Ἠσαΐας 51
Ἠσ. 51,1
Ἀκούσατέ μου, οἱ διώκοντες τὸ δίκαιον καὶ ζητοῦντες τὸν Κύριον, ἐμβλέψατε εἰς τὴν στερεὰν πέτραν, ἣν ἐλατομήσατε, καὶ εἰς τὸν βόθυνον τοῦ λάκκου, ὃν ὠρύξατε.
Κολιτσάρα
Ἀκούσατέ με σεῖς ποὺ ἐπιδιώκετε τὸ δίκαιον καὶ ζητεῖτε πάντοτε τὸν Κύριον καὶ τὴν βοήθειάν του. Παρατηρήσατε τὸν στερεὸν βράχον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔχετε κοπῆ, τὸν λάκκον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔχετε ἀνορυχθῆ.
Τρεμπέλα
Ἀκούσατέ με σεῖς, ποὺ ἐπιδιώκετε τὴν δικαιοσύνην καὶ ζητεῖτε τὸν Κύριον, ἐπικαλούμενοι τὴν βοήθειαν καὶ προστασίαν Αὐτοῦ. Παρατηρήσατε τὴν στερεὰν καὶ ἄγονον πέτραν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐλατομήθητε, καὶ τὸ βάθος τοῦ λάκκου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀνωρύχθητε.
Ἠσ. 51,2
ἐμβλέψατε εἰς Ἁβραὰμ τὸν πατέρα ὑμῶν καὶ εἰς Σάρραν τὴν ὠδίνουσαν ὑμᾶς· ὅτι εἷς ἦν, καὶ ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ εὐλόγησα αὐτὸν καὶ ἠγάπησα αὐτὸν καὶ ἐπλήθυνα αὐτόν.
Κολιτσάρα
Παρατηρήσατε, δηλαδή, μὲ προσοχὴν τὸν Ἀβραάμ, τὸν πατριάρχην σας, καὶ τὴν Σάρραν, ἡ ὁποία μὲ ὠδῖνας σᾶς ἐγέννησεν· ὅτι αὐτὸς ἔνας ἦτο μεταξὺ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, καὶ αὐτὸν ἐγὼ ἐκάλεσα, τὸν ηὐλόγησα, διότι τὸν ἠγάπησα καὶ ἐπλήθυνα τοὺς ἀπογόνους του.
Τρεμπέλα
Παρατηρήσατε τὸν Ἀβραὰμ τὸν προπάτορά σας καὶ τὴν Σάρραν, ἡ ὁποία σᾶς ἐγέννησε. Διότι ἦτο ἕνας καὶ ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ τὸν ηὐλόγησα καὶ τὸν ἠγάπησα καὶ τὸν ἐπλήθυνα.
Ἠσ. 51,3
καὶ σὲ νῦν παρακαλέσω, Σιών, καὶ παρεκάλεσα πάντα τὰ ἔρημα αὐτῆς καὶ θήσω τὰ ἔρημα αὐτῆς ὡς παράδεισον Κυρίου· εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίαμα εὑρήσουσιν ἐν αὐτῇ, ἐξομολόγησιν καὶ φωνὴν αἰνέσεως.
Κολιτσάρα
Καὶ σὲ τώρα ἐγὼ θὰ παρηγορήσω καὶ θὰ σὲ ἐνισχύσω, ὦ Σιών. Θὰ τὴν παρηγορήσω ἀποκαθιστῶν λαμπροτέρας ὅλας τὰς ἐρημωθείσας περιοχάς της. Θὰ μεταβάλω τὰ ἔρημά της μέρη εἰς παράδεισον Κυρίου. Οἱ κάτοικοί της θὰ εὕρουν εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίασιν ἐν μέσῳ αὐτῆς, Θὰ ἀναπέμψουν δοξολογίαν καὶ φωνὴν αἰνέσεως πρὸς τὸν Θεόν.
Τρεμπέλα
Καὶ σὲ τώρα θὰ παρηγορήσω, ὦ Σιών. Καὶ θὰ παρηγορήσω τὴν ἁγίαν πόλιν μου, ἀποκαθιστῶν ὅλα τὰ ἐρημωθέντα μέρη της, καὶ θὰ μεταβάλω τὰς ἐρήμους της εἰς παράδεισον Κυρίου. Οἱ κάτοικοί της θὰ εὔρουν εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίασιν ἐν μέσῳ αὐτῆς, δοξολογίαν καὶ φωνὴν αἰνέσεως.
