Γένεσις 32
Γεν. 32,1
Καὶ Ἰακὼβ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ὁδὸν ἑαυτοῦ. καὶ ἀναβλέψας εἶδε παρεμβολὴν Θεοῦ παρεμβεβληκυῖαν, καὶ συνήντησαν αὐτῷ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Ἔπειτα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ συνέχισεν ὁ Ἰακὼβ τὴν πορείαν του διὰ τὴν Χαναάν. Εἰς κάποιαν στιγμὴν ἐσήκωσε τὰ βλέμματά του καὶ εἶδε παρατεταγμένον ἕνα θεῖον στράτευμα, ποὺ ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀγγέλους Θεοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι τὸν συνήντησαν.
Τρεμπέλα
Ὅταν ὁ Λάβαν ἀνεχώρησε διὰ τὴν Χαρράν, ἐξεκίνησε καὶ ὁ Ἰακὼβ μὲ κατεύθυνσιν πρὸς τὴν Χαναάν. Εἰς κάποιο σημεῖον τοῦ δρόμου ἐσήκωσε τὸ βλέμμα του καὶ εἶδε ὁλόκληρον στράτευμα οὐρανίων ἀγγέλων νὰ παρεμβάλλεται εἰς τὴν πορείαν του· καὶ τὸν συνήντησαν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, ὄχι διὰ νὰ τὸν φοβίσουν, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν ἐνισχύσουν.
Γεν. 32,2
εἶπε δὲ Ἰακώβ, ἡνίκα εἶδεν αὐτούς· παρεμβολὴ Θεοῦ αὕτη· καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Παρεμβολαί.
Κολιτσάρα
Ὅταν τοὺς εἶδεν ὁ Ἰακὼβ εἶπε· «τοῦτο τὸ στράτευμα εἶναι στράτευμα Θεοῦ». Διὰ τοῦτο ὠνόμασε τὸν τόπον ἐκεῖνον «Παρεμβολαί», δηλαδὴ στρατόπεδα.
Τρεμπέλα
Μόλις ὁ Ἰακὼβ εἶδε τοὺς ἀγγέλους, εἶπε· «τὸ στρατόπεδον τοῦτο εἶναι στράτευμα ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ». Καὶ διὰ νὰ ἐνθυμῆται συνεχῶς τὴν ὀπτασίαν ποὺ εἶδε, ὠνόμασε τὸν τόπον ἐκεῖνον «παρεμβολαί», δηλαδὴ στρατόπεδα.
Γεν. 32,3
Ἀπέστειλε δὲ Ἰακὼβ ἀγγέλους ἔμπροσθεν αὐτοῦ πρὸς Ἡσαῦ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ εἰς γῆν Σηείρ, εἰς χώραν Ἐδώμ.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ἐπλησίαζε πρὸς τὰ μέρη τῆς Χαναάν, ἔστειλε πρὸς τὸν ἀδελφόν του Ἡσαῦ εἰς τὴν περιοχὴν Σηείρ - ἡ ὁποία ἀργότερα ὠνομάσθη Ἐδὼμ - ἀγγελιαφόρους,
Τρεμπέλα
Μετὰ τὴν οὐρανίαν ἐκείνην ὀπτασίαν ὁ Ἰακὼβ ἄρχισε νὰ συλλογίζεται πῶς θὰ τὰ καταφέρῃ μὲ τὸν ἀδελφόν του Ἡσαῦ, ὁ ὁποῖος τὸν ἐμισοῦσε καὶ ἤθελε νὰ τὸν φονεύσῃ. Διὰ τοῦτο ἔστειλεν ἀγγελιοφόρους πρὶν ἀπὸ αὐτὸν εἰς τὸν ἀδελφόν του Ἡσαῦ εἰς τὴν περιοχὴν Σηείρ, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν χώραν (ποὺ ἀργοτερα ὠνομάσθη) Ἐδώμ, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικοῦσε ὁ Ἡσαῦ.
Γεν. 32,4
καὶ ἐνετείλατο αὐτοῖς λέγων· οὕτως ἐρεῖτε τῷ κυρίῳ μου Ἡσαῦ· οὕτως λέγει ὁ παῖς σου Ἰακώβ· μετὰ Λάβαν παρῴκησα, καὶ ἐχρόνισα ἕως τοῦ νῦν,
Κολιτσάρα
εἰς τοὺς ὁποίους ἔδωσεν ἐντολήν· «ἔτσι θὰ ὁμιλήσετε πρὸς τὸν κύριόν μου τὸν Ἡσαῦ: Ὁ δοῦλός σου ὁ Ἰακώβ σοῦ ἀνακοινώνει· παρέμεινα ὡς ξένος καὶ πάροικος μαζῆ μὲ τὸν Λάβαν καὶ ἐβράδυνα πλησίον του ἕως τώρα.
Τρεμπέλα
Παρὰ τὴν ἐνισχυτικὴν ὀπτασίαν ποὺ εἶδεν, ὑπῆρχεν ἀκόμη πολὺς φόβος εἰς τὴν ψυχήν του ἀπὸ τὴν ὀργὴν τοῦ ἀδελφοῦ του, διὰ τοῦτο εἰς τοὺς ἀγγελιοφόρους ἔδωσε τὴν παραγγελίαν:«Αὐτὰ θὰ εἴπητε εἰς τὸν κύριόν μου Ἡσαῦ: «Ὁ δοῦλος σου ὁ Ἰακώβ σου ἀναγγέλλει· μέχρι τώρα ἔχω μείνει κοντὰ εἰς τὸν Λάβαν καὶ παρέτεινα τὴν παραμονήν μου ἐπὶ τόσα χρόνια κοντά του.
Γεν. 32,5
καὶ ἐγένοντό μοι βόες καὶ ὄνοι καὶ πρόβατα καὶ παῖδες καὶ παιδίσκαι, καὶ ἀπέστειλα ἀναγγεῖλαι τῷ κυρίῳ μου Ἡσαῦ, ἵνα εὕρῃ ὁ παῖς σου χάριν ἐναντίον σου.
Κολιτσάρα
Ἀπέκτησα βόδια καὶ ὄνους καὶ πρόβατα καὶ δούλους καὶ δούλας· ἔστειλα δὲ ἀγγελιαφόρους νὰ ἀναγγείλουν τοῦτο εἰς τὸν κύριόν μου τὸν Ἡσαῦ, διὰ νὰ εὕρω ἐγώ, ὁ δοῦλος σου, χάριν ἐνώπιόν σου καὶ γίνω εὐμενῶς δεκτὸς ἀπὸ σέ».
Τρεμπέλα
Ἀπὸ τὴν πολυχρόνιον ἐργασίαν μου κοντὰ εἰς τὸν Λάβαν ἀπέκτησα βόδια καὶ ὄνους καὶ πρόβατα καὶ δούλους καὶ δοῦλες. Καὶ τώρα στέλλω μὲ τοὺς ἀγγελιοφόρους μου τὸ μήνυμα τοῦτο εἰς τὸν κύριον καὶ αὐθέντην μου Ἡσαῦ διὰ νὰ εὕρω ἐγώ, ὁ δοῦλος σου, χάριν ἐνωπιόν σου καὶ νὰ ἀποκτήσω τὴν εὔνοιάν σου».
Γεν. 32,6
καὶ ἀνέστρεψαν οἱ ἄγγελοι πρὸς Ἰακὼβ λέγοντες· ἤλθομεν πρὸς τὸν ἀδελφόν σου Ἡσαῦ, καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ἔρχεται εἰς συνάντησίν σοι καὶ τετρακόσιοι ἄνδρες μετ’ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Οἱ ἀγγελιαφόροι ἐξετέλεσαν τὴν παραγγελίαν καὶ ἐπέστρεψαν πρὸς τὸν Ἰακὼβ λέγοντες· «μετέβημεν πρὸς τὸν ἀδελφόν σου τὸν Ἡσαῦ, τοῦ ἀνηγγείλαμεν ὅσα μᾶς εἶπες καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ἔρχεται εἰς συνάντησίν σου μαζῆ μὲ τετρακοσίους ἄνδρας».
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ οἱ ἀγγελιοφόροι συνηντήθησαν μὲ τὸν Ἡσαῦ, ἐγύρισαν πίσω εἰς τὸν Ἰακὼβ καὶ τοῦ ἀνέφεραν: «Ἐπήγαμεν εἰς τὸν ἀδελφόν σου Ἡσαῦ· καὶ νά, ἐξεκίνησε καὶ ἔρχεται πρὸς συνάντησίν σου μὲ συνοδείαν τετρακοσίων ἀνδρῶν».
Γεν. 32,7
ἐφοβήθη δὲ Ἰακὼβ σφόδρα, καὶ ἠπορεῖτο. καὶ διεῖλε τὸν λαὸν τὸν μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τοὺς βόας καὶ τὰς καμήλους καὶ τὰ πρόβατα εἰς δύο παρεμβολάς,
Κολιτσάρα
Ὁ Ἰακὼβ ἐφοβήθη πολὺ καὶ περιέπεσεν εἰς μεγάλην ἀπορίαν. Διεχώρισε τοὺς ἀνθρώπους του καὶ τὰ βόδια καὶ τὰς καμήλους καὶ τὰ πρόβατα εἰς δύο μεγάλας ὁμάδας.
Τρεμπέλα
Ὁ Ἰακώβ, μόλις ἄκουσε τὴν πληροφορίαν αὐτήν, ἐφοβήθη πάρα πολὺ καὶ εὑρίσκετο εἰς ἀπορίαν καὶ ἀμηχανίαν τὶ νὰ κάμῃ, διότι δὲν ἐγνώριζεν ἀκριβῶς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἤρχετο ὁ ἀδελφός του μὲ τόσους συντρόφους. Ἐπειδὴ δὲ ὑπωπτεύετο, ὅτι ὁ Ἡσαῦ ἑτοιμάζεται νὰ τοῦ ἐπιτεθῇ, ἐχώρισε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴν συνοδείαν του, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ βόδια καὶ τὶς καμῆλες καὶ τὰ πρόβατα, εἰς δύο στρατόπεδα, εἰς δύο ὁμάδες. Ἡ μία ὁμάδα θὰ ἐπροχωροῦσε ἐμπρὸς καὶ ἡ ἄλλη θὰ ἀκολουθοῦσε.
Γεν. 32,8
καὶ εἶπεν Ἰακώβ· ἐὰν ἔλθῃ Ἡσαῦ εἰς παρεμβολὴν μίαν καὶ κόψῃ αὐτήν, ἔσται ἡ παρεμβολὴ ἡ δευτέρα εἰς τὸ σώζεσθαι.
Κολιτσάρα
Φοβούμενος δὲ ἐκδίκησιν ἐκ μέρους τοῦ ἀδελφοῦ του εἶπεν· «ἐὰν ἐπιτεθῇ ὁ Ἡσαῦ ἐναντίον τῆς πρώτης ὁμάδος καὶ τὴν κατακόψῃ, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διασωθῇ ἡ δευτέρα ὁμάς».
Τρεμπέλα
Ὁ Ἰακὼβ ἔκαμε τὸν χωρισμὸν αὐτόν, διότι ἐσκέφθη: Ἐὰν ὁ Ἡσαῦ ἔλθῃ καὶ ἐπιτεθῇ ἐναντίον τῆς μιᾶς ὁμάδος καὶ τὴν κατασφάξῃ, ἡ δευτέρα ὁμάδα ποὺ ἀκολουθεῖ, θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ φύγῃ καὶ νὰ σωθῇ. Ἔτσι ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ γλυτώσωμεν ἀπὸ τὴν σφαγήν.
Γεν. 32,9
εἶπε δὲ Ἰακώβ· ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἁβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἰσαάκ, Κύριε σὺ ὁ εἰπών μοι, ἀπότρεχε εἰς τὴν γῆν τῆς γενέσεώς σου καὶ εὖ σε ποιήσω,
Κολιτσάρα
Προσηυχήθη δὲ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπεν· «ὦ Θεὲ τοῦ πάππου μου Ἁβραὰμ καὶ τοῦ πατρός μου τοῦ Ἰσαάκ, σὺ Κύριε, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπες γύρισε ταχέως εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς σου καὶ ἐγὼ θὰ σὲ προστατεύσω καὶ θὰ σὲ εὐλογήσω,
Τρεμπέλα
Ἐπειδὴ ὁ Ἰακὼβ ἐστηρίζετο πάντοτε εἰς τὴν θείαν βοήθειαν καὶ προστασίαν, πρὶν κάμῃ τὸν χωρισμόν, προσηυχήθη εἰς τὸν Θεὸν μὲ ταπείνωσιν καὶ εἶπε: «Θεὲ τοῦ πατέρα (τοῦ πάππου) μου Ἀβραὰμ καὶ Θεὲ τοῦ πατέρα μου Ἰσαάκ, ἄκουσέ με. Ἀπευθύνομαι πρὸς σὲ ἐν ὀνόματι τῆς ἐπαγγελίας, ποὺ ἔδωσες εἰς αὐτούς, διότι ἐγὼ εἶμαι ἀνάξιος νὰ σοῦ ζητήσω βοήθειαν. Κύριέ μου σὺ εἶσαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπρόσταξες καὶ μοῦ εἶπες· «γύρισε γρήγορα πίσω εἰς τὴν πατρίδα σου, ἐκεῖ ὅπου ἐγεννήθης, κοντὰ εἰς τοὺς συγγενεῖς σου καὶ ἑγὼ θὰ σὲ εὐλογήσω».
Γεν. 32,10
ἱκανούσθω μοι ἀπὸ πάσης δικαιοσύνης καὶ ἀπὸ πάσης ἀληθείας, ἧς ἐποίησας τῷ παιδί σου· ἐν γὰρ τῇ ῥάβδῳ μου ταύτῃ διέβην τὸν Ἰορδάνην τοῦτον, νυνὶ δὲ γέγονα εἰς δύο παρεμβολάς.
Κολιτσάρα
ὅπως προηγουμένως μὲ ηὐλόγησες καὶ ἔμεινα εὐχαριστημένος ἀπὸ ὅλας τὰς εὐεργεσίας ποὺ μοῦ ἔκαμες, ἔτσι δεῖξε καὶ τώρα εἰς ἐμὲ τὸ ἔλεός σου. Τότε μὲ μόνην περιουσίαν τὸ ραβδί μου αὐτὸ ἐπέρασα τὸν ποταμὸν τοῦτον τὸν Ἰορδάνην. Τώρα δὲ ἐπιστρέφω κύριος δύο στρατοπέδων.
Τρεμπέλα
Κύριε, εἶναι ἀρκετή, μεγάλη ἡ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς βοήθειά σου πρὸς ἐμέ. Ὄχι μόνον δὲν ἀγνοῶ τὴν βοήθειάν σου αὐτήν, ἀλλὰ εἶμαι καὶ πολὺ εὐχαριστημένος ἀπὸ ὅλες τὶς εὐεργεσίες καὶ εὐλογίες, τὶς ὁποῖες μοῦ ἔδωσες σύμφωνα μὲ τὶς ὑποσχέσεις σου καὶ τὴν ἀξιοπιστίαν ποὺ ἔδειξες μέχρι σήμερα εἰς ἐμὲ τὸν δοῦλον σου, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκεῖνες ποὺ ὑπόσχεσαι ὅτι θὰ μοῦ χαρίσῃς εἰς τὸ μέλλον. Κυριολεκτικὰ μὲ ἐχόρτασες μὲ ὅλα αὐτά» Διότι χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν καὶ βοήθειάν σου, τότε ποὺ ἔφευγα ἀπὸ τὸ σπίτι μου μόνος καὶ ἔρημος χωρὶς χρήματα, ἐπέρασα τοῦτον τὸν Ἰορδάνην μόνον μὲ αὐτὸ τὸ ραβδί μου· καὶ τώρα ἡ περιουσία καὶ ἡ ἀκολουθία μου εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε ἐχωρίσθη εἰς δύο ὁλόκληρα στρατόπεδα.
Γεν. 32,11
ἐξελοῦ με ἐκ χειρὸς τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἐκ χειρὸς Ἡσαῦ, ὅτι φοβοῦμαι ἐγὼ αὐτόν, μή ποτε ἐλθὼν πατάξῃ με καὶ μητέρα ἐπὶ τέκνοις.
