Γένεσις 37

Γεν. 37,1

Κατῴκει δὲ Ἰακὼβ ἐν τῇ γῇ, οὗ παρῴκησεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ἐν γῇ Χαναάν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἔμενεν εἰς τὴν χώραν, ὅπου καὶ ὁ πατήρ του ὁ Ἰσαὰκ εἶχε παροικήσει, δηλαδὴ εἰς τὴν Χαναάν.

Τρεμπέλα

Ὁ μὲν Ἡσαῦ κατοίκησε εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν Σηείρ, ὁ δὲ Ἰακὼβ συνέχιζε νὰ κατοικῇ ὡς ξένος εἰς τὴν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε παροικήσει καὶ ὁ πατέρας του ὁ Ἰσαάκ, δηλαδὴ εἰς τὴν Χαναὰν καὶ συγκεκριμένως εἰς τὴν Χεβρών.

Γεν. 37,2

αὗται δὲ αἱ γενέσεις Ἰακώβ· Ἰωσὴφ δὲ δέκα καὶ ἑπτὰ ἐτῶν ἦν, ποιμαίνων τὰ πρόβατα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, ὢν νέος, μετὰ τῶν υἱῶν Βαλλᾶς καὶ μετὰ τῶν υἱῶν Ζελφᾶς τῶν γυναικῶν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· κατήνεγκαν δὲ Ἰωσὴφ ψόγον πονηρὸν πρὸς Ἰσραὴλ τὸν πατέρα αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Αὐτὴ δὲ εἶναι ἐν συνεχείᾳ ἡ ἱστορία τῆς οἰκογενείας τοῦ Ἰακώβ. Ὁ Ἰωσὴφ εἰς ἡλικίαν δέκα ἑπτὰ ἐτῶν, ἔφηβος, ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πατρός του, μαζῆ μὲ τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς υἱοὺς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀποκτήσει ὁ ποτήρ του ἐκ τῆς Βαλλᾶς καὶ Ζελφᾶς. Ἐκεῖνοι διέβαλαν τὸν Ἰωσὴφ πρὸς τὸν πατέρα των, ὅτι δῆθεν εἶχε διαπράξει κάποιο μεγάλο ἁμάρτημα.

Τρεμπέλα

Αὐτὴ δὲ εἶναι εἰς τὴν συνέχειαν ἡ ἱστορία τῆς οἰκογενείας τοῦ Ἰακώβ. Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν δεκαεπτὰ ἐτῶν καὶ ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πατέρα του μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς υἱοὺς τῆς Βαλλᾶς καὶ τοὺς υἱοὺς τῆς Ζελφᾶς, τῶν (παλλακῶν) γυναικῶν τοῦ πατέρα του. Ὅμως οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ ἐσυκοφάντησαν τὸν Ἰωσὴφ πρὸς τὸν πατέρα των, ὅτι δῆθεν εἶχε κάμει μεγάλην ἁμαρτίαν.

Γεν. 37,3

Ἰακὼβ δὲ ἠγάπα τὸν Ἰωσὴφ παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ, ὅτι υἱὸς γήρως ἦν αὐτῷ· ἐποίησε δὲ αὐτῷ χιτῶνα ποικίλον.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ὅμως ἀγαποῦσε τὸν Ἰωσὴφ περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα παιδιά του, καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι ἦτο υἱὸς γεννηθεὶς κατὰ τὸ γῆρας αὐτοῦ. Ἀπὸ τὴν ἀγάπην δὲ αὐτὴν κινούμενος τοῦ κατεσκεύασεν ἕνα πολύχρωμον χιτῶνα.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ὅμως παρὰ τὴν συκοφαντίαν ἀγαποῦσε τὸν Ἰωσὴφ περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους υἱούς του, διότι ἦταν τὸ παιδὶ τῶν γηρατειῶν του. Διὰ τοῦτο κατεσκεύασε διὰ τὸν Ἰωσὴφ χιτῶνα ποικιλόχρωμον μὲ μακρυὰ μανίκια.

Γεν. 37,4

ἰδόντες δὲ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸν ὁ πατὴρ φιλεῖ ἐκ πάντων τῶν υἱῶν αὐτοῦ, ἐμίσησαν αὐτὸν καὶ οὐκ ἠδύναντο λαλεῖν αὐτῷ οὐδὲν εἰρηνικόν.

Κολιτσάρα

Ὅταν οἱ ἀδελφοί του εἶδον ὅτι ὁ πατέρας των ἀγαπᾷ περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα παιδιά του τὸν Ἰωσήφ, τὸν ἐφθόνησαν καὶ τὸν ἐμίσησαν. Δὲν ἤθελαν νὰ ἔχουν μὲ αὐτὸν σχέσεις ἀδελφικῆς ἀγάπης καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου των δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ὁμιλήσουν πρὸς αὐτὸν τίποτε τὸ εἰρηνικὸν καὶ φιλικόν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὅμως οἱ ἀδελφοί του εἶδαν, ὅτι ὁ πατέρας των Ἰακὼβ ἀγαπᾷ, τὸν Ἰωσὴφ περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα παιδιά του, τὸν ἐφθόνησαν καὶ τὸν ἐμίσησαν. Ὁ φθόνος δὲ καὶ τὸ μῖσος τοὺς ἐκυρίευσαν τόσον, ὥστε δεν ἠμποροῦσαν νὰ εἶπουν εἰς τὸν Ἰωσὴφ κανένα λόγον μὲ τρόπον γλυκόν, φιλικὸν καὶ ἀδελφικόν. Δὲν τοῦ συμπεριεφέροντο εἰρηνικά, ἀλλὰ ὡσὰν νὰ εὑρίσκοντο μαζί του εἰς πόλεμον.