Ἠσ. 51,4
ἀκούσατέ μου, ἀκούσατέ μου, λαός μου, καὶ οἱ βασιλεῖς, πρός με ἐνωτίσασθε, ὅτι νόμος παρ’ ἐμοῦ ἐξελεύσεται καὶ ἡ κρίσις μου εἰς φῶς ἐθνῶν.
Κολιτσάρα
Ἀκούσατέ με, ἀκούσατέ με, Ἰσραηλῖται, λαός μου. Καὶ οἱ βασιλεῖς ἀνοίξατε τὰ αὐτιά σας, διὰ νὰ ἀκούσετε ἐμέ. Διότι νέος πλέον Νόμος θὰ ἐξέλθῃ καὶ θὰ θεσπισθῇ ἀπὸ ἐμέ. Καὶ ὁ Νόμος μου αὐτὸς θὰ εἶναι φῶς τῶν ἐθνῶν.
Τρεμπέλα
Ἀκούσατέ με, ἀκούσατέ με, ὦ λαέ μου, καὶ οἱ βασιλεῖς εἰς Ἐμὲ ἀνοίξατε τὰ ὦτα σας, διότι θὰ ἐξέλθῃ ἐξ Ἐμοῦ νόμος νέος καὶ ὁ ὑπὸ δικαιοσύνης καὶ πάσης ἀρετῆς χαρακτηριζόμενος νόμος οὗτος θὰ ἀποβῇ εἰς φωτισμὸν τῶν ἐθνῶν.
Ἠσ. 51,5
ἐγγίζει ταχὺ ἡ δικαιοσύνη μου, καὶ ἐξελεύσεται ὡς φῶς τὸ σωτήριόν μου καὶ εἰς τὸν βραχίονά μου ἔθνη ἐλπιοῦσιν· ἐμὲ νῆσοι ὑπομενοῦσι καὶ εἰς τὸν βραχίονά μου ἐλπιοῦσιν.
Κολιτσάρα
Πλησιάζει γρήγορα ὁ καιρὸς ἐπιβολῆς τῆς δικαιοσύνης μου. Θὰ ἀναστείλῃ καὶ θὰ λάμψῃ τότε σὰν φῶς ἡ ἐκ μέρους μου σωτηρία. Καὶ εἰς τὴν παντοδύναμον δεξιάν μου θὰ στηρίξουν τὰς ἐλπίδας τῶν τὰ ἔθνη. Ἐμὲ θὰ περιμένουν αἱ εἰδωλολατρικαὶ νῆσοι καὶ αἱ παράλιοι περιοχαί. Εἰς τὴν δύναμιν τοῦ βραχίονός μου θὰ στηρίξουν τὰς ἐλπίδας των.
Τρεμπέλα
Πλησιάζει γρήγορα νὰ ἔλθῃ ἡ ἐκδήλωσις καὶ ἐπιβολὴ τῆς δικαιοσύνης μου, καὶ θὰ λάμψῃ τότε ὡσὰν φῶς ἡ σωτηρία μου. Καὶ εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἀκατανικήτου δυνάμεως τοῦ βραχίονός μου θὰ ἐλπίσουν ἔθνη· Ἐμὲ θὰ ἀναμένουν αἱ ἐκπροσωποῦσαι τὸν εἰδωλολατρικὸν κόσμον νῆσοι καὶ εἰς τὴν δύναμίν μου θὰ ἐλπίζουν.
Ἠσ. 51,6
ἄρατε εἰς τὸν οὐρανὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ ἐμβλέψατε εἰς τὴν γῆν κάτω, ὅτι ὁ οὐρανὸς ὡς καπνὸς ἐστερεώθη, ἡ δὲ γῆ ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσεται, οἱ δὲ κατοικοῦντες τὴν γῆν ὥσπερ ταῦτα ἀποθανοῦνται, τὸ δὲ σωτήριόν μου εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται, ἡ δὲ δικαιοσύνη μου οὐ μὴ ἐκλίπῃ.
Κολιτσάρα
Σηκώσατε τὰ μάτια σας ἐπάνω εἰς τὸν οὐρανόν, ρίψατε τὸ βλέμμα σας κάτω εἰς τὴν γῆν καὶ ἴδετε, ὅτι ὁ οὐρανὸς ἐστερεώθη ὡσὰν καπνός, ποὺ εὔκολα διαλύεται, ἡ δὲ γῆ σὰν ἔνδυμα θὰ παληώσῃ. Οἱ κάτοικοι τῆς γῆς θὰ ἀποθάνουν καὶ θὰ λείψουν, ὅπως ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ. Ἡ σωτηρία ὅμως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ δώσω, θὰ μείνῃ αἰωνία, ἡ δὲ δικαιοσύνη μου ποτὲ δὲν θὰ λάβῃ τέλος.
Τρεμπέλα
Σηκώσατε τὰ μάτια σας εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ παρατηρήσατε εἰς τὴν γῆν κάτω, καὶ ἴδετε ὅτι ὁ οὐρανὸς ὡσὰν καπνὸς εὐκόλως διαλυόμενος ἐστερεώθη, ἡ δὲ γῆ ὡσὰν ροῦχον θὰ παλαιωθῇ· καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν, ὡσὰν αὐτά, ἤτοι ὡσὰν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, θὰ ἀποθάνουν ἡ σωτηρία ὅμως, τὴν ὁποίαν παρέχω εἰς τὸν λαόν μου, θὰ εἶναι αἰωνία, ἡ δὲ δικαιοσύνη μου δὲν θὰ λείψῃ ποτέ.
Ἠσ. 51,7
ἀκούσατέ μου, οἱ εἰδότες κρίσιν, λαός μου, οὗ ὁ νόμος μου ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν· μὴ φοβεῖσθε ὀνειδισμὸν ἀνθρώπων καὶ τῷ φαυλισμῷ αὐτῶν μὴ ἡττᾶσθε.
Κολιτσάρα
Ἀκούσατέ με, ὅσοι γνωρίζετε καὶ ποθεῖτε δικαιοσύνην. Λαέ μου, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν καρδίαν ὑπάρχει ὁ νόμος μου, μὴ φοβεῖσθε τοὺς ὀνειδισμοὺς τῶν ἀνθρώπων καὶ μὴ καταβάλλεσθε ἀπὸ τὸν ἐξευτελισμόν, ποὺ σᾶς κάνουν.
Τρεμπέλα
Ἀκούσατέ με, ὅσοι γνωρίζετε ἐκ πείρας καὶ ἐφαρμογῆς τὸ δίκαιον, ὦ λαέ μου, σεῖς, ποὺ ἔχετε τὸν νόμον μου μέσα εἰς τὴν καρδίαν σας: Μὴ φοβεῖσθε τὸν ὀνειδισμὸν τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ τὸν ἐξευτελισμόν, ποὺ σᾶς κάνουν, μὴ νικᾶσθε καὶ μὴ κάμπτεσθε.
Ἠσ. 51,8
ὡς γὰρ ἱμάτιον βρωθήσεται ὑπὸ χρόνου καὶ ὡς ἔρια βρωθήσεται ὑπὸ σητός· ἡ δὲ δικαιοσύνη μου εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται, τὸ δὲ σωτήριόν μου εἰς γενεὰς γενεῶν.
Κολιτσάρα
Διότι αὐτοί, ὅπως κατατρώγεται τὸ ἔνδυμα μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, ὅπως τὰ μαλλιὰ τῶν προβάτων κατατρώγονται ἀπὸ τὸν σκόρον, ἔτσι καὶ αὐτοὶ θὰ φαγωθοῦν καὶ θὰ ἐξολοθρευθοῦν. Ἡ δικαιοσύνη μου ὅμως μένει εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ἡ δὲ ἐκ μέρους μου σωτηρία εἰς τὰς γενεὰς τῶν γενεῶν.
Τρεμπέλα
Μὴ καταβάλλεσθε καὶ μὴ ἡττᾶσθε, διότι, ὅπως τὸ ἱμάτιον θὰ καταφαγωθῇ ὑπό του χρόνου καὶ ὅπως τὰ μαλλιὰ θὰ καταφαγωθοῦν ἀπὸ τὸν σκόρον, ἔτσι καὶ αὐτοί· ἡ δικαιοσύνη μου ὅμως θὰ εἶναι αἰωνία, ἡ δὲ ἐξ ἐμοῦ σωτηρία εἰς ἀτελευτήτους γενεάς.
Ἠσ. 51,9
Ἐξεγείρου ἐξεγείρου, Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔνδυσαι τὴν ἰσχὺν τοῦ βραχίονός σου· ἐξεγείρου ὡς ἐν ἀρχῇ ἡμέρας, ὡς γενεὰ αἰῶνος. οὐ σὺ εἶ
Κολιτσάρα
Σήκω ὀρθία, σήκω Ἱερουσαλήμ, φόρεσε τὴν δύναμίν σου, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος σοῦ δίδει. Σήκω, ὅπως ἐξυπνᾷ κανεὶς τὴν πρωΐαν, γεμᾶτος δύναμιν καὶ δραστηριότητα. Σήκω μὲ δύναμιν, ὅπως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ὑπάρξεώς σου, ὡς λαός, ποὺ ὑπάρχει ἀπὸ γενεὰς αἰώνων.
Τρεμπέλα
Ἐγέρθητι, ἐγέρθητι, ὦ Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐνδύσου τὴν δύναμιν τοῦ βραχίονός σου, τὸν ὁποῖον ἐνίσχυσεν ὁ Κύριος· ἐγέρθητι, ὅπως εἰς τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐθνικῆς ζωῆς σου, ὅτε ἐξῆλθε τὸ ἔθνος σου ἐξ Αἰγύπτου, ὅπως εἰς τὰς παρελθούσας γενεᾶς. Δὲν εἶσαι σύ,
Ἠσ. 51,10
ἡ ἐρημοῦσα θάλασσαν, ὕδωρ ἀβύσσου πλῆθος; ἡ θεῖσα τὰ βάθη τῆς θαλάσσης ὁδὸν διαβάσεως ῥυομένοις
Κολιτσάρα
Δὲν εἶσαι σύ, ἡ ὁποία ἐξήρανες τὴν Ἐρυθρὰν Θάλασσαν τὰ ἀπροσμέτρητα ἐκεῖνα ὕδατα τῆς ἀβυσσαλέας θαλάσσης; Σύ, δὲν εἶσαι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔκαμες βατὸν δρόμον τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, διὰ νὰ διαβοῦν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐσώθησαν ἀπὸ τὴν δουλείαν τῶν Αἰγυπτίων,
Τρεμπέλα
ἡ ὁποία ἀπεξήρανες τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν, τὸ πλῆθος ἐκεῖνο τοῦ ὕδατος τῆς ἀβύσσου; Ἡ ὁποία μετέβαλες τὰ βάθη τῆς θαλάσσης εἰς δρόμον διαβάσεως εἰς τοὺς ἐλευθερουμένους
Ἠσ. 51,11
καὶ λελυτρωμένοις; ὑπὸ γὰρ Κυρίου ἀποστραφήσονται καὶ ἥξουσιν εἰς Σιὼν μετ’ εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάματος αἰωνίου· ἐπὶ κεφαλῆς γὰρ αὐτῶν ἀγαλλίασις καὶ αἴνεσις, καὶ εὐφροσύνη καταλήψεται αὐτούς, ἀπέδρα ὀδύνη καὶ λύπη καὶ στεναγμός.
Κολιτσάρα
οἱ λυτρωμένοι Ἰσραηλῖται; Διότι, ὅπως τότε, ἔτσι καὶ τώρα, ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον τὸν Κύριον λυτρούμενοι ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας τῆς Βαβυλῶνος θὰ ἐπανέλθουν οἱ Ἰσραηλῖται καὶ θὰ ἐγκατασταθοῦν εἰς τὴν Σιὼν μὲ εὐφροσύνην καὶ αἰωνίαν ἀγαλλίασιν. Τὴν κεφαλὴν των θὰ στεφανώνῃ ἀγαλλίασις, αἴνεσις θὰ ἀκούεται ἀπὸ τὰ χείλη των. Χαρὰ καὶ εὐφροσύνη θὰ πλημμυρίσῃ αὐτούς, θὰ ἔχῃ πλέον φύγει ἀπὸ αὐτοὺς ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός.
Τρεμπέλα
καὶ σεσῳσμένους ἀπὸ τὸν Φαραὼ Ἰσραηλίτας; Διότι ὅπως τότε, οὕτω καὶ τώρα ὑπὸ τοῦ Κυρίου θὰ γυρίσουν ὀπίσω τὰ τέκνα σου καὶ θὰ ἔλθουν εἰς τὴν Σιὼν μὲ εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίασιν αἰώνιον. Διότι ἐπὶ τῆς κεφαλῆς των θὰ ὑπάρχῃ ὡς στέφανος ἀγαλλίασις καὶ αἴνεσις πρὸς τὸν Θεόν, καὶ εὐφροσύνη θὰ καταλάβῃ αὐτούς. Ἔφυγαν ἀπὸ αὐτοὺς πόνος καὶ λύπη καὶ στεναγμός.
Ἠσ. 51,12
ἐγώ εἰμι, ἐγώ εἰμι ὁ παρακαλῶν σε· γνῶθι τίνα εὐλαβηθεῖσα ἐφοβήθης ἀπὸ ἀνθρώπου θνητοῦ καὶ ἀπὸ υἱοῦ ἀνθρώπου, οἳ ὡσεὶ χόρτος ἐξηράνθησαν.
Κολιτσάρα
Ἐγὼ εἶμαι, ἐγὼ εἶμαι ὁ προαιωνίως ὑπάρχων, ὁ ὁποῖος σὲ παρηγορῶ καὶ σὲ ἐνδυναμώνω. Σκέψου καλὰ καὶ μάθε, ποιὸν ἐφοβήθης τόσον πολύ; Ἄνθρωπον θνητὸν ἐφοβήθης; Ἐφοβήθης ἀπογόνους ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὡσὰν χορτάρι ξηραίνονται;
Τρεμπέλα
Ἐγὼ ὑπάρχω πράγματι· Ἐγὼ εἶμαι, ποὺ σὲ ἐνισχύω καὶ σὲ παρηγορῷ· μάθε ποῖον σεβασθεῖσα ἐφοβήθης· ἐφοβήθης ἀπὸ ἄνθρωπον θνητὸν καὶ ἀπὸ ἀπόγονον ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖοι ὅλοι ὡσὰν χόρτος ξηραίνονται.
Ἠσ. 51,13
καὶ ἐπελάθου Θεὸν τὸν ποιήσαντά σε, τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρανὸν καὶ θεμελιώσαντα τὴν γῆν, καὶ ἐφόβου ἀεὶ πάσας τὰς ἡμέρας τὸ πρόσωπον τοῦ θυμοῦ τοῦ θλίβοντός σε· ὃν τρόπον γὰρ ἐβουλεύσατο τοῦ ἆραί σε, καὶ νῦν ποῦ ὁ θυμὸς τοῦ θλίβοντός σε;
Κολιτσάρα
Ἐλησμόνησες τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος σὲ ἐδημιούργησε, τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὸν οὐρανὸν καὶ ἐθεμελίωσε τὴν γῆν· καὶ ἐφοβεῖσο πάντοτε ὅλας τὰς ἡμέρας τὸ ὠργισμένον πρόσωπον ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος σὲ κατέθλιβε καὶ σὲ κατεδυνάστευε. Ποῦ εἶναι τώρα ὁ θυμὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος σὲ κατέθλιβε καὶ ἐπινοοῦσε τρόπους καὶ ἔπαιρνεν ἀποφάσεις νὰ σὲ ἐξοντώσῃ;
Τρεμπέλα
Καὶ ἐξέχασες τὸν Θεόν, ὁ Ὁποῖος σὲ ἐποίησεν, ὁ Ὁποῖος ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ ἐθεμελίωσε τὴν γῆν, καὶ ἐφοβεῖσο πάντοτε καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τὸ θυμωμένον πρόσωπον ἐκείνου, ποὺ σὲ κατεπίεζε καὶ σὲ κατέθλιβε, μὲ ὅποιον τρόπον τοῦ ὑπέβαλλεν ἡ ἀπόφασίς του νὰ σὲ ἐξοντώσῃ. Καὶ τώρα ποὺ εἶναι ὁ θυμὸς αὐτοῦ, ποὺ σὲ ἐτυράννει;
Ἠσ. 51,14
ἐν γὰρ τῷ σῴζεσθαί σε οὐ στήσεται οὐδὲ χρονιεῖ·
Κολιτσάρα
Καθ’ ὃν χρόνον σὺ θὰ εὑρίσκεσαι εἰς τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας, ἐκεῖνος δὲν θὰ ἠμπορέσῃ ἐπὶ πολὺν χρόνον νὰ σταθῇ ἀπέναντί σου,
Τρεμπέλα
Διότι, ὅταν σὺ σώζεσαι, δὲν θὰ σταθῇ, οὔτε ἐπὶ πολὺν χρόνον θὰ ἀντιστῇ καταπιέζων σέ.
Ἠσ. 51,15
ὅτι ἐγὼ ὁ Θεός σου ὁ ταράσσων τὴν θάλασσαν καὶ ἠχῶν τὰ κύματα αὐτῆς, Κύριος σαβαὼθ ὄνομά μοι.
Κολιτσάρα
διότι ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός σου, ὁ ὁποῖος ἀναταράσσω τὴν θάλασσαν καὶ κάνω τὰ κύματά της νὰ ἠχοῦν. Κύριος τῶν δυνάμεων εἶναι τὸ Ὄνομά μου!
Τρεμπέλα
Διότι Ἐγὼ ὁ Θεός σου εἶμαι, ποὺ ταράσσω τὴν θάλασσαν καὶ προκαλῶ τὸν ἦχον τῶν κυμάτων της Κύριος τῶν Δυνάμεων εἶναι τὸ ὄνομά μου.
Ἠσ. 51,16
θήσω τοὺς λόγους μου εἰς τὸ στόμα σου καὶ ὑπὸ τὴν σκιὰν τῆς χειρός μου σκεπάσω σε, ἐν ᾗ ἔστησα τὸν οὐρανὸν καὶ ἐθεμελίωσα τὴν γῆν· καὶ ἐρεῖ Σιών· λαός μου εἶ σύ.
Κολιτσάρα
Θὰ θέσω τοὺς λόγους μου εἰς τὸ στόμα σου, Ἱερουσαλήμ, καὶ κάτω ἀπὸ τὴν σκιὰν τῆς παντοδυνάμου δεξιᾶς μου, διὰ τῆς ὁποίας ἔστησα τὸν οὐρανὸν καὶ ἐθεμελίωσα τὴν γῆν, θὰ σὲ σκεπάσω· καὶ θὰ εἴπῃ ὁ Κύριος εἰς τὴν Σιών· Ἰδικός μου λαὸς εἶσαι σύ.
Τρεμπέλα
Θὰ θέσω τοὺς λόγους μου εἰς τὸ στόμα σου, λέγει ὁ Θεός, καὶ θὰ σὲ σκεπάσω κάτω ἀπὸ τὴν σκιὰν τῆς χειρός μου, διὰ τῆς ὁποίας ἔστησα καὶ ἐτέντωσα ὡς ἄλλην σκηνὴν τὸν οὐρανὸν καὶ ἐθεμελίωσα τὴν γῆν, ὥστε νὰ μὴ κινῆται. Καὶ θὰ εἴπῃ ὁ Κύριος εἰς τὴν Σιών: Λαὸς ἰδικός μου εἶσαι σύ.
Ἠσ. 51,17
Ἐξεγείρου ἐξεγείρου, ἀνάστηθι, Ἱερουσαλήμ, ἡ πιοῦσα ἐκ χειρὸς Κυρίου τὸ ποτήριον τοῦ θυμοῦ αὐτοῦ· τὸ ποτήριον γὰρ τῆς πτώσεως, τὸ κόνδυ τοῦ θυμοῦ ἐξέπιες καὶ ἐξεκένωσας.
Κολιτσάρα
Σήκω, σήκω, σήκω καὶ στάσου ὀρθὴ Ἱερουσαλήμ, σὺ ἡ ὁποία ἔπιες ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Κυρίου τὸ ποτήριον τῆς δικαίας ὀργῆς του. Διότι πράγματι τὸ ποτήριον τῆς πτώσεώς σου καὶ τὸ ποτήριον τοῦ θυμοῦ, τὸ ἔπιες ὁλόκληρον, τὸ ἄδειασες μέχρι σταγόνος.
Τρεμπέλα
Ἐγέρθητι, ἐγέρθητι, σήκω, ὦ Ἱερουσαλήμ, σύ, ἡ ὁποία ἔπιες ἀπὸ τὴν χεῖρα τοῦ Κυρίου τὸ πικρὸν ποτήριον τοῦ θυμοῦ Του· διότι πράγματι τὸ ποτήριον τῆς πτώσεώς σου, τὸ ποτήριον τοῦ θυμοῦ τὸ ἔπιες ὁλόκληρον καὶ τὸ ἄδειασες.
Ἠσ. 51,18
καὶ οὐκ ἦν ὁ παρακαλῶν σε ἀπὸ πάντων τῶν τέκνων σου, ὧν ἔτεκες, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἀντιλαμβανόμενος τῆς χειρός σου οὐδὲ ἀπὸ πάντων τῶν υἱῶν σου, ὧν ὕψωσας.
Κολιτσάρα
Καὶ δὲν ὑπῆρχε κανένας ἄνθρωπος ἀπὸ ὅλα τὰ τέκνα σου, τὰ ὁποῖα ἐσὺ ἐγέννησες, διὰ νὰ σὲ παρηγορήσῃ. Καὶ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς νὰ σὲ πιάσῃ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ σὲ στηρίξῃ, οὔτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ παιδιά σου, τὰ ὁποῖα σὺ ἀνέδειξες.
Τρεμπέλα
Καὶ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς δυνάμενος νὰ σὲ παρηγορήσῃ ἀπὸ ὅλα τὰ παιδιά σου, ποὺ ἐγέννησες, καὶ δεv ὑπῆρχε κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ πιάσῃ τὴν χεῖρα σου καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ οὔτε ἀπὸ ὅλα τὰ παιδιά σου, τὰ ὁποῖα ἀνέθρεψες καὶ ἐμεγάλωσες.
Ἠσ. 51,19
δύο ταῦτα ἀντικείμενά σοι· τίς συλλυπηθήσεταί σοι; πτῶμα καὶ σύντριμμα, λιμὸς καὶ μάχαιρα. τίς παρακαλέσει σε;
Κολιτσάρα
Δύο εἶναι τὰ θλιβερὰ γεγονότα· καὶ ποιὸς θὰ σὲ συμπονέσῃ δι’ αὐτά; Πτῶσις καὶ συντριβή, πεῖνα καὶ μάχαιρα. Ποιὸς θὰ σὲ παρηγορήσῃ;
Τρεμπέλα
Αὐτὰ τὰ δύο εἶναι, ποὺ ἀντίκεινται εἰς σὲ καὶ σὲ πολεμοῦν. Ποῖος θὰ σὲ συμπονέσῃ; Πτῶσις καὶ ἡ ἐπακολουθοῦσα εἰς αὐτὴν συντριβή, πεῖνα καὶ θάνατος, ποὺ ὡσὰν ὀξεῖα μάχαιρα θερίζει. Ποῖος θὰ σὲ παρηγορήσῃ;
Ἠσ. 51,20
οἱ υἱοί σου, οἱ ἀπορούμενοι, οἱ καθεύδοντες ἐπ’ ἄκρου πάσης ἐξόδου ὡς σευτλίον ἡμίεφθον, οἱ πλήρεις θυμοῦ Κυρίου, ἐκλελυμένοι διὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ.
Κολιτσάρα
Τὰ παιδιά σου, ποὺ εὑρίσκονται εἰς ἀμηχανίαν καὶ κατάκεινται στὶς ἄκρες τῶν δρόμων ὥσἀν μισοβρασμένα σέσκουλα, ἔχουν γεμίσει καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὸν θυμὸν τοῦ Κυρίου. Κατάκεινται παραλελυμένοι ἀπὸ τὰ δίκαια κτυπήματα Κυρίου τοῦ Θεοῦ.
Τρεμπέλα
Οἱ υἱοί σου, οἱ ὁποῖοι διατελοῦν εἰς ἀμηχανίαν, οἱ ὁποῖοι κοιμῶνται εἰς τὸ ἄκρον πάσης ὁδοῦ ὡσὰν σέσκουλον μισοβρασμένον, οἱ γεμᾶτοι ἀπὸ τὴν ὀργὴν τοῦ Κυρίου, κατάκεινται παραλελυμένοι, παταχθέντες ὑπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ.
Ἠσ. 51,21
διὰ τοῦτο ἄκουε, τεταπεινωμένη, καὶ μεθύουσα οὐκ ἀπὸ οἴνου·
Κολιτσάρα
Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ σὲ βοηθήσῃ. Διὰ τοῦτο ἄκουε σύ, ἡ ταπεινωμένη καὶ σαν μεθυσμένη, ὅχι βέβαια ἀπὸ οἶνον.
Τρεμπέλα
Ἐπειδὴ λοιπὸν κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ σὲ βοηθήσῃ, διὰ τοῦτο ἔκουε, ὦ ταπεινωμένη καὶ ζαλισμένη καὶ μεθυσμένη οὐχὶ ἀπὸ οἶνον, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν συμφορῶν.
Ἠσ. 51,22
οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ κρίνων τὸν λαὸν αὐτοῦ· ἰδοὺ εἴληφα ἐκ τῆς χειρός σου τὸ ποτήριον τῆς πτώσεως, τὸ κόνδυ τοῦ θυμοῦ μου, καὶ οὐ προσθήσῃ ἔτι πιεῖν αὐτό·
Κολιτσάρα
Ἔτσι λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ κρίνων καὶ δικάζων τὸν λαόν του. Ἰδού, παίρνω ἀπὸ τὸ χέρι σου τὸ ποτήριον τῆς πτώσεώς σου, τὸ ποτήριον τῆς ὀργῆς μου καὶ δὲν θὰ συνεχίσῃς πλέον νὰ τὸ πίνῃς.
Τρεμπέλα
Οὕτω λέγει ὁ Κύριος καὶ Θεός, ὁ Ὁποῖος κρίνει καὶ ἀποδίδει τὸ δίκαιον εἰς τὸν λαόν Του: Ἰδού, ἔχω λάβει πλέον ἀπὸ τὴν χεῖρα σου τὸ ποτήριον τῆς ταπεινώσεώς σου καὶ καταρρίψεώς σου εἰς τὴν γῆν, τὸ ποτήριον τοῦ θυμοῦ μου, καὶ δὲν θὰ συνεχίσῃς εἰς τὸ ἐξῆς νὰ πίνῃς αὐτὸ ἀκόμη.
Ἠσ. 51,23
καὶ δώσω αὐτὸ εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀδικησάντων σε καὶ τῶν ταπεινωσάντων σε, οἳ εἶπαν τῇ ψυχῇ σου· κύψον, ἵνα παρέλθωμεν· καὶ ἔθηκας ἴσα τῇ γῇ τὰ μετάφρενά σου ἔξω τοῖς παραπορευομένοις.
Κολιτσάρα
Θὰ τὸ δώσω εἰς τὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι σὲ ἠδίκησαν καὶ σὲ ἐταπείνωσαν. Καὶ διὰ νὰ σὲ θλίψουν κατάκαρδα, σοῦ εἶπαν· Σκύψε νὰ περάσωμεν ἀπὸ ἐπάνω σου. Σὺ δὲ ἔθεσες τὰ νῶτα σου κάτω εἰς τὴν γῆν, ἕνα ἔγινες μὲ τὸ χῶμα, διὰ νὰ περάσουν ἐπάνω σου οἱ διερχόμενοι.
Τρεμπέλα
Καὶ θὰ δώσω τὸ ποτήριον αὐτὸ εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν, ποὺ σὲ ἠδίκησαν καὶ σὲ ἐταπείνωσαν, οἱ ὁποῖοι θλίβοντες τὴν ψυχήν σου εἶπαν: Σκύψε, διὰ νὰ περάσωμεν· καὶ ἔβαλες τὰ νῶτα σου εἰς τὸ χῶμα, εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον μὲ τὴν γῆν, ἔξω, εἰς κοινὴν διάβασιν διὰ τοὺς διερχομένους.