Κολιτσάρα
Γλύτωσέ με καὶ τώρα, Κύριε, ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἀδελφοῦ μου Ἡσαῦ, διότι ἐγὼ τὸν φοβοῦμαι, μήπως καὶ ἐπέλθῃ ἐναντίον μας καὶ φονεύσῃ ἐμὲ καὶ μητέρας καὶ τέκνα.
Τρεμπέλα
Ἐσὲ λοιπόν, Κύριε, ποὺ μοῦ ἐχάρισες αὐτὸν τὸν πλοῦτον, ἱκετεύω καὶ τώρα. Γλύτωσέ με ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἡσαῦ, διότι τὸν φοβοῦμαι· φοβοῦμαι μήπως ἔλθῃ ὠργισμένος ἐναντίον μου καὶ μοῦ ἐπιτεθῇ καὶ κτυπήση ὅλους μας καὶ αὐτὲς ἀκόμη τὶς γυναῖκες - μητέρες με τὰ παιδιά.
Γεν. 32,12
σὺ δὲ εἶπας· εὖ σε ποιήσω καὶ θήσω τὸ σπέρμα σου ὡς τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, ἣ οὐκ ἀριθμηθήσεται ἀπὸ τοῦ πλήθους.
Κολιτσάρα
Σὺ μοῦ ἔχεις ὑποσχεθῆ· Ἐγὼ θὰ σὲ εὐλογήσω καὶ θὰ αὐξήσω τοὺς ἀπογόνους σου ὡσὰν τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, ἡ ὁποία διὰ τὸ πλῆθος αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀριθμηθῇ»!
Τρεμπέλα
Ἐνθυμήσου, Κύριε, ὅτι μοῦ ὑπεσχέθης· «θὰ σοῦ τὰ φέρω ὅλα βολικά, θὰ σὲ εὐλογήσω καὶ θὰ σοῦ χαρίσω πλῆθος ἀπογόνων, οἱ ὁποῖοι θὰ αὐξηθοῦν τόσον πολύ, ὅση εἶναι καὶ ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης, τοὺς κόκκους τῆς ὁποίας κανεὶς «δεν ἠμπορεῖ νὰ μετρήσῃ, ἕνεκα τοῦ πλήθους των».
Γεν. 32,13
καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ τὴν νύκτα ἐκείνην. καὶ ἔλαβεν ὧν ἔφερε δῶρα καὶ ἐξαπέστειλεν Ἡσαῦ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ,
Κολιτσάρα
Ἐκοιμήθη ὁ Ἰακὼβ ἐκεῖ τὴν νύκτα ἐκείνην. Ἀπὸ τὰ δῶρα δέ, τὰ ὁποῖα ἔφερε μαζῆ του, ἐπῆρε καὶ ἔστειλε πρὸς τὸν ἀδελφόν του τὸν Ἡσαῦ, διὰ νὰ τὸν ἐξευμενίσῃ,
Τρεμπέλα
Μετὰ τὴν προσευχὴν αὐτὴν ὁ Ἰακὼβ ἤρεμος, μὲ τὴν ἐλπίδα του εἰς τὸν Θεόν, ἐκοιμήθη τὴν νύκτα ἐκείνην ἐκεῖ. Κατόπιν ἔκαμε καὶ ὅσα ἐξηρτῶντο ἀπὸ τὸν ἴδιον. Ἐπῆρε ζῶα ἀπὸ τὶς στάνες του καὶ τὰ ἔστειλεν ὡς δῶρον εἰς τὸν ἀδελφόν του Ἡσαῦ.
Γεν. 32,14
αἶγας διακοσίας, τράγους εἴκοσι, πρόβατα διακόσια, κριοὺς εἴκοσι,
Κολιτσάρα
διακοσίας αἶγας, εἴκοσι τράγους, διακόσια πρόβατα, εἴκοσι κριούς,
Τρεμπέλα
Τὰ δῶρα, ποὺ ἐξεχώρισε καὶ ἔστειλεν, ἦσαν: Διακόσιες γίδες καὶ εἴκοσι τράγοι· διακόσιες προβατίνες καὶ εἴκοσι κριάρια·
Γεν. 32,15
καμήλους θηλαζούσας, καὶ τὰ παιδία αὐτῶν τριάκοντα, βόας τεσσαράκοντα, ταύρους δέκα, ὄνους εἴκοσι καὶ πώλους δέκα.
Κολιτσάρα
τριάκοντα καμήλους μὲ τὰ νεογέννητα παιδιά των, τὰ ὁποῖα καὶ ἐθήλαζον, τεσσαράκοντα βόδια, δέκα ταύρους, εἴκοσιν ὄνους καὶ δέκα πωλάρια.
Τρεμπέλα
τριάντα καμῆλες, κάθε μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶχε καὶ τὸ μικρόν της, ποὺ ἐθήλαζε· σαράντα ἀγελάδες καὶ δέκα ταῦροι· εἴκοσι (θηλυκὲς) ὄνοι καὶ δέκα πουλάρια.
Γεν. 32,16
καὶ ἔδωκεν αὐτὰ τοῖς παισὶν αὐτοῦ ποίμνιον κατὰ μόνας. εἶπε δὲ τοῖς παισὶν αὐτοῦ· προπορεύεσθε ἔμπροσθέν μου, καὶ διάστημα ποιεῖτε ἀνὰ μέσον ποίμνης καὶ ποίμνης.
Κολιτσάρα
Ἔδωκεν εἰς ἕνα ἕκαστον ἀπὸ τοὺς δούλους του ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀπὸ αὐτὰ καὶ τοὺς εἶπεν· «προχωρεῖτε ἐμπρὸς ἀπὸ ἐμέ· ἀφήνετε διαστήματα μεταξὺ τῆς μιᾶς ἀγέλης τῶν ζώων καὶ τῆς ἄλλης.
Τρεμπέλα
Τὰ ζῶα αὐτὰ τὰ ἐχώρισε εἰς τρία κοπάδια καὶ παρέδωκε κάθε κοπάδι εἰς ἕνα δοῦλον του. Παρήγγειλε δὲ εἰς τοὺς δούλους του, ποὺ ἦσαν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν κοπαδιῶν· «προχωρῆστε ἐμπρὸς ἀπὸ ἐμέ, ἀφήνοντες μίαν ἀπόστασιν μεταξὺ τοῦ ἑνὸς κοπαδιοῦ καὶ τοῦ ἄλλου».
Γεν. 32,17
καὶ ἐνετείλατο τῷ πρώτῳ, λέγων· ἐάν σοι συναντήσῃ Ἡσαῦ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἐρωτᾷ σε, λέγων· τίνος εἶ καὶ ποῦ πορεύῃ, καὶ τίνος ταῦτα τὰ προπορευόμενά σου;
Κολιτσάρα
Ἔδωσε δὲ ἐντολὴν εἰς τὸν δοῦλον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπροχωροῦσε πρῶτος λέγων· «ἐὰν σὲ συναντήσῃ ὁ ἀδελφός μου ὁ Ἡσαῦ καὶ σὲ ἐρωτήσῃ, τίνος εἶσαι καὶ ποῦ πηγαίνεις καὶ εἰς ποῖον ἀνήκουν αὐτὰ τὰ ζῶα, ποῦ ὁδηγεῖς ἐμπρός σου;
Τρεμπέλα
Καὶ εἶπεν εἰς τὸν πρῶτον δοῦλον: «Ἐὰν σὲ συναντήσῃ ὁ ἀδελφός μου Ἡσαῦ καὶ σὲ ἐρωτήσῃ «ποῖος εἶναι ὁ κύριος σου; καὶ ποὺ πηγαίνεις; Καὶ εἰς ποῖον ἀνήκουν τὰ ζῶα αὐτά, ποὺ προχωροῦν πρὶν ἀπὸ σέ;»,
Γεν. 32,18
ἐρεῖς· τοῦ παιδός σου Ἰακώβ· δῶρα ἀπέσταλκε τῷ κυρίῳ μου Ἡσαῦ, καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ὀπίσω ἡμῶν.
Κολιτσάρα
Θὰ ἀπαντήσῃς: Ἀνήκουν εἰς τὸν δοῦλον σου τὸν Ἰακώβ· εἶναι δῶρα, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλει εἰς τὸν κύριόν του, τὸν Ἡσαῦ. Αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος ἔρχεται πίσω ἀπὸ ἡμᾶς».
Τρεμπέλα
θὰ τοῦ ἀπαντήσῃς: «Αὐτὰ ἀνήκουν εἰς τὸν δοῦλον σου Ἰακώβ· τὰ ἔχει ἀποστείλει ὡς δῶρα εἰς τὸν κύριον καὶ αὐθέντην του Ἡσαῦ· ὁ ἴδιος ὁ Ἰακὼβ ἔρχεται πάρα πίσω».
Γεν. 32,19
καὶ ἐνετείλατο τῷ πρώτῳ καὶ τῷ δευτέρῳ καὶ τῷ τρίτῳ καὶ πᾶσι τοῖς προπορευομένοις ὀπίσω τῶν ποιμνίων τούτων, λέγων· κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦτο λαλήσατε Ἡσαῦ ἐν τῷ εὑρεῖν ὑμᾶς αὐτὸν
Κολιτσάρα
Ἐδωσεν ἐντολὴν εἰς τὸν πρῶτον καὶ εἰς τὸν δεύτερον καὶ εἰς τὸν τρίτον καὶ εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπορεύοντο ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτόν, πίσω ἀπὸ τὰ κοπάδια τούτων τῶν ζώων λέγων· «ἔτσι θὰ ὁμιλήσετε ὅλοι σας πρὸς τὸν Ἡσαῦ, ὅταν αὐτὸς σᾶς συναντήσῃ.
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν πρῶτον δοῦλον καὶ τὸν δεύτερον καὶ τὸν τρίτον καὶ είς ὅλους, ὅσοι ἐπροπορεύοντο ἐπὶ κεφαλῆς τῶν κοπαδιῶν αὐτῶν, λέγων: «Ἔτσι ὅπως σᾶς παρήγγειλα να ὁμιλήσετε εἰς τὸν Ἡσαῦ, ὅταν θὰ τὸν συναντήσετε ἐμπρός σας».
Γεν. 32,20
καὶ ἐρεῖτε· ἰδοὺ ὁ παῖς σου Ἰακὼβ παραγίνεται ὀπίσω ἡμῶν. εἶπε γάρ· ἐξιλάσομαι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν τοῖς δώροις τοῖς προπορευομένοις αὐτοῦ, καὶ μετὰ τοῦτο ὄψομαι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ· ἴσως γὰρ προσδέξεται τὸ πρόσωπόν μου.
Κολιτσάρα
Θὰ τοῦ εἴπετε: Ἰδοὺ ὁ δοῦλος σου. Ὁ Ἰακώβ, ἔρχεται ἔπειτα ἀπὸ ἡμᾶς». Ἔπραξε δὲ τοιουτοτρόπως ὁ Ἰακώβ, διότι ἐσκέφθη: Θὰ ἐξευμενίσω τὸν ἀδελφόν μου μὲ τὰ δῶρα, ποὺ θὰ προηγηθοῦν καὶ κατόπιν θὰ ἴδω αὐτὸν προσωπικῶς. Διότι ἴσως συγκινημένος ἀπὸ τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης μου μὲ ὑποδεχθῇ μὲ εὐμένειαν.
Τρεμπέλα
Ἀκόμη θὰ τοῦ εἰπῆτε: «Νά· ὁ δοῦλος σοῦ Ἰακὼβ ἔρχεται πάρα πίσω. Φθάνει καὶ αὐτός (με τὴν ἄδειάν σου) μετὰ ἀπὸ ἡμᾶς». Ὁ Ἰακὼβ παρήγγειλεν αὐτὰ εἰς τοὺς δούλους του, διότι ἐσυλλογίσθη καὶ εἶπε: «Θὰ καλοκαρδίσω πρῶτα τὸν ἀδελφόν μου Ἡσαῦ, θὰ τὸν καταπραΰνω καὶ θὰ τὸν κερδήσω μὲ τὰ δῶρα, ποὺ τοῦ στέλλω πρὶν ἀπὸ ἑμέ, καὶ κατόπιν θὰ ἀντικρύσω τὸ πρόσωπόν του· ἔτσι ὑπάρχει πιθανότης να μαλακώσῃ ἡ γνώμη του καὶ νὰ μὲ δεχθῇ καὶ αὐτὸς εἰρηνικά, μὲ εὐχαρίστησιν καὶ νὰ μὲ συγχωρήση».
Γεν. 32,21
καὶ προεπορεύετο τὰ δῶρα κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ, αὐτὸς δὲ ἐκοιμήθη τὴν νύκτα ἐκείνην ἐν τῇ παρεμβολῇ.
Κολιτσάρα
Οἱ φέροντες τὰ κοπάδια ὡς δῶρα ἐπροπορεύοντο ἀπὸ τὸν Ἰακώβ. Αὐτὸς δέ, κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἐκοιμήθη εἰς τὴν κατασκήνωσιν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπροχώρησαν οἱ δοῦλοι μὲ τὰ δῶρα του πρὶν ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, αὐτὸς δὲ ἐκοιμήθη ἥσυχος καὶ εἰρηνικὸς τὴν νύκτα ἐκείνην εἰς τὸ στρατόπεδον (τὴν κατασκήνωσίν) του.
Γεν. 32,22
Ἀναστὰς δὲ τὴν νύκτα ἐκείνην ἔλαβε τὰς δύο γυναῖκας καὶ τὰς δύο παιδίσκας καὶ τὰ ἕνδεκα παιδία αὐτοῦ καὶ διέβη τὴν διάβασιν τοῦ Ἰαβώκ·
Κολιτσάρα
Κατὰ τὴν νύκτα ὅμως ἐσηκώθη, ἐπῆρε τὰς δύο γυναῖκας του, τὰς δύο θεραπαινίδας καὶ τὰ ἕνδεκα παιδιά του καὶ ἐπέρασε μαζῆ μὲ αὐτὰ εἰς βατὸν σημεῖον τὸν παραπόταμον τοῦ Ἰορδάνου, τὸν Ἰαβώκ.
Τρεμπέλα
Τὴν ἰδίαν ἐκείνην νύκτα ὁ Ἰακὼβ ἐσηκώθη καὶ παρέλαβε τὶς δύο γυναῖκες του, τὴν Ραχὴλ καὶ τὴν Λείαν, καὶ τὶς δύο δοῦλες του, τὴν Ζελφὰν καὶ τὴν Βαλλάν, καὶ τὰ ἕνδεκα παιδιά του καὶ τὰ ἐπέρασεν εἰς τὴν ἀπέναντι ὄχθην τοῦ ποταμοῦ Ἰαβώκ.
Γεν. 32,23
καὶ ἔλαβεν αὐτοὺς καὶ διέβη τὸν χειμάρρουν καὶ διεβίβασε πάντα τὰ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Μαζῆ δὲ μὲ τοὺς ἀνθρώπους του αὐτοὺς διεβίβασε εἰς τὴν ἀντίπεραν ὄχθην τοῦ Ἰαβὼκ καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του
Τρεμπέλα
Παρέλαβεν ὅλους αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐπέρασεν εἰς τὴν ἄλλην ὄχθην τοῦ χειμάρρου Ἰαβώκ· ἐπίσης ἐφρόντισαν, ὥστε νὰ περάσουν εἰς τὴν ἀπέναντι ὄχθην καὶ ὅλα τὰ ὑποστατικά του, μὲ σκοπὸν νὰ περάσῃ καὶ αὐτὸς τελευταῖος.
Γεν. 32,24
ὑπελείφθη δὲ Ἰακὼβ μόνος, καὶ ἐπάλαιεν ἄνθρωπος μετ’ αὐτοῦ ἕως πρωΐ.
Κολιτσάρα
Αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος ἔμεινε μόνος του ἐδῶθε ἀπὸ τὸν Ἰαβώκ. Ἐκεῖ δὲ ἕνας ἄνθρωπος ἐπάλαιεν ἐναντίον του καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, ἕως τὸ πρωΐ.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ ὁ Ἰακὼβ ἐπέρασεν ὅλους καὶ μετέφερεν ὅλα εἰς τὴν ἄλλην ὄχθην τοῦ Ἰαβώκ, ἔμεινε μόνος εἰς τὴν ἀπ’ ἐδῶ πλευρὰν τοῦ ποταμοῦ. Τότε εἰς τὸν ἔρημον ἐκεῖνον τόπον καὶ εἰς τὸ σκοτάδι τῆς νυκτὸς παρουασάσθη κάποιος ἄγνωστος ἄνθρωπος καὶ ἦλθεν εἰς τὰ χέρια μὲ τὸν Ἰακὼβ καὶ ἐπάλαιε μαζί του μέχρι τὰ ξημερώματα.
Γεν. 32,25
εἶδε δέ, ὅτι οὐ δύναται πρὸς αὐτόν, καὶ ἥψατο τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ αὐτοῦ, καὶ ἐνάρκησε τὸ πλάτος τοῦ μηροῦ Ἰακὼβ ἐν τῷ παλαίειν αὐτὸν μετ’ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Εἶδε δὲ ὁ ἀντίπαλος αὐτὸς ὅτι δὲν δύναται νὰ νικήσῃ τὸν Ἰακώβ. Ἤγγισε τότε τὸ πλατὺ ἄνω μέρος τοῦ μηροῦ τοῦ Ἰακὼβ καὶ καθὼς συνέχιζε τὴν πάλην κατὰ τοῦ Ἰακὼβ ἐνάρκωσε τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ μηροῦ.
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος εἶδεν, ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ ρίψῃ κάτω καὶ νὰ νικήσῃ τὸν Ἰακὼβ εἰς τὴν πάλην, ἄπλωσε τὸ χέρι του καὶ ἀκούμβησε τὸν Ἰακὼβ εἰς τὸ ἐπάνω πλατὺ μέρος τοῦ μηροῦ του. Καὶ ἐνῶ ἡ πάλη συνεχίζετο, ἀπὸ τὸ ἄγγιγμα ἐκεῖνο ἐμούδιασε καὶ ἐναρκώθη τὸ ἐπάνω πλατὺ μέρος τοῦ μηροῦ τοῦ Ἰακώβ.
Γεν. 32,26
καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀπόστειλόν με· ἀνέβη γὰρ ὁ ὄρθρος. ὁ δὲ εἶπεν· οὐ μή σε ἀποστείλω, ἐὰν μή με εὐλογήσῃς.
Κολιτσάρα
Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος εἶπε τότε εἰς τὸν Ἰακώβ· «ἄφησέ με νὰ φύγω, διότι ἐξημέρωσε». Ὁ δὲ Ἰακὼβ τοῦ ἀπήντησε· «δὲν θὰ σὲ ἀφήσω νὰ φύγῃς, ἐὰν πρῶτον δὲν μὲ εὐλογήσῃς».
Τρεμπέλα
Ἔπειτα ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ὁ Πατριάρχης ἐκρατοῦσε, τοῦ εἶπε μὲ φιλικὸν τόνον: «Ἄφησέ με νὰ φύγω διότι ἐξημέρωσεν· ἐπῆρε ἡ ἡμέρα». Ὁ Ἰακὼβ ὅμως ἐπειδὴ ἐκατάλαβε τὸ μέγεθος τῆς δυνάμεως τοῦ ἀγνώστου ἀνθρώπου, τοῦ ἀπάντησε ταπεινά: «Ὕστερα ἀπὸ τὴν μεγάλην τιμὴν ποὺ ἀξιώθηκα, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἀξίζω, δεν πρόκειται νὰ σὲ ἀφήσω νὰ φύγης, ἐὰν δὲν μὲ εὐλογήσῃς προηγουμένως».
Γεν. 32,27
εἶπε δὲ αὐτῷ· τί τὸ ὄνομά σου ἐστίν; ὁ δὲ εἶπεν· Ἰακώβ.
Κολιτσάρα
Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος τοῦ εἶπε· «ποῖον εἶναι τὸ ὄνομά σου;» Ἐκεῖνος τοῦ ἀπήντησεν· «Ἰακώβ».
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐρώτησε τὸν Ἰακώβ: «Ποῖον εἶναι τὸ ὄνομά σου;» «Ἰακώβ», τοῦ ἀπάντησεν ὁ Πατριάρχης.
Γεν. 32,28
καὶ εἶπεν αὐτῷ· οὐ κληθήσεται ἔτι τὸ ὄνομά σου Ἰακώβ, ἀλλ’ Ἰσραὴλ ἔσται τὸ ὄνομά σου, ὅτι ἐνίσχυσας μετὰ Θεοῦ, καὶ μετ’ ἀνθρώπων δυνατὸς ἔσῃ.
Κολιτσάρα
Εἶπε δὲ εἰς αὐτὸν ὁ ἄγνωστος ἐκεῖνος ἄνθρωπος· «δὲν θὰ ὀνομάζεσαι πλέον Ἰακώβ, ἀλλὰ θὰ λέγεσαι Ἰσραήλ, διότι ἐφάνης ἰσχυρὸς ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Ἐπομένως μὴ φοβῆσαι θὰ εἶσαι ἰσχυρὸς καὶ ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων».
Τρεμπέλα
Τότε ὁ ἄγνωστος τοῦ εἶπε: «Ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς τὸ ὄνομά σου δεν θὰ εἶναι Ἰακώβ· θὰ ὀνομαζεσαι πλέον «Ἰσραὴλ», ποὺ σημαίνει ὅτι, ἀφοῦ ἐδοκιμάσθης ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἐπάλαισες μαζί του, ἀνεδείχθης ἰσχυρός. Ἀφοῦ δὲ ἐνίκησες εἰς τὴν πάλην αὐτὴν μὲ τὸν Θεόν, θὰ εἶσαι πολὺ περισσότερον δυνατὸς καὶ ἀκατανίκητος εἰς τὴν πάλην σου μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Μὴ φοβῆσαι λοιπὸν ὅτι θὰ ἠμπορέσῃ νὰ σὲ βλάψῃ ὁ ἀδελφός σου Ἡσαῦ».
Γεν. 32,29
ἠρώτησε δὲ Ἰακὼβ καὶ εἶπεν· ἀνάγγειλόν μοι τὸ ὄνομά σου. καὶ εἶπεν· ἱνατί τοῦτο ἐρωτᾷς σὺ τὸ ὄνομά μου; καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν ἐκεῖ.
Κολιτσάρα
Τότε ἠρώτησεν αὐτὸν ὁ Ἰακὼβ καὶ τοῦ εἶπε· «πές μοῦ τὸ ὄνομά σου». Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε· «διατί σὺ ἐρωτᾷς καὶ ἔχεις τὴν περιέργειαν νὰ μάθῃς τὸ ὄνομά μου;» Ὁ ἄγνωστος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ἄγγελος Θεοῦ, ηὐλόγησε τὸν Ἰακὼβ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον.
Τρεμπέλα
Ὅταν ἄκουσεν αὐτὰ ὁ Ἰακώβ, ἔμεινε κατάπληκτος ἀπὸ τὸ πόσον μεγάλος καὶ ἰσχυρὸς ἦταν ἐκεῖνος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐμίλησε, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἐρώτησε γεμᾶτος περιέργειαν: «Τώρα πές μου καὶ σὺ τὸ ὄνομά σου». Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπάντησε: «Διατί ἐρωτᾷς καὶ ζητεῖς νὰ μάθῃς τὸ ὄνομά μου; Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἰκανοποιηθῇ ἡ περιέργειά σου. Μένε εἰς τὰ φυσικά σου ὅρια καὶ μὴ ὑπερβαίνῃς τὰ μέτρα σου. Θέλεις εὐλογίαν; Πάρε την». Καὶ ἀντὶ νὰ ἀναγγείλῃ τὸ ὄνομά του εὐλόγησε τὸν Ἰακὼβ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον.
Γεν. 32,30
καὶ ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Εἶδος Θεοῦ· εἶδον γὰρ Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ ἐσώθη μου ἡ ψυχή.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐκάλεσεν ὁ Ἰακὼβ τὸν τόπον ἐκεῖνον· «ἐμφάνισιν Θεοῦ» (Φανουήλ), διότι εἶπεν· «εἶδον τὸν Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον καὶ παρ’ ὅλον τοῦτο ἐσώθη ἡ ζωή μου καὶ δὲν ἀπέθανον».
Τρεμπέλα
Τότε ἀντελήφθη ὁ Ἰακὼβ ποῖος ἦταν ἐκεῖνος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπάλαισε, καὶ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην δοξάζει καὶ εὐχαριστεῖ τὸν Θεόν. Διὰ τοῦτο ὠνόμασε τὸν τόπον ἐκεῖνον «Ἐμφάνισις Θεοῦ» (= Θεοφάνεια, ἑβραϊκὰ Φανουήλ), διότι εἶπεν· «εἶδα τὸν Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον καὶ ὅμως δὲν ἀπέθανα, ἀλλὰ ἑξακολουθῶ νὰ ζῶ! Μεγάλη ἡ συγκατάβασις τοῦ Θεοῦ».
Γεν. 32,31
ἀνέτειλε δὲ αὐτῷ ὁ ἥλιος, ἡνίκα παρῆλθε τὸ εἶδος τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς δὲ ἐπέσκαζε τῷ μηρῷ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ἀπῆλθεν ἡ θεία ἐμφάνισις, ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος. Ὁ δὲ Ἰακὼβ ἐχώλαινεν εἰς τὸν μηρόν του.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἐξηφανίσθη ἀπὸ ἐμπρός του «ἡ ἐμφάνισίς του Θεοῦ», ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος. Ὁ Ἰακὼβ ὅμως δὲν ἠμποροῦσε νὰ περιπατήσῃ ἐλεύθερα καὶ ἐκούτσαινε, διότι ὁ μηρός του ἦταν μουδιασμένος.
Γεν. 32,32
ἕνεκεν τούτου οὐ μὴ φάγωσιν υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ νεῦρον, ὃ ἐνάρκησεν, ὅ ἐστιν ἐπὶ τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ, ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, ὅτι ἥψατο τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ Ἰακὼβ τοῦ νεύρου, ὃ ἐνάρκησεν.
Κολιτσάρα
Διὰ τοῦτο οἱ Ἰουδαῖοι δὲν τρώγουν τὸ νεῦρον μέχρι σήμερον ἀπὸ τὸν μηρὸν τῶν ζώων εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐναρκώθη κατὰ τὴν πάλην, διότι ὁ Θεὸς ἤγγισε τὸ νεῦρον εἰς τὸ πλάτος τοῦτο τοῦ μηροῦ, τὸ ὁποῖον καὶ ἐναρκώθη.
Τρεμπέλα
Διὰ τοῦτο εἰς ἀνάμνησίν του γεγονότος ἐκείνου οἱ ἀπόγονοί του Ἰακώβ, οἱ Ἰσραηλίτες, δὲν τρώγουν μέχρι σήμερα τὸ νεῦρον ἀπὸ τὸν μηρὸν τῶν ζώων, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐναρκώθη κατὰ τὴν πάλην καὶ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ πλατὺ μέρος τοῦ μηροῦ. Δὲν τὸ τρώγουν, διότι ὁ Θεὸς ἀκούμβησε τὸν μηρὸν τοῦ Ἰακὼβ ἐκεῖ, ἀπὸ ὅπου περνᾷ τὸ νεῦρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐμούδιασε.