνὴν πρὸς Σάρραν καὶ εἶπεν αὐτῇ· σπεῦσον καὶ φύρασον τρία μέτρα σεμιδάλεως καὶ ποίησον ἐγκρυφίας.
Κολιτσάρα
Ἔτρεξεν ὁ Ἁβραὰμ εἰς τὴν σκηνήν, ὅπου εὑρίσκετο ἡ Σάρρα καὶ τῆς εἶπε· «τρέξε καὶ ζύμωσε τρία μέτρα σιμιγδάλι καὶ κάμε το λαγάνες εἰς τὴν φωτιά».
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἀμέσως ἔτρεξε γρήγορα εἰς τὴν σκηνήν, ὅπου ἦταν ἡ Σάρρα καὶ τῆς εἶπε: «Τρέξε γρήγορα καὶ ζύμωσε χωρὶς καθυστέρησιν τρία «μέτρα» (περίπου 32 ὀκάδες ἢ 41 κιλὰ) σιμιγδάλι καὶ κάμε μὲ αὐτὸ κουλοῦρες (ἢ λαγάνες) ψημένες εἰς τὴν φωτιάν, διὰ νὰ φάγουν οἱ ξένοι».
Γεν. 18,7
καὶ εἰς τὰς βόας ἔδραμεν Ἁβραὰμ καὶ ἔλαβεν ἁπαλὸν μοσχάριον καὶ καλὸν καὶ ἔδωκε τῷ παιδί, καὶ ἐτάχυνε τοῦ ποιῆσαι αὐτό.
Κολιτσάρα
Ἔτρεξε δὲ ἐκεῖ, ποὺ ἔβοσκαν τὰ βόδια του, ἐπῆρε τρυφερὸ καὶ παχὺ μοσχάρι καὶ τὸ ἔδωσεν εἰς τὸν ὑπηρέτην, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ τὸ ἑτοιμάσῃ.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν αὐτὴν εἰς τὴν Σάρραν, ἔτρεξε μὲ προθυμίαν μόνος του εἰς τὰ βόδια του καὶ ἐδιάλεξε ἕνα μοσχαράκι παχὺ καὶ τρυφερὸν καὶ τὸ ἔδωκε εἰς τὸν ὑπηρέτην του διὰ νὰ τὸ ἑτοιμάσῃ· καὶ ὁ ὑπηρέτης ἔσπευσε νὰ τὸ ἑτοιμάσῃ γρήγορα.
Γεν. 18,8
ἔλαβε δὲ βούτυρον, καὶ γάλα, καὶ τὸ μοσχάριον ὃ ἐποίησε, καὶ παρέθηκεν αὐτοῖς, καὶ ἔφαγον· αὐτὸς δὲ παρειστήκει αὐτοῖς ὑπὸ τὸ δένδρον.
Κολιτσάρα
Ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγην ὥραν ἔλαβεν ὁ Ἁβραὰμ βούτυρον καὶ γάλα καὶ τὸ μοσχάρι, τὸ ὁποῖον ἔψησεν ὁ ὑπηρέτης, παρέθεσεν αὐτὰ εἰς τοὺς ξένους καὶ ἔφαγον. Αὐτὸς δὲ ἐστέκετο ὄρθιος πλησίον αὐτῶν κάτω ἀπὸ τὸ δένδρον.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἐπῆρε βούτυρον καὶ γάλα καὶ τὸ μοσχαράκι, ποὺ ἔψησεν ὁ ὑπηρέτης, τὰ παρέθεσεν εἰς τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν τὴν πρόθυμον προσφορὰν καὶ ἔφαγαν. Ἐνῷ δὲ ἐκεῖνοι ἔτρωγαν, ὁ Ἀβραὰμ ἐστέκετο κοντά τους ὄρθιος ὡς ὑπηρέτης, κάτω ἀπὸ τὴν βελανιδιάν.
Γεν. 18,9
Εἶπε δὲ πρὸς αὐτόν· ποῦ Σάρρα ἡ γυνή σου; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἰδοὺ ἐν τῇ σκηνῇ.
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ἕνας ἀπὸ τοὺς φιλοξενουμένους· «ποῦ εἶναι ἡ γυναίκα σου ἡ Σάρρα;» Ὁ δὲ Ἁβραὰμ ἀπεκρίθη· «ἰδοὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν σκηνήν».
