Ἠσαΐας 44

Ἠσ. 44,1

Νῦν δὲ ἄκουσον, Ἰακὼβ ὁ παῖς μου καὶ Ἰσραήλ, ὃν ἐξελεξάμην·

Κολιτσάρα

Τώρα ὅμως ἄκουσε σύ, ὁ δοῦλος μου Ἰακώβ, σὺ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαός, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐξέλεξα ὡς ἰδικόν μου λαόν, ἀνάμεσα ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη.

Τρεμπέλα

Τώρα δὲ ἄκουσε σύ, ὁ δοῦλος μου Ἰακώβ, καὶ σύ, ὁ Ἰσραήλ, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξα ὡς ἰδιαίτερόν μου λαὸν μεταξὺ πάντων τῶν ἐθνῶν.

Ἠσ. 44,2

οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας σε καὶ ὁ πλάσας σε ἐκ κοιλίας· ἔτι βοηθηθήσῃ, μὴ φοβοῦ, παῖς μου Ἰακὼβ καὶ ἠγαπημένος Ἰσραήλ, ὃν ἐξελεξάμην.

Κολιτσάρα

Αὐτὰ λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σὲ ἐδημιούργησεν, ὁ ὁποῖος σὲ ἔπλασεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπάρξεώς σου· «θὰ πάρῃς καὶ ἄλλην ἀκόμη βοήθειαν, μὴ φοβεῖσαι, δοῦλε μου Ἰακώβ, ἠγαπημένε ἰσραηλιτικὲ λαέ, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐξέλεξα ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη.

Τρεμπέλα

Οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος σὲ ἐποίησε καὶ σὲ ἔπλασεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ὑπάρξεώς σου ὡς ἔθνους: Ἀκόμη θὰ βοηθηθῇς· μὴ φοβῆσαι, ὦ δοῦλε μου Ἰακὼβ καὶ ἠγαπημένε μου Ἰσραήλ, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξα μεταξὺ ὅλων τῶν ἐθνῶν.

Ἠσ. 44,3

ὅτι ἐγὼ δώσω ὕδωρ ἐν δίψει τοῖς πορευομένοις ἐν ἀνύδρῳ, ἐπιθήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τὸ σπέρμα σου καὶ τὰς εὐλογίας μου ἐπὶ τὰ τέκνα σου,

Κολιτσάρα

Διότι ἐγὼ θὰ δώσω ὕδωρ, ὥστε νὰ ξεδιψάσουν οἱ πορευόμενοι διὰ μέσου ἀνύδρων τόπων. Θὰ ἐπιθέσω τὸ πνεῦμα μου εἰς τοὺς ἀπογόνους σου καὶ θὰ δώσω τὰς εὐλογίας μου εἰς τὰ τέκνα σου.

Τρεμπέλα

Διότι Ἐγὼ θὰ δώσω ὕδωρ πρὸς κορεσμὸν τῆς δίψης εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βαδίζουν εἰς χώραν ἄνυδρον· θὰ ἐπιθέσω τὸ Πνεῦμα μου ἐπὶ τῶν ἀπογόνων σου καὶ τὰς εὐλογίας μου ἐπὶ τὰ τέκνα σου.

Ἠσ. 44,4

καὶ ἀνατελοῦσιν ὡς ἀναμέσον ὕδατος χόρτος καὶ ὡς ἰτέα ἐπὶ παραρρέον ὕδωρ.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ μὲ τὰς ἰδικάς μου εὐλογίας θὰ ἀναβλαστήσουν, ὡσὰν δροσερὸ χορτάρι ἀνάμεσα εἰς ὑδροχαρῆ τόπον, ὡσὰν ἰτέα, ἡ ὁποία εὑρίσκεται πλησίον ρεόντων ὑδάτων.

Τρεμπέλα

Καὶ λόγῳ τῶν εὐλογιῶν μου τούτων θὰ ἀναβλαστήσουν ὡσὰν χόρτος ἐν μέσῳ ἐδάφους ποτιζομένου δι’ ὕδατος καὶ ὡσὰν ἰτέα, ἡ ὁποία εἶναι φυτρωμένη εἰς μέρος, πλησίον τοῦ ὁποίου ρέει ὕδωρ.

Ἠσ. 44,5

οὗτος ἐρεῖ· τοῦ Θεοῦ εἰμι, καὶ οὗτος βοήσεται ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰακώβ, καὶ ἕτερος ἐπιγράψει χειρὶ αὐτοῦ· τοῦ Θεοῦ εἰμι, καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰσραὴλ βοήσεται. -

Κολιτσάρα

Τότε ὁ ἕνας θὰ λέγῃ· Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Θεοῦ· ὁ ἄλλος μὲ δυνατὴν φωνὴν θὰ διακηρύττῃ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰακωβ ὡς ἰδικόν του ὄνομα. Καὶ ἄλλος θὰ γράψῃ μὲ ἀνεξίτηλον μελάνην ἐπάνω εἰς τὸ χέρι του· Εἶμαι τοῦ Θεοῦ! Καὶ ἄλλος μὲ μεγάλην φωνὴν θὰ διαλαλήσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰσραήλ».

