Γένεσις 26
Γεν. 26,1
Ἐγένετο δὲ λιμὸς ἐπὶ τῆς γῆς χωρὶς τοῦ λιμοῦ τοῦ πρότερον, ὃς ἐγένετο ἐν τῷ καιρῷ τοῦ Ἁβραάμ· ἐπορεύθη δὲ Ἰσαὰκ πρὸς Ἀβιμέλεχ βασιλέα Φυλιστιεὶμ εἰς Γέραρα.
Κολιτσάρα
Ἔπεσε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πεῖνα, ὡσὰν ἐκείνην ἡ ὁποία εἶχε γίνει προηγουμένως κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Ἁβραάμ. Διὰ τὴν ἐξεύρεσιν δὲ τροφίμων ἀνεχώρησεν ὁ Ἰσαὰκ εἰς Γέραρα πρὸς τὸν Ἀβιμέλεχ, βασιλέα τῶν Φιλισταίων, διὰ νὰ μεταβῇ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὴν Αἴγυπτον.
Τρεμπέλα
Ἔγινε δὲ πεῖνα εἰς τὴν χώραν, ποὺ ἑκατοικοῦσαν ὁ Ἰσαάκ. Αὐτὴ ἦταν ἄλλη πεῖνα, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκεῖνην ποὺ εἶχε γίνει προηγουμένως κατὰ τὰ χρόνια, ποὺ ἐζοῦσεν ὁ πατέρας τοῦ ὁ Ἀβραάμ. Ἡ ἔλλειψις τῶν ἀναγκαίων τροφῶν ἀνάγκασε τὸν Ἰσαὰκ νὰ μεταβῇ ἀπὸ τὴν Βηρσαβεὲ πρὸς τὸν Ἀβιμέλεχ, τὸν βασιλιᾶ τῶν Φιλισταίων, εἰς τὰ Γέραρα.
Γεν. 26,2
ὤφθη δὲ αὐτῷ Κύριος καὶ εἶπε· μὴ καταβῇς εἰς Αἴγυπτον· κατοίκησον δὲ ἐν τῇ γῇ, ᾗ ἂν σοι εἴπω.
Κολιτσάρα
Παρουσιάσθη ὅμως εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος καὶ τοῦ εἶπε· «μὴ μεταβῇς εἰς Αἴγυπτον, ἀλλὰ νὰ κατοικήσῃς εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ σοῦ εἴπω.
Τρεμπέλα
Ἐπειδὴ δὲ ὁ Ἰσαὰκ ἤθελε νὰ κατευθυνθῇ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἐφανερώθη εἰς αὐτὸν ὁ Θεὸς καὶ τοῦ εἶπε· «μὴ μεταβῇς εἰς τὴν Αἴγυπτον· κατοίκησε δὲ εἰς τὴν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σοῦ εἴπω ἐγὼ νὰ μείνῃς.
Γεν. 26,3
καὶ παροίκει ἐν τῇ γῇ ταύτῃ, καὶ ἔσομαι μετὰ σοῦ καὶ εὐλογήσω σε· σοὶ γὰρ καὶ τῷ σπέρματί σου δώσω πᾶσαν τὴν γῆν ταύτην καὶ στήσω τὸν ὅρκον μου, ὃν ὤμοσα τῷ Ἁβραὰμ τῷ πατρί σου.
Κολιτσάρα
Μεῖνε προσωρινῶς εἰς τὴν γῆν αὐτὴν τῶν Φιλισταίων, καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζῆ σου καὶ θὰ σὲ εὐλογήσω· διότι εἰς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου θὰ δώσω ὅλην αὐτὴν τὴν χώραν καὶ θὰ ἐκπληρώσω ἔτσι τὴν ἔνορκον ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸν Ἁβραὰμ τὸν πατέρα σου.
Τρεμπέλα
Κατοίκησε προσωρινῶς εἰς τὴν χώραν αὐτὴν τῶν Φιλισταίων καὶ μὴ ἀγωνιᾷς καὶ μὴ στενοχωρῆσαι. Διότι ἐγὼ ὁ Κύριος τῶν ὅλων θὰ εἶμαι μαζί σου. Καὶ ὅχι μόνον θὰ εἶμαι μαζί σου διὰ νὰ σὲ ἀσφαλίζω, ἀλλὰ καὶ θὰ σὲ εὐλογήσω πλουσίως, ὥστε νὰ γίνῃς ἔνδοξος. Σὺ νὸ μίζεις, ὅτι μένεις εἰς τὰ μέρη αὐτὰ ὡς ξένος καὶ πλανώμενος· γνωρίζε ὅμως ὅτι εἰς σὲ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου θὰ δώσω ὅλην αὐτὴν τὴν χώραν. Καὶ διὰ νὰ πάρῃς θάρος μάθε, ὅτι τὴν ἔνορκον ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἒδωκα εἰς τὸν πατέρα σου, τὸν Ἀβραάμ, θὰ τὴν ἐκπληρώσω» καὶ θὰ τὴν πραγματοποιήσω.
Γεν. 26,4
καὶ πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου ὡς τοὺς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ καὶ δώσω τῷ σπέρματί σου πᾶσαν τὴν γῆν ταύτην, καὶ εὐλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς,
Κολιτσάρα
Θὰ πληθύνω δὲ τοὺς ἀπογόνους σου ὡσὰν τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ θὰ δώσω ὅλην αὐτὴν τὴν χώραν εἰς τοὺς ἀπογόνους σου. Δι’ ἑνὸς δὲ ἐκ τῶν ἀπογόνων σου θὰ εὐλογηθοῦν ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς.
Τρεμπέλα
Καὶ θὰ πληθύνω πάρα πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου καὶ θὰ τοὺς αὐξήσω ὡσὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ θὰ δώσω εἰς τοὺς πολυπληθεῖς αὐτοὺς ἀπογόνους σου ὅλην αὐτὴν τὴν χώραν. Δι’ ἐνὸς δὲ ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου, τοῦ ἐκλεκτοῦ καὶ ἁγίου καὶ ἀναμαρτήτου Μεσσίου Χρίστοῦ, θὰ λάβουν τὶς εὐλογίες καὶ χάριτες τοῦ Θεοῦ ὅλες οἱ φυλὲς καὶ οἱ λαοὶ τῆς γῆς.
Γεν. 26,5
ἀνθ’ ὧν ὑπήκουσεν Ἁβραὰμ ὁ πατήρ σου τῆς ἐμῆς φωνῆς καὶ ἐφύλαξε τὰ προστάγματά μου καὶ τὰς ἐντολάς μου καὶ τὰ δικαιώματά μου καὶ τὰ νόμιμά μου.
Κολιτσάρα
Καὶ ταῦτα πρὸς χάριν τοῦ πατρός σου τοῦ Ἁβραάμ, ὁ ὁποῖος ὑπήκουσεν εἰς τὴν ἐντολήν μου, ἐφύλαξε τὰ προστάγματά μου καὶ τὰς ἐντολάς μου, τὰ δικαιώματά μου καὶ τὸν νόμον μου».
Τρεμπέλα
Οἱ ὑποσχέσεις, ποὺ ἔχουν δοθῇ εἰς τὸν Ἀβραάμ, θὰ ἐκπληρωθοῦν, διότι ὁ πατέρας σου ὑπήκουσεν εἰς τὶς ἐντολές μου καὶ ἐφύλαξε τὰ προστάγματά μου καὶ τὰ παραγγέλματά μου καὶ τὸν νόμον μου. Μιμήσου τὴν ὑπακοὴν ἐκείνου καὶ πίστευε εἰς τοὺς λόγους μου, διὰ να ἀξιωθῇς πολὺ μεγαλυτέρας ἀμοιβῆς καὶ διὰ τὴν ἀρετὴν τοῦ πατέρα σου καὶ διὰ τὴν ἰδικήν σου ὑπακοήν· καὶ μὴ μεταβῇς εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀλλὰ μεῖνε ἐδῶ».
Γεν. 26,6
κατῴκησε δὲ Ἰσαὰκ ἐν Γεράροις.
Κολιτσάρα
Πράγματι δὲ ὁ Ἰσαὰκ ἐγκατεστάθη εἰς τὰ Γέραρα.
Τρεμπέλα
Πράγματι· ὁ Ἰσαὰκ ἐγκατέλειψε κάθε ἄλλην σκέψιν καὶ σχέδιον· ὑπήκουσεν εἰς τὴν θείαν ὀπτασίαν καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὰ Γέραρα, τὴν πόλιν εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε γεννηθῇ.
Γεν. 26,7
Ἐπηρώτησαν δὲ οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου περὶ Ῥεβέκκας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ εἶπεν· ἀδελφή μου ἐστίν· ἐφοβήθη γὰρ εἰπεῖν ὅτι γυνή μου ἐστί, μήποτε ἀποκτείνωσιν αὐτὸν οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου περὶ Ῥεβέκκας, ὅτι ὡραία τῇ ὄψει ἦν.
Κολιτσάρα
Καθ’ ὃν χρόνον ὅμως ἔμενεν ἐκεῖ, οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως τοῦ ἐζήτησαν πληροφορίας διὰ τὴν γυναῖκα του τὴν Ρεβέκκαν, ποίαν δηλαδὴ πρὸς αὐτὴν συγγένειαν καὶ σχέσιν ἔχει. Ἐκεῖνος ἀπήντησεν ὅτι εἶναι ἀδελφή μου. Ἐφοβήθη νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι σύζυγός μου, μήπως καὶ τὸν φονεύσουν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως ἐκείνης ἕνεκα τῆς Ρεβέκκας, διότι αὐτὴ ἦτο ὡραία κατὰ τὴν ἐμφάνισιν.
Τρεμπέλα
Ὅταν ἐγκατεστάθη εἰς τὰ Γεραρά, τὸν ἐρώτησαν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως ἐκείνης διὰ τὴν γυναῖκα του τὴν Ρεβέκκαν ποία εἶναι καὶ ἐὰν ἔχῃ μαζί της καμμίαν συγγένειαν. Ὁ Ἰσαὰκ ἀπάντησεν· «εἶναι ἀδελφή μου». Ἀπάντησεν ἔτσι, διότι ἐφοβήθη νὰ εἴπῃ «εἶναι γυναῖκα μου», μήπως οἱ ἄνθρωποι τῶν Γεράρων τὸν φονεύσουν ἐξ αἰτίας τῆς Ρεβέκκας, ἡ ὁποία ἦταν ὡραία εἰς τὴν ἐμφάνισιν.
Γεν. 26,8
ἐγένετο δὲ πολυχρόνιος ἐκεῖ· καὶ παρακύψας Ἀβιμέλεχ ὁ βασιλεὺς Γεράρων διὰ τῆς θυρίδος, εἶδε τὸν Ἰσαὰκ παίζοντα μετὰ Ῥεβέκκας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Ἔμεινε δὲ ἐκεῖ ὁ Ἰσαὰκ ἐπὶ πολὺ χρονικὸν διάστημα. Κάποιαν ἡμέραν ὁ βασιλεὺς τῶν Γεράρων Ἀβιμέλεχ ἔσκυψε ἀπὸ τὰ ἀνάκτορά του καὶ εἶδε ἀπὸ τὴν ἀνοικτὴν θύραν τῆς σκηνῆς τὸν Ἰσαὰκ νὰ χαριεντίζεται μὲ τὴν Ρεβέκκαν τὴν σύζυγόν του.
Τρεμπέλα
Ἔμεινε δὲ εἰς τὰ Γέραρα ὁ Ἰσαὰκ πολὺ χρονικὸν διάστημα. Κάποιαν ἡμέραν ὁ Ἀβιμέλεχ, ὁ βασιλιᾶς τῶν Γεράρων, ἔσκυψεν ἀπὸ τὸ ἀνοικτὸν παράθυρον τῶν ἀνακτόρων του, ἐκύτταξε πρὸς τὴν σκηνὴν ὅπου ἔμενεν ὁ Ἰσαὰκ καὶ εἶδεν εἰς τὴν ἀνοικτὴν σκηνὴν τὸν Ἰσαὰκ νὰ χαϊδεύῃ τρυφερὰ τὴν γυναῖκα του τὴν Ρεβέκκαν καὶ νὰ χαριεντίζεται μαζί της.
Γεν. 26,9
ἐκάλεσε δὲ Ἀβιμέλεχ τὸν Ἰσαὰκ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἆρά γε γυνή σου ἐστί; τί ὅτι εἶπας, ἀδελφή μου ἐστίν; εἶπε δὲ αὐτῷ Ἰσαάκ· εἶπα γάρ, μήποτε ἀποθάνω δι’ αὐτήν.
Κολιτσάρα
Ἐκάλεσε τότε τὸν Ἰσαὰκ καὶ τοῦ εἶπε· «ὥστε λοιπὸν εἶναι γυναίκα σου ἡ Ρεβέκκα; Διατί εἶπες ὅτι εἶναι ἀδελφή σου;» Ὁ Ἰσαὰκ ἀπήντησεν εἰς αὐτόν· «Εἶπα ὅτι εἶναι, ἀδελφή μου, διότι ἐφοβήθηκα μήπως ἐξ αἰτίας της φονευθῶ».
Τρεμπέλα
Τότε ὁ Ἀβιμέλεχ ἐκάλεσε τὸν Ἰσαὰκ καὶ τοῦ εἶπεν· «ὥστε λοιπὸν ἡ Ρεβέκκα εἶναι γυναῖκα σου; Διατί εἶπες «εἶναι ἀδελφή μου;» Ἀφοῦ ὁ Ἰσαὰκ ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τὰ ὅσα εἶδεν ὁ Ἀβιμέλεχ, δὲν ἀρνεῖται, ἀλλὰ ὁμολογεῖ καὶ φανερώνει τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀναγκάσθηκε νὰ πῇ ὅτι ἡ Ρεβέκκα εἶναι ἀδελφή του. Ἀπάντησε λοιπὸν ὁ Ἰσαάκ· «εἶπα ὅτι εἶναι ἀδελφή μου, διότι ἐφοβηθηκα μήπως χάσω τὴν ζωήν μου ἐξ αἰτίας της».
Γεν. 26,10
εἶπε δὲ αὐτῷ Ἀβιμέλεχ· τί τοῦτο ἐποίησας ἡμῖν; μικροῦ ἐκοιμήθη τις ἐκ τοῦ γένους μου μετὰ τῆς γυναικός σου, καὶ ἐπήγαγες ἂν ἐφ’ ἡμᾶς ἄγνοιαν.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ἀβιμέλεχ τοῦ εἶπε· «τί εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔκαμες; Παρ’ ὀλίγον καὶ νὰ ἐκοιμᾶτο μαζῆ της κάποιος ἀπὸ τὴν φυλήν μου, καὶ θὰ ἐγίνεσο σὺ αἰτία νὰ πέσῃ ἐπάνω μας ἁμαρτία καὶ ἐνοχὴ διὰ τὴν ἄγνοιάν μας αὐτήν».
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἀβιμέλεχ εἶπε πρὸς τὸν Ἰσαάκ: «Τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔκαμες; Διότι παρ’ ὀλίγον νὰ ἐκοιμᾶτο μὲ τὴν γυναῖκα σου κάποιος ἀπὸ τὴν φυλήν μου καὶ ἔτσι θὰ ἐγίνεσο σὺ ἡ αἰτία νὰ πέσωμεν ἀπὸ ἄγνοιαν εἰς ἁμαρτίαν».
Γεν. 26,11
συνέταξε δὲ Ἀβιμέλεχ παντὶ τῷ λαῷ αὐτοῦ, λέγων· πᾶς ὁ ἁψάμενος τοῦ ἀνθρώπου τούτου ἢ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, θανάτῳ ἔνοχος ἔσται.
Κολιτσάρα
Ἔβγαλε δὲ διαταγὴν ὁ Ἀβιμέλεχ πρὸς ὅλον τὸν λαόν του καὶ εἶπεν· «Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ ἐγγίσῃ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ἢ τὴν σύζυγόν του, θὰ εἶναι ἔνοχος θανάτου».
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἀβιμέλεχ ἐξέδωκε διαταγήν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς ὅλον τὸν λαόν του καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἔλεγεν· «ὅποιος τολμήσῃ νὰ βλάψῃ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, τὸν Ἰσαάκ, ἢ τὴν γυναῖκα του, τὴν Ρεβέκκαν, θὰ καταδικασθῇ εἰς θάνατον».
Γεν. 26,12
ἔσπειρε δὲ Ἰσαὰκ ἐν τῇ γῇ ἐκείνῃ καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ ἑκατοστεύουσαν κριθήν· εὐλόγησε δὲ αὐτὸν Κύριος.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἰσαὰκ ἐκαλλιέργησε καὶ ἔσπειρε εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ ἐθέρισε κριθάρι ἑκατονταπλάσιον. Ὁ δὲ Θεὸς τὸν εὐλόγησε πλουσίως.
Τρεμπέλα
Ὁ Ἰσαὰκ ἔσπειρεν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ ἐκεῖνο τὸ ἔτος ἐθέρισε κριθάρι ἑκατὸν φορὲς περισσότερον ἀπὸ ἄλλην φοράν· ἡ πλουσία καρποφορία ὠφείλετο εἰς τὸ ὅτι τὸν εὐλόγησεν ὁ Κύριος.
Γεν. 26,13
καὶ ὑψώθη ὁ ἄνθρωπος. καὶ προβαίνων μείζων ἐγίνετο, ἕως οὗ μέγας ἐγένετο σφόδρα·
Κολιτσάρα
Δι’ αὐτὸ καὶ ἔγινε πλούσιος. Ὅσον δὲ ἐπερνοῦσεν ὁ καιρός, τόσον καὶ πλουσιότερος ἐγίνετο, μέχρις ὅτου ἔγινε μέγας διὰ τὰ πολλά του πλούτη καὶ τὴν δόξαν του.
Τρεμπέλα
Ὅσον δὲ ἐπερνοῦσεν ὁ καιρός, τόσον καὶ πλουσιῶτερος ἐγίνετο, μέχρις ὅτου ἔγινε πολὺ μεγάλος καὶ ἔνδοξος διὰ τὰ πολλά του πλούτη.
Γεν. 26,14
ἐγένετο δὲ αὐτῷ κτήνη προβάτων καὶ κτήνη βοῶν καὶ γεώργια πολλά. ἐζήλωσαν δὲ αὐτὸν οἱ Φυλιστιείμ,
Κολιτσάρα
Ἀπέκτησε δὲ κοπάδια πρόβατα καὶ βόδια, ὅπως ἐπίσης καὶ πολλὰ χωράφια. Ἕνεκα τούτου οἱ Φιλισταῖοι τὸν ἐζήλευσαν καὶ τὸν ἐφθόνησαν.
Τρεμπέλα
Ἀπέκτησε δὲ ὁ Ἰσαὰκ πολλὰ πρόβατα καὶ πολλὰ βόδια καὶ πολλὰ χωράφια. Οἱ δὲ Φιλισταῖοι, οἱ κάτοικοι τῶν Γεράρων, ὅταν εἶδαν αὐτὸν τὸν πολὺν πλοῦτον τοῦ Ἰσαάκ, τὸν ἐζήλευσαν.
Γεν. 26,15
καὶ πάντα τὰ φρέατα, ἃ ὤρυξαν οἱ παῖδες τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐν τῷ χρόνῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐνέφραξαν αὐτὰ οἱ Φυλιστιεὶμ καὶ ἔπλησαν αὐτὰ γῆς.
Κολιτσάρα
Διὰ νὰ τὸν βλάψουν δὲ ἐπῆγαν καὶ ἐβούλωσαν καὶ ἐγέμισαν μὲ χῶμα τὰ φρέατα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνοίξει οἱ δοῦλοι τοῦ πατρός του Ἁβραάμ, ἐνῷ ἀκόμη ἐζοῦσε.
Τρεμπέλα
Παρακινούμενοι δὲ ἀπὸ τὴν ζήλειαν των ἐφθόνησαν ἀκόμη καὶ τὸ νερὸν τοῦ Πατριάρχου. Διὰ τοῦτο ἔφραξαν καὶ ἔχωσαν μὲ πέτρες καὶ χώματα ὅλα τὰ πηγάδια τοῦ νεροῦ, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀνοίξει οἱ δοῦλοι τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ πατέρα του, ὅταν ἀκόμη ἐζοῦσεν ὁ Πατριάρχης.
Γεν. 26,16
εἶπε δὲ Ἀβιμέλεχ πρὸς Ἰσαάκ· ἄπελθε ἀφ’ ἡμῶν, ὅτι δυνατώτερος ἡμῶν ἐγένου σφόδρα.
Κολιτσάρα
Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀβιμέλεχ, φθονήσας τὸν Ἰσαάκ, τοῦ εἶπε· «φύγε μακρυά μας, διότι ἔγινε πολὺ δυνατώτερος ἀπὸ ἡμᾶς».
Τρεμπέλα
Οὔτε ὁ βασιλιᾶς Ἀβιμέλεχ ἠμπόρεσε νὰ συγκρατήσῃ τὴν ζήλειαν του. Παρακινούμενος καὶ αὐτὸς ἀπὸ φθόνον εἶπεν εἰς τὸν Ἰσαάκ· «φύγε ἀπὸ κοντά μας, διότι ἐσὺ ἔγινες πολὺ πιὸ δυνατὸς ἀπὸ ἡμᾶς».
Γεν. 26,17
καὶ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν Ἰσαὰκ καὶ κατέλυσεν ἐν τῇ φάραγγι Γεράρων καὶ κατῴκησεν ἐκεῖ.
Κολιτσάρα
Τότε ὁ Ἰσαὰκ ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ, κατέλυσε εἰς τὴν κοιλάδα τῶν Γεράρων, ὅπου καὶ ἐγκατεστάθη μονίμως.
Τρεμπέλα
Ὁ Ἰσαάκ, ὁ ὁποῖος δεν ὑπερηφανεύθη καθόλου ἀπὸ τὶς εὐλογίες καὶ τὴν προστασίαν τοῦ Θεοῦ δὲν ἀντιστάθηκε εἰς τὸν Ἀβιμέλεχ, ἀλλ’ ὑπεχώρησε μὲ καλωσύνην. Καὶ διὰ νὰ σβήσῃ τὸν φθόνον τοῦ βασιλιᾶ, ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ, διενυκτέρευσεν εἰς τὴν κοιλάδα τῶν Γεραρῶν, ποὺ ἦταν ἄνυδρος τὸ καλοκαίρι, καὶ ἐγκατεστάθη εἰς αὐτὴν μονίμως.
Γεν. 26,18
καὶ πάλιν Ἰσαὰκ ὤρυξε τὰ φρέατα τοῦ ὕδατος, ἃ ὤρυξαν οἱ παῖδες Ἁβραὰμ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ ἐνέφραξαν αὐτὰ οἱ Φυλιστιεὶμ μετὰ τὸ ἀποθανεῖν Ἁβραὰμ τὸν πατέρα αὐτοῦ, καὶ ἐπωνόμασεν αὐτοῖς ὀνόματα κατὰ τὰ ὀνόματα, ἃ ὠνόμασεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Καὶ πάλιν ἐκεῖ ἤνοιξε τὰ φρέατα τοῦ ὕδατος, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνοίξει, ζῶντος τοῦ Ἁβραάμ, οἱ δοῦλοι του, καὶ τὰ ὁποῖα μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἁβραὰμ εἶχον βουλώσει οἱ Φιλισταῖοι. Τὰ φρέατα αὐτὰ τὰ ὠνόμασεν ὁ Ἰσαὰκ μὲ τὰ ἴδια ὀνόματα, ποὺ τοὺς εἶχε δώσῃ ὁ πατέρας του ὁ Ἁβραάμ.
Τρεμπέλα
Εἰς τὸ μέρος αὐτὸ ὁ Ἰσαὰκ ἄνοιξε καὶ πάλιν τὰ πηγάδια, ποὺ εἶχαν ἀνοίξει παλαιοτέρα οἱ δοῦλοι τοῦ πατέρα του, καὶ τὰ ὁποῖα εἶχαν ἐν τῷ μεταξὺ φράξει οἱ Φιλισταῖοι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατέρα τοῦ Ἀβραάμ. Καὶ ἔδωσεν εἰς τὰ πηγάδια ἐκεῖνα τὰ ἴδια ὀνόματα, ποὺ εἶχε δώσει εἰς αὐτὰ καὶ ὁ πατέρας του.
Γεν. 26,19
καὶ ὤρυξαν οἱ παῖδες Ἰσαὰκ ἐν τῇ φάραγγι Γεράρων καὶ εὗρον ἐκεῖ φρέαρ ὕδατος ζῶντος.
Κολιτσάρα
Οἱ δοῦλοι τοῦ Ἰσαὰκ ἔσκαψαν ἄλλο φρέαρ εἰς τὰ φάραγγα τῶν Γεράρων, ὅπου καὶ εὑρῆκαν πηγαῖον ὕδωρ.
Τρεμπέλα
Καὶ οἱ δοῦλοι τοῦ Ἰσαὰκ ἔσκαψαν καὶ εὑρῆκαν εἰς τὴν κοιλάδα τῶν Γεράρων νερόν, τὸ ὁποῖον δεν ἦταν στάσιμον, ὅπως τῶν συνηθισμένων πηγαδιῶν, ἀλλὰ ἔτρεχεν ἀπὸ κάτω, ἦταν ἀρτεσιανόν.
Γεν. 26,20
καὶ ἐμαχέσαντο οἱ ποιμένες Γεράρων μετὰ τῶν ποιμένων Ἰσαάκ, φάσκοντες αὐτῶν εἶναι τὸ ὕδωρ. καὶ ἐκάλεσαν τὸ ὄνομα τοῦ φρέατος Ἀδικία· ἠδίκησαν γὰρ αὐτόν.
Κολιτσάρα
Οἱ ποιμένες ὅμως τῶν Γεράρων ἐφιλονείκησαν καὶ συνεπλάκησαν μὲ τοὺς ποιμένας τοῦ Ἰσαὰκ λέγοντες, ὅτι τὸ πηγαῖον αὐτὸ ὕδωρ τοῦ νέου φρέατος εἶναι ἰδικόν των. Οἱ ποιμένες τοῦ Ἰσαὰκ ὠνόμασαν τὸ φρέαρ ἐκεῖνο «Ἀδικία», διότι οἱ Φιλισταῖοι ἠδίκησαν τὸν Ἰσαάκ.
Τρεμπέλα
Ἀλλὰ οἱ βοσκοὶ τῆς περιοχῆς τῶν Γεράρων ἐφιλονικησαν καὶ συνεκρούσθησαν μὲ τοὺς βοσκοὺς τοῦ Ἰσαὰκ καὶ ἔλεγαν, ὅτι τὸ τρεχούμενον ἐκεῖνο νερὸν εἶναι ἰδικόν των. Ὁ Ἰσαὰκ ἐφέρθη πάλιν μὲ ἀνεξικακίαν καὶ ὑπεχώρησε. Καὶ ὠνόμασαν τὸ πηγάδι ἐκεῖνο «Ἀδικία»· διότι οἱ βοσκοὶ τῶν Γεράρων τὸν ἀδίκησαν.
Γεν. 26,21
ἀπάρας δὲ Ἰσαὰκ ἐκεῖθεν ὤρυξε φρέαρ ἕτερον, ἐκρίνοντο δὲ καὶ περὶ ἐκείνου· καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐχθρία.
Κολιτσάρα
Παραλαβὼν τὰ ὑπάρχοντά του ὁ Ἰσαὰκ ἀνεχώρησεν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἤνοιξε νέον φρέαρ. Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ ἐφιλονείκησαν οἱ Φιλισταῖοι πρὸς αὐτόν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ ὠνόμασεν «Ἐχθρότης».
Τρεμπέλα
Ὁ Ἰσαάκ, ἀφοῦ ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ, ἔσκαψε καὶ ἔνοιξεν ἄλλο πηγάδι. Ἀλλὰ οἱ φθονεροὶ Φιλισταῖοι καὶ πάλιν δὲν εἶδαν με «καλὸ μάτι» τὸν Ἰσαὰκ καὶ δι’ αὐτὸ ἐφιλονίκησαν πάλιν μαζί του διὰ τὸ πηγάδι ἐκεῖνο· καὶ ἐπειδὴ τὸ πηγάδι ἐκεῖνο ἔγινεν ὑπόθεσις ἔχθρας, τὸ ὠνόμασεν «Ἐχθρότητα».
Γεν. 26,22
ἀπάρας δὲ ἐκεῖθεν ὤρυξε φρέαρ ἕτερον, καὶ οὐκ ἐμαχέσαντο περὶ αὐτοῦ· καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Εὐρυχωρία, λέγων· διότι νῦν ἐπλάτυνε Κύριος ἡμῖν καὶ ηὔξησεν ἡμᾶς ἐπὶ τῆς γῆς.
Κολιτσάρα
Ἀναχωρήσας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, ἤνοιξεν ἄλλο φρέαρ εἰς ἄλλην περιοχήν. Δὲν ἐφιλονίκησαν δι’ αὐτὸ οἱ Φιλισταῖοι. Καὶ τὸ ὠνόμασε ὁ Ἰσαὰκ «Εὐρυχωρία» λέγων· «τώρα ὁ Κύριος μᾶς ἐχάρισεν εὐρυχωρίαν καὶ μᾶς ἐπλούτισεν εἰς τὴν χώραν αὐτήν».
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ δὲ ἀνεχώρησε καὶ ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἔσκαψε καὶ ἄνοιξε νέον πηγάδι· καὶ οἱ Φιλισταῖοι δὲν ἐφιλονίκησαν δι’ αὐτό. Ὁ δὲ Ἰσαὰκ ἐλησμόνησεν ὅλες τὶς ταλαιπωρίες, ποὺ ἐπέρασε μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, καὶ εὐγνωμονῶν τὸν Θεόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέδιδεν ὅλες τὶς εὐλογίες καὶ τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχε, ὠνόμασε τὸ πηγάδι ἐκεῖνο «Εὐρυχωρία». Ἐξηγῶν δὲ ὁ ἴδιος τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἔδωκε τὸ ὄνομα τοῦτο εἰς τὸ πηγάδι, εἶπε· «τὸ ὀνομάζω «Εὐρυχωρία», διότι ὁ Κύριος μᾶς ἐχάρισε τώρα εὐρυχωρίαν καὶ μᾶς ἐπλούτισεν εἰς τὴν χώραν αὐτήν».
Γεν. 26,23
Ἀνέβη δὲ ἐκεῖθεν ἐπὶ τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου.
Κολιτσάρα
Μετὰ ταῦτα μετέβη ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἰσαὰκ εἰς τὴν περιοχήν, ἡ ὁποία ὠνομάζετο «Φρέαρ τοῦ ὅρκου».
Τρεμπέλα
Ὁ Ἰσαὰκ ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ, ποὺ εἶχεν ἐγκατασταθῇ, καὶ ἐπῆγε πάλιν εἰς τὸ «Πηγάδι τοῦ ὅρκου», δηλαδὴ τὴν Βηρσαβεέ.
Γεν. 26,24
καὶ ὤφθη αὐτῷ Κύριος ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ καὶ εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἁβραὰμ τοῦ πατρός σου· μὴ φοβοῦ· μετὰ σοῦ γάρ εἰμι καὶ εὐλογήσω σε καὶ πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου δι’ Ἁβραὰμ τὸν πατέρα σου.
Κολιτσάρα
Ἐφανερώθη εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καὶ τοῦ εἶπεν· «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τοῦ Ἁβραὰμ τοῦ πατρός σου. Μὴ φοβῆσαι, διότι εἶμαι μαζῆ σου καὶ θὰ εὐλογήσω σὲ προσωπικῶς, θὰ πληθύνω δὲ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου ἕνεκα τοῦ Ἁβραὰμ τοῦ πατρός σου».
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἰσαὰκ μὲ τὴν ἀνεξικακίαν τοῦ πρὸς τοὺς Φιλισταίους καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ πρὸς τὸν Θεὸν ἔγινεν ἄξιος τῆς οὐρανίου εὐλογίας, διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην νύκτα ἐφανερώθη εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος καὶ τοῦ εἶπεν: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τοῦ πατέρα σου Ἀβραάμ· ἐνῷ ἦταν ξένος, ἐγὼ τὸν ἐδόξασα, τὸν ἐπλούτισα καὶ τὸν ἐλάμπρυνα. Μὴ φοβῆσαι ἐπειδὴ σὲ ἔδιωξεν ὁ Ἀβιμέλεχ καὶ σὲ ἀδικῆσαν οἱ βοσκοὶ τῶν Γεράρων. Μὴ σὲ φοβίζουν αὐτά, διότι ἐγὼ εἶμαι μαζί σου καὶ θὰ σὲ κάμνω ἀνίκητον καὶ ἔνδοξον. Ἐγὼ θὰ σὲ εὐλογήσω καὶ θὰ αὐξήσω τοὺς ἀπογόνους σου ἕνεκα τοῦ πιστοῦ πατέρα σου, τοῦ Ἀβραάμ. Δεῖξε λοιπὸν καὶ σὺ τὴν ἰδίαν μὲ ἐκεῖνον ὑπακοήν, πίστιν καὶ ἀρετήν».
Γεν. 26,25
καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐπεκαλέσατο τὸ ὄνομα Κυρίου καὶ ἔπηξεν ἐκεῖ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ· ὤρυξαν δὲ ἐκεῖ οἱ παῖδες Ἰσαὰκ φρέαρ ἐν τῇ φάραγγι Γεράρων.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἰσαὰκ ἔκτισεν ἐκεῖ θυσιαστήριον εἰς τὸν Κύριον, ἐπεκαλέσθη τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, καὶ ἔστησεν ἐκεῖ τὴν σκηνήν του. Οἱ δὲ δοῦλοι του ἤνοιξαν φρέαρ (ὅπως καὶ εἰς τὴν φάραγγα τῶν Γεράρων).
Τρεμπέλα
Ὁ Ἰσαάκ, ὕστερα ἀπὸ τὶς πολλὲς αὐτὲς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, ἔκτισεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐλάτρευσε τὸν Κύριον καὶ ἐπρόσφερε τὶς εὐχαριστίες του εἰς τὸν αἰώνιον Θεόν. Ἐκεῖ ἐπίσης ἔστησε τώρα καὶ τὴν σκηνήν του. Οἱ δὲ δοῦλοι τοῦ ἔσκαψαν καὶ ἄνοιξαν ἐκεῖ πηγάδι εἰς τὴν φάραγγα τῶν Γεραρῶν. Ὁ δίκαιος Ἰσαὰκ ἐζοῦσε πλέον χωρὶς φόβον, κάτω ἀπὸ τὴν ἀσφαλῆ προστασίαν τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ.
Γεν. 26,26
καὶ Ἀβιμέλεχ ἐπορεύθη πρὸς αὐτὸν ἀπὸ Γεράρων καὶ Ὁχοζὰθ ὁ νυμφαγωγὸς αὐτοῦ καὶ Φιχὸλ ὁ ἀρχιστράτηγος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἀβιμέλεχ μαζῆ μὲ τὸν νυμφαγωγόν του τὸν Ὀχοζὰθ καὶ τὸν Φιλόχ, τὸν ἀρχιστράτηγον τῶν δυνάμεών του, μετέβη πρὸς τὸν Ἰσαὰκ εἰς τὴν Βηρσαβεέ.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπῆγαν ἀπὸ τὰ Γέραρα εἰς τὴν Βηρσαβεὲ πρὸς τὸν Ἰσαὰκ ὁ Ἀβιμέλεχ καὶ ὁ Ὀχοζὰθ ὁ νυμφαγωγός του καὶ ὁ Φιχόλ, ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ στρατοῦ του.
Γεν. 26,27
καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ἰσαάκ· ἵνα τί ἤλθετε πρός με; ὑμεῖς δὲ ἐμισήσατέ με καὶ ἐξαπεστείλατέ με ἀφ’ ὑμῶν.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ἰσαὰκ τοὺς ἠρώτησε· «διατί ἤλθατε πρὸς ἐμέ; Σεῖς μὲ ἐμισήσατε καὶ μὲ ἐδιώξατε ἀπὸ τὴν χώραν σας».
Τρεμπέλα
Ὁ δὲ ἀνεξίκακος Ἰσαὰκ τοὺς ἐρώτησε μὲ πραότητα: «Διατί ἤλθατε πρὸς ἐμέ; Σεῖς μὲ ἐμισήσατε καὶ μὲ ἐδιώξατε ἀπὸ κοντά σας».
Γεν. 26,28
οἱ δὲ εἶπαν· ἰδόντες ἑωράκαμεν, ὅτι ἦν Κύριος μετὰ σοῦ, καὶ εἴπαμεν· γενέσθω ἀρὰ ἀνὰ μέσον ἡμῶν καὶ ἀνὰ μέσον σοῦ, καὶ διαθησόμεθα μετὰ σοῦ διαθήκην,
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνοι ἀπήντησαν· «εἴδαμεν πλέον καθαρὰ καὶ ἐπείσθημεν, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζῆ σου καὶ εἴπομεν·
Τρεμπέλα
Ἐκεῖνοι ἀπάντησαν: «Εἴδαμε πλέον καθαρὰ ἀπὸ τὰ διάφορα γεγονότα καὶ ἐβεβαιωθήκαμε ἀπὸ τὰ πράγματα, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου καὶ σὲ προστατεύει, καὶ εἴπαμε· ἂς γίνῃ ἔνορκος συνθήκη μεταξύ μας διὰ τῆς ὁποίας θὰ συμφωνήσωμεν μαζί σου
Γεν. 26,29
μὴ ποιῆσαι μεθ’ ἡμῶν κακόν, καθότι οὐκ ἐβδελυξάμεθά σε ἡμεῖς, καὶ ὃν τρόπον ἐχρησάμεθά σοι καλῶς καὶ ἐξαπεστείλαμέν σε μετ’ εἰρήνης· καὶ νῦν εὐλογημένος σὺ ὑπὸ Κυρίου.
Κολιτσάρα
ἂς γίνῃ συνθήκη μεταξὺ ἡμῶν καὶ σοῦ, διὰ τῆς ὁποίας θὰ συμφωνήσωμεν νὰ μὴ κάμῃς κανένα κακὸν ἐναντίον μας, διότι ἡμεῖς δὲν σὲ ἐμισήσαμεν καὶ νὰ φερθῇς ἀπέναντί μας καλῶς, ὅπως καὶ ἡμεῖς σοῦ συμπεριεφέρθημεν καὶ σὲ ἐπροπέμψαμεν μὲ εἰρήνην. Ἔτσι δὲ θὰ εἶσαι σὺ εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Κύριον».
Τρεμπέλα
νὰ μὴ μᾶς βλάψῃς εἰς τίποτε, διότι ἐμεῖς δὲν σὲ ἐμισήσαμεν οὔτε σὲ ἐβλάψαμεν· νὰ φερθῇς ἀπέναντί μας μὲ καλὸν τρόπον, ὅπως σοῦ ἐσυμπεριφερθήκαμε καὶ ἐμεῖς καλὰ καὶ σὲ ἐπροπέμψαμεν ἀπὸ τὴν χώραν μας εἰρηνικά· καὶ τώρα ἂς εἶσαι εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Κύριον».
Γεν. 26,30
καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς δοχήν, καὶ ἔφαγον καὶ ἔπιον·
Κολιτσάρα
Ὁ ἀνεξίκακος Ἰσαὰκ ἐδέχθη τὴν πρότασιν καὶ τοὺς παρέθεσε τράπεζαν. Ὅλοι δὲ μαζῆ ἔφαγον καὶ ἔπιον.
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ δίκαιος Ἰσαάκ, φερόμενος ἀπέναντι τῶν ἐχθρῶν του μὲ χαρακτηριστικὴν ἀνεξικακίαν, ἐλησμόνησε τὰ ὅσα τοῦ εἶχαν κάμει καὶ τοὺς παρέθεσε τραπέζι μὲ πολλὴν φιλοξενίαν· καὶ ἐκεῖνοι ἔφαγαν καὶ ἤπιαν.
Γεν. 26,31
καὶ ἀναστάντες τὸ πρωΐ, ὤμοσεν ἕκαστος τῷ πλησίον αὐτοῦ, καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτοὺς Ἰσαάκ, καὶ ἀπῴχοντο ἀπ’ αὐτοῦ μετὰ σωτηρίας.
Κολιτσάρα
Τὴν πρωΐαν δὲ ἐγερθέντες ὁρκίσθησαν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, ὅτι θὰ εἶναι φίλοι μεταξύ των. Ὁ Ἰσαὰκ τοὺς κατευώδωσε καὶ ἐκεῖνοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ αὐτὸν εἰρηνικοί.
Τρεμπέλα
Καὶ τὸ πρωΐ ὅταν ἐσηκώθησαν, ὡρκίσθησαν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, ὅτι θὰ εἶναι φίλοι καὶ θὰ σεβασθοῦν τὶς συμφωνίες, ποὺ ἔκαμαν μὲ ὅρκον. Ὁ Ἰσαὰκ τοὺς κατευώδωσε καὶ ἐκεῖνοι ἔφυγαν ἀπὸ κοντά του ὡς φίλοι καὶ ἀνεχώρησαν ἀσφαλισμένοι καὶ εἰρηνικοὶ ἕνεκα τῶν συμφωνιῶν.
Γεν. 26,32
ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ παραγενόμενοι οἱ παῖδες Ἰσαὰκ ἀπήγγειλαν αὐτῷ περὶ τοῦ φρέατος, οὗ ὤρυξαν, καὶ εἶπαν· οὐχ εὕρομεν ὕδωρ.
Κολιτσάρα
Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην οἱ δοῦλοι τοῦ Ἰσαὰκ ἦλθαν καὶ τοῦ εἶπαν, ὅτι δὲν εὑρῆκαν πλέον ὕδωρ εἰς τὸ φρέαρ, τὸ ὁποῖον εἶχαν ἀνοίξει.
Τρεμπέλα
Κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἡμέραν ἦλθαν οἱ δοῦλοι τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ εἶπαν διὰ τὸ πηγάδι, τὸ ὁποῖον εἶχαν ἀνοίξει· «δεν εὐρήκαμε νερό».
Γεν. 26,33
καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸ Ὅρκος· διὰ τοῦτο ἐκάλεσεν ὄνομα τῇ πόλει ἐκείνῃ Φρέαρ ὅρκου ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.
Κολιτσάρα
Ὠνόμασεν αὐτὸ τὸ φρέαρ ὁ Ἰσαὰκ «Ὅρκος». Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ καὶ ὠνομάσθη ἡ πόλις ἐκείνη μέχρι σήμερον «Φρέαρ τοῦ ὅρκου».
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἰσαὰκ ὠνόμασε τὸ πηγάδι ἐκεῖνο «Ὅρκον». Ἐξ αἰτίας τὸν πηγαδιοῦ ἔδωσε καὶ εἰς τὴν πόλιν ἐκεῖνην τὸ ὄνομα «Πηγάδι τὸν Ὅρκου», ὄνομα τὸ ὁποῖον ἡ πόλις διατηρεῖ μέχρι σήμερα, ποὺ γράφονται οἱ γραμμὲς αὐτές.
Γεν. 26,34
Ἦν δὲ Ἡσαῦ ἐτῶν τεσσαράκοντα καὶ ἔλαβε γυναῖκα Ἰουδίθ, θυγατέρα Βεὼχ τοῦ Χετταίου καὶ τὴν Βασεμάθ, θυγατέρα Ἑλὼν Χετταίου.
Κολιτσάρα
Ὁ Ἡσαῦ ἦτο τεσσαράκοντα ἐτῶν, ὁπότε ἔλαβε σύζυγόν του τὴν Ἰουδίθ, θυγατέρα Βεὼχ τοῦ Χετταίου καὶ τὴν Βασεμάθ, θυγατέρα Ἑλὼν τοῦ Χετταίου.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ὁ Ἡσαῦ ἦταν σαράντα ἐτῶν, μόνος του καὶ χωρὶς τὴν εὐλογίαν τῶν γονέων του ἐνυμφεύθη ὡς γυναῖκες του τὴν Ἰουδίθ, κόρην τοῦ Βεὼχ τοῦ Χετταίου, καὶ τὴν Βασεμάθ, κόρην τοῦ Ἑλὼν τοῦ Χετταίου.
Γεν. 26,35
καὶ ἦσαν ἐρίζουσαι τῷ Ἰσαὰκ καὶ τῇ Ῥεβέκκᾳ.
Κολιτσάρα
Αὐταὶ ὅμως διαρκῶς ἐφιλονεικοῦσαν καὶ με τὴν Ρεβέκκαν καὶ μὲ τὸν Ἰσαάκ.
Τρεμπέλα
Οἱ εἰδωλολάτρισσες καὶ δύστροπες αὐτὲς γυναῖκες ἐφιλονικοῦσαν συνεχῶς μὲ τὰ πενθερικά των, δηλαδὴ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὴν σύζυγόν του Ρεβέκκαν.