Τρεμπέλα
Ὅταν ἐτελείωσε ἡ φιλοξενία καὶ ἔλαμψεν ἡ άρετὴ τοῦ Πατριάρχου, ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς φιλοξενουμένους, τὸν ὁποῖον ὁ Ἀβραὰμ ὠνόμασε «Κύριον», τοῦ εἶπε· «ποῦ εἶναι ἡ γυναῖκα σου ἡ Σάρρα;» Ὁ Ἀβραὰμ ἀπεκρίθη καὶ τοῦ εἶπε· «νά, εὑρίσκεται ἐκεῖ, μέσα εἰς τὴν σκηνήν».
Γεν. 18,10
εἶπε δέ· ἐπαναστρέφων ἥξω πρὸς σὲ κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον εἰς ὥρας, καὶ ἕξει υἱὸν Σάρρα ἡ γυνή σου. Σάρρα δὲ ἤκουσε πρὸς τῇ θύρᾳ τῆς σκηνῆς, οὖσα ὄπισθεν αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ ὁ ξένος αὐτὸς πρὸς τὸν Ἅβραμ· «ὅταν τὸ ἑπόμενον ἔτος κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἐπιστρέφων ἔλθω πρὸς σέ, ἡ Σάρρα, ἡ σύζυγός σου, θὰ ἔχῃ τέκνον». Ἡ δὲ Σάρρα, εὑρισκομένη εἰς τὴν θύραν τῆς σκηνῆς πίσω ἀπὸ τὸν Ἁβραὰμ ἤκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ξένου.
Τρεμπέλα
Ὁ φιλοξενούμενος τότε τοῦ εἶπε· «ὅταν ἔλθω πρὸς σὲ ἐπιστρέφων κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν σὰν τώρα, ἡ γυναῖκα σου ἡ Σάρρα θὰ ἔχῃ υἱόν». Ἡ Σάρρα ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ φιλοξενουμένου, ἐνῷ εὑρίσκετο εἰς τὴν πόρταν τῆς σκηνῆς πίσω ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ.
Γεν. 18,11
Ἁβραὰμ δὲ καὶ Σάρρα πρεσβύτεροι προβεβηκότες ἡμερῶν, ἐξέλιπε δὲ τῇ Σάρρᾳ γίνεσθαι τὰ γυναικεῖα.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἁβραὰμ καὶ ἡ Σάρρα ἦσαν γέροντες, προχωρημένοι εἰς τὰ χρόνια, εἰς δὲ τὴν Σάρραν ἔπαυσαν πλέον νὰ ὑπάρχουν τὰ συμπτώματα τῆς γονιμότητας.
Τρεμπέλα
Ὁ Ἀβραὰμ δὲ καὶ ἡ Σάρρα ἦσαν γέροντες προχωρημένοι εἰς τὰ χρόνια· εἰς δὲ τὴν Σάρραν εἶχαν παύσει πλέον τὰ γυναικεῖα ἔμμηνα συμπτώματα τῆς γονιμότητος καὶ διὰ τοῦτο δεν ἠμποροῦσε νὰ συλλάβῃ καὶ νὰ τεκνοποίησῃ.
Γεν. 18,12
ἐγέλασε δὲ Σάρρα ἐν ἑαυτῇ, λέγουσα· οὔπω μέν μοι γέγονεν ἕως τοῦ νῦν, ὁ δὲ κύριός μου πρεσβύτερος.
Κολιτσάρα
Ἐγέλασε δὲ ἡ Σάρρα ἀπὸ μέσα της λέγουσα· «μέχρι σήμερα δὲν ἀπέκτησα υἱὸν καὶ θὰ ἀποκτήσω τώρα! Ἄλλωστε ὁ σύζυγός μου εἶναι γέρων».
Τρεμπέλα
Ὅταν ἡ Σάρρα ἄκουσε τὰ ὅσα εἶπεν ὁ φιλοξενούμενος εἰς τὸν Ἀβραάμ, ἐγέλασε μέσα της ἀπὸ ἀπιστίαν καὶ διότι ἐνόμισεν ἀστεῖα τὰ λόγια αὐτὰ καὶ συγχρόνως εἶπε: «Τόσα χρόνια τώρα δὲν μοῦ συνέβη τέτοιο πρᾶγμα· ἕως τώρα δεν ἐγέννησα υἱόν! Καὶ θὰ συμβῇ τοῦτο τώρα, ποὺ ὁ κύριός μου, ὁ σύζυγός μου εἶναι πλέον προχωρημένος εἰς τὰ χρόνια!»
Γεν. 18,13
καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἁβραάμ· τί ὅτι ἐγέλασε Σάρρα ἐν ἑαυτῇ, λέγουσα· ἆρά γε ἀληθῶς τέξομαι; ἐγὼ δὲ γεγήρακα.
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ πρὸς τὸν Ἁβραὰμ ὁ ξένος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ Θεός· «διατί ἐγέλασεν ἡ Σάρρα ἀπὸ μέσα της λέγουσα· Θὰ γεννήσω πράγματι παιδί; Ἐγὼ ἔχω πλέον γηράσει!
Τρεμπέλα
Ὁ Κύριος ὅμώς, ὁ ὁπῖος γνωρίζει τὶς ἀπόκρυφες σκέψεις καὶ διακρίνει τὰ μυστικὰ τῶν ἀνθρώπων, εἶπε πρὸς τὸν Ἀβραάμ· «διατί ἐγέλασεν ἡ Σάρρα μέσα της, διὰ τὸ μήνυμα ποὺ σοῦ ἔφερα, καὶ εἶπε· πράγματι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσω παιδί; Ἐγὼ ἐγήρασα πλέον!»
Γεν. 18,14
μὴ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ ῥῆμα; εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον ἀναστρέψω πρὸς σὲ εἰς ὥρας· καὶ ἔσται τῇ Σάρρᾳ υἱός.
Κολιτσάρα
Μήπως ὑπάρχει τίποτε ἀδύνατον διὰ τὸν Θεόν; Λοιπόν, τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν θὰ ἐπιστρέψω εἰς σέ· καὶ ἡ Σάρρα θὰ ἔχῃ παιδί».
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπρόσθεσεν ὁ Κύριος· «μήπως ὑπάρχει τίποτε ἀδύνατον διὰ τὸν Θεόν;» Ἄκουσε λοιπόν· «θὰ ἐπιστρέψω ὁπωσδήποτε πρὸς σὲ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν σὰν τώρα· καὶ ἡ Σάρρα ἡ γυναῖκα σου θὰ ἔχῃ υἱόν».
Γεν. 18,15
ἠρνήσατο δὲ Σάρρα λέγουσα· οὐκ ἐγέλασα· ἐφοβήθη γάρ. καὶ εἶπεν αὐτῇ· οὐχί, ἀλλὰ ἐγέλασας.
Κολιτσάρα
Ἡ δὲ Σάρρα, ἐπειδὴ ἐφοβήθη, ἠρνήθη λέγουσα· «δὲν ἐγέλασα». Εἶπεν ὅμως πρὸς αὐτὴν ὁ Κύριος· «ὄχι! ἐγέλασες».
Τρεμπέλα
Ὅταν ἡ Σάρρα ἐκατάλαβεν, ὅτι οἱ μυστικὲς σκέψεις της δὲν διέφυγαν τῆς προσοχῆς τοῦ φιλοξενουμένου, ἀρνήθηκε ὅτι ἐσκέφθη τέτοιο πρᾶγμα καὶ εἶπεν· «ὄχι, δὲν ἐγέλασα». Ἀρνήθηκε, διότι ἐφοβήθη καὶ ὁ φόβος της ἔφερε ταραχὴν καὶ σύγχυσιν. Ἀλλὰ ὁ Κύριος τῆς εἶπεν ἐπιτιμητικά· «ὄχι, Σάρρα, δὲν εἶναι ἀλήθεια αὐτό· ἀλλὰ ἐγέλασες».
Γεν. 18,16
Ἐξαναστάντες δὲ ἐκεῖθεν οἱ ἄνδρες κατέβλεψαν ἐπὶ πρόσωπον Σοδόμων καὶ Γομόρρας. Ἁβραὰμ δὲ συνεπορεύετο μετ’ αὐτῶν συμπροπέμπων αὐτούς.
Κολιτσάρα
Οἱ φιλοξενούμενοι τρεῖς ἄνδρες ἠγέρθησαν ἀπὸ τὸ τραπέζι, ἔστρεψαν τὸ πρόσωπόν των πρὸς τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα καὶ ἐπορεύοντο πρὸς αὐτά. Μαζῆ δὲ μὲ αὐτοὺς καὶ προπέμπων αὐτοὺς ἐπορεύετο καὶ ὁ Ἁβραάμ.
Τρεμπέλα
Οἱ τρεῖς φιλοξενούμενοι, ἀφοῦ ἐσηκώθηκαν ἀπὸ τὸ τραπέζι, ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἔστρεψαν τὸ πρόσωπόν των κάτω πρὸς τὰ Σόδομα καὶ τὴν Γομόρραν μὲ θυμὸν καὶ ὀργήν. Ὁ Ἀβραὰμ δὲ ἐπροχωροῦσε μαζί τους καὶ τοὺς προέπεμπε μὲ εὐλάβειαν καὶ ταπείνωσιν.
Γεν. 18,17
ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· οὐ μὴ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ Ἁβραὰμ τοῦ παιδός μου, ἃ ἐγὼ ποιῶ.
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ τότε ὁ Κύριος· «δὲν θὰ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ τὸν Ἁβραάμ, τὸν δοῦλον μου, αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ κάμω.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἔφυγαν οἱ δύο ἀπὸ τοὺς τρεῖς, ὁ ἕνας ποὺ ἔμεινε, δηλαδὴ ὁ Κύριος, ἐσκέφθη καὶ εἶπε: «Δὲν θὰ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ τὸν εὐλαβῆ δοῦλον μου τὸν Ἀβραὰμ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κάμω». Θὰ τοῦ τὰ φανερώσω, διότι
Γεν. 18,18
Ἁβραὰμ δὲ γινόμενος ἔσται εἰς ἔθνος μέγα καὶ πολύ, καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν αὐτῷ πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἁβραὰμ θὰ ἀναδειχθῇ γενάρχης, πατριάρχης μεγάλου καὶ ἰσχυροῦ ἔθνους καὶ δι’ αὐτοῦ θὰ λάβουν τὰς θείας εὐλογίας ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς.
Τρεμπέλα
«ὁ Ἀβραὰμ θὰ γίνῃ ὁπωσδήποτε γενάρχης, Πατριάρχης λαοῦ μεγάλου καὶ ἰσχυροῦ καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ θὰ εὐλογηθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς.
Γεν. 18,19
ᾔδειν γὰρ ὅτι συντάξει τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ καὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ μετ’ αὐτόν, καὶ φυλάξουσι τὰς ὁδοὺς Κυρίου ποιεῖν δικαιοσύνην καὶ κρίσιν, ὅπως ἂν ἐπαγάγῃ Κύριος ἐπὶ Ἁβραὰμ πάντα, ὅσα ἐλάλησε πρὸς αὐτόν.
Κολιτσάρα
Διότι ἐγὼ ἐγνώριζον ἀπ’ ἀρχῆς ὅτι ὁ πιστὸς καὶ ἐνάρετος Ἁβραὰμ θὰ διδάξῃ τὰ τέκνα του, ἐφ’ ὅσον ζῇ, καὶ δι’ αὐτῶν τοὺς ἀπογόνους του ποὺ θὰ γεννηθοῦν ὑστέρα ἀπ’ αὐτόν, νὰ τηροῦν τὰς ἐντολάς τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ ζοῦν δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐφαρμόζουν δικαίαν κρίσιν, διὰ νὰ ἀποστείλῃ ὁ Κύριος εἰς τὸν Ἁβραὰμ καὶ τοὺς ἀπογόνους αὐτοῦ ὅλα ὅσα τοῦ ἔχει ὑποσχεθῆ».
Τρεμπέλα
Θὰ κάμω δὲ τοῦτο, διότι ἐγνώριζα ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ὁ δίκαιος Ἀβραὰμ θὰ καθοδηγήσῃ τὰ παιδιά του καὶ ὅλους, ὅσοι συγκατοικοῦν μαζί του καὶ δι’ αὐτῶν ὅλους τοὺς ἀπογόνους, οἱ ὁποῖοι θὰ προέλθουν ἀπὸ αὐτόν, νὰ φυλάξουν τὰ προστάγματα καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ ζοῦν μὲ δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐφαρμόζουν τὸ ὀρθὸν καὶ ἔτσι ὁ Κύριος θὰ ἐκπληρώσῃ εἰς τὸν Ἀβραὰμ ὅλα, ὅσα τοῦ ὑπεσχέθη».
Γεν. 18,20
εἶπε δὲ Κύριος· κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόρρας πεπλήθυνται πρός με, καὶ αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα.
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ ἐν συνεχείᾳ ὁ Κύριος· «κραυγαὶ πολλαὶ ἀπὸ τὰ Σόδομα καὶ τὴν Γομόρραν ἀνέρχονται πρὸς ἐμέ· αἱ ἁμαρτίαι των εἶναι πάρα πολὺ μεγάλαι.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀμέσως ὁ Κύριος ἀρχίζει τὴν ἀποκάλυψίν του εἰς τὸν Ἀβραάμ, λέγων: «Φωνὲς πολλὲς καὶ μεγάλες· κραυγὲς δυνατές, ἀγωνιώδεις ἀνεβαίνουν εἰς τὸν οὐρανὸν πρὸς ἐμὲ ἀπὸ τὰ Σόδομα καὶ τὴν Γομόρραν· εἶναι οἱ κραυγὲς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς μεγάλες καὶ πολλὲς ἀδικίες των. Οἱ ἁμαρτίες τῶν κατοίκων τῶν δύο αὐτῶν πόλεων εἶναι τόσον μεγάλες, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὶς βαστάσῃ πλέον ἡ μακροθυμία μου.
Γεν. 18,21
καταβὰς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με συντελοῦνται, εἰ δὲ μή, ἵνα γνῶ.
Κολιτσάρα
Θὰ καταβῶ, λοιπόν, ἐκεῖ, διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν πράγματι αἱ ἁμαρτίαι των εἶναι ὅπως αἱ κραυγαὶ ποὺ ἀνέρχονται πρὸς ἐμὲ ἢ ὄχι. Ὁπωσδήποτε θέλω νὰ μάθω»!
Τρεμπέλα
Πρέπει λοιπὸν νὰ κατέβω ἐκεῖ διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν οἱ ἁμαρτίες των γίνωνται πράγματι, ὅπως ἀκριβῶς ἀνεβαίνουν πρὸς ἐμὲ οἱ θρηνητικὲς κραυγὲς τῶν ἀδικουμένων ἢ ὄχι. Θέλω νὰ πληροφορηθῶ, νὰ μάθω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἐάν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πράττουν τόσες παρανομίες».
Γεν. 18,22
καὶ ἀποστρέψαντες ἐκεῖθεν οἱ ἄνδρες ἦλθον εἰς Σόδομα. Ἁβραὰμ δὲ ἔτι ἦν ἑστηκὼς ἐναντίον Κυρίου.
Κολιτσάρα
Δύο δὲ ἀπὸ τοὺς ξένους αὐτοὺς ἄνδρας ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἦλθαν εἰς τὰ Σόδομα. Ὁ Ἁβραὰμ ἦτο ὄρθιος ἐκεῖ πλησίον τοῦ Κυρίου.
Τρεμπέλα
Καὶ οἱ δύο ἀπὸ τοὺς τρεῖς φιλοξενουμένους τοῦ Ἀβραὰμ ἐπροχώρησαν πρὸς τὰ Σόδομα καὶ ἔφθασαν ἐκεῖ. Ὁ Ἀβραὰμ δὲ συνέχιζε νὰ στέκεται ὄρθιος ἐμπρὸς εἰς τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος ἔμεινε μαζὶ μὲ τὸν εὐσεβῆ δοῦλον του.
Γεν. 18,23
καὶ ἐγγίσας Ἁβραὰμ εἶπε· μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής;
Κολιτσάρα
Ἐπλησίασε τὸν Κύριον καὶ τοῦ εἶπε· «θὰ κατάστρεψῃς τάχα τὸν δίκαιον μαζῆ μὲ τὸν ἀσεβῆ καὶ θὰ εἶναι ὁ δίκαιος εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ὅπως καὶ ὁ ἀσεβής;
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἀβραάμ, ἀφοῦ ἐπλησίασε τὸν Κύριον, εἶπε: «Εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρέψῃς τὸν δίκαιον μαζὶ μὲ τὸν ἀσεβῆ καὶ θὰ εἶναι λοιπὸν ὁ δίκαιος εἰς τὴν ἰδίαν μοῖραν μὲ τὸν ἀσεβῆ;
Γεν. 18,24
ἐὰν ὦσι πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀπολεῖς αὐτούς; οὐκ ἀνήσεις πάντα τὸν τόπον ἕνεκεν τῶν πεντήκοντα δικαίων, ἐὰν ὦσιν ἐν αὐτῇ;
Κολιτσάρα
Ἐὰν εὑρίσκωνται πενῆντα δίκαιοι εἰς τὴν πόλιν αὐτήν, θὰ καταστρέψῃς καὶ αὐτοὺς μαζῆ μὲ τοὺς πονηρούς; Δὲν θὰ ἀφήσῃς ἄθικτον ὅλην τὴν πόλιν ἕνεκα τῶν πεντήκοντα αὐτῶν δικαίων, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκωνται εἰς αὐτήν;
Τρεμπέλα
Ἐὰν εὑρίσκωνται εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν πενήντα δίκαιοι, θὰ τοὺς καταστρέψῃς μαζὶ μὲ τοὺς ἀσεβεῖς; Δὲν θὰ ἀφήσῃς ἀτιμώρητον ὅλην τὴν πόλιν ἕνεκα τῶν πενήντα δικαίων, ἐὰν αὐτοὶ ζοῦν εἰς τὴν πόλιν αὐτήν;
Γεν. 18,25
μηδαμῶς σὺ ποιήσεις ὡς τὸ ῥῆμα τοῦτο, τοῦ ἀποκτεῖναι δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής. μηδαμῶς· ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν, οὐ ποιήσεις κρίσιν;
Κολιτσάρα
Ποτὲ σὺ ὁ δίκαιος Θεὸς δὲν θὰ κάμῃς κάτι τέτοιο, νὰ φονεύσῃς δηλαδὴ τὸν δίκαιον μαζῆ μὲ τὸν ἀσεβῆ, ὥστε νὰ ἔχῃ ὁ δίκαιος τὴν αὐτὴν τύχην μὲ τὸν ἀσεβῆ. Ποτὲ δὲν θὰ κάμῃς κάτι τέτοιο. Λοιπόν, σὺ ὁ δίκαιος κριτὴς ὅλης τῆς οἰκουμένης δὲν θὰ κάμῃς καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δικαίαν κρίσιν;»
Τρεμπέλα
Οὐδέποτε σὺ ὁ Θεὸς θὰ κάμῃς κάτι τέτοιο· ποτὲ δηλαδὴ δὲν θὰ φονεύσῃς τὸν δίκαιον μαζὶ μὲ τὸν ἀσεβῆ· εἶναι ἀδύνατον σὺ ὁ δίκαιος νὰ ἐξισώσῃς δίκαιον καὶ ἀσεβῆ καὶ νὰ συμπεριφερθῇς πρὸς αὐτοὺς μὲ τὸν ἴδιον τρόπον· οὐδέποτε θὰ κάμῃς κάτι τέτοιο. Σύ, ὁ ὁποῖος εἶσαι ὁ δίκαιος κριτὴς ὅλου τοο κόσμου, δὲν θὰ ἐφαρμόσῆς καὶ ἐδῶ δικαιοσύνην;»
Γεν. 18,26
εἶπε δὲ Κύριος· ἐὰν ὦσιν ἐν Σοδόμοις πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀφήσω ὅλην τὴν πόλιν καὶ πάντα τὸν τόπον δι’ αὐτούς.
Κολιτσάρα
Ἀπήντησεν ὁ Κύριος· «ἐὰν ὑπάρχουν εἰς τὴν πόλιν τῶν Σοδόμων πενῆντα δίκαιοι, ἐγὼ χάριν αὐτῶν θὰ ἀφήσω ἄθικτον ὅλην τὴν πόλιν καὶ τὴν περιοχὴν αὐτῆς».
Τρεμπέλα
Ὁ φιλάνθρωπος Κύριος ἐσυμφώνησε μὲ τὴν παράκλησιν τοῦ Πατριάρχου καὶ τοῦ ἀπάντησε· «δέχομαι τὴν ἱκεσίαν σου· ἐὰν εὑρίσκωνται εἰς τὰ Σόδομα πενήντα δίκαιοι, δὲν θὰ καταστρέψω ὁλόκληρον τὴν πόλιν καὶ ὅλον τὸν τόπον ἐκεῖνον πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν ὀλίγων δικαίων».
Γεν. 18,27
καὶ ἀποκριθεὶς Ἁβραὰμ εἶπε· νῦν ἠρξάμην λαλῆσαι πρὸς τὸν Κύριόν μου, ἐγὼ δέ εἰμι γῆ καὶ σποδός·
Κολιτσάρα
Λαβὼν τὸν λόγον καὶ πάλιν ὁ Ἁβραὰμ εἶπε· «ἔχω ἤδη ἀρχίσει νὰ ὁμιλῶ πρὸς τὸν Κύριον, ἂν καὶ ἐγὼ εἶμαι χῶμα καὶ στάκτη. Ἐπίτρεψέ μου νὰ ἐρωτήσω καὶ πάλιν.
Τρεμπέλα
Ὁ Ἀβραάμ, ἀφοῦ ἐπῆρε θάρρος καὶ ἐγνώρισε τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ, ὑπέβαλε μὲ ταπείνωσιν καὶ συστολὴν δευτέραν παράκλησιν καὶ εἶπε: «Τώρα ἄρχισα νὰ ὁμιλῶ πρὸς τὸν Κύριόν μου· τολμῶ δὲ νὰ ὁμιλῶ, ἂν καὶ εἶμαι ἐμπρός σου ὡσὰν τὸ χῶμα, ποὺ πατοῦμεν· ὡσὰν τὴν στάχτην, ποὺ τὴν πετοῦν οἱ ἄνθρωποι ὡς ἄχρηστον πρᾶγμα.
Γεν. 18,28
ἐὰν δὲ ἐλαττονωθῶσιν οἱ πεντήκοντα δίκαιοι εἰς τεσσαρακονταπέντε, ἀπολεῖς ἕνεκεν τῶν πέντε πᾶσαν τὴν πόλιν; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ τεσσαρακονταπέντε.
Κολιτσάρα
Ἐὰν ἐλαττωθοῦν οἱ πενῆντα δίκαιοι εἰς σαράντα πέντε, ἕνεκα τῶν πέντε δικαίων ποὺ θὰ λείπουν, θὰ καταστρέψῃς τὴν πόλιν;» Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «δὲν θὰ τὴν καταστρέψω, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ σαράντα πέντε δικαίους».
Τρεμπέλα
Ἐὰν ὀλιγοστεύσουν οἱ πενήντα δίκαιοι κατὰ πέντε καὶ εὑρεθοῦν εἰς τὴν πόλιν τῶν Σοδόμων σαράντα πέντε δίκαιοι, θὰ καταστρέψῃς ὁλόκληρον τὴν πόλιν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως αὐτῶν τῶν πέντε δικαίων;» Καὶ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἀπάντησεν εἰς τὸν Ἀβραάμ· «ὄχι· δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν, ἐὰν εὕρω εἰς αὐτὴν σαράντα πέντε δικαίους».
Γεν. 18,29
καὶ προσέθηκεν ἔτι λαλῆσαι πρὸς αὐτόν, καὶ εἶπεν· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τεσσαράκοντα; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν τεσσαράκοντα.
Κολιτσάρα
Ἐτόλμησεν ὁ Ἁβραὰμ νὰ ὁμιλήσῃ ἀκόμη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπε· «ἐὰν εὐρεθοῦν ἐκεῖ σαράντα δίκαιοι, θὰ καταστρέψῃς τὴν πόλιν;» Ἀπήντησεν ὁ Θεός· «δὲν θὰ τὴν καταστρέψω ἔνεκα τῶν τεσισαράκοντα δικαίων».
Τρεμπέλα
Ὁ δίκαιος Πατριάρχης ἐτόλμησε νὰ ὁμιλήσῃ πάλιν πρὸς τὸν Κύριον τοῦ οὐρανοῦ καὶ δειλά - δειλὰ εἶπεν· «ἐὰν δὲ εὐρεθοῦν ἐκεῖ εἰς τὰ Σόδομα σαράντα δίκαιοι, θὰ καταστρέψῃς τὴν πόλιν;» Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἀπάντησε· «δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ σαράντα δικαίους· πρὸς χάριν των δὲν θὰ τὴν τιμωρήσω».
Γεν. 18,30
καὶ εἶπε· μή τι κύριε, ἐὰν λαλήσω; ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τριάκοντα; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν τριάκοντα.
Κολιτσάρα
Εἶπεν ἀκόμη ὁ Ἁβραάμ· «μήπως, Κύριε, θὰ ὀργισθῇς, ἐὰν καὶ πάλιν ὁμιλήσω; Ἐὰν εὐρεθοῦν ἐκεῖ τριάκοντα δίκαιοι;» Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν τριάκοντα δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν».
Τρεμπέλα
Ὁ δίκαιος Ἀβραάμ, ὡσὰν νὰ ἔνοιωσε ἐντροπὴν διὰ τὴν πολλὴν μακροθυμίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπειδὴ ἐφοβήθη μήπως δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἀσεβεῖ καὶ παρακαλεῖ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι πρέπει, εἶπε: «Μήπως θυμώσῃς, Κύριε, ἐὰν ὁμιλήσω καὶ πάλιν; Ἐὰν εὐρεθοῦν ἔτσι τριάντα δίκαιοι;» Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἀπάντησεν· «ὅχι· δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν, ἐὰν εὐρεθοῦν ἐκεῖ τριάντα· πρὸς χάριν τῶν τριάντα δικαίων δὲν θὰ τὴν ἐξολοθρεύσω».
Γεν. 18,31
καὶ εἶπεν· ἐπειδὴ ἔχω λαλῆσαι πρὸς τὸν κύριον· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ εἴκοσι; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ εἴκοσι.
Κολιτσάρα
Εἶπε πάλιν ὁ Ἁβραάμ· «Ἂς μὲ συγχωρήσᾳ ὁ Κύριος ἐπειδὴ ἔχω ἀκόμη κάτι νὰ ἐρωτήσω αὐτόν. Ἐὰν εὑρεθοῦν ἐκεῖ εἴκοσι;» Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «Καὶ εἴκοσι ἐὰν εὕρω ἐκεῖ, δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν».
Τρεμπέλα
Ἀλλ’ ὁ Ἀβραάμ, παρακινούμενος ἀπὸ μεγάλην φιλοστοργίαν, συνέχισε τὴν παράκλησίν του μὲ ἐπιμόνην καὶ εἶπεν· «ἐπειδὴ ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὁμιλησω καὶ πάλιν πρὸς τὸν Κύριόν μου, τολμῶ καὶ τὸν ἐρωτῶ· ἐὰν εὐρεθοῦν ἐκεῖ εἴκοσι δίκαιοι;» Καὶ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς συγκαταβαίνων πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἐναρέτου δούλου του ἀπάντησεν· «ὄχι· δεν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν, ἐὰν εὕρω εἰς αὐτὴν εἴκοσι δικαίους· πρὸς χάριν των δὲν θὰ τὴν ἐξολοθρεύσω».
Γεν. 18,32
καὶ εἶπε· μήτι κύριε, ἐὰν λαλήσω ἔτι ἅπαξ· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ δέκα; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν δέκα.
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ ὁ Ἁβραάμ· «Μήπως Κύριε, θὰ ὀργισθῇς ἐναντίον μου ἐὰν ὑποβάλω μίαν ἀκόμη ἐρώτησιν; Ἐὰν εὐρεθοῦν ἐκεῖ δέκα;» Ἀπήντησεν ὁ Θεός· «δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν δέκα».
Τρεμπέλα
Ὁ δίκαιος Ἀβραάμ, βλέπων τὸν πλοῦτον τῆς θείας συγκαταβάσεως καὶ φιλανθρωπίας, εἶπε πάλιν: «Μήπως θυμώσῃς, Κύριε, ἐὰν ὁμιλήσω ἀκόμη μίαν φοράν; Μήπως κάμνω κάτι ἄξιον κατακρίσεως, ἐὰν ὁμιλήσω ἀκόμη μίαν φοράν; Καὶ ἐὰν εὑρεθοῦν ἐκεῖ δέκα δίκαιοι;» Καὶ ὁ μακρόθυμος Θεὸς τοῦ ἀπάντησεν· «ὄχι· δεν θὰ καταστρέφω τὴν πόλιν πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν δέκα δικαίων».
Γεν. 18,33
ἀπῆλθε δὲ ὁ Κύριος, ὡς ἐπαύσατο λαλῶν τῷ Ἁβραάμ, καὶ Ἁβραὰμ ἀπέστρεψεν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ἔπαυσε πλέον νὰ ὁμιλῇ ὁ Ἁβραάμ, ἀνεχώρησεν ὁ Θεός· καὶ ὁ Ἁβραὰμ ἐπανῆλθεν εἰς τὸν τόπον του.
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν ἔπαυσεν ὁ Κύριος νὰ συνομιλῇ με τὸν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἐσιώπησε πλέον, ἀνεχώρησε. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν τόπον, ὅπου εὑρίσκετο ἡ σκηνή του. Ἐκαθησεν ἥσυχος καὶ ἐπερίμενε νὰ ἴδῃ τί θὰ ἀπογίνῃ.