Τρεμπέλα

Οὗτος θὰ εἴπῃ: Εἶμαι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ ἄλλος μὲ δυνατὴν φωνὴν θὰ διακηρύξῃ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰακὼβ ὡς ὄνομα ἰδικόν του, καὶ ἄλλος θὰ γράψῃ μὲ ἀνεξάλειπτον χάραγμα ἐπὶ τῆς χειρός του: Εἶμαι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἄλλος θὰ ἐπονομασθῇ μὲ τὸ ὄνομα Ἰσραήλ.

Ἠσ. 44,6

Οὕτως λέγει ὁ Θεὸς ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ ὁ ῥυσάμενος αὐτὸν Θεὸς σαβαώθ· ἐγὼ πρῶτος καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα· πλὴν ἐμοῦ οὐκ ἔστι Θεός.

Κολιτσάρα

Αὐτὰ λέγει ὁ Θεός, ὁ βασιλεὺς τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἠλευθέρωσεν ἀπὸ τὴν δουλείαν· ὁ Θεὸς ὁ Κύριος τῶν οὐρανίων δυνάμεων· ἐγὼ εἶμαι ἀπ’ ἀρχῆς καὶ πρὸ πάσης ἀρχῆς, πρῶτος καὶ μόνος. Ἐγὼ θὰ εἶμαι μετὰ ταῦτα καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας πλὴν ἀπὸ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεός.

Τρεμπέλα

Οὕτω λέγει ὁ Θεός, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἠλευθέρωσεν αὐτὸν ἐκ τῆς δουλείας, ὁ Θεὸς τῶν ἐν οὐρανοῖς Δυνάμεων: Ἐγὼ εἶμαι πρῶτος καὶ πρὸ ἐμοῦ δὲν ὑπῆρχε κανείς, διότι εἶμαι ἄναρχος. Καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι μετὰ ταῦτα αἰωνίως, διότι εἶμαι ἀτελεύτητος. Ἐκτὸς ἐμοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλος θεός, καὶ οἱ λεγόμενοι θεοὶ εἶναι ψευδεῖς καὶ ἀνύπαρκτοι.

Ἠσ. 44,7

τίς ὥσπερ ἐγώ; στήτω καὶ καλεσάτω καὶ ἀναγγειλάτω καὶ ἑτοιμασάτω μοι ἀφ’ οὗ ἐποίησα ἄνθρωπον εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τὰ ἐπερχόμενα πρὸ τοῦ ἐλθεῖν ἀναγγειλάτωσαν ὑμῖν.

Κολιτσάρα

Ποιὸς ἄλλος εἶναι, ὅπως εἶμαι ἐγώ; Ἂς σταθῇ ἀπέναντί μου ὄρθιος, ἂς σταθῇ ἀπέναντί μου, ἂς συγκαλέσῃ δικαστήριον καὶ ἀκροατήριον, ἂς προαναγγείλῃ κάτι, τὸ ὁποῖον θὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον, ἂς μοῦ ἀποδείξῃ ὅτι ἐξεπληρώθη κάποια προφητεία του ἀπὸ τότε, ποὺ ἐγὼ ἔπλασα τὸν ἄνθρωπον διὰ μέσου ὅλων τῶν αἰώνων. Ἂς ἀναγγείλῃ εἰς σᾶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μέλλουν νὰ συμβοῦν, πρὶν αὐτὰ πραγματοποιηθοῦν.

Τρεμπέλα

Ποῖος εἶναι, ὅπως εἶμαι Ἐγώ; Ἂς σταθῇ ὄρθιος καὶ ἂς συγκαλέσῃ δικαστήριον, ἵνα κριθῶμεν. Καὶ ἂς ἀναγγείλῃ κάτι, τὸ ὁποῖον θὰ πραγματοποιηθῇ εἰς τὸ μέλλον καὶ ἄς μου ἀποδείξῃ ὅτι ἐξεπληρώθη κάποια προφητεία του, ἀφ’ ὅτου ἐποίησα τὸν ἄνθρωπον διὰ μέσου ὅλων τῶν αἰώνων καὶ ἐκεῖνα ποὺ πρόκειται νὰ συμβοῦν, προτοῦ ταῦτα ἔλθουν καὶ πραγματοποιηθοῦν, ἂς μᾶς τὰ ἀναγγείλουν οἱ λεγόμενοι θέοι των.

Ἠσ. 44,8

μὴ παρακαλύπτεσθε μηδὲ πλανᾶσθε· οὐκ ἀπ’ ἀρχῆς ἠνωτίσασθε καὶ ἀπήγγειλα ὑμῖν; μάρτυρες ὑμεῖς ἐστε, εἰ ἔστι Θεὸς πλὴν ἐμοῦ·

Κολιτσάρα

Μὴ κρύπτετε ἀπὸ φόβον τὸ πρόσωπόν σας, μὴ πλανᾶσθε Ἰουδαῖοι. Σεῖς ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ὑπάρξεώς σας δὲν ἠκούσατε προφητείας, τὰς ὁποίας ἐγὼ εἶπα πρὸς σᾶς καὶ αἱ ὁποῖαι ἐξεπληρώθησαν; Σεῖς, λοιπόν, εἶσθε μάρτυρές μου βάσει αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἴδατε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεὸς πλὴν ἐμοῦ.

Τρεμπέλα

Μὴ καλύπτεσθε ἐκ φόβου καὶ μὴ παρασύρεσθε εἰς πλάνην ἐκ καταπτοήσεως. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δὲν ἐβάλατε μέσα εἰς τὰ αὐτιά σας καὶ δὲν σᾶς προανήγγειλα; Εἶσθε σεῖς μάρτυρες, ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλος θεὸς ἐκτὸς Ἐμοῦ.

Ἠσ. 44,9

καὶ οὐκ ἦσαν τότε οἱ πλάσσοντες καὶ γλύφοντες πάντες μάταιοι οἱ ποιοῦντες τὰ καταθύμια αὐτῶν, ἃ οὐκ ὠφελήσει αὐτούς· ἀλλὰ αἰσχυνθήσονται

Κολιτσάρα

Ἐχάθησαν (Ἄλλη γραφή: Ἤκουσαν), σὰν νὰ μὴ ὑπῆρξαν αὐτοὶ ὅλοι οἱ γλύπται τῶν εἰδώλων, οἱ ὁποῖοι κατεσκεύαζαν ἀνυπάρκτους καὶ ψευδεῖς θεούς, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἐπινοοῦσαν σύμφωνα μὲ τὰς ἁμαρτωλὰς ἐπιθυμίας των. Εἴδωλα, τὰ ὁποῖα οὔτε ὠφέλησαν, οὔτε θὰ ὠφελήσουν αὐτούς. Ἀλλὰ θὰ κατεντροπιασθοῦν ἐξ αἰτίας των,

Τρεμπέλα

Καὶ δὲν ἐφάνησαν τότε οἱ πλάσσοντες τὰ εἴδωλα, ἀλλ’ ἐχάθησαν, ὡσὰν νὰ μὴ ὑπῆρχαν· καὶ αὐτοὶ ὅλοι οἱ γλύπται τῶν εἰδώλων, οἱ ὁποῖοι κατασκευάζουν θεοὺς μὴ ὑπάρχοντας, ἀλλ’ ἐπινοουμένους σύμφωνα μὲ τὰς ἐπιθυμίας τῶν διεφθαρμένων καρδιῶν των εἴδωλα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ὠφελήσουν αὐτούς· ἀλλὰ θὰ κατεντροπιασθοῦν

Ἠσ. 44,10

πάντες οἱ πλάσσοντες Θεὸν καὶ γλύφοντες ἀνωφελῆ,

Κολιτσάρα

ὅλοι ὅσοι πλάττουν μὲ τὴν νοσηρὰν φαντασίαν των καὶ τὴν διεστραμμένην καρδίαν θεοὺς καὶ γλύφουν ἐπάνω εἰς λιθάρια ἢ ξύλα εἴδωλα, τὰ ὁποῖα ἀνύπαρκτα καθὼς εἶναι δὲν παρέχουν καμμίαν ὠφέλειαν.

Τρεμπέλα

ὅλοι, ὅσοι πλάσσουν μὲ τὴν φαντασίαν των θεοὺς καὶ γλύφουν ἐπὶ λίθου ἢ ξύλου εἴδωλα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν παρέχουν ὠφέλειαν.

Ἠσ. 44,11

καὶ πάντες ὅθεν ἐγένοντο ἐξηράνθησαν, καὶ κωφοὶ ἀπὸ ἀνθρώπων συναχθήτωσαν πάντες καὶ στησάτωσαν ἅμα, ἐντραπήτωσαν καὶ αἰσχυνθήτωσαν ἅμα.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅλοι οἱ ψευδοθεοί, ἀπὸ ὅποιον καὶ ἂν ἐπενοήθησαν, ἀπὸ ὅπου καὶ ἂν προῆλθαν, ἐξηράνθησαν καὶ ἐξηφανίσθησαν. Καὶ ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, κωφοὶ πνευματικῶς, ἐπιμένουν νὰ λατρεύουν τοὺς ψευδοθεούς, ἃς μαζευθοῦν ὅλοι καὶ ἃς σταθοῦν ὅλοι μαζῆ ὄρθιοι· ἃς ἐντραποῦν διὰ τὴν πλάνην των καὶ ἃς καταισχυνθοῦν ὅλοι διὰ τοὺς ἀψύχους θεούς των.

Τρεμπέλα

Καὶ πάντες οἱ ψευδοθεοί, ἀπὸ ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἐπενοήθησαν καὶ ἔγιναν, ἐξηράνθησαν καὶ ἐχάθησαν. Καὶ οἱ ἐπιμένοντες νὰ λατρεύουν αὐτούς, ὅσοι δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι κωφοὶ πνευματικῶς, ἂς συναχθοῦν ὅλοι καὶ ἂς σταθοῦν ὄρθιοι μαζί· καὶ ἂς ἐντραποῦν καὶ ἂς καταισχυνθοῦν ὅλοι των διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ λατρείαν τῶν ἀψύχων αὐτῶν θεῶν.

Ἠσ. 44,12

ὅτι ὤξυνε τέκτων σίδηρον, σκεπάρνῳ εἰργάσατο αὐτὸ καὶ ἐν τερέτρῳ ἔστησεν αὐτό, εἰργάσατο αὐτὸ ἐν τῷ βραχίονι τῆς ἰσχύος αὐτοῦ· καὶ πεινάσει καὶ ἀσθενήσει καὶ οὐ μὴ πίῃ ὕδωρ.

Κολιτσάρα

Διότι ἰδοὺ πὼς ἔγιναν οἱ θεοί των· ὁ σιδηρουργὸς ἐλέπτυνε τὸν σίδηρον, μὲ τὸ σφυρὶ κατειργάσθη τὴν ἄψυχον ὕλην, μὲ τὸ τρυπάνι τὸ διετρύπησε καταλλήλως καὶ τὸ ἔστησεν ὄρθιον. Τὸ κατειργάσθη μὲ τὴν δύναμιν, ποὺ εἶχαν τὰ χέρια του. Ἐργάζεται ὅλην τὴν ἡμέραν νηστικός, διψασμένος, ἀποκαμωμένος ἀπὸ τὸν κόπον, χωρὶς τὸ εἴδωλον νὰ ἠμπορῇ νὰ τὸν βοηθήσῃ καθόλου.

Τρεμπέλα

Θὰ αἰσχυνθοῦν, διότι πρὸς κατασκευήν των ὑπ’ αὐτῶν προσκυνουμένων ὡς θεῶν ὁ σιδηρουργὸς ἐλέπτυνε σίδηρον, μὲ σφῦραν κατειργάσθη αὐτόν, καὶ ἀφοῦ διήνοιξε μὲ τρυπάνιον εἰς τὸ εἴδωλον τὰς καταλλήλους τρύπας, τὸ ἔστησε. Τὸ εἰργάσθη μὲ τὸν βραχίονα τῆς περιωρισμένης του δυνάμεως. Καὶ θὰ πεινάσῃ καὶ θὰ ἀποκάμῃ, ἐξαντλούμενος ἀπὸ τὸν κόπον, καὶ δὲν θὰ πίῃ νερό, διότι τὸ εἴδωλον οὔτε σταγόνα δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ τοῦ δώσῃ.

Ἠσ. 44,13

ἐκλεξάμενος τέκτων ξύλον ἔστησεν αὐτὸ ἐν μέτρῳ καὶ ἐν κόλλῃ ἐρρύθμισεν αὐτὸ καὶ ἐποίησεν αὐτὸ ὡς μορφὴν ἀνδρὸς καὶ ὡς ὡραιότητα ἀνθρώπου στῆσαι αὐτὸ ἐν οἴκῳ.

Κολιτσάρα

Κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ ξυλουργός· ἀφοῦ πάρῃ τὸ κατάλληλον ξύλον, τὸ στήνει εἰς τὸ ἐργαστηριόν του, ἀπλώνει εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον του, τὸ κόπτει καταλλήλως, τὸ κολλᾷ καὶ τὸ διαρρυθμίζει. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τοῦ δίδει μορφὴν ἀνδρός, ὡραιότητα ἀνθρώπου καὶ τὸ στήνει εἰς τὸν ναόν.

Τρεμπέλα

Ὁμοίως ὁ ξυλουργός, ἀφοῦ ἐξέλεξε ξύλον τι, τὸ ἔστησε μὲ τὸ μέτρον του καὶ μὲ διαβήτην τὸ ἐκανόνισε καὶ τὸ κατεσκεύασεν ὡσὰν μορφὴν ἀνδρὸς καὶ ἔχον ὡραιότητα ἀνθρώπου, διὰ να τὸ στήσῃ ὡς θεὸν μέσα εἰς τὸν ναόν.

Ἠσ. 44,14

ἔκοψε ξύλον ἐκ τοῦ δρυμοῦ, ὃ ἐφύτευσε Κύριος καὶ ὑετὸς ἐμήκυνεν,

Κολιτσάρα

Ὁ ξυλουργὸς ἔκοψεν ἀπὸ τὸ δάσος ξύλον, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος ἐφύτευσε καὶ ἡ βροχὴ τὸ ἐπότισε καὶ ηὔξησε,

Τρεμπέλα

Ἔκοψεν ὁ κατασκευαστὴς τοῦ ξυλίνου εἰδώλου ξύλον ἀπὸ τὸ πυκνὸν δάσος, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος ἐφύτευσε καὶ ἡ παρ’ αὐτοῦ καταπεμπομένη βροχὴ ηὔξησε καὶ τὸ ἔκαμεν ὑψηλὸν καὶ μακράν,

Ἠσ. 44,15

ἵνα ᾖ ἀνθρώποις εἰς καῦσιν· καὶ λαβὼν ἀπ’ αὐτοῦ ἐθερμάνθη, καὶ καύσαντες ἔπεψαν ἄρτους ἐπ’ αὐτῶν, τὸ δὲ λοιπὸν εἰργάσαντο θεούς, καὶ προσκυνοῦσιν αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

διὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους εἰς καῦσιν. Ὁ γλύπτης τῶν εἰδωλολατρικῶν ἀγαλμάτων ἐπῆρε ἕνα κομμάτι ἀπὸ αὐτὸ εἰς θέρμανσίν του, οἱ ἀρτοποιοὶ ἔκαψαν ἕνα ἄλλο μέρος ἀπὸ τὸ ξύλον διὰ τὸ ψήσιμο τῶν ἄρτων. Ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπον ξύλον οἱ γλύπται κατασκευάζουν θεούς, τοὺς ὁποίους κατόπιν πίπτουν καὶ προσκυνοῦν.

Τρεμπέλα

διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους πρὸς καῦσιν. Καὶ ἀφοῦ ἔλαβεν ἀπὸ αὐτὸ ἐν τεμάχιον, ἐθερμάνθη μὲ τὸ πῦρ, ποὺ ἤναψε δι’ αὐτοῦ. Καὶ οἱ ἀρτοποιοί, ἀφοῦ ἔκαυσαν ἄλλο μέρος, ἔψησαν ἄρτους ἐπ’ αὐτῶν, μὲ τὸ ὑπόλοιπον δὲ οἱ κατασκευασταὶ εἰδώλου κατεσκεύασαν θεοὺς καὶ προσκυνοῦν αὐτούς. Ποία μωρία!

Ἠσ. 44,16

οὗ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ κατέκαυσεν ἐν πυρὶ καὶ καύσαντες ἔπεψαν ἄρτους ἐπ’ αὐτῶν· καὶ ἐπ’ αὐτοῦ κρέας ὀπτήσας ἔφαγε καὶ ἐνεπλήσθη, καὶ θερμανθεὶς εἶπεν· ἡδύ μοι ὅτι ἐθερμάνθην καὶ εἶδον πῦρ.

Κολιτσάρα

Ἔτσι λοιπὸν τὸ ἥμισυ ἀπὸ τὸ ξύλον, ποὺ ἐχρησιμοποιήθη διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ εἰδώλου, παρεδόθη εἰς τὸ πῦρ. Οἱ ἀρτοποιοὶ ἔκαυσαν αὐτὸ καὶ ἔψησαν ἄρτους. Ἄλλος ἔψησεν ἐπάνω εἰς αὐτὰ τὰ ξύλα κρέας καὶ ἔφαγε καὶ ἐχόρτασε καὶ θερμανθεὶς εἶπεν: Εὐχάριστον πρᾶγμα μοῦ εἶναι ἡ ἀπόλαυσις τῆς θερμότητας καὶ ἡ θέα τῆς φωτιᾶς.

Τρεμπέλα

Τοῦ ξύλου αὐτοῦ τὸ ἥμισυ κατέκαυσεν εἰς τὸ πῦρ πρὸς θέρμανσιν καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ περίπου, ἀφοῦ ἤναψαν φωτιὰ μὲ αὐτό, ἔψησαν ἄρτους ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἀφοῦ ἔψησαν κρέας ἐπ’ αὐτοῦ, ἔφαγε καὶ ἐχόρτασε. Καὶ ἀφοῦ ἐθερμάνθη, εἶπε: Πολὺ εὐχάριστον εἰς ἐμέ, διότι ἐθερμάνθην καὶ ἀπήλαυσα τὸ θέαμα τῆς φωτιᾶς.

Ἠσ. 44,17

τὸ δὲ λοιπὸν ἐποίησεν εἰς θεὸν γλυπτὸν καὶ προσκυνεῖ αὐτῷ καὶ προσεύχεται λέγων· ἐξελοῦ με, ὅτι θεός μου εἶ σύ.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπον ξύλον κατεσκεύασε θεὸν γλυπτόν, τὸν προσκυνεῖ, προσεύχεται πρὸς αὐτὸν καὶ τοῦ λέγει: Φύλαξέ με, διότι σὺ εἶσαι ὁ Θεός μου.

Τρεμπέλα

To δὲ ὑπόλοιπον ξύλον τὸ μετέτρεψεν εἰς θεὸν γλυπτὸν καὶ προσκυνεῖ αὐτὸν καὶ προσεύχεται λέγων: Σῶσε με, διότι σὺ εἶσαι θεός μου.

Ἠσ. 44,18

οὐκ ἔγνωσαν φρονῆσαι, ὅτι ἀπημαυρώθησαν τοῦ βλέπειν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτῶν καὶ τοῦ νοῆσαι τῇ καρδίᾳ αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Δὲν εἶχαν τὴν στοιχειώδη νόησιν, ὥστε νὰ ὀρθοφρονήσουν, διότι ἐσκοτίσθησαν, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς των καὶ νὰ μὴν ἐννοοῦν μὲ τὴν διάνοιάν των.

Τρεμπέλα

Δὲν εἶχαν τὴν στοιχειώδη γνῶσιν νὰ καταλάβουν, διότι ἐσκοτίσθησαν διὰ νὰ μὴ βλέπουν μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς των καὶ νὰ μὴ κατανοοῦν μὲ τὴν διάνοιάν των.

Ἠσ. 44,19

καὶ οὐκ ἐλογίσατο τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ οὐδὲ ἀνελογίσατο ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ οὐδὲ ἔγνω τῇ φρονήσει, ὅτι τὸ ἥμισυ αὐτοῦ κατέκαυσεν ἐν πυρὶ καὶ ἔπεψεν ἐπὶ τῶν ἀνθράκων αὐτοῦ ἄρτους καὶ ὀπτήσας κρέα ἔφαγε καὶ τὸ λοιπὸν αὐτοῦ εἰς βδέλυγμα ἐποίησε καὶ προσκυνοῦσιν αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Ὁ ξυλουργός, ποὺ ἐσκάλισε τὸ εἴδωλον, δὲν ἐσκέφθη μὲ τὸν νοῦν του, δὲν ἀνελογίσθη με τὴν ψυχήν του, οὔτε διὰ τῆς στοιχειώδους αὐτοῦ συνέσεως ἐγνώρισεν, ὅτι τὸ ἥμισυ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ξύλον τὸ ἔκαψε εἰς τὴν φωτιάν, ἔψησεν ἐπάνω εἰς τοὺς ἄνθρακας ἄρτους, ἔψησε κρέατα καὶ ἔφαγε, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἀπὸ αὐτὸ τὸ κατεσκεύασε βδελυρὸν εἴδωλον, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ προσκυνοῦν!

Τρεμπέλα

Καὶ δὲν ἐσκέφθη μὲ τὴν διάνοιάν του, οὔτε ἀνελογίσθη μὲ τὴν ψυχήν του, οὔτε ἐγνώρισε μὲ τὴν ἀντίληψιν καὶ κρίσιν του, ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ ξύλου αὐτοῦ κατέκαυσε διὰ πυρὸς καὶ εἰς τὰ κάρβουνά του ἔψησεν ἄρτους καί, ἀφοῦ ἔψησε κρέατα, ἔφαγε· καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ξύλου τὸ ἔκαμε μυσαρὸν καὶ βδελυρὸν εἴδωλον καὶ τὸ προσκυνοῦν οἱ ἄνθρωποι!

Ἠσ. 44,20

γνῶθι ὅτι σποδὸς ἡ καρδία αὐτῶν, καὶ πλανῶνται, καὶ οὐδεὶς δύναται ἐξελέσθαι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· ἴδετε, οὐκ ἐρεῖτε ὅτι ψεῦδος ἐν τῇ δεξιᾷ μου;

Κολιτσάρα

Μάθε, λοιπόν, ὅτι στάκτη εἶναι ἡ καρδία αὐτῶν, πλανῶνται καὶ κανένα ἀπὸ τὰ κατασκευασθέντα αὐτὰ ἀγάλματα δὲν εἶναι εἰς θέσιν, νὰ σώσῃ τὴν ζωήν των. Ἴδετε σεῖς, ποὺ κατασκευάζετε τὰ ἀγάλματα, καὶ σκεφθῆτε· ὅταν ἐκεῖνα μείνουν ἀκίνητα καὶ ἄψυχα εἰς τὰς δεήσεις σας, δὲν θὰ εἴπητε, ὅτι μὲ τὴν δεξιάν μας χεῖρα κατεσκευάσαμεν εἴδωλα, ποῦ εἶναι ψευδῆ;

Τρεμπέλα

Μάθε ὅτι ἡ καρδία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι κολλημένη εἰς τὴν στάκτην καὶ ἔχει γίνει στάκτη· καὶ πλανῶνται, καὶ κανεὶς δὲν δυναταὶ νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ποὺ λατρεύει τὰ ξύλα. Ἴδετε σεῖς, οἱ λάτρεις τῶν εἰδώλων· δὲν θὰ εἴπητε, ὅταν θὰ διαψεύδωνται αἱ ἐπ’ αὐτῶν στηριχθεῖσαι ἐλπίδες σας, ὅτι ἦτο ψεῦδος αὐτό, ποὺ ἐκρατοῦσα εἰς τὴν δεξιάν μου;

Ἠσ. 44,21

Μνήσθητι ταῦτα Ἰακὼβ καὶ Ἰσραήλ, ὅτι παῖς μου εἶ σύ· ἔπλασά σε παῖδά μου, καὶ σὺ Ἰσραὴλ μὴ ἐπιλανθάνου μου.

Κολιτσάρα

Ἔχετε, λοιπόν, ὑπ’ ὅψιν σας αὐτά, σεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰακώβ. Ἰσραηλιτικὲ λαέ, ἐνθυμήσου ὅτι σὺ εἶσαι δοῦλος μου. Ἐγὼ σὲ ἔπλασα ὡς δοῦλον μου. Διὰ τοῦτο σύ, ἰσραηλιτικὲ λαέ, μὴ μὲ λησμονῇς.

Τρεμπέλα

Ἐνθυμοῦ αὐτὰ ποὺ εἶπα, ὦ Ἰακὼβ καὶ Ἰσραήλ, διότι σὺ εἶσαι δοῦλος μου, διὰ τὸν ὁποῖον ἔλαβα ἰδιαιτέραν φροντίδα. Σὲ ἐπαιδαγώγησα καὶ σὲ διέπλασα εἰς δοῦλον μου, καὶ σύ, ὦ Ἰσραήλ, μὴ μὲ λησμονῇς.

Ἠσ. 44,22

ἰδοὺ γὰρ ἀπήλειψα ὡς νεφέλην τὰς ἀνομίας σου καὶ ὡς γνόφον τὰς ἁμαρτίας σου· ἐπιστράφηθι πρός με, καὶ λυτρώσομαί σε.

Κολιτσάρα

Ἰδού, ὅτι ἐγὼ ἐξήλειψα τὰς ἀνομίας σου καὶ τὰς διέλυσα, ὅπως διαλύεται καὶ σβήνει ἡ νεφέλη. Ἔσβησα τὰς ἁμαρτίας σου, ὅπως φεύγει τὸ σκοτάδι κυνηγημένο ἀπὸ τὸ φῶς. Ἐπίστρεψε, λοιπόν, ἐν μετανοίᾳ πρὸς ἐμὲ καὶ ἐγὼ θὰ σὲ ἀπαλλάξω ἀπὸ τὰς θλίψεις καὶ τοὺς ἐχθρούς σου.

Τρεμπέλα

Ναί· μὴ μὲ λησμονῇς, διότι ἰδού, ἐγὼ ἐξήλειψα ὡσὰν νεφέλην, ποὺ τὴν διασκορπίζει ὁ ἄνεμος, τὰς ἀνομίας σου καὶ ὡσὰν πυκνὴν ὁμίχλην τὰς ἁμαρτίας σου. Ἐπίστρεψε ταχέως καὶ σταθερῶς πρὸς ἐμέ, καὶ θὰ σὲ ἐλευθερώσω.

Ἠσ. 44,23

εὐφράνθητε, οὐρανοί, ὅτι ἠλέησεν ὁ Θεὸς τὸν Ἰσραήλ· σαλπίσατε, τὰ θεμέλια τῆς γῆς, βοήσατε, ὄρη, εὐφροσύνην, οἱ βουνοὶ καὶ πάντα τὰ ξύλα τὰ ἐν αὐτοῖς, ὅτι ἐλυτρώσατο ὁ Θεὸς τὸν Ἰακώβ, καὶ Ἰσραὴλ δοξασθήσεται.

Κολιτσάρα

Χαρῆτε καὶ ἀγαλλιάσθε, σεῖς οἱ οὐρανοί, διότι ὁ Θεὸς ἡλέησε τὸν ἰσραηλιτικὸν λαόν. Σαλπίσατε χαρούμενα σαλπίσματα τὰ θεμέλια τῆς γῆς, βοήσατε μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν τὰ ὄρη, τὰ βουνὰ καὶ ὅλα τὰ δάση, ποὺ ὑπάρχουν εἰς αὐτά, διότι ὁ Θεὸς ἠλευθέρωσε τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακὼβ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν, καὶ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς θὰ δοξασθῇ».

Τρεμπέλα

Εὐφράνθητε, ὦ οὐρανοί, διότι ὁ Θεὸς ἠλέησε τὸν Ἰσραήλ· σαλπίσατε εὐφροσύνως καὶ ἐπινικίως, τὰ θεμέλια τῆς γῆς· φωνάξατε δυνατὰ φωνὰς ἀγαλλιάσεως, τὰ ὄρη, τὰ βουνά· καὶ ὅλα τὰ δένδρα, τὰ εὑρισκόμενα εἰς αὐτά, φωνάξατε καὶ σεῖς, διότι ἠλευθέρωσεν ὁ Θεὸς τὸν Ἰακώβ, καὶ ὁ Ἰσραὴλ θὰ δοξασθῇ.

Ἠσ. 44,24

Οὕτω λέγει Κύριος ὁ λυτρούμενός σε καὶ ὁ πλάσσων σε ἐκ κοιλίας· ἐγὼ Κύριος ὁ συντελῶν πάντα, ἐξέτεινα τὸν οὐρανὸν μόνος καὶ ἐστερέωσα τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Ἔτσι λέγει ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος σὲ ἔπλασε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ σὲ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τοὺς κινδύνους. «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος φέρω εἰς πέρας ὅλα αὐτά. Μόνος μου ἅπλωσα τὸν οὐρανὸν καὶ ἐστερέωσα τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Οὕτω λέγει ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος σὲ γλυτώνει ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ ὁ Ὁποῖος σὲ ἔπλασεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς: Ἐγώ, ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος ποιῶ εἰς τὴν ἐντέλειαν ὅλα, ἐξέτεινα ὡσὰν σκηνὴν τὸν οὐρανὸν μόνος μου, χωρὶς τὴν βοήθειαν ἄλλου τινός, καὶ ἐστερέωσα τὴν γῆν.

Ἠσ. 44,25

τίς ἕτερος διασκεδάσει σημεῖα ἐγγαστριμύθων καὶ μαντείας ἀπὸ καρδίας, ἀποστρέφων φρονίμους εἰς τὰ ὀπίσω καὶ τὴν βουλὴν αὐτῶν μωραίνων

Κολιτσάρα

Ποιὸς ἄλλος θὰ διασκορπίσῃ καὶ θὰ ἀποδείξῃ μηδαμινὰ τὰ σημεῖα καὶ τὰς ψευδοπροφητείας τῶν ἐγγαστριμύθων, ἐκείνων ποὺ ὁμιλοῦν ἀπὸ τὴν κοιλίαν των; Ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ γυρίζει πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ τρέπει εἰς φυγὴν τοὺς ψευδοσυνετοὺς καὶ ἀποδεικνύει μωρὰν καὶ ἀνόητον τὴν σκέψιν καὶ ἀπόφασίν των;

Τρεμπέλα

Ποῖος ἄλλος θὰ διασκορπίσῃ καὶ θὰ ἐκμηδενίσῃ τὰ σημεῖα καὶ τὰς ψευδοπροφητείας τῶν ἐγγαστριμύθων καὶ τὰς μαντείας, ποὺ ἐξ ἐμπνεύσεως τῆς κοιλίας των κάμνουν οἱ ψευδομάντεις, τρέπων εἰς φυγὴν καὶ καταισχύνων τοὺς νομιζομένους φρονίμους καὶ σοφοὺς καὶ ἀποδεικνύων μωρὰν τὴν κατόπιν πολλῆς σκέψεως ἀπόφασίν των;

Ἠσ. 44,26

καὶ ἱστῶν ῥῆμα παιδὸς αὐτοῦ καὶ τὴν βουλὴν τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ ἀληθεύων; ὁ λέγων τῇ Ἱερουσαλήμ· κατοικηθήσῃ καὶ ταῖς πόλεσι τῆς Ἰδουμαίας· οἰκοδομηθήσεσθε, καὶ τὰ ἔρημα αὐτῆς ἀνατελεῖ·

Κολιτσάρα

Καὶ ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος στερεώνει ἀμετακίνητον καὶ ἀληθινὴν τὴν προφητείαν τοῦ δούλου του, καὶ ἀποδεικνύει ἀληθινὴν τὴν βουλὴν τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἀποστέλλει; Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος λέγω εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ: Θὰ κατοικηθῇς ἀπὸ τοὺς κατοίκους σου· εἰς δὲ τὰς πόλεις τῆς Ἰουδαίας: Θὰ ἀνοικοδομηθῆτε πάλιν, καὶ αἱ ἔρημοι περιοχαί σου θὰ ἀνθίσουν.

Τρεμπέλα

Καὶ ποῖος εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος στερεώνει τὸν λόγον καὶ τὴν προφητείαν τοῦ δούλου του, καὶ τὴν ἀπόφασιν καὶ βουλὴν τῶν ἀπεσταλμένων του ποῖος ἐπαληθεύει; Ἐγώ, ὁ Ὁποῖος λέγω εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ: Θὰ κατοικηθῇς πάλιν καὶ εἰς τὰς πόλεις τὰς κατερειπωμένας τῆς Ἰδουμαίας: Θὰ ἀνοικοδομηθῆτε. Καὶ τὰ ἐρημωμένα ἐρείπια τῆς χώρας αὐτῆς θὰ ἀναστηλωθοῦν καὶ θὰ κατοικηθοῦν.

Ἠσ. 44,27

ὁ λέγων τῇ ἀβύσσῳ· ἐρημωθήσῃ, καὶ τοὺς ποταμούς σου ξηρανῶ·

Κολιτσάρα

Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος λέγω εἰς ἄβυσσον τῆς θαλάσσης: Θὰ ξηρανθῇς καὶ θὰ μείνῃς ἔρημος, θὰ ξηράνω ἐγὼ τοὺς ποταμούς σου.

Τρεμπέλα

Ὁ Ὁποῖος λέγω εἰς τὴν θάλασσαν: Θὰ ἐρημωθῇς μεταβαλλομένη εἰς ξηράν· καὶ θὰ ξηράνω τοὺς ποταμούς, οἱ ὁποῖοι ἐκβάλλουν εἰς σέ.

Ἠσ. 44,28

ὁ λέγων Κύρῳ φρονεῖν καὶ πάντα τὰ θελήματά μου ποιήσει· ὁ λέγων Ἱερουσαλήμ· οἰκοδομηθήσῃ, καὶ τὸν οἶκον τὸν ἅγιόν μου θεμελιώσω.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος λέγω εἰς τὸν Κῦρον, τὸν βασιλέα τῶν Περσῶν, νὰ ὀρθοφρονῇ· καὶ αὐτὸς ὅλα τὰ θελήματά μου, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸν ἰσραηλιτικὸν λαόν, θὰ τὰ ἐκτελέση. Ἐγὼ εἶμαι ποὺ λέγω εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ: Θὰ ἀνοικοδομηθῇς καὶ θὰ ἀνοικοδομήσω ἐγὼ ἐντὸς τῆς περιοχῆς σου τὸν ἅγιον οἶκον μου.

Τρεμπέλα

Ὁ Ὁποῖος λέγω εἰς τὸν Κῦρον μετὰ συνέσεως νὰ δρᾷ καὶ νὰ ἀποφασίζη, καὶ ὅλα τὰ θελήματά μου ἐν σχέσει πρὸς τὸν λαόν μου Ἰσραὴλ θὰ ἐκτελέσῃ. Ἐγὼ ὁ Κύριος εἶμαι Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος λέγω εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ: Θὰ οἰκοδομηθῇς, καὶ Ἐγὼ θὰ θεμελιώσω τὸν ἅγιον οἶκον μου.