Γεν. 37,5

Ἐνυπνιασθεὶς δὲ Ἰωσὴφ ἐνύπνιον ἀπήγγειλεν αὐτὸ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Κάποτε ὁ Ἰωσὴφ εἶδεν ἕνα παράδοξον ὄνειρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἀνέφερεν εἰς τοὺς ἀδελφούς του.

Τρεμπέλα

Κάποτε ὁ Ἰωσὴφ εἶδε ἕνα ὄνειρον, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἴδιος διατηροῦσε τὴν ἀγάπην πρὸς τοὺς ἀδελφοῦς του χωρὶς τίποτε νὰ ὑποψιάζεται, τὸ διηγήθη μὲ ὅλην τὴν ἀθωότητά του εἰς τοὺς ἀδελφούς του

Γεν. 37,6

καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἀκούσατε τοῦ ἐνυπνίου τούτου, οὗ ἐνυπνιάσθην·

Κολιτσάρα

Εἶπεν εἰς αὐτούς· «ἀκούσατε αὐτὸ τὸ ὄνειρον, τὸ ὁποῖον εἶδα ἀπόψε εἰς τὸν ὕπνον μου.

Τρεμπέλα

καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς: «Ἀκοῦστε τὸ ὄνειρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶδα.

Γεν. 37,7

ᾤμην ὑμᾶς δεσμεύειν δράγματα ἐν μέσῳ τῷ πεδίῳ, καὶ ἀνέστη τὸ ἐμὸν δράγμα καὶ ὠρθώθη, περιστραφέντα δὲ τὰ δράγματα ὑμῶν προσεκύνησαν τὸ ἐμὸν δράγμα.

Κολιτσάρα

Μοῦ ἐφαίνετο ὅτι σεῖς ἐδένατε δεμάτια ἀπὸ στάχυα εἰς τὸ μέσον τῶν χωραφιῶν τῆς πεδιάδος. Ἐσηκώθη τὸ ἰδικόν μου δέμα καὶ ἔμεινεν ὄρθιον, τὰ δὲ ἰδικά σας δεμάτια ἐστράφησαν πρὸς τὸ ἰδικόν μου δεμάτι καὶ τὸ ἐπροσκύνησαν».

Τρεμπέλα

Μοῦ ἐφαίνετο, ὅτι ἐδένατε δεμάτια ἀπὸ στάχυα εἰς τὸ μέσον τοῦ χωραφιοῦ τῆς πεδιάδος καὶ ἔξαφνα ἐσηκώθη μοναχόν του τὸ ἰδικόν μου δεμάτι καὶ ἐστάθη ὄρθιον, τὰ δὲ ἰδικά σας δεμάτια ἐμαζεύθησαν γύρω ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἔσκυψαν καὶ ἐπροσκύνησαν τὸ ἰδικόν μου».

Γεν. 37,8

εἶπαν δὲ αὐτῷ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ· μὴ βασιλεύων βασιλεύσεις ἐφ’ ἡμᾶς ἢ κυριεύων κυριεύσεις ἡμῶν; καὶ προσέθεντο ἔτι μισεῖν αὐτὸν ἕνεκεν τῶν ἐνυπνίων αὐτοῦ καὶ ἕνεκεν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησαν δὲ εἰς αὐτὸν οἱ ἀδελφοί του· «μήπως θὰ γίνῃς βασιλεύς, διὰ νὰ βασιλεύσῃς ἐπάνω μας ἢ κύριος καὶ ἀφέντης μας;» Ἐξ αἰτίας τοῦ ὀνείρου αὐτοῦ καὶ τῶν λόγων, ποὺ τοὺς εἶπε, τὸν ἐμίσησαν ἀκόμη περισσότερον.

Τρεμπέλα

Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσήφ, μόλις ἄκουσαν τὸ ὄνειρόν του, τοῦ εἶπαν πειραγμένοι καὶ ἐρεθισμένοι: «Μήπως νομίζεις, ὅτι θὰ γίνῃς βασιλιᾶς καὶ θὰ βασιλεύσῃς ἐπάνω μας ἢ κύριός μας καὶ θὰ μᾶς ἐξουσιάζῃς καὶ θὰ μᾶς διατάζῃς;» Καὶ αὐξήθηκε τὸ μῖσος των ἐναντίον τοῦ Ἰωσὴφ ἀκόμη περισσότερον διὰ τὰ ὄνειρα ποὺ εἶδε καὶ τοὺς ἀνεκοίνωσε καὶ διὰ τὰ ὅσα τοὺς διηγήθηκε.

Γεν. 37,9

εἶδε δὲ ἐνύπνιον ἕτερον καὶ διηγήσατο αὐτῷ τῷ πατρὶ αὐτοῦ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ, καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἐνυπνιασάμην ἐνύπνιον ἕτερον, ὥσπερ ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ ἕνδεκα ἀστέρες προσεκύνουν με.

Κολιτσάρα

Εἶδεν ὅμως καὶ ἕνα ἄλλο ὄνειρον, τὸ ὁποῖον διηγήθη εἰς τὸν πατέρα καὶ τοὺς ἀδελφούς του, καὶ εἶπεν· «ἰδοὺ εἰς ἕνα ἄλλο ὄνειρον, ποὺ εἶδον, μοῦ ἐφάνη ὡς ἐὰν ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ ἕνδεκα ἀστέρες μὲ προσκυνοῦσαν».

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ὅμως αὐτοὶ τὸν ἐμίσησαν περισσότερον μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ ὀνείρου, ὁ Ἰωσὴφ ὅταν εἶδε καὶ ἄλλο ὄνειρον, τὸ διηγήθη ἀμέσως μὲ ὅλην τὴν ἀφελότητά του εἰς τὸν πατέρα καὶ τοὺς ἀδελφούς του καὶ τοὺς εἶπε:«Εἶδα καὶ ἄλλο ὄνειρον· μοῦ ἐφάνη ὡσὰν ὁ ἥλιος καὶ τὸ φεγγάρι καὶ ἕνδεκα ἀστέρια νὰ ἐγύριζαν ὅλα μαζὶ καὶ ὡσὰν νὰ ἔπεφταν κατὰ γῆς καὶ μὲ ἐπροσκυνοῦσαν».

Γεν. 37,10

καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· τί τὸ ἐνύπνιον τοῦτο, ὃ ἐνυπνιάσθης; ἆρά γε ἐλθόντες ἐλευσόμεθα ἐγώ τε καὶ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου προσκυνῆσαί σοι ἐπὶ τὴν γῆν;

Κολιτσάρα

Ὁ πατήρ του τὸν ἐπέπληξε (διότι ἔσπευσε νὰ ἀνακοινώσῃ καὶ αὐτὸ τὸ ὄνειρον) καὶ τοῦ εἶπε· «τί νομίζεις ὅτι σημαίνει αὐτὸ τὸ ὄνειρον, ποῦ εἶδες; Μήπως θέλεις νὰ πῇς ὅτι ἐγώ, ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου θὰ ἔλθωμεν νὰ σὲ προσκυνήσωμεν μέχρις ἐδάφους;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ πατέρας του, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὸν φθόνον, ποὺ ἐγεννᾶτο εἰς τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων παιδιῶν του καὶ ἐπειδή (ὁ Ἰωσὴφ) δεν ἐκράτησε τὸ ὄνειρον διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ τὸ ἀνεκοίνωσε, τὸν ἐπέπληξε καὶ τοῦ εἶπεν, ἐπεξηγῶν ταυτοχρόνως καὶ τὸ ὄνειρον:«Τί σημαίνει τὸ ὄνειρον αὐτό, ποὺ εἶδες εἰς τὸν ὕπνον σου; Μήπως νομίζεις, ὅτι πράγματι καὶ ἐγὼ καὶ ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου θὰ ἔλθωμεν νὰ πέσωμεν κατὰ γῆς ἐμπρός σου καὶ νὰ σὲ προακυνήσωμεν;»

Γεν. 37,11

ἐζήλωσαν δὲ αὐτὸν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ὁ δὲ πατὴρ αὐτοῦ διετήρησε τὸ ῥῆμα.

Κολιτσάρα

Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν οἱ ἀδελφοί του τὸν ἐφθόνησαν ἀκόμη περισσότερον. Ἀλλὰ ὁ πατὴρ ἐφύλαξε μέσα εἰς τὴν καρδιά του τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν οἱ ἀδελφοί του τὸν ἐφθόνησαν ἀκόμη περισσότερον ὁ πατέρας του ὅμως ἄκουσε μὲ προσοχὴν τὰ ὄνειρα καὶ ἐφύλαξε τὰ λόγια του Ἰωσὴφ εἰς τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του καὶ ἐπερίμενε νὰ ἴδῃ πῶς θὰ ἐπαληθεύσουν τὰ ὄνειρα τοῦ ἀγαπημένου παιδιοῦ του.

Γεν. 37,12

Ἐπορεύθησαν δὲ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ βόσκειν τὰ πρόβατα τοῦ πατρὸς αὐτῶν εἰς Συχέμ.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας μετέβησαν οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ νὰ βοσκήσουν τὰ πρόβατα τοῦ πατρός των εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Συχέμ.

Τρεμπέλα

Οἱ ἀδελφοί του Ἰωσὴφ ἐπῆγαν διὰ νὰ βοσκήσουν τὰ πρόβατα τοῦ πατέρα των εἰς τὴν εὔφορον πεδιάδα τῆς Συχέμ.

Γεν. 37,13

καὶ εἶπεν Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσήφ· οὐχὶ οἱ ἀδελφοί σου ποιμαίνουσιν εἰς Συχέμ; δεῦρο ἀποστείλω σε πρὸς αὐτούς. εἶπε δὲ αὐτῷ· ἰδοὺ ἐγώ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακώβ (ἔπειτα ἴσως ἀπὸ μερικὰς ἑβδομάδας) εἶπε πρὸς τὸν Ἰωσήφ· «οἱ ἀδελφοί σου δὲν βόσκουν τὰ πρόβατα εἰς τὴν Συχέμ; Λοιπὸν θὰ σὲ στείλω πρὸς αὐτούς». «Εἶμαι πρόθυμος νὰ μεταβῶ» εἶπεν ὁ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰσραὴλ ἀνήσυχος διὰ τὰ παιδιά του εἶπε πρὸς τὸν Ἰωσήφ· «οἱ ἀδελφοί σου δὲν βόσκουν τὰ πρόβατα εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Συχέμ; Ἔλα καὶ θὰ σὲ ἀποστείλω πρὸς αὐτούς». Ὁ Ἰωσήφ, ὡς πειθαρχικὸς ποὺ ἦταν, ἀπάντησε· «εὐχαρίστως· εἶμαι πρόθυμος νὰ ὑπάγω ἀμέσως».

Γεν. 37,14

εἶπε δὲ αὐτῷ Ἰσραήλ· πορευθεὶς ἰδέ, εἰ ὑγιαίνουσιν οἱ ἀδελφοί σου καὶ τὰ πρόβατα, καὶ ἀνάγγειλόν μοι. καὶ ἀπέστειλεν αὐτὸν ἐκ τῆς κοιλάδος τῆς Χεβρών, καὶ ἦλθεν εἰς Συχέμ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰακώβ· «πήγαινε ἐκεῖ νὰ ἰδῇς, ἐὰν εἶναι καλὰ εἰς τὴν ὑγείαν των οἱ ἀδελφοί σου, πῶς εἶναι τὰ πρόβατα καὶ ἔλα κατόπιν νὰ μὲ πληροφορήσῃς». Ἔστειλε δὲ αὐτὸν ἀπὸ τὴν κοιλάδα τῆς Χεβρών, εἰς τὴν ὁποίαν ἔμενε, καὶ ὁ Ἰωσὴφ μετέβη εἰς τὴν Συχέμ.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ φιλότεκνος Ἰακὼβ τοῦ εἶπε: «Πήγαινε ἐκεῖ καὶ ἰδὲ ἂν εἶναι καλὰ είς τὴν ὑγείαν οἱ ἀδελφοί σου καὶ πῶς εἶναι τὰ πρόβατα καὶ κατόπιν γύρισε πίσω νὰ μὲ πληροφόρησῃς σχετικῶς». Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἀπέστειλε τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν κοιλάδα τῆς Χεβρών, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικοῦσε, καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἔφθασεν εἰς τὴν πλουσίαν πεδιάδα τῆς Συχέμ.

Γεν. 37,15

καὶ εὗρεν αὐτὸν ἄνθρωπος πλανώμενον ἐν τῷ πεδίῳ· ἠρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος λέγων· τί ζητεῖς;

Κολιτσάρα

Καθὼς περιεπλανᾶτο εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Συχὲμ τὸν συνήντησε κάποιος ἄνθρωπος καὶ τὸν ἠρώτησε· «τί ζητεῖς ἐδῶ;»

Τρεμπέλα

Καθὼς ὁ Ἰωσὴφ περιεπλανᾶτο εἰς τὴν πεδιάδα, τὸν συνήντησεν ἕνας ἄνθρωπος καὶ τὸν ἐρωτησε: «Τί γυρεύεις ἐδῶ; ποῖον ἀναζητεῖς;

Γεν. 37,16

ὁ δὲ εἶπε· τοὺς ἀδελφούς μου ζητῶ· ἀπάγγειλόν μοι, ποῦ βόσκουσιν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ἀπήντησε· «ζητῶ νὰ εὕρω τοὺς ἀδελφούς μου. Πές μου, ἐὰν γνωρίζῃς ποὺ βόσκουν τὰ πρόβατα».

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνος δὲ ἀπάντησε: «Ζητῶ νὰ εὕρω τοὺς ἀδελφούς μου· πές μου, ἐὰν γνωρίζῃς, ποὺ βόσκουν τὰ πρόβατά των;»

Γεν. 37,17

εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ἄνθρωπος· ἀπῄρκασιν ἐντεῦθεν, ἤκουσα γὰρ αὐτῶν λεγόντων· πορευθῶμεν εἰς Δωθαείμ. καὶ ἐπορεύθη Ἰωσὴφ κατόπισθεν τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἐν Δωθαείμ.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος τοῦ εἶπεν· «ἔχουν ἀναχωρήσει ἀπὸ ἐδῶ, διότι τοὺς ἤκουσα νὰ λέγουν ὅτι θὰ πορευθοῦν εἰς Δωθαείμ». Καὶ ὁ Ἰωσὴφ μετέβη πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῶν ἀδελφῶν του καὶ τοὺς εὑρῆκε πράγματι εἰς τὴν Δωθαείμ.

Τρεμπέλα

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ εἶπε: «Ἔχουν κιόλας φύγει ἀπὸ ἐδῶ, διότι τοὺς ἄκουσα νὰ λέγουν· «ἂς μεταβῶμεν εἰς Δωθαείμ». Τότε ὁ Ἰωσὴφ ἐπῆγε πρὸς τὰ βόρεια Συχὲμ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν, ποὺ ἀκολούθησαν οἱ ἀδελφοί του καὶ τοὺς εὑρῆκε πράγματι εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Δωθαείμ.

Γεν. 37,18

προεῖδον δὲ αὐτὸν μακρόθεν πρὸ τοῦ ἐγγίσαι αὐτὸν πρὸς αὐτοὺς καὶ ἐπονηρεύοντο τοῦ ἀποκτεῖναι αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι τὸν εἶδον ἀπὸ μακράν, πρὶν ὅμως πλησιάσῃ πρὸς αὐτοὺς καὶ ὑπὸ τοῦ φθόνου κινούμενοι ἐσκέφθησαν πονηρὰ ἐναντίον του, ἐσκέφθησαν δηλαδὴ καὶ ἀπεφάσισαν νὰ τὸν φονεύσουν.

Τρεμπέλα

Οἱ Ἀδελφοί του τὸν εἶδαν ἀπὸ μακρυὰ πρὶν ἀκόμη νὰ τοὺς πλησιάσῃ, καὶ ἐπειδὴ τὸν ἐφθονοῦσαν καὶ τὸν ἐμισοῦσαν, ἐσκεύθηκαν πονηρὰ ἐναντίον του, συνωμότησαν εἰς βάρος του καὶ ἀπεφάσισαν νὰ τὸν σκοτώσουν.

Γεν. 37,19

εἶπε δὲ ἕκαστος πρὸς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ· ἰδοὺ ὁ ἐνυπνιαστὴς ἐκεῖνος ἔρχεται·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ ἕνας ἀδελφὸς πρὸς τὸν ἄλλον· «νά, ἔρχεται ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὰ ὄνειρα!

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ ἕνας ἀδελφὸς πρὸς τὸν ἄλλον μὲ πικρὴ εἰρωνεία: Νά, ἔρχεται ἐκεῖνος, ποὺ εἶδε τὰ ὄνειρα!

Γεν. 37,20

νῦν οὖν δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ ῥίψωμεν αὐτὸν εἰς ἕνα τῶν λάκκων καὶ ἐροῦμεν· θηρίον πονηρὸν κατέφαγεν αὐτόν· καὶ ὀψόμεθα, τί ἔσται τὰ ἐνύπνια αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Λοιπόν, ἐλᾶτε τώρα νὰ τὸν φονεύσωμεν, νὰ τὸν ρίψωμεν εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς λάκκους αὐτοὺς καὶ θὰ εἴπωμεν εἰς τὸν πατέρα ὅτι ἄγριον θηρίον τὸν κατέφαγε. Καὶ ἔτσι θὰ ἰδοῦμε τί θὰ ποῦν τὰ ὄνειρά του καὶ ποιὰ θὰ εἶναι ἡ ἀξία των»!

Τρεμπέλα

Ἐλᾶτε λοιπόν· τώρα εἶναι ἡ κατάλληλη εὐκαιρία· ἐμπρὸς ἂς τὸν σκοτώσωμεν καὶ ἂς τὸν ρίψωμεν εἰς ἕνα ἀπὸ τὰ ξερὰ πηγάδια, ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὰ μέρη αὐτά, καὶ κατόπιν ἂς ποῦμε εἰς τὸν πατέρα μας· «τὸν κατέφαγε κάποιο ἄγριον θηρίον». Θὰ ἴδωμεν τότε πῶς ἐπαληθεύονται τὰ ὄνειρά του».

Γεν. 37,21

ἀκούσας δὲ Ῥουβὴν ἐξείλετο αὐτὸν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν καὶ εἶπεν· οὐ πατάξωμεν αὐτὸν εἰς ψυχήν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ρουβήν, ὁ πρωτότοκος, ὅταν ἤκουσε τὰς πονηρὰς αὐτὰς ἀποφάσεις τῶν ἀδελφῶν του, ἐγλύτωσε τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ ἀδελφοκτόνα χέρια των εἰπών· «ποτὲ νὰ μὴ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ τοῦ ἀφαιρέσωμεν τὴν ζωήν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ρουβήν, τὸ πρωτότοκον παιδὶ τοῦ Ἰακώβ, ἄκουσε τὴν ἐγκληματικὴν ἀπόφασιν τῶν ἀδελφῶν του, ἐπροσπάθησε νὰ γλυτώσῃ τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ χέρια των καὶ τοὺς εἶπε: «Ὄχι· μὴ προχωρήσωμεν εις τὸ ἔγκλημα τοῦ φόνου· ἄς μὴ τοῦ ἀφαιρέσωμεν τὴν ζωήν».

Γεν. 37,22

εἶπε δὲ αὐτοῖς Ῥουβήν· μὴ ἐκχέητε αἷμα· ἐμβάλλετε αὐτὸν εἰς ἕνα τῶν λάκκων τούτων τῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, χεῖρα δὲ μὴ ἐπενέγκητε αὐτῷ· ὅπως ἐξέληται αὐτὸν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν καὶ ἀποδῷ αὐτὸν τῷ πατρὶ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Μὴ θελήσετε νὰ χύσετε ἀδελφικὸν αἷμα. Ρίψατε καλύτερα αὐτὸν εἰς ἕνα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λάκκους τῆς ἐρήμου καὶ μὴ ἀπλώσετε τὸ χέρι σας ἐναντίον του». Αὐτὸς δὲ τὰ ἔλεγε μὲ τὸν σκοπὸν νὰ σώσῃ τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ χέρια των, νὰ τὸν ἀνασύρῃ κρυφίως ἀπὸ τὸν λάκκον καὶ νὰ τὸν ἀποδώσῃ σῶον εἰς τὸν πατέρα των.

Τρεμπέλα

Καὶ μὲ πολλὴν ἐξυπνάδα καὶ τέχνην ἐπρόσθεσε: «Μὴ χύσετε τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σας. Ρίψετέ τον μόνον εἰς ἔνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ξερὰ πηγάδια, ποὺ ὑπάρχουν ες τὴν ἔρημον ἔδω γύρω, καὶ μὴ ἀπλώσετε τὰ χέρια σας ἐπάνω του μὲ ἐγκληματικὲς διαθέσεις». Αὐτὰ τὰ εἶπεν ὁ ουβήν, διότι εἶχε σκοπὸν νὰ κερδίσῃ χρόνον καὶ νὰ εὕρῃ εὐκαιρίαν νὰ σώσῃ τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀδελφῶν του καὶ νὰ τὸν ἀποστείλῃ πάλιν πίσω ὑγιῆ καὶ ἀβλαβῆ εἰς τὸν πατέρα του.

Γεν. 37,23

ἐγένετο δὲ ἡνίκα ἦλθεν Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, ἐξέδυσαν Ἰωσὴφ τὸν χιτῶνα τὸν ποικίλον τὸν περὶ αὐτὸν

Κολιτσάρα

Συνέβησαν δὲ τὰ πράγματα ὡς ἑξῆς· Ὅταν ἦλθεν ὁ Ἰωσὴφ εἰς τοὺς ἀδελφούς του, ἐκεῖνοι τοῦ ἀφήρεσαν τὸν ποικιλόχρωμον χιτῶνα, ποὺ ἐφοροῦσε.

Τρεμπέλα

Τὸ τέχνασμα τοῦ Ῥουβὴν ἐπέτυχε. Διότι ὅταν ἦλθεν ὁ Ἰωσὴφ κοντὰ εἰς τοὺς ἀδελφούς του, συνέβη τοῦτο· τοῦ ἔβγαλαν τὸν πλουμιστόν, πολύχρωμον καὶ μὲ μακρυὰ μανίκια χιτῶνα, ποὺ ἐφοροῦσε,

Γεν. 37,24

καὶ λαβόντες αὐτὸν ἔρριψαν εἰς τὸν λάκκον· ὁ δὲ λάκκος κενός, ὕδωρ οὐκ εἶχεν.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα τὸν ἐπῆραν καὶ τὸν ἔρριψαν εἰς ἕνα λάκκον. Ὁ λάκκος ἦτο ξηρός, δὲν εἶχε νερό.

Τρεμπέλα

καὶ κατόπιν τὸν ὡδήγησαν καὶ τὸν ἔρριψαν εἰς ἕνα ἐρημικὸν πηγάδι· τὸ πηγάδι ἦταν ξερό, δεν εἶχε νερόν.

Γεν. 37,25

Ἐκάθισαν δὲ φαγεῖν ἄρτον καὶ ἀναβλέψαντες τοῖς ὀφθαλμοῖς εἶδον, καὶ ἰδοὺ ὁδοιπόροι Ἰσμαηλῖται ἤρχοντο ἐκ Γαλαάδ, καὶ αἱ κάμηλοι αὐτῶν ἔγεμαν θυμιαμάτων καὶ ῥητίνης καὶ στακτῆς· ἐπορεύοντο δὲ καταγαγεῖν εἰς Αἴγυπτον.

Κολιτσάρα

Καθὼς ὅμως ἐκάθισαν νὰ φάγουν ἐσήκωσαν τὰ μάτια των καί, νά, εἶδον ὅτι ταξιδιῶται Ἰσμαηλῖται ἤρχοντο ἀπὸ τὴν χώραν Γαλαὰδ μὲ τὰς καμήλους των φορτωμένας ἀπὸ θυμιάματα, ἀπὸ ρητινώδη καὶ ἀρωματώδη εἴδη. Ἐπορεύοντο δέ, νὰ φθάσουν εἰς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ πωλήσουν τὸ ἐμπόρευμά των.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐνῷ ὁ Ἰωσὴφ θὰ ἀπέθνησκε ἀπὸ τὴν πεῖναν μέσα εἰς τὸ ξερὸ πηγάδι, αὐτοί, ὡσὰν νὰ μὴ συνέβαινε τίποτε, ἐκάθισαν νὰ φάγουν. Καθὼς ὅμως ἐσήκωσαν τὸ βλέμμά των, εἶδαν νὰ ἔρχωνται πρὸς τὸ μέρος των ἀπὸ τὴν Γαλαὰδ ἕνα καραβάνι ἀπὸ Ἰσμαηλῖτες, τῶν ὁποίων οἱ καμῆλες ἦσαν φορτωμένες μὲ ἀρωματικὰ θυμιάματα, ρητίνην ἀπὸ βάλσαμον καὶ λάδι ἀρωματικὸν ἀπὸ λάβδανον. Οἱ ἔμποροι αὐτοὶ ἤρχοντο ἀπὸ τὴν Συρίαν καὶ ἐπερνοῦσαν ἀπὸ τὴν Δωθαεὶμ μὲ κατεύθυνσιν πρὸς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ πωλήσουν ἐκεῖ τὰ ἐμπορεύματα των.

Γεν. 37,26

εἶπε δὲ Ἰούδας πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ· τί χρήσιμον, ἐὰν ἀποκτείνωμεν τὸν ἀδελφὸν ἡμῶν καὶ κρύψωμεν τὸ αἷμα αὐτοῦ;

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ὁ Ἰούδας πρὸς τοὺς ἀδελφούς του· «τί ἔχομεν νὰ ὠφεληθῶμεν, ἐὰν φονεύσωμεν τὸν ἀδελφόν μας καὶ ἀποκρύψωμεν τὸν φόνον του;

Τρεμπέλα

Μόλις ὁ Ἰούδας εἶδε τοὺς ἐμπόρους, εἶπε πρὸς τοὺς ἀδελφούς του: «Τὶ θὰ ὠφεληθῶμεν, ἐὰν φονεύσωμεν τὸν ἀδελφόν μας καὶ ἀποκρύψωμεν ἀπὸ τὸν πατέρα μας τὴν δολοφονίαν του;

Γεν. 37,27

δεῦτε ἀποδώμεθα αὐτὸν τοῖς Ἰσμαηλίταις τούτοις, αἱ δὲ χεῖρες ἡμῶν μὴ ἔστωσαν ἐπ’ αὐτόν, ὅτι ἀδελφὸς ἡμῶν καὶ σὰρξ ἡμῶν ἐστιν. ἤκουσαν δὲ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐλᾶτε νὰ τὸν πωλήσωμεν καλύτερα εἰς τοὺς Ἰσμαηλίτας αὐτοὺς ἐμπόρους καὶ ἂς μὴ ἀπλώσωμεν φονικὰ τὰ χέρια μας ἐναντίον του, διότι εἶναι ἀδελφός μας, εἶναι σὰρξ καὶ αἷμα μας». Οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ ἐδέχθησαν τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ Ἰούδα.

Τρεμπέλα

Ἂς τὸν πωλήσωμεν καλύτερα εἰς αὐτοὺς τοὺς Ἰσμαηλῖτες ἐμπόρους καὶ ἂς μὴ ἀπλώσωμεν δολοφονικὰ χέρια ἐπάνω του, διότι εἶναι ἀδελφὸς μας, εἶναι σάρκα καὶ αἷμα ἰδικόν μας». Καὶ οἱ ἀδελφοί του ἐπρόσεξαν τὴν συμβουλὴν καὶ ἐδέχθησαν τὴν πρότασίν του.

Γεν. 37,28

καὶ παρεπορεύοντο οἱ ἄνθρωποι οἱ Μαδιηναῖοι ἔμποροι, καὶ ἐξείλκυσαν καὶ ἀνεβίβασαν τὸν Ἰωσὴφ ἐκ τοῦ λάκκου καὶ ἀπέδοντο τὸν Ἰωσὴφ τοῖς Ἰσμαηλίταις εἴκοσι χρυσῶν, καὶ κατήγαγον τὸν Ἰωσὴφ εἰς Αἴγυπτον.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐπλησίασαν οἱ Μαδιανῖται αὐτοὶ ἔμποροι, οἱ ἀδελφοὶ ἀνέσυραν καὶ ἀνέβασαν τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὸν λάκκον καὶ τὸν ἐπώλησαν εἰς τοὺς Ἰσμαηλίτας ἀντὶ εἴκοσι χρυσῶν νομισμάτων. Ἐκεῖνοι δὲ ἔφεραν τὸν Ἰωσὴφ ὡς δοῦλον πρὸς πώλησιν εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἐπέρασαν ἀπὸ ἐμπρός των οἱ Μαδιανῖται ἔμποροι, οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀνέβασαν ἀπὸ τὸν λάκκον, ποὺ τὸν εἶχαν ρίξει, καὶ τὸν ἐπώλησαν ὡς δοῦλον εἰς τοὺς Ἰσμαηλίτες ἀντὶ εἴκοσι χρυσῶν νομισμάτων. Καὶ οἱ ἔμποροι μετέφεραν τὸν Ἰωσήφ, ποὺ ἀγοράσαν, εἰς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ τὸν πωλήσουν κατόπιν ἐκεῖ ὡς δοῦλον.

Γεν. 37,29

ἀνέστρεψε δὲ Ῥουβὴν ἐπὶ τὸν λάκκον καὶ οὐχ ὁρᾷ τὸν Ἰωσὴφ ἐν τῷ λάκκῳ. καὶ διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ρουβήν, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζεν, ὅταν ἐπωλεῖτο ὁ ἀδελφός του, ἐπέστρεψεν εἰς τὸν λάκκον καὶ δὲν εἶδεν ἐκεῖ τὸν Ἰωσήφ. Ἔσχισε τὰ ἐνδύματα αὐτοῦ ἀπὸ λύπην καὶ ἀγανάκτησιν,

Τρεμπέλα

Ὁ Ρουβὴν (ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε, ὅταν οἱ ἄλλοι ἐπώλησαν τὸν Ἰωσὴφ) ἐγύρισε πίσω εἰς τὸ ξερὸ πηγάδι καὶ ἀνεζήτησε τὸν Ἰωσήφ, ἀλλα δὲν εὑρῆκε ἐκεῖ μέσα τὸν ἀδελφόν του. Κυριευμένος ἀπὸ τὴν πολλὴν λύπην ἔσχισε τὰ ροῦχα του

Γεν. 37,30

καὶ ἐπέστρεψε πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ. καὶ εἶπε· τὸ παιδάριον οὐκ ἔστιν, ἐγὼ δὲ ποῦ πορεύομαι ἔτι;

Κολιτσάρα

ἔτρεξε πρὸς τοὺς ἀδελφούς του καὶ τοὺς εἶπε· «τὸ παιδάριον Ἰωσὴφ δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν λάκκον. Τί θὰ γίνω λοιπὸν ἐγὼ τώρα, ὁ πρωτότοκος καὶ ὑπεύθυνος ἀδελφός, καὶ ποῦ θὰ ὑπάγω;»

Τρεμπέλα

καὶ ἐπέστρεψε πρὸς τοὺς ἄλλους ἀδελφούς του καὶ εἶπε: «Τὸ παιδὶ δὲν εἶναι μέσα εἰς τὸ ξεροπήγαδο· τί θὰ γίνω λοιπὸν ἐγὼ τώρα; Ἐγώμ, ποὺ εἶμαι ὁ πρωτότοκος καὶ ὡς μεγαλύτερός σας ἔχω τὴν εὐθύνην, τὶ θὰ κάμω καὶ ποὺ θὰ ὑπάγω;»

Γεν. 37,31

Λαβόντες δὲ τὸν χιτῶνα τοῦ Ἰωσὴφ ἔσφαξαν ἔριφον αἰγῶν καὶ ἐμόλυναν τὸν χιτῶνα τῷ αἵματι.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀδελφοὶ ἔσφαξαν ἕνα ἐρίφιον ἀπὸ τὰ γίδια των, ἐπῆραν τὸν χιτῶνα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τὸν ἐβούτηξαν μέσα εἰς τὸ αἷμα.

Τρεμπέλα

Οἱ ἄλλοι ἀδελφοί, ὅταν ἰκανοποίησαν πλέον τὸ μίσος των, ἐμηχανεύθησαν τρόπον διὰ νὰ παραπλανήσουν τὸν πατέρα των, ὥστε νὰ μὴ ἀποκαλυφθῇ τὸ κακόν, ποὺ ἔκαμαν. Ἀφοῦ ἐπῆραν τὸν χιτῶνα τοῦ Ἰωσήφ, τὸν ὁποῖον τοῦ εἶχαν βγάλει πρὶν τὸν ρίξουν εἰς τὸν λάκκον, ἔσφαξαν ἕνα κατσίκι ἀπὸ τὰ γίδια καὶ ἐλέρωσαν τὸν χιτῶνα μὲ τὸ αἷμα τοῦ ζώου.

Γεν. 37,32

καὶ ἀπέστειλαν τὸν χιτῶνα τὸν ποικίλον καὶ εἰσήνεγκαν τῷ πατρὶ αὐτῶν. καὶ εἶπαν· τοῦτον εὕρομεν, ἐπίγνωθι εἰ χιτὼν τοῦ υἱοῦ σού ἐστιν ἢ οὔ.

Κολιτσάρα

Μὲ ἄνθρωπον δὲ ἔστειλαν εἰς τὸν Ἰακώβ, τὸν πατέρα αὐτῶν, τὸν πολύχρωμον χιτῶνα καὶ τοῦ εἶπαν· «αὐτὸν τὸν χιτῶνα τὸν εὑρήκαμεν κάπου εἰς τὴν πεδιάδα. Ἐξέτασέ τον, μήπως εἶναι ὁ χιτὼν τοῦ παιδιοῦ σου ἢ ὄχι».

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἀπέστειλαν τὸν πολύχρωμον χιτῶνα εἰς τὸν πατέρα των καὶ ἀφοῦ τοῦ τὸν παρουσίασαν, τοῦ εἶπαν: «Αὐτὸν τὸν χιτῶνα τὸν αἱματοβαμμένον τὸν εὑρήκαμεν. Ἐξέτασε μήπως εἶναι ὁ χιτῶνας τὸν παιδιοῦ σου ἢ ὄχι».

Γεν. 37,33

καὶ ἐπέγνω αὐτὸν καὶ εἶπε· χιτὼν τοῦ υἱοῦ μου ἐστί· θηρίον πονηρὸν κατέφαγεν αὐτόν, θηρίον ἥρπασε τὸν Ἰωσήφ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἀνεγνώρισεν ἀμέσως τὸν χιτῶνα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἐφώναξεν· «αὐτὸς ὁ χιτὼν εἶναι τοῦ παιδιοῦ μου! Θηρίον ἄγριον θὰ κατέφαγε τὸν Ἰωσήφ! Θηρίον θὰ τὸν ἥρπασε καὶ θὰ τὸν κατεσπάραξε»!

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰακὼβ τὸν περιεργάσθηκε, ἀνεγνώρισεν ἀμέσως τὸν χιτῶνα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ περίλυπος με πληγωμένην καὶ καταματωμένην καρδίαν εἶπε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ χιτῶνας τοῦ παιδιοῦ μου! Ἄγριον θηρίον τὸν κατεβρόχθισε! Θηρίον ἅρπαξε ὁπωσδήποτε τὸν ἀγαπημένον μου Ἰωσὴφ καὶ τὸν ἔκαμε κομμάτια!»

Γεν. 37,34

διέρρηξε δὲ Ἰακὼβ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐπέθετο σάκκον ἐπὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ ἐπένθει τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἡμέρας πολλάς.

Κολιτσάρα

Γεμᾶτος δὲ πόνον ὁ Ἰακὼβ ἔσχισε τὰ ἐνδύματα αὐτοῦ, ἔζωσε ἀπὸ τὴν μέσην του τρίχινον σάκκον καὶ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐθρηνοῦσε καὶ ἔκλαιε τὸν Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ τὴν πολλὴν λύπην του ἔσχισε τὰ ροῦχα του, ἔζωσε τὴν μέσην του με σάκκον τρίχινον καὶ ἐπενθοῦσε τὸν υἱόν υου ἀπαρηγόρητα ἐπὶ πολλὲς ἡμέρες.

Γεν. 37,35

συνήχθησαν δὲ πάντες οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ αἱ θυγατέρες καὶ ἦλθον παρακαλέσαι αὐτόν, καὶ οὐκ ἤθελε παρακαλεῖσθαι λέγων ὅτι· καταβήσομαι πρὸς τὸν υἱόν μου πενθῶν εἰς ᾅδου. καὶ ἔκλαυσεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Συνεκεντρώθησαν δὲ γύρω ἀπὸ αὐτὸν ὅλοι οἱ υἱοί του καὶ αἱ θυγατέρες του καὶ ἦλθον νὰ τὸν παρηγορήσουν. Ἐκεῖνος ὅμως ἔμενεν ἀπαρηγόρητος. Δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσῃ λόγους παρηγορίας καὶ ἔλεγε συνεχῶς· «θρηνῶν καὶ ὀδυρόμενος θὰ καταβῶ εἰς τὸν ἅδην, πρὸς τὸν υἱόν μου τὸν Ἰωσήφ». Καὶ ἔκλαυσεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

Ἐμαζεύθησαν δὲ ὅλοι οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ καὶ οἱ θυγατέρες του καὶ ἦλθαν διὰ νὰ τὸν παρηγορήσουν. Ἐκεῖνος ὅμως μέσα εἰς τὸ βαρὺ πένθος του δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσῃ λόγια παρηγορητικὰ καὶ ἔλεγε: «Θὰ κατεβῶ εἰς τὸν ἅδην πρὸς τὸν υἱόν μου τὸν Ἰωσὴφ κλαίων καὶπενθῶν».

Γεν. 37,36

οἱ δὲ Μαδιηναῖοι ἀπέδοντο τὸν Ἰωσὴφ εἰς Αἴγυπτον τῷ Πετεφρῇ τῷ σπάδοντι Φαραώ, ἀρχιμαγείρῳ.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ Μαδιανῖται ἔμποροι, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἐπώλησαν τὸν Ἰωσὴφ εἰς τὸν Πετεφρῆ, τὸν αὐλικὸν καὶ ἀρχιμάγειρον τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ Μαδιανῖται ἔμποροι ἐπώλησαν τὸν Ἰωσὴφ ὡς δοῦλος εἰς τὴν Αἴγυπτον· τὸν ἐπώλησαν εἰς τὸν Πετεφρῆν, τὸν εὐνοῦχον τοῦ Φαραώ, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰς τὸ παλάτι τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιμαγείρου.