Γένεσις 24
Γεν. 24,1
Καὶ Ἁβραὰμ ἦν πρεσβύτερος προβεβηκὼς ἡμερῶν, καὶ ὁ Κύριος ηὐλόγησε τὸν Ἁβραὰμ κατὰ πάντα.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἁβραὰμ ἦτο πλέον γέρων, προχωρημένος πολὺ εἰς τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς του. Ὁ δὲ Κύριος ηὐλόγησε τὸν Ἁβραὰμ εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν καὶ εἰς ὅλα του τὰ ἔργα.
Τρεμπέλα
Ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ἤδη γέροντας, προχωρημένος πολὺ εἰς τὴν ἡλικίαν. Ὁ δὲ Θεὸς εὐλόγησε τὸν Ἀβραὰμ εἰς ὅλα τὰ ὑπάρχοντα καὶ εἰς ὅλα τὰ ἔργα του.
Γεν. 24,2
καὶ εἶπεν Ἁβραὰμ τῷ παιδὶ αὐτοῦ τῷ πρεσβυτέρῳ τῆς οἰκίας αὐτοῦ τῷ ἄρχοντι πάντων τῶν αὐτοῦ· θὲς τὴν χεῖρά σου ὑπὸ τὸν μηρόν μου,
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ Ἁβραὰμ εἰς τὸν Ἐλιέζερ, τὸν μεγαλύτερον κατὰ τὴν ἡλικίαν δοῦλον τῆς οἰκογενείας του, τὸν ἐπιστάτην ὅλων τῶν ἄλλων δούλων· «βάλε τὴν χεῖρα σου ὑπὸ τὸν μηρόν μου·
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἐκάλεσε τὸν μεγαλύτερον κατὰ τὴν ἡλικίαν ὑπηρέτην του, ἐκεῖνον ποὺ ἦταν προϊστάμενος καὶ ἐπιστάτης ὅλων τῶν ὑπαρχόντων καὶ τῶν ὀπηρετών του, δηλαδὴ τὸν πλέον ἔμπιστον ἀπὸ τοὺς δούλους του, καὶ τοῦ εἶπε: «Βάλε τὸ χέρι σου κάτω ἀπὸ τὸν μηρόν μου.
Γεν. 24,3
καὶ ἐξορκιῶ σε Κύριον τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸν Θεὸν τῆς γῆς, ἵνα μὴ λάβῃς γυναῖκα τῷ υἱῷ μου Ἰσαὰκ ἀπὸ τῶν θυγατέρων τῶν Χαναναίων, μεθ’ ὧν ἐγὼ οἰκῶ ἐν αὐτοῖς,
Κολιτσάρα
σὲ ἐξορκίζω ἐνώπιον Κυρίου, τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, νὰ μὴ λάβῃς διὰ τὸν υἱόν μου τὸν Ἰσαὰκ σύζυγον ἀπὸ τὰς θυγατέρας τῶν κατοίκων Χαναάν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐγὼ μέχρι σήμερον ζῶ,
Τρεμπέλα
Σὲ ἐξορκίζω εἰς τὸν Κύριον, τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸν Θεὸν τῆς γῆς, δηλαδὴ τὸν δημιουργὸν καὶ έξουσιαστὴν ὅλης τῆς κτίσεως, νὰ μὴ πάρῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου Ἰσαὰκ ἀπὸ τὶς θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς Χαναάν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἑγὼ κατοικῶ,
Γεν. 24,4
ἀλλ’ ἢ εἰς τὴν γῆν μου, οὗ ἐγεννήθην, πορεύσῃ καὶ εἰς τὴν φυλήν μου καὶ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου Ἰσαὰκ ἐκεῖθεν.
Κολιτσάρα
ἀλλὰ ἀπὸ τὴν χώραν τῆς καταγωγῆς μου, ὅπου ἐγὼ ἐγεννήθην. Θὰ ὑπάγῃς ἐκεῖ εἰς τὴν φυλήν μου καὶ ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ συγγενεῖς μου θὰ ἐκλέξῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου τὸν Ἰσαάκ»
Τρεμπέλα
ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα μου, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω γεννηθῇ. Θὰ ὑπάγῃς ἐκεῖ εἰς τὴν φυλήν μου καὶ ἀπὸ αὐτὴν θὰ ἐκλέξῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου Ἰσαάκ».
Γεν. 24,5
εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ παῖς· μή ποτε οὐ βούληται ἡ γυνὴ πορευθῆναι μετ’ ἐμοῦ ὀπίσω εἰς τὴν γῆν ταύτην· ἀποστρέψω τὸν υἱόν σου εἰς τὴν γῆν, ὅθεν ἐξῆλθες ἐκεῖθεν;
Κολιτσάρα
Ἠρώτησεε δὲ αὐτὸν ὁ Ἐλιέζερ, ὁ δοῦλος· «ἐὰν τυχὸν ἡ γυναίκα, ποὺ θὰ ἐκλέξω ὡς σύζυγον τοῦ Ἰσαάκ, δὲν θελήσῃ νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν, θὰ ὁδηγήσω τὸν υἱόν σου εἰς τὸν τόπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον σὺ ἀνεχώρησες καὶ ἦλθες;»
Τρεμπέλα
Εἶπε δὲ πρὸς τὸν Ἀβραὰμ ὁ ἔμπιστος δοῦλος του· «ἐὰν τυχὸν ἡ γυναῖκα, ποὺ θὰ εὕρω, δὲν θελήσῃ νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν χώραν αὐτήν, μήπως τότε θέλεις νὰ ὁδηγήσω τὸν υἱόν σου εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔφυγες καὶ ἦλθες ἐδῶ, ὥστε να ἐπιστρέψῃ μαζί της ἐκεῖνος;
Γεν. 24,6
εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν Ἁβραάμ· πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἀποστρέψῃς τὸν υἱόν μου ἐκεῖ.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἁβραὰμ τοῦ ἀπήντησε· «πρόσεξε πολὺ καὶ βάλε το μέσα εἰς τὸν νοῦν σου· μὴ ἐπαναφέρῃς ἐκεῖ τὸν υἱόν μου,
Τρεμπέλα
Ὁ Ἀβραὰμ ὅμως τοῦ ἀπάντησε: «Ἆ, ὄχι· προσεξε πολὺ καὶ βάλε το καλὰ εἰς τὸν νοῦν σου, νὰ μὴ πάρῃς κοντά σου τὸν Ἰσαάκ· ὁ υἱός μου δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ.
Γεν. 24,7
Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὁ Θεὸς τῆς γῆς, ὃς ἔλαβέ με ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός μου καὶ ἐκ τῆς γῆς, ἧς ἐγεννήθην, ὃς ἐλάλησέ μοι καὶ ὃς ὤμοσέ μοι λέγων· σοὶ δώσω τὴν γῆν ταύτην καὶ τῷ σπέρματί σου, αὐτὸς ἀποστελεῖ τὸν ἄγγελον αὐτοῦ ἔμπροσθέν σου. καὶ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου ἐκεῖθεν.
Κολιτσάρα
διότι ὁ Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπῆρε ἀπὸ τὸν πατρικόν μου οἶκον καὶ ἀπὸ τὴν γῆν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθην, καὶ μὲ ἔφερεν ἐδῶ, αὐτὸς μοῦ εἶπε καὶ μοῦ ὡρκίσθη λέγων· Εἰς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου θὰ δώσω τὴν χώραν αὐτήν. Αὐτός, λοιπόν, ὁ Θεὸς θὰ στείλῃ ἐνώπιόν σου ἄγγελον ὁδηγὸν καὶ θὰ σὲ βοηθήσῃ νὰ ἐκλέξῃς ἀπὸ ἐκεῖ σύζυγον διὰ τὸν υἱόν μου.
Τρεμπέλα
Διότι ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὁ Θεὸς τῆς γῆς, δηλαδὴ ὁ δημιουργὸς καὶ ἐξουσιαστὴς ὅλης τῆς κτίσεως, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπῆρε ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου καὶ ἀπὸ τὴν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω γεννηθῇ, καὶ μὲ ἔφερεν ἐδῶ, μοῦ εἶπε καὶ μὲ ἐβεβαίωσε μὲ ὅρκον λέγων· «εἰς σὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου θὰ δώσω τὴν χώραν αὐτήν». Ὁ ἴδιος αὐτὸς Θεὸς θὰ στείλῃ τὸν ἄγγελόν του ὡς ὁδηγόν σου · αὐτὸς θὰ σὲ βοηθήσῃ ὥστε νὰ εὕρῃς καὶ νὰ πάρῃς ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου Ἰσαάκ,
Γεν. 24,8
ἐὰν δὲ μὴ θέλῃ ἡ γυνὴ πορευθῆναι μετὰ σοῦ εἰς τὴν γῆν ταύτην, καθαρὸς ἔσῃ ἀπὸ τοῦ ὅρκου μου· μόνον τὸν υἱόν μου μὴ ἀποστρέψῃς ἐκεῖ.
Κολιτσάρα
Ἐὰν δὲ καὶ δὲν θελήσῃ ἡ γυναῖκα νὰ ἔλθῃ μαζῆ σου εἰς τὴν χώραν αὐτήν, εἶσαι ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὸν ὅρκον, εἰς τὸν ὁποῖον σὲ ὑπέβαλα. Ἡ μόνη σου ὑποχρέωσις εἶναι, νὰ μὴ ὁδηγήσῃς τὸν υἱόν μου ἐκεῖ».
Τρεμπέλα
Ἐὰν ὅμως συμβῇ νὰ μὴ θέλῃ ἡ γυναῖκα ποὺ θὰ εὕρης καὶ φέρῃ ἀντίρρησιν εἰς τὸ νὰ ἔλθῃ μαζί σου εἰς τὴν χώραν αὐτήν, σὺ δὲν θὰ ἔχῃς εὐθύνην καὶ θὰ εἶσαι ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὸν ὅρκον, ποὺ σὲ ὁρκίζω, Μόνον πρόσεξε πολὺ καλὰ νὰ μὴ ὁδηγήσῃς ἐκεῖ τὸν υἱόν μου Ἰσαάκ».
Γεν. 24,9
καὶ ἔθηκεν ὁ παῖς τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὑπὸ τὸν μηρὸν Ἁβραὰμ τοῦ κυρίου αὐτοῦ καὶ ὤμοσεν αὐτῷ περὶ τοῦ ῥήματος τούτου.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἐλιέζερ, ὁ δοῦλος, ἔθεσε τὴν χεῖρα αὐτοῦ κάτω ἀπὸ τὸν μηρὸν τοῦ Ἁβραάμ, τοῦ κυρίου του, καὶ τοῦ ὡρκίσθη ὅτι θὰ συμμορφωθῆ μὲ τὴν ἐντολήν του.
Τρεμπέλα
Τότε ὁ ἔμπιστος δοῦλος ἔβαλε τὸ χέρι του κάτω ἀπὸ τὸν μηρὸν τοῦ κυρίου τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὡρκίσθη, ὅτι θὰ συμμορφωθῶ ἀπολύτως καὶ θὰ ἐκτελέσῃ πιστῶς ὅσα τοῦ εἶπεν ὁ κύριός του.
Γεν. 24,10
Καὶ ἔλαβεν ὁ παῖς δέκα καμήλους ἀπὸ τῶν καμήλων τοῦ κυρίου αὐτοῦ καὶ ἀπὸ πάντων τῶν ἀγαθῶν τοῦ κυρίου αὐτοῦ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ ἀναστὰς ἐπορεύθη εἰς τὴν Μεσοποταμίαν εἰς τὴν πόλιν Ναχώρ.
Κολιτσάρα
Ἐπῆρε, λοιπόν, δέκα καμήλους ἀπὸ τὰς καμήλους τοῦ κυρίου του, ἐπῆρεν ἀκόμη μαζῆ του ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχεν ὁ κύριός του καὶ ἐξεκίνησε διὰ τὴν Μεσοποταμίαν, διὰ τὴν πόλιν τοῦ Μαχώρ, τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἁβραάμ.
Τρεμπέλα
Ὁ ἔμπιστος δοῦλος τοῦ Ἀβραάμ, ἀφοῦ ἐπῆρε δέκα καμῆλες ἀπὸ ἐκεῖνες, ποὺ εἶχεν ὁ κύριός του καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ κυρίου του μαζί του, ἐξεκίνησε καὶ ἐπῆγε εἰς τὴν βόρειον Μεσοποταμίαν, εἰς τὴν πόλιν Ναχὼρ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἀβραὰμ (ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Ναχώρ).
Γεν. 24,11
καὶ ἐκοίμισε τὰς καμήλους ἔξω τῆς πόλεως παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ ὕδατος τὸ πρὸς ὀψέ, ἡνίκα ἐκπορεύονται αἱ ὑδρευόμεναι.
Κολιτσάρα
Ὅταν, ἀπὸ ταξίδιον ἡμερῶν, ἐπλησίασε κατὰ τὴν ἑσπέραν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, ἀφῆκεν ἐκεῖ κοντὰ εἰς τὸ φρέαρ νὰ κατακλιθοῦν αἱ κάμηλοι, τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξέρχονται συνήθως ἀπὸ τὴν πόλιν αἱ γυναῖκες, διὰ νὰ ἀντλήσουν νερό.
Τρεμπέλα
Ὅταν, ὕστερα ἀπὸ ταξίδι 900 περίπου χιλιομέτρων ἔφθασε κατὰ τὸ βράδυ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, ἀφῆκε τὶς καμῆλες νὰ γονατίσουν διὰ νὰ ἀναπαυθοῦν κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι, τὴν ὥραν ποὺ αἱ γυναῖκες συνηθίζουν νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὴν Ναχώρ, διὰ νὰ πάρουν νερό.
Γεν. 24,12
καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, εὐόδωσον ἐναντίον ἐμοῦ σήμερον καὶ ποίησον ἔλεος μετὰ τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ.
Κολιτσάρα
Προσηυχήθη δὲ ἐκεῖ πρὸς τὸν Θεὸν ὁ Ἐλιέζερ καὶ εἶπε· «Κύριε, σὺ ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου τοῦ Ἁβραάμ, δῶσε καλὴν ἔκβασιν καὶ ἐπιτυχίαν σήμερον εἰς τὰς ἐνεργείας μου καὶ κάμε τὸ ἔλεός σου πρὸς τὸν κύριόν μου τὸν Ἁβραάμ.
Τρεμπέλα
Ἐκεῖ ὁ πιστὸς δοῦλος προσηυχήθη καὶ εἶπε: «Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἀβραάμ, σὺ ὁ ὁποῖος τόσον πολὺ ἔχεις εὐεργετήσει τὸν κύριόν μου, κατευόδωσε σήμερα τὶς ἐνεργειές μου καὶ δεῖξε τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν κύριόν μου Ἀβραάμ· κάμε νὰ ἐπιτύχῃ ἡ ἀποστολή μου καὶ νὰ ἐκπληρωθοῦν ὅλα, ὅσα ὁ εὐσεβὴς κύριός μου Ἀβραὰμ νομίζει καλά· κάμε ὥστε νὰ προχωρήσουν ὅλα εὐνοϊκὰ σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν του.
Γεν. 24,13
ἰδοὺ ἐγὼ ἕστηκα ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος, αἱ δὲ θυγατέρες τῶν οἰκούντων τὴν πόλιν ἐκπορεύονται ἀντλῆσαι ὕδωρ,
Κολιτσάρα
Ἰδοὺ ἐγὼ εὑρίσκομαι κοντὰ εἰς τὴν πηγὴν αὐτὴν τοῦ ὕδατος. Αἱ θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς πόλεως αὐτῆς ἐξέρχονται πρὸς τὰ ἐδῶ διὰ νὰ ἀντλήσουν νερό.
Τρεμπέλα
Νά, Κύριε, ἐγὼ στέκομαι ἐδῶ κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι· καὶ οἱ θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς πόλεως αὐτῆς βγαίνουν ἔξω ἀπὸ τὴν Ναχὼρ καὶ ἔρχονται διὰ νὰ ἀντλήσουν νερό· δεῖξε μου ποίαν νὰ διαλέξω ἀπὸ αὐτὲς ὡς σύζυγον τοῦ Ἰσαάκ.
Γεν. 24,14
καὶ ἔσται ἡ παρθένος, ᾗ ἂν ἐγὼ εἴπω, ἐπίκλινον τὴν ὑδρίαν σου, ἵνα πίω, καὶ εἴπῃ μοι, πίε σύ, καὶ τὰς καμήλους σου ποτιῶ, ἕως ἂν παύσωνται πίνουσαι, ταύτην ἡτοίμασας τῷ παιδί σου τῷ Ἰσαάκ, καὶ ἐν τούτῳ γνώσομαι ὅτι ἐποίησας ἔλεος μετὰ τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ.
Κολιτσάρα
Δῶσε, Κύριε, ὥστε ἡ παρθένος, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ εἴπω «γῦρε τὴν στάμναν σου διὰ νὰ πίω νερό» καὶ ἐκείνη θὰ μοῦ πῇ «πίε καὶ σὺ καὶ θὰ ποτίσω τὰς καμήλους σου μέχρις ὅτου χορτάσουν καὶ παύσουν πλέον νὰ πίνουν», ὥστε, ὥστε αὐτὴ νὰ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σὺ ἔχεις προορίσει ὡς σύζυγον διὰ τὸν δοῦλόν σου Ἰσαάκ. Μὲ τὸν τρόπον δὲ αὐτὸν θὰ καταλάβω καὶ ἐγώ, ὅτι ἔκαμες τὸ ἔλεός σου πρὸς τὸν κύριόν μου τὸν Ἀβραὰμ καὶ ἐξεπλήρωσες τὴν ἐπιθυμίαν του».
Τρεμπέλα
Ἡ κόρη ἐκείνη, ποὺ θὰ ἔλθῃ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ εἴπω, «χαμήλωσε καὶ γεῖρε τὴν στάμναν σου, διὰ να πιῶ νερό», καὶ ἡ ὁποία θὰ μοῦ προτείνῃ τὴν στάμναν καὶ θὰ μοῦ ἀπαντήση· «νά, πιὲς καὶ σὺ καὶ ἐγὼ θὰ ποτίσω καὶ τὶς καμῆλες σου μέχρις ὅτου χορτάσουν καὶ σταματήσουν νὰ πίνουν», ἡ κόρη αὐτὴ θὰ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔχεις προορίσει καὶ ἔχεις ἑτοιμάσει διὰ νὰ γίνῃ σύζυγος τοῦ δούλου σοῦ Ἰσαάκ. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ ἐννοήσω, ὅτι ἐξεπλήρωσες τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κυρίου μου Ἀβραὰμ διὰ τὴν ἐκλογὴν συζύγου τοῦ Ἰσαάκ».
Γεν. 24,15
καὶ ἐγένετο πρὸ τοῦ συντελέσαι αὐτὸν λαλοῦντα ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ Ῥεβέκκα ἐξεπορεύετο ἡ τεχθεῖσα Βαθουήλ, υἱῷ Μελχὰς τῆς γυναικὸς Ναχώρ, ἀδελφοῦ δὲ Ἁβραάμ, ἔχουσα τὴν ὑδρίαν ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῆς.
Κολιτσάρα
Πρὶν ἀκόμη τελείωσῃ ὁ Ἐλιέζερ τὴν νοερὰν αὐτὴν προσευχήν του πρὸς τὸν Θεόν, ἰδοὺ ἐξήρχετο ἀπὸ τὴν πόλιν ἡ Ρεβέκκα, ἡ κόρη τοῦ Βαθουήλ, υἱοῦ τῆς Μελχᾶς, συζύγου τοῦ Ναχώρ, τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἁβραάμ. Ἔφερε δὲ ἐπάνω εἰς τὸν ὦμόν της τὴν στάμναν.
Τρεμπέλα
Δεν εἶχεν ἀκόμη τελειώσει ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ τὴν προσευχήν, ποὺ ἀπηύθυνε μυστικῶς καὶ νοερῶς εἰς τὸν Θεόν, καὶ νά· ἔβγαινε ἀπὸ τὴν πόλιν ἡ Ρεβέκκα, ἡ κόρη τοῦ Βαθουήλ, ὁ ὁποῖος ἦταν υἱὸς τῆς Μελχά, τῆς συζύγου τοῦ Ναχώρ, ἀδελφοῦ τοῦ Ἀβραάμ· ἡ Ρεβέκκα ἔβγαινε ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ ἐκρατοῦσε τὴν στάμναν εἰς τοὺς ὤμους της.
Γεν. 24,16
ἡ δὲ παρθένος ἦν καλὴ τῇ ὄψει σφόδρα· παρθένος ἦν, ἀνὴρ οὐκ ἔγνω αὐτήν. καταβᾶσα δὲ ἐπὶ τὴν πηγὴν ἔπλησε τὴν ὑδρίαν αὐτῆς καὶ ἀνέβη.
Κολιτσάρα
Ἡ παρθένος αὐτὴ ἦτο ἐξαιρετικῶς ὡραία. Ἦτο παρθένος καὶ κανεὶς ἀνὴρ δὲν εἶχεν ἔλθει εἰς ἐπαφὴν μὲ αὐτήν. Κατέβηκε εἰς τὴν πηγήν, ἐγέμισε τὴν στάμναν της καὶ ἀνέβη πάλιν, διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν πόλιν.
Τρεμπέλα
Ἡ κόρη ἦταν πάρα πολὺ ὡραία εἰς τὸ πρόσωπον· ἦταν παρθένος, κανένας ἄνδρας δὲν εἶχεν ἔλθει εἰς ἐπαφὴν μαζί της. Ἀφοῦ δὲ κατέβη εἰς τὴν πηγήν, ἐγέμισε τὴν στάμναν της καὶ ἀνέβη διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν πόλιν.
Γεν. 24,17
ἐπέδραμε δὲ ὁ παῖς εἰς συνάντησιν αὐτῆς καὶ εἶπε· πότισόν με μικρὸν ὕδωρ ἐκ τῆς ὑδρίας σου.
Κολιτσάρα
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔτρεξε πρὸς συνάντησίν της ὁ Ἐλιέζερ καὶ εἶπε· «δός μου νὰ πιῶ ὀλίγον νερὸ ἀπὸ τὴν στάμναν σου».
Τρεμπέλα
Τότε ἔτρεξεν ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ εἰς συνάντησίν της καὶ τῆς εἶπε· «πότισέμε λίγο νερὸ ἀπὸ τὴν στάμναν σου».
Γεν. 24,18
ἡ δὲ εἶπε· πίε, κύριε. καὶ ἔσπευσε καὶ καθεῖλε τὴν ὑδρίαν ἐπὶ τὸν βραχίονα αὐτῆς καὶ ἐπότισεν αὐτόν, ἕως ἐπαύσατο πίνων.
Κολιτσάρα
Ἐκείνη δὲ εἶπε· «πίε, κύριε»· κατέβασε τὴν στάμναν καὶ τὴν ἐστήριξεν εἰς τὸν βραχίονά της, τὴν ἔγειρε καὶ ἐπότισεν αὐτόν, ἕως ὅτου αὐτὸς ἐχόρτασε καὶ ἔπαυσε νὰ πίνῃ.
Τρεμπέλα
Αὐτὴ δὲ εἶπε· «πιές, κύριε». Καὶ ἀμέσως ἐκατέβασε πρόθυμα τὴν στάμναν ἀπὸ τοὺς ὤμους της, τὴν ἐστήριξε εἰς τὸ μπράτσο της, τὴν ἔγειρε πρὸς τὰ κάτω καὶ τοῦ ἔδωκε νὰ πιῇ μέχρις ὅτου ἐχόρτασε καὶ ἐσταμάτησε νὰ πίνῃ.
Γεν. 24,19
καὶ εἶπε· καὶ ταῖς καμήλοις σου ὑδρεύσομαι, ἕως ἂν πᾶσαι πίωσι.
Κολιτσάρα
Ἡ Ρεβέκκα εἶπε· «θὰ ποτίσω καὶ τὰς καμήλους σου, ἕως ὅτου χορτάσουν ὅλες».
Τρεμπέλα
Ἡ Ρεβέκκα εἶπεν ἀκόμη ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας· «θὰ βγάλω νερὸν ἀπὸ τὸ πηγάδι καὶ θὰ δώσω καὶ εἰς τὶς καμῆλες σου, μέχρις ὅτου πιοῦν ὅλες καὶ χορτάσουν».
Γεν. 24,20
καὶ ἔσπευσε καὶ ἐξεκένωσε τὴν ὑδρίαν εἰς τὸ ποτιστήριον καὶ ἔδραμεν ἐπὶ τὸ φρέαρ ἀντλῆσαι πάλιν καὶ ὑδρεύσατο πάσαις ταῖς καμήλοις.
Κολιτσάρα
Ἀμέσως ἄδειασε τὴν στάμναν της εἰς τὸ παρὰ τὸ φρέαρ ποτιστήριον τῶν ζώων, ἔτρεξεν εἰς τὸ φρέαρ νὰ ἀντλήσῃ καὶ ἄλλο ὕδωρ, ἕως ὅτου ἐπότισεν ὅλας τὰς καμήλους.
Τρεμπέλα
Ἀμέσως ἔτρεξε γρήγορα καὶ πρόθυμα καὶ ἄδειασε τὴν στάμναν της εἰς τὴν ποτίστραν, ἀπὸ ὅπου ἔπιναν νερὸ τὰ ζῶα· καὶ ἔτρεξεν εἰς τὸ πηγάδι, διὰ νὰ ἀντλήσῃ πάλιν ἄλλο νερὸ καὶ ἐπότισεν ὅλες τὶς καμῆλες.
Γεν. 24,21
ὁ δὲ ἄνθρωπος κατεμάνθανεν αὐτὴν καὶ παρεσιώπα τοῦ γνῶναι, εἰ εὐώδωκε Κύριος τὴν ὁδὸν αὐτοῦ ἢ οὔ.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ἐλιέζερ τὴν παρατηροῦσε καὶ τὴν παρακολουθοῦσε μὲ πολλὴν προσοχήν, χωρὶς νὰ βγάζῃ λέξιν, προσπαθῶν νὰ γνωρίσῃ, ἐὰν ὁ Θεὸς τὸν ἐβοήθησε νὰ ἐπιτύχῃ ἢ ὄχι τὸν σκοπὸν τοῦ ταξιδίου του.
Τρεμπέλα
Ὁ δοῦλος δὲ τοῦ Ἀβραὰμ περιειργάζετο κατάπληκτος μὲ πολλὴν προσοχὴν τὸ βλέμμα, τὸ βάδισμα, τὴν μορφήν, τὴν προθυμίαν καὶ ὅλα τὰ φερσίματα τῆς Ρεβέκκας καὶ ἐσιωποῦσε καὶ ἐπερίμενε διὰ νὰ ἐννοήσῃ, ἐὰν ὁ Θεὸς τὸν ἐβοήθησε νὰ ἐπιτύχῃ ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς του καὶ ἐὰν ὁ Θεὸς ἔκαμε τὴν ἐκλογὴν τῆς νύμφης, διὰ τὴν ὁποίαν ἦλθεν εἰς τὴν Ναχώρ, ἢ ὄχι.
Γεν. 24,22
ἐγένετο δέ, ἡνίκα ἐπαύσαντο πᾶσαι αἱ κάμηλοι πίνουσαι, ἔλαβεν ὁ ἄνθρωπος ἐνώτια χρυσᾶ ἀνὰ δραχμὴν ὁλκῆς καὶ δύο ψέλλια ἐπὶ τὰς χεῖρας αὐτῆς, δέκα χρυσῶν ὁλκὴ αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Ὅταν πλέον ἐποτίσθησαν ὅλαι αἱ κάμηλοι, ἐπείσθη ὁ Ἐλιέζερ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ νύμφη, ἡ ἀπὸ τὸν Θεὸν προοριζομένη διὰ τὸν Ἰσαάκ. Ἐπῆρε τότε ἀπὸ τὰς ἀποσκευάς του ὁ Ἐλιέζερ καὶ ἔδωσεν εἰς τὴν Ρεβέκκαν σκουλαρίκια χρυσᾶ, πεντέμισυ περίπου γραμμαρίων βάρους τὸ καθένα, καὶ δύο βραχιόλια χρυσᾶ βάρους καὶ τὰ δύο διακοσίων εἴκοσι περίπου γραμμαρίων,
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ πλέον ἐσταμάτησαν ὅλες οἱ καμῆλες νὰ πίνουν, διότι ἐξεδίψασαν, ἐπειδὴ ὁ δοῦλος ἤθελε νὰ ἀμείψῃ τὴν κόρην διὰ τὴν προθυμίαν της καὶ τὴν προσφορὰν τοῦ νεροῦ, ἐπῆρε ἀπὸ τὶς ἀποσκευές του καὶ προσέφερεν εἰς τὴν Ρεβέκκαν χρυσᾶ σκουλαρίκια, τὸ βάρος τοῦ καθενὸς τῶν ὁποίων ἦταν περίπου 1,7 δράμια (= 5,44 γραμμάρια), καὶ δύο βραχιόλια χρυσᾶ διὰ τὰ χέρια της, τὰ ὁποῖα εἶχαν βάρος περίπου 70 δράμια (καὶ τὰ δύο μαζὶ δηλαδὴ 224 γραμμάρια).
Γεν. 24,23
καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὴν καὶ εἶπε· θυγάτηρ τίνος εἶ; ἀνάγγειλόν μοι, εἰ ἔστι παρὰ τῷ πατρί σου τόπος ἡμῖν τοῦ καταλῦσαι.
Κολιτσάρα
ἠρώτησεν αὐτὴν καὶ τῆς εἶπε· «τίνος εἶσαι κόρη; Ἠμπορεῖς ἀκόμη νὰ μὲ πληροφορήσῃς, ἂν ὑπάρχῃ καὶ γιὰ μᾶς τόπος κοντὰ εἰς τὸν πατέρα σου, διὰ νὰ καταλύσωμεν ἐκεῖ;»
Τρεμπέλα
Κατόπιν τὴν ἐρώτησε καὶ τῆς εἶπε: «Τίνος εἶσαι θυγατέρα; Πές μου, μήπως ὑπάρχει εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατέρα σου τόπος διὰ νὰ διανυκτερεύσωμεν».
Γεν. 24,24
ἡ δὲ εἶπεν αὐτῷ· θυγάτηρ Βαθουήλ εἰμι τοῦ Μελχάς, ὃν ἔτεκε τῷ Ναχώρ.
Κολιτσάρα
Ἐκείνη ἀπήντησεν· «εἶμαι κόρη τοῦ Βαθουήλ, υἱοῦ τοῦ Ναχὼρ καὶ τῆς Μελχᾶς».
Τρεμπέλα
Ἡ Ρεβέκκα τοῦ ἀπάντησεν· «εἶμαι κόρη τοῦ Βαθουήλ, υἱοῦ τῆς Μελχὰ καὶ τοῦ Ναχώρ».
Γεν. 24,25
καὶ εἶπεν αὐτῷ· καὶ ἄχυρα καὶ χορτάσματα πολλὰ παρ’ ἡμῖν καὶ τόπος τοῦ καταλῦσαι.
Κολιτσάρα
Καὶ προσέθεσε· «βεβαίως ὑπάρχουν εἰς ἡμᾶς καὶ ἄχυρα, καὶ τροφαὶ πολλαὶ καὶ τόπος νὰ καταλύσετε».
Τρεμπέλα
Ἀκόμη ἐπρόσθεσε· «καὶ ἄχυρον καὶ τροφὲς πολλὲς ὑπάρχουν εἰς τὸ σπίτι μας καὶ τόπος διὰ νὰ διανυκτερεύσῃς».
Γεν. 24,26
καὶ εὐδοκήσας ὁ ἄνθρωπος προσεκύνησε τῷ Κυρίῳ καὶ εἶπεν·
Κολιτσάρα
Ὁ Ἐλιέζερ γεμᾶτος χαρὰν προσεκύνησε μὲ εὐγνωμοσύνην τὸν Θεὸν καὶ εἶπε·
Τρεμπέλα
Ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραάμ, ἐπειδὴ ἰκανοποιήθη πάρα πολὺ δι ὅσα ἔμαθε καὶ δι’ ὅσα τοῦ εἶπεν ἡ Ρεβέκκα, εὐχαρίστησε τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἔδειξε τόσον μεγάλην εὔνοιαν πρὸς τὸν Ἀβραὰμ καὶ φροντίδα διὰ τὸν ὑπηρέτην του, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ ἔφερεν ὅλα εὐνοϊκά, καὶ εἶπεν:
Γεν. 24,27
εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, ὃς οὐκ ἐγκατέλιπε τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ κυρίου μου· ἐμέ τε εὐώδωκε Κύριος εἰς οἶκον τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου μου.
Κολιτσάρα
«δοξασιμένος ἂς εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἔδειξε τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀλήθειάν του, ἐτήρησε τὴν ὑπόσχεσίν του ἀπέναντι τοῦ κυρίου μου, ἐμὲ δὲ ἐβοήθησε νὰ φθάσω αἰσίως εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ναχώρ, ἀδελφοῦ τοῦ Ἁβραάμ».
Τρεμπέλα
«Ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγκατέλειψε τὸν κύριόν μου, ἀλλὰ ἐφάνη δίκαιος καὶ ἀληθινός, διότι ἐτήρησε πλήρως τὴν ὑπόσχεσίν του πρὸς τὸν Ἀβραάμ. Εἰς ἐμὲ δὲ τὰ ἔφερεν ὅλα δεξιὰ καὶ εὐνοϊκὰ καὶ ἔκαμεν ὥστε νὰ ἔλθω εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ναχώρ, ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου μου».
Γεν. 24,28
Καὶ δραμοῦσα ἡ παῖς ἀνήγγειλεν εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρὸς αὐτῆς κατὰ τὰ ῥήματα ταῦτα.
Κολιτσάρα
Ἡ κόρη ἔτρεξε καὶ ἀνήγγειλεν εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρός της ὅλα αὐτὰ τὰ συμβάντα.
Τρεμπέλα
Καὶ ἡ κόρη, δεικνύουσα τὴν προθυμίαν της διὰ τὴν φιλοξενίαν, ἔτρεξε γρήγορα καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ σπίτι τῆς μητέρας της αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπε καὶ ἄκουσε ἀπὸ τὸν ξένον, τὸν δοῦλον τοῦ Ἀβραάμ.
Γεν. 24,29
τῇ δὲ Ῥεβέκκᾳ ἀδελφὸς ἦν ᾧ ὄνομα Λάβαν· καὶ ἔδραμε Λάβαν πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἔξω ἐπὶ τὴν πηγήν.
Κολιτσάρα
Εἶχε δὲ ἡ Ρεβέκκα καὶ ἀδελφὸν ὀνομαζόμενον Λάβαν, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἤκουσε αὐτά, ἔτρεξεν ἔξω εἰς τὴν πηγὴν πρὸς τὸν ξένον ἐκεῖνον ἄνθρωπον.
Τρεμπέλα
Ἡ Ρεβέκκα εἶχεν ἀδελφόν, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦταν Λάβαν· καὶ ἔτρεξε ἀμέσως ὁ Λάβαν πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ποὺ ἦταν ἔξω κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι.
Γεν. 24,30
καὶ ἐγένετο ἡνίκα εἶδε τὰ ἐνώτια καὶ τὰ ψέλλια ἐν ταῖς χερσὶ τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ καὶ ὅτε ἤκουσε τὰ ῥήματα Ῥεβέκκας τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ λεγούσης· οὕτω λελάληκέ μοι ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦλθε πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἑστηκότος αὐτοῦ ἐπὶ τῶν καμήλων ἐπὶ τῆς πηγῆς
Κολιτσάρα
Ὅταν δηλαδὴ εἶδε τὰ σκουλαρίκια καὶ τὰ βραχιόλια εἰς τὰ χέρια τῆς ἀδελφῆς του, καὶ ὅταν ἤκουσεν αὐτὴν νὰ διηγῆται καὶ νὰ λέγῃ ὅσα τῆς εἶχεν εἴπει ὁ Ἐλιέζερ, ἦλθεν ὁ Λάβαν πρὸς αὐτόν, ποὺ ἐστέκετο ἀκόμη ὄρθιος κοντὰ εἰς τὰς καμήλους του πλησίον τῆς πηγῆς,
Τρεμπέλα
Δηλαδὴ μόλις ὁ Λάβαν εἶδε τὰ πολύτιμα σκουλαρίκια καὶ τὰ βραχιόλια εἰς τὰ χέρια τῆς ἀδελφής του καὶ μόλις ἄκουσε τὰ λόγια τῆς Ρεβέκκας, ποὺ ἔλεγεν· «αὐτὰ καὶ αὐτὰ μοῦ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος», ἦλθε (ὁ Λάβαν) πρὸς τὸν ξένον, ὁ ὁποῖος ἐστέκετο ἀκόμη δίπλα ἀπὸ τὶς καμῆλες του κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι,
Γεν. 24,31
καὶ εἶπεν αὐτῷ· δεῦρο εἴσελθε· εὐλογητὸς Κυρίου· ἱνατί ἕστηκας ἔξω; ἐγὼ δὲ ἡτοίμασα τὴν οἰκίαν καὶ τόπον ταῖς καμήλοις.
Κολιτσάρα
καὶ τοῦ εἶπε· «ἔλα μαζῆ μου· κόπιασε εἰς τὸ σπίτι μου· σὺ εἶσαι εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Κύριον. Διατί στέκεις ἔξω ὄρθιος; Ἐγὼ ἔχω ἑτοιμάσει τὴν οἰκίαν μου διὰ σὲ καὶ τόπον διὰ τὰς καμήλους σου».
Τρεμπέλα
καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐμπρός, ἔλα μαζί μου, ἔμπα εἰς τὸ σπίτι μου· εἶσαι εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεόν· διατί μένεις ἔξω; Διστάζεις μήπως μᾶς φέρῃ βάρος ἡ φιλοξενία σου; Ἐγὼ ἔχω ἑτοιμάσει τὸ σπίτι μου καὶ ἔκαμα τόπον καὶ διὰ τὶς καμῆλες σου· ἐμπρός, πάμε, εὐλογημένε ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ».
Γεν. 24,32
εἰσῆλθε δὲ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὴν οἰκίαν καὶ ἀπέσαξε τὰς καμήλους καὶ ἔδωκεν ἄχυρα καὶ χορτάσματα ταῖς καμήλοις καὶ ὕδωρ νίψασθαι τοῖς ποσὶν αὐτοῦ καὶ τοῖς ποσὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν μετ’ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Εἰσῆλθεν ὁ Ἐλιέζερ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Λάβαν καὶ ἐξεσαμάρωσε τὰς καμήλους. Ὁ δὲ Λάβαν ἔδωσεν εἰς μὲν τὰς καμήλους ἄχυρα καὶ τροφάς, εἰς δὲ τὸν ξένον καὶ τοὺς συνοδούς του ὕδωρ, διὰ νὰ νίψουν τοὺς πόδας των.
Τρεμπέλα
Ἐμβῆκε δὲ ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Λάβαν καὶ ἐξεσαμάρωσε ὶις καμῆλες καὶ (ὁ Λάβαν) ἔδωκεν εἰς τὰ ζῶα ἄχυρα καὶ τροφές, εἰς δὲ τὸν ξένον ἄνθρωπον καὶ εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν συνώδευαν ἔδωκε νερό, διὰ νὰ πλύνουν τὰ πόδια τους, σύμφωνα πρὸς τὰ ἔθιμα τῆς φιλοξενίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
Γεν. 24,33
καὶ παρέθηκεν αὐτοῖς ἄρτους φαγεῖν. καὶ εἶπεν· οὐ μὴ φάγω, ἕως τοῦ λαλῆσαί με τὰ ῥήματά μου. καὶ εἶπαν· λάλησον.
Κολιτσάρα
Ἔπειτα δὲ παρέθεσε τράπεζαν εἰς αὐτούς, διὰ νὰ φάγουν. Εἶπεν ὅμως ὁ Ἐλιέζερ· «δὲν θὰ βάλω τίποτε εἰς τὸ στόμα μου, ἂν προηγουμένως δὲν σᾶς εἴπω αὐτά, ποὺ ἔχω νὰ σᾶς πῶ». Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν· «πές μας· σὲ ἀκούομεν».
Τρεμπέλα
Κατόπιν ὁ Λάβαν ἔστρωσε τραπέζι καὶ τοὺς προσέφερε ψωμιὰ καὶ τροφές, διὰ νὰ φάγουν. Ἀλλὰ ὁ πιστὸς δοῦλος τοῦ Ἀβραάμ, φερόμενος μὲ μεγάλην σύνεσιν καὶ εὐσυνειδησίαν, εἶπε· «δεν θὰ φάγω, ἐὰν δὲν σᾶς εἴπω πρῶτα ὅσα ἔχω νὰ σᾶς εἴπω». Καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ τὸν ἐφιλοξένησαν, τοῦ ἀπάντησαν· «λέγε, μίλησε».
Γεν. 24,34
Καὶ εἶπε· παῖς Ἁβραὰμ ἐγώ εἰμι.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἐλιέζερ τότε εἶπεν· «ἐγὼ εἶμαι δοῦλος τοῦ Ἁβραάμ.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἄρχισε νὰ διηγῆται, εἶπεν: «Ἐγὼ εἶμαι δοῦλος τοῦ Ἀβραάμ.
Γεν. 24,35
Κύριος δὲ ηὐλόγησε τὸν κύριόν μου σφόδρα, καὶ ὑψώθη· καὶ ἔδωκεν αὐτῷ πρόβατα καὶ μόσχους καὶ ἀργύριον καὶ χρυσίον, παῖδας καὶ παιδίσκας, καμήλους καὶ ὄνους.
Κολιτσάρα
Ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ηὐλόγησε πάρα πολὺ τὸν κύριόν μου καὶ τὸν ἐξύψωσεν, ὥστε νὰ γίνῃ μέγας. Τοῦ ἔδωσε πρόβατα καὶ μόσχους καὶ ἀργύριον καὶ χρυσίον, δούλους καὶ δούλας, καμήλους καὶ ὄνους.
Τρεμπέλα
Ὁ δὲ Κύριος εὐλόγησε πάρα πολὺ τὸν κύριόν μου, ὥστε ἐπλούτισε πολὺ καὶ ἔγινε μεγάλος. Τοῦ ἔδωκε δηλαδὴ πρόβατα καὶ μοσχάρια καὶ ἀργύριον καὶ χρυσάφι καὶ δούλους καὶ δοῦλες καὶ καμήλους καὶ ὄνους.
Γεν. 24,36
καὶ ἔτεκε Σάρρα ἡ γυνὴ τοῦ κυρίου μου υἱὸν ἕνα τῷ κυρίῳ μου μετὰ τὸ γηράσαι αὐτόν, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ὅσα ἦν αὐτῷ.
Κολιτσάρα
Ἡ σύζυγος τοῦ κυρίου μου, ἡ Σάρρα, ἐγέννησεν υἱὸν εἰς τὸν κύριόν μου, ὅταν πλέον αὐτὸς ἦτο προχωρημένης ἡλικίας. Ὁ δὲ κύριός μου παρέδωσεν εἰς τὸν υἱόν του αὐτὸν ὅλην τὴν περιουσίαν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἡ γυναῖκα τοῦ κυρίου μου, ἡ Σάρρα, ἐγέννησε διὰ τοῦ κυρίου μου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο πλέον εἰς προχωρημένην ἡλικίαν, ἕνα υἱὸν καὶ ὁ κύριός μου παρέδωκεν εἰς τὸν μονάκριβον υἱόν του ὅλην τὴν περιουσίαν του.
Γεν. 24,37
καὶ ὥρκισέ με ὁ κύριός μου, λέγων· οὐ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου ἀπὸ τῶν θυγατέρων τῶν Χαναναίων, ἐν οἷς ἐγὼ παροικῶ ἐν τῇ γῇ αὐτῶν,
Κολιτσάρα
Μὲ ὥρκισε δὲ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μοῦ εἶπε· πρόσεξε, δὲν θὰ πάρῃς διὰ τὸν υἱόν μου γυναῖκα ἀπὸ τὰς θυγατέρας τῶν κατοίκων Χαναάν, εἰς τὴν χώραν τῶν ὁποίων ἐγὼ μένω ὡς πάροικος,
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ κύριός μου μὲ ὥρκισε καὶ μοῦ εἶπε:«Δὲν θὰ πάρῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου Ἰσαὰκ ἀπὸ τὶς θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς Χαναάν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἑγὼ κατοικῶ προσωρινῶς.
Γεν. 24,38
ἀλλ’ ἢ εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου πορεύσῃ καὶ εἰς τὴν φυλήν μου καὶ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου ἐκεῖθεν.
Κολιτσάρα
ἀλλὰ θὰ μεταβῇς εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου καὶ εἰς τὴν φυλήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατάγομαι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἐκλέξῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου.
Τρεμπέλα
Ἀλλὰ θὰ ὑπάγῃς εἰς τὸ πατρικόν μου σπίτι καὶ εἰς τὴν φυλήν μου καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἐκλέξῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου Ἰσαάκ».
Γεν. 24,39
εἶπα δὲ τῷ κυρίῳ μου· μήποτε οὐ πορεύσεται ἡ γυνὴ μετ’ ἐμοῦ.
Κολιτσάρα
Εἶπα εἰς τὸν κύριόν μου, ἐὰν ὅμως δὲν θελήσῃ ἡ γυναίκα αὐτὴ νὰ ἔλθῃ μαζῆ μου, τί θὰ γίνῃ;
Τρεμπέλα
Ἐγὼ δέ, ἐπειδὴ ἐγνώριζα καὶ εἶχα ὑπ’ ὄψιν μου τὶς δυσκολίες τῆς ἀποστολῆς μου, εἶπα εἰς τὸν κύριόν μου· μήπως ὅμως ἡ γυναῖκα δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἔλθῃ μαζί μου εἰς τὴν Χαναάν;»
Γεν. 24,40
καὶ εἶπέ μοι· Κύριος ὁ Θεός, ᾧ εὐηρέστησα ἐναντίον αὐτοῦ, αὐτὸς ἐξαποστελεῖ τὸν ἄγγελον αὐτοῦ μετὰ σοῦ καὶ εὐοδώσει τὴν ὁδόν σου, καὶ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου ἐκ τῆς φυλῆς μου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός μου.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε· ὁ Κύριος καὶ Θεός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἔζησα καὶ ἔπραξα ὅπως ἀρέσει εἰς αὐτόν, θὰ στείλῃ μαζῆ σου τὸν ἄγγελόν του, θὰ κατευοδώσῃ τὸν δρόμον σου, θὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ ταξιδίου σου καὶ θὰ πάρῃς διὰ τὸν υἱόν μου γυναῖκα ἀπὸ τὴν φυλήν μου καὶ ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν τοῦ πατρός μου.
Τρεμπέλα
Ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε: «Κύριος ὁ Θεός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἔζησα κατὰ τρόπον θεάρεστον, θὰ ἐξαποστείλῃ τὸν ἄγγελόν του μαζί σου καὶ θὰ κατευθύνῃ μὲ ἐπιτυχίαν τὴν πορείαν καὶ τὸ ταξίδι σου καὶ θὰ εὕρῃς καὶ θὰ πάρῃς διὰ τὸν υἱόν μου σύζυγον ἀπὸ τὴν φυλήν μου καὶ ἀπὸ τὸ πατρικόν μου σπίτι.
Γεν. 24,41
τότε ἀθῷος ἔσῃ ἀπὸ τῆς ἀρᾶς μου· ἡνίκα γὰρ ἐὰν ἔλθῃς εἰς τὴν φυλήν μου καὶ μή σοι δῶσι, καὶ ἔσῃ ἀθῷος ἀπὸ τοῦ ὁρκισμοῦ μου.
Κολιτσάρα
Ἐὰν ἔτσι προχωρήσῃς καὶ φερθῆς, θὰ εἶσαι ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὴν κατάραν μου. Ἐὰν ὅμως ἔλθῃς εἰς τὴν φυλήν μου καὶ δὲν σοῦ δώσουν νύμφην διὰ τὸν υἱόν μου, θὰ εἶσαι ἀθῷος ἀπὸ τὸν ὅρκον, εἰς τὸν ὁποῖον σὲ ὑπέβαλα.
Τρεμπέλα
Ἐὰν κάμῃς ὅλα, ὅσα σοῦ εἶπα, θὰ εἶσαι ἁπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν κατάραν μου. Διότι ἐὰν ἔλθῃς εἰς τὴν φυλήν μου καὶ «δὲν σοῦ δώσουν γυναῖκα διὰ τὸν Ἰσαάκ, τότε θὰ εἶσαι ἀθῶος καὶ θὰ ἀποδεσμευθῇς ἀπὸ τὸν ὅρκον, ποὺ μοῦ ἔδωκες».
Γεν. 24,42
καὶ ἐλθὼν σήμερον ἐπὶ τὴν πηγὴν εἶπα· Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, εἰ σὺ εὐοδοῖς τὴν ὁδόν μου, ἐν ᾗ νῦν ἐγὼ πορεύομαι ἐν αὐτῇ,
Κολιτσάρα
Λοιπόν, ἐγὼ ἦλθα σήμερον εἰς τὴν πηγήν, προσηυχήθην πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπα· Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, κατευόδωσε καὶ φέρε εἰς αἴσιον πέρας τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἦλθον ἕως ἐδῶ.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐγὼ ἐξεκίνησα μὲ τὶς εὐχές του· ὅταν δὲ ἔφθασα σήμερα εἰς τὸ πηγάδι, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν σας, προσηυχήθην εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἶπα αὐτὰ τὰ λόγια: «Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἀβραάμ, ἐὰν Σὺ κατευθύνης εὐνοϊκῶς τὰ διαβήματά μου διὰ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἦλθα ἐδῶ τώρα,
Γεν. 24,43
ἰδοὺ ἐγὼ ἐφέστηκα ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος, καὶ αἱ θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλεως ἐκπορεύονται ἀντλῆσαι ὕδωρ, καὶ ἔσται ἡ παρθένος, ᾗ ἂν ἐγὼ εἴπω, πότισόν με ἐκ τῆς ὑδρίας σου μικρὸν ὕδωρ,
Κολιτσάρα
Ἰδοὺ ἐγὼ στέκομαι ὄρθιος εἰς τὴν πηγὴν αὐτὴν τοῦ ὕδατος· αἱ θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς πόλεως αὐτῆς ἐξέρχονται πρὸς τὰ ἐδῶ διὰ νὰ ἀντλήσουν ὕδωρ. Δῶσε, ὥστε ἡ παρθένος, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ εἴπω· Πότισέ με λίγο νερὸ ἀπὸ τὴν στάμναν σου,
Τρεμπέλα
νά· ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὸ πηγάδι αὐτὸ τοῦ νεροῦ καὶ οἱ θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλεως βγαίνουν ἔξω, διὰ νὰ πάρουν νερό. Ἡ κόρη ἐκείνη, ποὺ θὰ ἔλθῃ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ εἴπω, «πότισέ με ἀπὸ τὴν στάμναν σου ὀλίγον νερό»,
Γεν. 24,44
καὶ εἴπῃ μοι, καὶ σὺ πίε καὶ ταῖς καμήλοις σου ὑδρεύσομαι, αὕτη ἡ γυνή, ἣν ἡτοίμασε Κύριος τῷ ἑαυτοῦ θεράποντι Ἰσαάκ, καὶ ἐν τούτῳ γνώσομαι, ὅτι πεποίηκας ἔλεος τῷ κυρίῳ μου Ἁβραάμ.
Κολιτσάρα
ἐκείνη δὲ θὰ μοῦ πῇ· πίε καὶ σὺ καὶ εἰς τὰς καμήλους σου ἐγὼ θὰ δώσω ὕδωρ, δῶσε ὥστε αὐτὴ ἡ γυνὴ νὰ εἶναι ἡ προωρισμένη ὡς σύζυγος διὰ τὸν δοῦλον σου τὸν Ἰσαάκ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐννοήσω, ὅτι καὶ πάλιν ἔχεις κάμει τὸ ἔλεός σου πρὸς τὸν κύριόν μου τὸν Ἁβραάμ.
Τρεμπέλα
καὶ θὰ μοῦ ἀπαντήσῃ· «πιὲς καὶ σὺ καὶ ἐγὼ θὰ ποτίσω καὶ τὶς καμῆλες σου», δῶσε ὥστε αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ γυναῖκα, τὴν ὁποίαν ἐδιάλεξες καὶ προώρισες διὰ τὸν δοῦλον σου Ἰσαάκ. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ ἐννοήσω, ὅτι ἐξεπλήρωσες τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κυρίου μου Ἀβραὰμ διὰ τὴν ἐκλογὴν συζύγου τοῦ Ἰσαάκ».
Γεν. 24,45
καὶ ἐγένετο πρὸ τοῦ συντελέσαι με λαλοῦντα ἐν τῇ διανοίᾳ μου, εὐθὺς Ῥεβέκκα ἐξεπορεύετο ἔχουσα τὴν ὑδρίαν ἐπὶ τῶν ὤμων καὶ κατέβη ἐπὶ τὴν πηγὴν καὶ ὑδρεύσατο. εἶπα δὲ αὐτῇ· πότισόν με.
Κολιτσάρα
Πρὶν δὲ ἀκόμη τελειώσω τὴν νοερὰν προσευχήν μου, ἐφάνη ἀμέσως ἡ Ρεβέκκα ἐξερχομένη ἀπὸ τὴν πόλιν, μὲ τὴν στάμναν εἰς τὸν ὦμον της. Κατέβηκε εἰς τὴν πηγὴν καὶ ἤντλησεν ὕδωρ. Τότε τῆς εἶπα· δός μου νὰ πιῶ καὶ ἐγὼ νερό.
Τρεμπέλα
Αὐτὰ παρεκάλεσα τὸν Θεόν. Καὶ δὲν εἶχα ἀκόμη τελειώσει τὴν προσευχήν, ποὺ ἀπηύθυνα μυστικῶς καὶ νοερῶς εἰς τὸν Κύριον, καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἡ Ρεβέκκα ἔβγαινε ἀπὸ τὴν πόλιν κρατώντας τὴν στάμναν εἰς τοὺς ὤμους της καὶ κατέβη εἰς τὸ πηγάδι καὶ ἐπῆρε νερό. Τότε ἐγὼ ἔτρεξα κοντά της καὶ τῆς εἶπα· «πότισέ με, δός μου λίγο νερὸ νὰ πιῶ».
Γεν. 24,46
καὶ σπεύσασα καθεῖλε τὴν ὑδρίαν ἐπὶ τὸν βραχίονα αὐτῆς ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ εἶπε· πίε σύ, καὶ τὰς καμήλους σου ποτιῶ. καὶ ἔπιον καὶ τὰς καμήλους ἐπότισε.
Κολιτσάρα
Αὐτὴ κατέβασε ἀμέσως τὴν στάμναν της, τὴν ἐστήριξεν εἰς τὸν βραχίονά της καὶ μοῦ εἶπε: Πιὲ σύ, καὶ θὰ ποτίσω καὶ τὰς καμήλους σου. Ἀφοῦ ἔπιον ἐγὼ ἐπότισε πράγματι καὶ τὰς καμήλους.
Τρεμπέλα
Αὐτὴ δὲ ἔσπευσε καὶ κατέβασε γρήγορα καὶ πρόθυμα τὴν στάμναν ἀπὸ τοὺς ὤμους της, τὴν ἀκούμπησε εἰς τὸ μπράτσο της, τὴν ἔγειρε πρὸς τὰ κάτω καὶ μοῦ εἶπε· «πιὲς σύ, καὶ ἐγὼ θὰ ποτίσω καὶ τὶς καμῆλες σου». Καὶ ἤπια· αὐτὴ δὲ ἐπότισε καὶ τὶς καμῆλες μου.
Γεν. 24,47
καὶ ἠρώτησα αὐτήν· καὶ εἶπα· θυγάτηρ τίνος εἶ; ἀνάγγειλόν μοι. ἡ δὲ ἔφη· θυγάτηρ Βαθουήλ εἰμι τοῦ υἱοῦ Ναχώρ, ὃν ἔτεκεν αὐτῷ Μελχά. καὶ περιέθηκα αὐτῇ τὰ ἐνώτια καὶ τὰ ψέλλια περὶ τὰς χεῖρας αὐτῆς·
Κολιτσάρα
Τότε τὴν ἠρώτησα καὶ τῆς εἶπα· πές μου τίνος εἶσαι θυγάτηρ; Ἐκείνη ἀπήντησεν· εἶμαι θυγάτηρ τοῦ Βαθουήλ, υἱοῦ τοῦ Ναχὼρ καὶ τῆς Μελχά. Ἔδωσα κατόπιν εἰς αὐτὴν σκουλαρίκια καὶ ἔθεσα βραχιόλια εἰς τὰ χέρια της.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ λοιπὸν εἶδα φανερὰν τὴν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐρώτησα καὶ τῆς εἶπα· «τίνος θυγατέρα εἶσαι; πές μου». Αὐτὴ δὲ ἀπάντησε· «εἶμαι κόρη τοῦ Βαθουήλ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ναχὼρ καὶ τῆς Μελχά». Καὶ ἀφοῦ ἔμαθα ὅτι ἦλθα εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου μου, ἐχάρηκα, ἐπῆρα θάρρος καὶ τῆς ἐφόρεσα τὰ σκουλαρίκια καὶ τὰ βραχιόλια εἰς τὰ χέρια.
Γεν. 24,48
καὶ εὐδοκήσας προσεκύνησα τῷ Κυρίῳ καὶ εὐλόγησα Κύριον τὸν Θεὸν τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, ὃς εὐώδωσέ με ἐν ὁδῷ ἀληθείας, λαβεῖν τὴν θυγατέρα τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου μου τῷ υἱῷ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Κατευχαριστημένος δὲ δι’ ὅλα αὐτὰ ἔσκυψα καὶ ἐπροσκύνησα καὶ ἐδόξασα τὸν Θεὸν τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, ὁ ὁποῖος κατευώδωσε τὴν πορείαν μου, ὥστε νὰ ἐκλέξω τὴν κόρην τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ κυρίου μου ὡς σύζυγον τοῦ υἱοῦ του.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπειδὴ ἰκανοποιήθηκα πάρα πολὺ δι’ ὅσα ἔμαθα καὶ δι’ ὅσα μοῦ εἶπεν ἡ Ρεβέκκα, ἐγονάτισα καὶ εὐχαρίστησα τὸν Θεὸν τοῦ κυρίου μου Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος κατηύθυνε μὲ ἐπιτυχίαν τὴν ἀποστολήν μου καὶ τὰ ἔφερεν ὅλα δεξιά, ὥστε νὰ πάρω τὴν κόρην τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ κυρίου μου ὡς σύζυγον διὰ τὸν υἱόν του Ἰσαάκ.
Γεν. 24,49
εἰ οὖν ποιεῖτε ὑμεῖς ἔλεος καὶ δικαιοσύνην πρὸς τὸν κύριόν μου, ἀπαγγείλατέ μοι, εἰ δὲ μή, ἀπαγγείλατέ μοι, ἵνα ἐπιστρέψω εἰς δεξιὰν ἢ ἀριστεράν.
Κολιτσάρα
Ἐὰν λοιπὸν σεῖς θελήσετε νὰ φανῆτε καλοὶ καὶ δίκαιοι πρὸς τὸν κύριόν μου, πέστε μου ἐὰν δέχεσθε τὰς προτάσεις μου. Ἐὰν ὅμως δὲν τὰς δέχεσθε, πέστε μου, ὥστε νὰ στραφῶ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, διὰ νὰ ἀναζητήσω ἀλλοῦ νύμφην διὰ τὸν Ἰσαάκ».
Τρεμπέλα
Σεῖς λοιπὸν ἀφοῦ ἀκούσατε ὅλα αὐτά, ἐὰν θελήσετε νὰ δείξετε καλωσύνην καὶ ἀκεραιότητα πρὸ τὸν κύριόν μου, ἀνακοινῶστε μου ἐὰν συμφωνῆτε μὲ τὴν πρότασίν μου. Ἐὰν συμφωνῆτε νὰ δώσετε τὴν Ρεβέκκαν ὡς σύζυγον εἰς τὸν Ἰσαὰκ καὶ ἑπομένως ἡ ἀπόφασίς σας εἶναι ἀρνητική, τότε πέστε τό μου καθαρά, διὰ νὰ μὴ μένω ἐκκρεμής, ἀλλὰ νὰ μεταβῶ εἰς ἄλλον τόπον καὶ ἀποταθῶ εἰς ἄλλες οἰκογένειες εἴτε ἀπὸ ἐδῶ εἴτε ἀπὸ ἐκεῖ».
Γεν. 24,50
Ἀποκριθεὶς δὲ Λάβαν καὶ Βαθουὴλ εἶπαν· παρὰ Κυρίου ἐξῆλθε τὸ πρόσταγμα τοῦτο· οὐ δυνησόμεθα οὖν σοι ἀντειπεῖν κακὸν ἢ καλόν.
Κολιτσάρα
Ὁ Λάβαν καὶ ὁ Βαθουὴλ ἀπεκρίθησαν μὲ ἕνα στόμα καὶ εἶπαν· «ὁ Θεὸς ἔβγαλε αὐτὴν τὴν διαταγὴν καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀρνηθῶμεν καὶ νὰ εἴπωμεν τίποτε κακὸν ἢ καλόν. Δεχόμεθα τὴν πρότασίν σου.
Τρεμπέλα
Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἔφερεν ὅλα εὐνοϊκά, χάρις εἰς τὶς προσευχὲς τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Λάβαν καὶ ὁ Βαθουὴλ ἀπάντησαν εἰς τὸν δοῦλον τοῦ Ἀβραάμ: «Ὅπως μᾶς τὰ λέγεις, βεβαιωνόμεθα καὶ ἐμεῖς ὅτι ἀπὸ τὸν Κύριον ἐβγῆκεν ἡ προσταγὴ αὐτή· εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὁμιλεῖ ὁ Θεός. Ἐμεῖς λοιπὸν δὲν ἠμποροῦμεν νᾲ σοῦ ἀντιλέξωμεν ἢ νὰ προσθέσωμεν τίποτε καλὸν ἢ κακόν· δεχόμεθα τὴν πρότασίν σου.
Γεν. 24,51
ἰδοὺ Ῥεβέκκα ἐνώπιόν σου· λαβὼν ἀπότρεχε. καὶ ἔστω γυνὴ τῷ υἱῷ τοῦ κυρίου σου, καθὰ ἐλάλησε Κύριος.
Κολιτσάρα
Ἰδοὺ ἡ Ρεβέκκα εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σου· πάρε την μαζῆ σου καὶ ἂς γίνῃ αὐτὴ σύζυγος εἰς τὸν υἱὸν τοῦ κυρίου σου ὅπως ὁ Θεὸς διέταξε».
Τρεμπέλα
Ὁρίστε, ἡ Ρεβέκκα εἶναι ἐμπρός σου· πάρε την μαζί σου καὶ φύγε πίσω εἰς τὸν κύριον σου· καὶ ἂς γίνῃ γυναῖκα τοῦ μονάκριβου υἱοῦ τοῦ κυρίου σου Ἀβραάμ, σύμφωνα μὲ τὸ ἅγιον θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφανέρωσεν εἰς αὐτόν».
Γεν. 24,52
ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἀκοῦσαι τὸν παῖδα τοῦ Ἁβραὰμ τῶν ῥημάτων τούτων, προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν τῷ Κυρίῳ.
Κολιτσάρα
Ὅταν ὁ Ἐλιέζερ ἤκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ἐπροσκύνησε μέχρις ἐδάφους τὸν Θεὸν εἰς ἔκφρασιν τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης του.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ ἄκουσε τὰ λόγια αὐτά, ποὺ τοῦ εἶπαν ὁ Λάβαν καὶ ὁ Βαθουήλ, γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς καὶ ἐπροσκύνησε τὸν Κύριον, ἀναπέμπων δοξολογίαν καὶ εὐχαριστίαν εἰς αὐτόν, ποὺ εὐώδωσε τὰ πράγματα.
Γεν. 24,53
καὶ ἐξενέγκας ὁ παῖς σκεύη ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ καὶ ἱματισμὸν ἔδωκε τῇ Ῥεβέκκᾳ καὶ δῶρα ἔδωκε τῷ ἀδελφῷ αὐτῆς καὶ τῇ μητρὶ αὐτῆς.
Κολιτσάρα
Ἔβγαλε τότε ὁ Ἐλιέζερ ἀπὸ τὰς ἀποσκευάς του χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ κοσμήματα καὶ φορέματα καὶ τὰ ἔδωσε εἰς τὴν Ρεβέκκαν. Ἔδωσεν ἐπίσης δῶρα εἰς τὸν ἀδελφόν της τὸν Λάβαν καὶ εἰς τὴν μητέρα της
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἐβεβαιώθη πλέον, ὅτι εἶχε καλὸν τέλος ἡ ἀποστολή του, ἔβγαλε κοσμήματα ἀσημένια καὶ χρυσὰ καὶ φορέματα πλούσια καὶ πολύτιμα, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν εἰς τὴν Ρεβέκκαν· προσέφερεν ἐπίσης δῶρα καὶ εἰς τὸν ἀδελφόν της καὶ εἰς τὴν μητέρα της.
Γεν. 24,54
καὶ ἔφαγον καὶ ἔπιον καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄνδρες οἱ μετ’ αὐτοῦ ὄντες, καὶ ἐκοιμήθησαν. Καὶ ἀναστὰς τὸ πρωῒ εἶπεν· ἐκπέμψατέ με, ἵνα ἀπέλθω πρὸς τὸν κύριόν μου.
Κολιτσάρα
Κατόπιν δὲ αὐτῶν ἔφαγον καὶ ἔπιον ὁ Ἐλιέζερ καὶ οἱ ἄνδρες, ποὺ ἦσαν μαζῆ του, καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον ἔπεσαν καὶ ἐκοιμήθησαν. Τὸ πρωῒ δὲ σηκώθηκε ὁ Ἐλιέζερ καὶ εἶπε· «κατευοδώσατέ με τώρα καὶ ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐπανέλθω πρὸς τὸν κύριόν μου».
Τρεμπέλα
Ὅταν ἐξεπληρώθη ἡ ἐντολὴ τοῦ κυρίου του, ἐκάθησαν εἰς τὸ τραπέζι καὶ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν αὐτός (ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ) καὶ οἱ συνοδοί του καὶ κατόπιν ἐκοιμήθησαν ἥσυχοι καὶ ἁπαλλαγμένοι ἀπὸ τὴν μεγάλην φροντίδα. Τὸ πρωΐ, ὅταν ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ ἐσηκώθη, εἶπε πρὸς τοὺς συγγενεῖς τῆς Ρεβέκκας· «ἀφῆστε με νὰ ἐπιστρέψω πρὸς τὸν κύριόν μου».
Γεν. 24,55
εἶπαν δὲ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῆς καὶ ἡ μήτηρ· μεινάτω ἡ παρθένος μεθ’ ἡμῶν ἡμέρας ὡσεὶ δέκα, καὶ μετὰ ταῦτα ἀπελεύσεται.
Κολιτσάρα
Οἱ ἀδελφοὶ τῆς Ρεβέκκας καὶ ἡ μητέρα της εἶπαν· «ἂς μείνῃ ἀκόμη μαζῆ μας ἡ κόρη μας, ἔστω καὶ δέκα ἡμέρας, μετὰ τὰς ὁποίας ἂς ἀναχωρήσῃ».
Τρεμπέλα
Οἱ δὲ ἀδελφοὶ καὶ ἡ μητέρα τῆς Ρεβέκκας εἶπαν· «ἂς μείνῃ ἡ κόρη μαζί μας δέκα ἡμέρες περίπου καὶ κατόπιν ἂς ἀναχωρήσῃ».
Γεν. 24,56
ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· μὴ κατέχετέ με, καὶ Κύριος εὐώδωσε τὴν ὁδόν μου ἐν ἐμοί· ἐκπέμψατέ με, ἵνα ἀπέλθω πρὸς τὸν κύριόν μου.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ἐλιέζερ εἶπε πρὸς αὐτούς· «μὴ μὲ κρατῆτε, διότι ὁ Κύριος ἔφερεν εἰς πέρας τὴν ἀποστολήν μου. Κατευοδώσατέ με νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὸν κύριόν μου».
Τρεμπέλα
Ὁ δοῦλος ὅμως τοῦ Ἀβραὰμ τοὺς εἶπε: «Μὴ μὲ κρατεῖτε καὶ μὴ μὲ καθυστερεῖτε νὰ ἀναχωρήσω· διότι ὁ Θεὸς εὐώδωσε τὴν ἀποστολήν μου καὶ ἦλθαν ὅλα εὐνοϊκά. Ἀφῆστε με νὰ ἀναχωρήσω πρὸς τὸν κύριόν μου μίαν ὥραν προτήτερα. Ἐφ’ ὅσον ὁ Θεὸς τὰ ἔφερεν ὅλα εὐνοϊκά, σεῖς μὴ ἀναβάλλετε τὴν ἀναχώρησίν μου».
Γεν. 24,57
οἱ δὲ εἶπαν· καλέσωμεν τὴν παῖδα καὶ ἐρωτήσωμεν τὸ στόμα αὐτῆς.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνοι ἀπήντησαν: «Ἂς καλέσωμεν τὴν κόρην νὰ τὴν ἐρωτήσωμεν καὶ νὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ τὸ στόμα της τί γνώμην ἔχει».
Τρεμπέλα
Ἐκεῖνοι δὲ εἶπαν· «ἂς καλέσωμεν τὴν κόρην καὶ ἂς ἐρωτήσωμεν τὴν γνώμην της».
Γεν. 24,58
καὶ ἐκάλεσαν τὴν Ῥεβέκκαν καὶ εἶπαν αὐτῇ· πορεύσῃ μετὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου; ἡ δὲ εἶπε· πορεύσομαι.
Κολιτσάρα
Ἐκάλεσαν, λοιπόν, τὴν Ρεβέκκαν καὶ τῆς εἶπαν· «ἐπιθυμεῖς νὰ ἀναχωρήσῃς ἀμέσως μὲ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Ἐκείνη εἶπεν· «ναί· θὰ ἀναχωρήσω».
Τρεμπέλα
Ἐκάλεσαν τὴν Ρεβέκκαν καὶ τὴν ἐρώτησαν: «Θέλεις νὰ πᾶς μὲ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Τί λέγεις;» Καὶ ἡ Ρεβέκκα χωρὶς δισταγμὸν ἀπάντησε· «ναί, θέλω νὰ πάω μαζί του».
Γεν. 24,59
καὶ ἐξέπεμψαν Ῥεβέκκαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν καὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτῆς καὶ τὸν παῖδα τοῦ Ἁβραὰμ καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Κατευώδωσαν τότε τὴν ἀδελφήν των μὲ ὅλα αὐτῆς τὰ ὑπάρχοντα καὶ τὸν δοῦλον τοῦ Ἁβραὰμ μαζῆ μὲ τοὺς συνοδούς του.
Τρεμπέλα
Μετὰ τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ἐκεῖνοι δὲν ἔφεραν πλέον ἀντίρρησιν καὶ ἔστειλαν τὴν ἀδελφήν των Ρεβέκκαν εἰς τὸν Πατριάρχην μὲ τὰ ὑπάρχοντά της, δηλαδὴ μὲ ὅ,τι τῆς ἀνῆκε ἀπὸ τὴν πατρικὴν περιουσίαν· ἐπίσης καὶ τὸν δοῦλον τοῦ Ἀβραὰμ μαζὶ μὲ τοὺς συνοδούς του.
Γεν. 24,60
καὶ εὐλόγησαν Ῥεβέκκαν καὶ εἶπαν αὐτῇ· ἀδελφὴ ἡμῶν εἶ· γίνου εἰς χιλιάδας μυριάδων, καὶ κληρονομησάτω τὸ σπέρμα σου τὰς πόλεις τῶν ὑπεναντίων.
Κολιτσάρα
Ηὐχήθησαν δὲ τὴν Ρεβέκκαν καὶ τῆς εἶπαν· «εἶσαι ἀδελφή μας. Γίνε προμήτωρ εἰς χιλιάδας μυριάδας γενεῶν καὶ οἱ ἀπόγονοί σου ἂς εἶναι τόσον ἰσχυροί, ὥστε νὰ κυριεύσουν καὶ νὰ κληρονομήσουν τὰς πόλεις τῶν ἐχθρῶν των».
Τρεμπέλα
Καὶ εὐχήθηκαν εἰς τὴν Ρεβέκκαν καὶ τῆς εἶπαν· «εἶσαι ἀδελφή μας· γίνε προμήτωρ χιλιάδων μυριάδων γενεῶν καὶ εἴθε οἱ ἀπόγονοί σου νὰ κληρονομήσουν τὶς πόλεις τῶν ἐχθρῶν των, τὶς ὁποῖες θὰ κυριεύσουν μὲ τὴν δύναμίν των».
Γεν. 24,61
ἀναστᾶσα δὲ Ῥεβέκκα καὶ αἱ ἅβραι αὐτῆς, ἐπέβησαν ἐπὶ τὰς καμήλους καὶ ἐπορεύθησαν μετὰ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀναλαβὼν ὁ παῖς τὴν Ῥεβέκκαν ἀπῆλθεν.
Κολιτσάρα
Ἠγέρθη δὲ ἡ Ρεβέκκα καὶ αἱ θεραπαινίδες της, ἀνέβησαν εἰς τὰς καμήλους καὶ ἐπορεύθησαν μὲ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον. Καὶ ὁ Ἐλιέζερ, ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραάμ, λαβὼν τὴν Ρεβέκκαν ἀνεχώρησε.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ ἐσηκώθη ἡ Ρεβέκκα καὶ οἱ ὑπηρέτριές της, ἐκαβαλλίκευσαν τὶς καμῆλες καὶ ἐπῆγαν μὲ τὸν ἀπεσταλμένον τοῦ Ἀβραάμ· καὶ ὁ δοῦλος τοῦ Πατριάρχου, ἀφοῦ ἐπῆρε μαζί του τὴν Ρεβέκκαν, ἀνεχώρησε.
Γεν. 24,62
Ἰσαὰκ δὲ διεπορεύετο διὰ τῆς ἐρήμου κατὰ τὸ φρέαρ τῆς ὁράσεως· αὐτὸς δὲ κατῴκει ἐν τῇ γῇ τῇ πρὸς λίβα.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ἰσαὰκ κατὰ τὸν καιρὸν αὐτὸν ἐπορεύετο διὰ μέσου τῆς ἐρήμου πρὸς τὸ φρέαρ, τὸ ὁποῖον ὠνομάζετο «Φρέαρ τῆς ὁράσεως»· κατοικοῦσε δὲ εἰς τὴν νότιον περιοχὴν τῆς Χαναάν.
Τρεμπέλα
Ὁ δὲ Ἰσαὰκ διέσχιζε τὴν ἔρημον καὶ ἐπήγαινε πρὸς τὸ πηγάδι «τῆς ὁράσεως», δηλαδὴ τὸ πηγάδι ὅπου εἶχε παρουσιασθῆ ὁ Θεός (μεταξὺ Κάδης καὶ Βαράδ)· αὐτὸς δὲ ἑκατοικοῦσε εἰς τὴν περιοχήν, ποὺ εὑρίσκετο πρὸς τὰ νότια τῆς Χαναάν.
Γεν. 24,63
καὶ ἐξῆλθεν Ἰσαὰκ ἀδολεσχῆσαι εἰς τὸ πεδίον τὸ πρὸς δείλης καὶ ἀναβλέψας τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε καμήλους ἐρχομένας.
Κολιτσάρα
Κάποιο δειλινὸν ἐξῆλθεν ὁ Ἰσαὰκ νὰ περιπατήσῃ πρὸς ψυχαγωγίαν του εἰς τὴν πεδιάδα. Ὕψωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδεν ἀπὸ μακρὰν καμήλους νὰ ἔρχωνται.
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἰσαὰκ ἐβγῆκε περίπατον κατὰ τὸ δειλινὸν εἰς τὴν πεδιάδα, διὰ νὰ αὐτοσυγκεντρωθῇ, νὰ προσευχηθῇ καὶ ἐμβαθύνῃ εἰς τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ, βοηθούμενος ἀπὸ τὴν ἠρεμίαν καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου. Καθὼς ἐπεριπατοῦσε μόνος, βυθισμένος εἰς ἁγίας σκέψεις, ἐσήκωσε τὸ βλέμμα καὶ εἶδε νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος του καραβάνι μὲ καμῆλες.
Γεν. 24,64
καὶ ἀναβλέψασα Ῥεβέκκα τοῖς ὀφθαλμοῖς εἶδε τὸν Ἰσαὰκ καὶ κατεπήδησεν ἀπὸ τῆς καμήλου.
Κολιτσάρα
Ἡ Ρεβέκκα ὕψωσε καὶ αὐτὴ τοὺς ὀφθαλμούς της, εἶδε τὸν Ἰσαὰκ καὶ ἀπὸ αἴσθημα αἰδοῦς καταληφθεῖσα ἐπήδησε κάτω ἀπὸ τὴν κάμηλον.
Τρεμπέλα
Καὶ μόλις ἐσήκωσε τὸ βλέμμα της ἡ Ρεβέκκα, εἶδε τὸν Ἰσαὰκ καὶ ἐπήδησε καὶ κατέβη ἀπὸ τὴν καμήλαν της·
Γεν. 24,65
καὶ εἶπε τῷ παιδί· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ πορευόμενος ἐν τῷ πεδίῳ εἰς συνάντησιν ἡμῖν; εἶπε δὲ ὁ παῖς· οὗτος ἐστιν ὁ κύριός μου. ἡ δὲ λαβοῦσα τὸ θέριστρον περιεβάλετο.
Κολιτσάρα
Ἠρώτησε δὲ τὸν Ἐλιέζερ· «ποιὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ποὺ περιπατεῖ εἰς τὴν πεδιάδα καὶ ἔρχεται πρὸς συνάντησίν μας;» Εἶπε δὲ ὁ Ἐλιέζερ· «αὐτὸς εἶναι ὁ νέος κύριός μου, ὁ Ἰσαάκ». Ἐκείνη ἔλαβε καλύπτραν καὶ ἐσκεπάσθη.
Τρεμπέλα
καὶ εἶπε πρὸς τὸν δοῦλον τοῦ Ἀβραάμ· «ποῖος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ποὺ βαδίζει εἰς τὴν πεδιάδα καὶ ἔρχεται πρὸς συνάντησίν μας;» Ὁ δοῦλος δὲ τῆς ἀπάντησε· «αὐτὸς εἶναι ὁ κύριός μου». Ἡ Ρεβέκκα μόλις ἄκουσε τὴν ἀπάντησιν αὐτήν, ἐπῆρε τὸ κάλυμμά της καὶ ἐσκέπασε τὸ πρόσωπόν της, ὅπως συνήθιζαν οἱ γυναῖκες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, προκειμένου νὰ ἐκδηλώσουν τὴν τιμήν, τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ὑποταγήν των εἰς τὸν ἄνδρα.
Γεν. 24,66
καὶ διηγήσατο ὁ παῖς τῷ Ἰσαὰκ πάντα τὰ ῥήματα, ἃ ἐποίησεν.
Κολιτσάρα
Ὅταν συνήντησαν τὸν Ἰσαάκ, διηγήθη ὁ Ἐλιέζερ ὅλα ὅσα ἔκαμε εἰς τὴν γῆν τῆς Χαρράν.
Τρεμπέλα
Ὅταν τὸ καραβάνι ἐπλησίασε εἰς τὸν Ἰσαάκ, ὁ δοῦλος διηγήθη εἰς τὸν κύριόν του μὲ ἀκρίβειαν καὶ λεπτομέρειαν ὅλα, ὅσα εἶπε καὶ ἔκαμε· ἔτσι ἔπεισε τὸν Ἰσαὰκ ὅτι τὴν Ρεβέκκαν τὴν παρουσίασεν ὁ Θεός.
Γεν. 24,67
εἰσῆλθε δὲ Ἰσαὰκ εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρὸς αὐτοῦ καὶ ἔλαβε τὴν Ῥεβέκκαν, καὶ ἐγένετο αὐτοῦ γυνή, καὶ ἠγάπησεν αὐτήν· καὶ παρεκλήθη Ἰσαὰκ περὶ Σάρρας τῆς μητρὸς αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἰσαὰκ ἔλαβε τὴν Ρεβέκκαν, τὴν εἰσήγαγεν εἰς τὴν σκηνὴν τῆς μητρός του, τὴν ἐνυμφεύθη καὶ τὴν ἠγάπησεν. Ἔτσι δὲ καὶ ἐπαρηγορήθη διὰ τὸν θάνατον τῆς μητρός του.
Τρεμπέλα
Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ ὁ Ἰσαὰκ ἐμπῆκε εἰς τὸ σπίτι τῆς μητέρας του καὶ ἐκεῖ ἐνυμφεύθη τὴν Ρεβέκκαν, ἡ ὁποία ἔγινε πλέον γυναῖκα του καὶ τὴν ὁποίαν ἀγάπησε. Μὲ τὴν χαρὰν τοῦ γάμου του παρηγορήθη ὁ Ἰσαὰκ ἀπὸ τὴν λύπην, ποὺ τοῦ ἐπροξένησεν ὁ θάνατος τῆς μητέρας του Σάρρας.