Ἰουδίθ 13
Ἰουδ. 13,1
Ὡς δὲ ὀψία ἐγένετο, ἐσπούδασαν οἱ δοῦλοι αὐτοῦ ἀναλύειν. καὶ Βαγώας συνέκλεισε τὴν σκηνὴν ἔξωθεν καὶ ἀπέκλεισε τοὺς παρεστῶτας ἐκ προσώπου τοῦ κυρίου αὐτοῦ, καὶ ἀπῴχοντο εἰς τὰς κοίτας αὐτῶν· ἦσαν γὰρ πάντες κεκοπωμένοι, διὰ τὸ ἐπὶ πλεῖον γεγονέναι τὸν πότον.
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ ἐπροχώρησεν ἡ νύκτα, ἔσπευσαν οἱ δοῦλοι τοῦ Ὀλοφέρνου νὰ ἀποχωρήσουν εἰς τὰς σκηνάς των. Ὁ δὲ Βαγώας ἔκλεισε τὴν σκηνὴν ἀπέξω καὶ ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου του τοὺς παρευρισκομένους γύρω. Ἐκεῖνοι μετέβησαν εἰς τὰς σκηνάς των πρὸς ὕπνον, ἐπειδὴ ἦσαν κατάκοποι, διότι εἶχε παραταθῆ ἐπὶ πολὺ ἡ μεγάλη οἰνοποσία.
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ἐβράδυασε, ἐφρόντισαν ἀμέσως οἱ δοῦλοι τοῦ Ὀλοφέρνους νὰ φύγουν ἀπὸ ἐμπρός του καὶ νὰ ὑπάγῃ καθένας εἰς τὴν θέσιν του. Ὁ δὲ Βαγώας ἔκλεισε καλὰ τὴν σκηνὴν τοῦ ἀρχιστρατήγου ἀπὸ ἔξω καὶ ἀπεμάκρυνεν ὅσους ἔστεκαν ἐμπρὸς εἰς τὸν κύριόν του. Καὶ ἔφυγαν πλέον αὐτοὶ διὰ νὰ κοιμηθοῦν, διότι ὅλοι ἦσαν πολὺ κουρασμένοι, ἐπειδὴ εἶχε παραταθῇ πολὺ τὸ συμπόσιον καὶ ἡ οἰνοποσία.
Ἰουδ. 13,2
ὑπελείφθη δὲ Ἰουδὶθ μόνη ἐν τῇ σκηνῇ, καὶ Ὀλοφέρνης προπεπτωκὼς ἐπὶ τὴν κλίνην αὐτοῦ· ἦν γὰρ περικεχυμένος αὐτῷ ὁ οἶνος.
Κολιτσάρα
Ἔμεινε δὲ μόνη ἡ Ἰουδὶθ εἰς τὴν σκηνήν, ὁ δὲ Ὀλοφέρνης εἶχεν ἐξαπλωθῆ εἰς τὴν κλίνην του, διότι ἦτο κατάβρεκτος ἀπὸ τὸν πολὺν οἶνον.
Τρεμπέλα
Ἔμεινε δὲ μόνη ἡ Ἰουδὶθ εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ Ὁλοφέρνους, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἑξαπλωθῆ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὸ κρεββάτι του, διότι ἀπὸ τὸ πολὺ κρασὶ εἶχαν βραχῆ καὶ τὰ ἐνδύματά του.
Ἰουδ. 13,3
καὶ εἶπεν Ἰουδὶθ τῇ δούλῃ αὐτῆς στῆναι ἔξω τοῦ κοιτῶνος αὐτῆς καὶ ἐπιτηρεῖν τὴν ἔξοδον αὐτῆς· καθάπερ καθ’ ἡμέραν, ἐξελεύσεσθαι γὰρ ἔφη ἐπὶ τὴν προσευχὴν αὐτῆς· καὶ τῷ Βαγώᾳ ἐλάλησε κατὰ τὰ ῥήματα ταῦτα.
Κολιτσάρα
Ἡ Ἰουδὶθ εἶπεν εἰς τὴν δούλην της νὰ περιμένῃ ἔξω ἀπὸ τὸν κοιτῶνα της καὶ νὰ παραφυλάττῃ τὴν ἔξοδόν της. Διότι, εἶπεν, ὅπως ἔκαμνε τὰς προηγουμένας ἡμέρας, ἔτσι καὶ τώρα ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξέλθῃ διὰ τὴν προσευχήν της. Καὶ εἰς τὸν Βαγώαν ἐπίσης εἶπε τὰ ἴδια λόγια.
Τρεμπέλα
Καὶ εἶπεν ἡ Ἰουδὶθ εἰς τὴν δούλην της νὰ σταθῇ ἔξω ἀπὸ τὴν σκηνήν, ὅπου ἐκοιμᾶτο, καὶ νὰ προσέχῃ τὴν ἔξοδόν της. Τῆς εἶπεν ὅτι θὰ ἔβγαινε διὰ τὴν προσευχήν της, ὅπως ἔκαμνε κάθε ἡμέραν. Τὰ ἴδια ἐπίσης εἶπε καὶ εἰς τὸν Βαγώαν.
Ἰουδ. 13,4
καὶ ἀπήλθοσαν πάντες ἐκ προσώπου, καὶ οὐδεὶς κατελείφθη ἐν τῷ κοιτῶνι ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου· καὶ στᾶσα Ἰουδὶθ παρὰ τὴν κλίνην αὐτοῦ εἶπεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς· Κύριε ὁ Θεὸς πάσης δυνάμεως, ἐπίβλεψον ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ ἐπὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν μου εἰς ὕψωμα Ἱερουσαλήμ·
Κολιτσάρα
Ὅταν ὅλοι ἔφυγαν ἀπὸ ἐμπρός της, καὶ εἰς τὸν κοιτῶνα τοῦ Ὀλοφέρνου δὲν ἔμεινε κανεὶς οὔτε μικρὸς οὔτε μεγάλος. Ἐσηκώθη ἡ Ἰουδίθ, ἐπλησίασε τὴν κλίνην τοῦ Ὀλοφέρνου, εἶπε ἀπὸ μέσα της πρὸς τὸν Θεόν· «ἐπίβλεψον, Κύριε, κατὰ τὴν ὥραν αὐτὴν εἰς τὰ ἔργα τῶν χειρῶν μου πρὸς δόξαν τῆς Ἱερουσαλήμ·
Τρεμπέλα
Ἔτσι ἔφυγαν ὅλοι ἐμπρὸς ἀπὸ τὸν Ὀλοφέρνην καὶ δὲν ἔμεινε κανεὶς εἰς τὸν κοιτῶνα του, οὔτε μικρὸς οὔτε μεγάλος. Ἐστάθη λοιπὸν ἡ Ἰουδὶθ δίπλα εἰς τὸ κρεββάτι του καὶ εἶπε πρὸς τὸν Θεὸν ἀπὸ μέσα της: «Κύριε, Σὺ ποὺ εἶσαι ὁ Θεὸς κάθε δυνάμεως καὶ ἐξουσιάζεις τὰ πάντα, ρίξε τὸ βλέμμα Σου τὴν ὥραν αὐτὴν εἰς αὐτό, ποὺ θὰ κάμουν τὰ χέριά μου, ὥστε νὰ δοξασθῇ ἡ Ἱερουσαλήμ.
Ἰουδ. 13,5
ὅτι νῦν καιρὸς ἀντιλαβέσθαι τῆς κληρονομίας σου καὶ ποιῆσαι τὸ ἐπιτήδευμά μου εἰς θραῦμα ἐχθρῶν, οἳ ἐπανέστησαν ἡμῖν.
Κολιτσάρα
διότι τώρα εἶναι καιρὸς νὰ ἀναλάβῃς ὑπὸ τὴν προστασίαν σου καὶ νὰ σώσῃς τὴν κληρονομίαν σου, βοηθῶν ἐμὲ νὰ ἐκτελέσω τὸ ἔργον μου, διὰ νὰ συντρίψω τοὺς ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπιτεθῇ ἐναντίον μας».
Τρεμπέλα
Τώρα εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς διὰ νὰ βοηθήσῃς τὸν λαόν Σου, πού Σοῦ εἶναι ἀγαπητὸς σὰν κληρονομία Σου, καὶ νὰ συντελέσῃς, ὥστε αὐτό, ποὺ θὰ κάμω, νὰ γίνῃ ἡ καταστροφὴ τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπετέθησαν ἐναντίον μας».
Ἰουδ. 13,6
καὶ προσελθοῦσα τῷ κανόνι τῆς κλίνης, ὃς ἦν πρὸς κεφαλῆς Ὀλοφέρνου, καθεῖλε τὸν ἀκινάκην αὐτοῦ ἀπ’ αὐτοῦ
Κολιτσάρα
Ἡ Ἰουδὶθ ἐπλησίασεν εἰς τὸν στύλον τῆς κλίνης, ὁ ὁποῖος ὑψώνετο ὑπεράνω ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ Ὀλοφέρνου, ἐπῆρε ἀπὸ ἐκεῖ τὸ ξίφος του,
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἐπλησίασεν εἰς τὸν στῦλον τῆς κλίνης, ποὺ ἦτο δίπλα εἰς τὸ κεφάλι τοῦ Ὁλοφέρνους, ἐπῆρε τὸ ξίφος, ποὺ ἐκρέμετο εἰς τὸν στῦλον.
Ἰουδ. 13,7
καὶ ἐγγίσασα τῆς κλίνης ἐδράξατο τῆς κόμης τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ εἶπε· κραταίωσόν με, ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.
Κολιτσάρα
ἐπλησίασε τὴν κλίνην του καὶ ἅρπαξε μὲ τὰ χέρια τὴν κόμην τῆς κεφαλῆς του καὶ εἶπε· «Θεὲ τοῦ Ἰσραήλ, ἐνίσχυσέ με κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτήν».
Τρεμπέλα
Ἐπλησίασε δὲ ἀκόμη περισσότερον εἰς τὸ κρεββάτι καί, ἀφοῦ ἅρπαξε τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς του, εἶπε: «Δυνάμωσέ με, Κύριε καὶ Θεὲ τοῦ Ἰσραήλ, κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτήν».
Ἰουδ. 13,8
καὶ ἐπάταξεν εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ δὶς ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτῆς καὶ ἀφεῖλε τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀπ’ αὐτοῦ,
Κολιτσάρα
Ἔπειτα δὲ ἐκτύπησε τὸν τράχηλον τοῦ Ὀλοφέρνου δύο φορὲς μὲ ὅλην της τὴν δύναμιν καὶ ἀπέκοψε ἀπὸ αὐτὸν τὴν κεφαλήν του.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἐκτύπησε μὲ τὸ ξίφος δύο φορὲς τὸν τράχηλόν του μὲ ὅλην τὴν δύναμίν της, ἀπέκοψε τὸ κεφάλι του ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπον σῶμα του.
Ἰουδ. 13,9
καὶ ἀπεκύλισε τὸ σῶμα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς στρωμνῆς καὶ ἀφεῖλε τὸ κωνωπεῖον ἀπὸ τῶν στύλων. καὶ μετ’ ὀλίγον ἐξῆλθε, καὶ παρέδωκε τῇ ἅβρᾳ αὐτῆς τὴν κεφαλὴν Ὀλοφέρνου.
Κολιτσάρα
Ἐκύλισε τὰ πτῶμα ἀπὸ τὴν κλίνην κάτω καὶ ἀφήρεσε τὴν κουνουπιέραν ἀπὸ τοὺς στύλους της. Ἔπειτα δὲ ἀπὸ ὀλίγον ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν σκηνήν, καὶ παρέδωκε εἰς τὴν δούλην της τὴν κεφαλὴν τοῦ Ὀλοφέρνου.
Τρεμπέλα
Ἐκύλισεν ἐν συνεχείᾳ τὸ σῶμα του ἀπὸ τὸ στρῶμα καὶ ἐπῆρε μαζί της τὴν κουνουπιέραν, ποὺ ἐκρέμετο εἰς τοὺς στύλους. Καὶ ἐντὸς ὀλίγου ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν σκηνὴν καὶ παρέδωσεν εἰς τὴν δούλην της τὸ κεφάλι τοῦ Ὀλοφέρνους.
Ἰουδ. 13,10
καὶ ἐνέβαλεν αὐτὴν εἰς τὴν πήραν τῶν βρωμάτων αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθον αἱ δύο ἅμα κατὰ τὸν ἐθισμὸν αὐτῶν ἐπὶ τὴν προσευχήν· καὶ διελθοῦσαι τὴν παρεμβολὴν ἐκύκλωσαν τὴν φάραγγα ἐκείνην καὶ προσανέβησαν τὸ ὄρος Βαιτυλούα καὶ ἤλθοσαν πρὸς τὰς πύλας αὐτῆς.
Κολιτσάρα
Ἐκείνη ἔβαλε τὴν κεφαλὴν εἰς τὸν σάκκον τῶν τροφίμων της. Ἔτσι δὲ ἐξῆλθον καὶ αἱ δύο μαζῆ, ἡ Ἰουδὶθ καὶ ἡ θεραπαινίς της, κατὰ τὴν συνήθειάν των διὰ τὴν προσευχήν. Ἐπέρασαν διὰ μέσου τοῦ στρατοπέδου, ἔκαμαν τὸν κύκλον τῆς φάραγγος ἐκείνης καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ ὄρος Βαιτυλούα καὶ ἦλθαν εἰς τὰς πύλας τῆς πόλεως.
Τρεμπέλα
Ἡ δὲ δούλη ἔβαλε τὸ κεφάλι εἰς τὸ σακκίδιον, ὅπου εἶχε τὰ τρόφιμα της. Καὶ ἐβγῆκαν μαζὶ καὶ αἱ δύο διὰ τὴν προσευχήν, ὅπως ἔκαμναν κατὰ τὰς προηγουμένας ἡμέρας. Ἀφοῦ δὲ ἐπέρασαν μέσα ἀπὸ τὸ στρατόπεδον, ἐπῆραν κυκλικὸν δρόμον δίπλα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ φαράγγι καὶ ἀνέβηκαν τὸ βουνὸν τῆς Βαιτυλούας καὶ ἔφθασαν ἐμπρὸς εἰς τὰς πύλας τῆς πόλεως.
Ἰουδ. 13,11
Καὶ εἶπεν Ἰουδὶθ μακρόθεν τοῖς φυλάσσουσιν ἐπὶ τῶν πυλῶν· ἀνοίξατε, ἀνοίξατε δὴ τὴν πύλην, μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ποιῆσαι ἔτι ἰσχὺν ἐν Ἰσραὴλ καὶ κράτος κατὰ τῶν ἐχθρῶν, καθὰ καὶ σήμερον ἐποίησε.
Κολιτσάρα
Ἡ Ἰουδὶθ ἀπὸ μακρὰν ἐφώναξε τότε εἰς τοὺς θυρωρούς, ποὺ ἐφύλασσαν τὰς θύρας· «ἀνοίξατε, ἀνοίξατε ἀμέσως τὴν θύραν· μαζῆ μας εἶναι ὁ Θεός, διὰ νὰ καταστήσῃ γνωστὴν καὶ αἰσθητὴν τὴν δύναμίν του ὑπὲρ τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τὴν ἰσχύν του ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ὅπως ἔκαμε σήμερον».
Τρεμπέλα
Ἐφώναξε δὲ ἡ Ἰουδὶθ ἀπὸ μακριὰ πρὸς τοὺς φρουροὺς τῶν πυλῶν: «Ἀνοῖξτε! Ναί, ἀνοῖξτε τὴν πύλην! Εἶναι μαζί μας ὁ Θεός, ὁ Θεός μας, διὰ νὰ δείξῃ καὶ πάλιν τὴν δύναμίν Του εἰς τὸν Ἰσραὴλ καὶ τὴν κυριαρχίαν Του ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ὅπως τὸ ἔκαμε καὶ σήμερα».
Ἰουδ. 13,12
καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσαν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως αὐτῆς τὴν φωνὴν αὐτῆς, ἐσπούδασαν τοῦ καταβῆναι εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ συνεκάλεσαν τοὺς πρεσβυτέρους τῆς πόλεως.
Κολιτσάρα
Ὅταν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως ἤκουσαν τὴν φωνήν της, ἔσπευσαν νὰ κατεβοῦν εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεώς των καὶ ἐκάλεσαν τοὺς πρεσβυτέρους τῆς πόλεως.
Τρεμπέλα
Μόλις ἄκουσαν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως της τὴν φωνήν της, ἔσπευσαν νὰ κατεβον εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως των καὶ συνεκάλεσαν τοὺς προεστοὺς τῆς πόλεως.
Ἰουδ. 13,13
καὶ συνέδραμον πάντες ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, ὅτι παράδοξον ἦν αὐτοῖς τὸ ἐλθεῖν αὐτήν, καὶ ἤνοιξαν τὴν πύλην καὶ ὑπεδέξαντο αὐτὰς καὶ ἅψαντες πῦρ εἰς φαῦσιν περιεκύκλωσαν αὐτάς.
Κολιτσάρα
Ἔτρεξαν ὅλοι μαζῆ ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, διότι ἦτο παράδοξον καὶ ἀπίστευτον δι’ αὐτούς, τὸ νὰ ἐπανέλθῃ ἐκείνη. Ἤνοιξαν τὴν πύλην καὶ τὰς ὑπεδέχθησαν. Ἀνάψαντες δὲ φωτιάν, διὰ νὰ φωτίζῃ, τὰς περιεκύκλωσαν.
Τρεμπέλα
Μαζί των ἔτρεξαν καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, διότι τοὺς ἐφάνη παράδοξον καὶ θαυμαστὸν τὸ ὅτι ἐπέστρεψεν ἡ Ἰουδίθ. Ἄνοιξαν λοιπὸν ἀμέσως τὴν πύλην καὶ ὑπεδέχθησαν τὰς δύο γυναῖκας. Καὶ ἀφοῦ ἄναψαν φωτιὰν διὰ νὰ φωτίζωνται, τὰς περιεκύκλωσαν.
Ἰουδ. 13,14
ἡ δὲ εἶπε πρὸς αὐτοὺς φωνῇ μεγάλῃ· αἰνεῖτε τὸν Θεόν, αἰνεῖτε· αἰνεῖτε τὸν Θεόν, ὃς οὐκ ἀπέστησε τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ οἴκου Ἰσραήλ, ἀλλ’ ἔθραυσε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν διὰ χειρός μου ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ.
Κολιτσάρα
Ἐκείνη δὲ εἶπε πρὸς αὐτοὺς μὲ φωνὴν μεγάλην· «δοξολογήσατε τὸν Θεόν, δοξολογήσατέ τον, δοξολογεῖτε τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπεμάκρυνε τὸ ἔλεός του ἀπὸ τὸ γένος τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἀλλὰ συνέτριψε τοὺς ἐχθρούς μας μὲ τὸ ἰδικόν μου χέρι κατὰ τὴν νύκτα αὐτήν».
Τρεμπέλα
Ἡ δὲ Ἰουδὶθ εἶπε πρὸς αὐτοὺς μὲ φωνὴν μεγάλην καὶ μὲ ἐνθουσιασμόν: «Δοξολογῆστε τὸν Θεόν! Δοξολογῆστε! Δοξολογῆστε τὸν Θεόν, ὁ Ὁποῖος δὲν ἀπεμάκρυνε τὸ ἔλεος Του ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλίτας, ἀλλ’ ἐτσάκισε μὲ τὸ χέρι μου τοὺς ἐχθρος μας κατὰ τὴν νύκτα αὐτήν».
Ἰουδ. 13,15
καὶ προελοῦσα τὴν κεφαλὴν ἐκ τῆς πήρας ἔδειξε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ ἡ κεφαλὴ Ὀλοφέρνου ἀρχιστρατήγου δυνάμεως Ἀσσούρ, καὶ ἰδοὺ τὸ κωνωπεῖον, ἐν ᾧ κατέκειτο ἐν ταῖς μέθαις αὐτοῦ· καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐν χειρὶ θηλείας·
Κολιτσάρα
Ἔβγαλε τότε τὴν κεφαλὴν τοῦ Ὀλοφέρνου ἀπὸ τὸν σάκκον τῶν τροφίμων, τὴν ἔδειξεν εἰς αὐτοὺς καὶ τοὺς εἶπε· «ἰδοὺ ἡ κεφαλὴ τοῦ Ὀλοφέρνου, τοῦ ἀρχιστρατήγου τοῦ στρατοῦ τῶν Ἀσσυρίων, ἰδοὺ καὶ ἡ κουνουπιέρα του, ὅπου αὐτὸς μεθυσμένος κατέκειτο. Ὁ Κύριος τὸν ἐκτύπησε μὲ τὸ χέρι μιᾶς γυναικός.
Τρεμπέλα
Καὶ ἀφοῦ ἔβγαλε τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ σακκίδιον, τὸ ἔδειξεν εἰς ὅλους καὶ εἶπε: «Νά, τὸ κεφάλι τοῦ Ὀλοφέρνους, τοῦ ἀρχιστρατήγου τῆς στρατιᾶς τῶν Ἀσσυρίων! Νά, καὶ ἡ κουνουπιέρα του, ὅπου εἶχεν ἑξαπλώσει μεθυσμένος! Τὸν ἐθανάτωσεν ὁ Κύριος μὲ τὸ χέρι μιᾶς γυναῖκας!
Ἰουδ. 13,16
καὶ ζῇ Κύριος, ὃς διεφύλαξέ με ἐν τῇ ὁδῷ μου, ᾗ ἐπορεύθην, ὅτι ἠπάτησεν αὐτὸν τὸ πρόσωπόν μου εἰς ἀπώλειαν αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐποίησεν ἁμάρτημα μετ’ ἐμοῦ εἰς μίασμα καὶ αἰσχύνην.
Κολιτσάρα
Εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων ζῇ ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος μὲ διεφύλαξεν εἰς τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἐβάδισα, διότι διὰ τοῦ προσώπου μου ἐξηπάτησε τὸν Ὀλοφέρνην, ὥστε αὐτὸς νὰ ἐξολοθρευθῇ, χωρὶς νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἁμαρτήσῃ μαζῆ μου, διὰ νὰ μὲ μολύνῃ καὶ κατεντροπιάσῃ».
Τρεμπέλα
Ζῇ ὁ Κύριος καὶ κυβερνᾷ τὰ πάντα! Ἐκεῖνος μὲ διεφύλαξεν εἰς τὸν δρόμον αὐτόν, ποὺ ἐβάδισα μὲ τὸ νὰ εὑρεθῶ ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν μας. Μὲ τὴν ἰδικήν Του βοήθειαν ἐξηπάτησε τὸν ἀρχιστράτηγον τὸ πρόσωπόν μου, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξολοθρευθῇ πλέον αὐτός. Σᾶς βεβαιώνω δὲ ὅτι δὲν ἁμάρτησε μαζί μου, ὥστε νὰ μὲ μολύνῃ καὶ νὰ μὲ ἐξευτελίσῃ».
Ἰουδ. 13,17
καὶ ἐξέστη πᾶς ὁ λαὸς σφόδρα καὶ κύψαντες προσεκύνησαν τῷ Θεῷ καὶ εἶπαν ὁμοθυμαδόν· εὐλογητὸς εἶ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐξουδενώσας ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ σήμερον τοὺς ἐχθροὺς τοῦ λαοῦ σου.
Κολιτσάρα
Ὅλος ὁ λαὸς κατεπλάγη πάρα πολὺ καὶ κύψαντες προσεκύνησαν τὸν Θεὸν καὶ μὲ μίαν ψυχὴν εἶπαν· «δοξασμένος εἶσαι σύ, Κύριε ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος ἐξουδετέρωσες κατὰ τὴν σημερινὴν αὐτὴν ἡμέραν τοὺς ἐχθροὺς τοῦ λαοῦ σου».
Τρεμπέλα
Ὅταν τὰ ἄκουσαν αὐτὰ ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται, ἐκυριεύθηκαν ἀπὸ μεγάλον θαυμασμὸν καί, ἀφοῦ ἔσκυψαν πρὸς τὴν γῆν, ἐπροσκύνησαν τὸν Θεὸν καὶ εἶπαν ὅλοι μαζί: «Εἶσαι δοξασμένος, Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, Σὺ ποὺ ἐταπείνωσες κατὰ τὴν σημερινὴν ἡμέραν τοὺς ἐχθροὺς τοῦ λαοῦ Σου».
Ἰουδ. 13,18
καὶ εἶπεν αὐτῇ Ὀζίας· εὐλογητὴ σύ, θύγατερ, τῷ Θεῷ τῷ Ὑψίστῳ παρὰ πάσας τὰς γυναῖκας τὰς ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ εὐλογημένος Κύριος ὁ Θεός, ὃς ἔκτισε τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴν γῆν, ὃς κατεύθυνέ σε εἰς τραῦμα κεφαλῆς ἄρχοντος ἐχθρῶν ἡμῶν·
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ Ὀζίας εἶπε πρὸς αὐτήν· «καὶ σὺ ἂς εἶσαι δοξασμένη, κόρη μου, πλησίον τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψιστου περισσότερον ἀπὸ ὅλας τὰς γυναῖκας ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὴν γῆν. Εὐλογημένος ἂς εἶναι ὁ Κύριος ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴν γῆν καὶ σὲ κατηύθυνεν, ὥστε νὰ ἐξολοθρεύσῃς τὸν ἐχθρόν μας μὲ καίριον τραῦμα κατὰ τῆς κεφαλῆς του.
Τρεμπέλα
Εἶπε δὲ πρὸς τὴν Ἰουδὶθ ὁ ἄρχων Ὀζίας: «Σοῦ ἀξίζει κάθε δόξα, κόρη μου, ἐνώπιον τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, περισσότερον ἀπὸ ὅλας τὰς γυναῖκας τῆς γῆς. Καὶ ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος καὶ Θεός, ποὺ ἐδημιούργησε τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴν γῆν καὶ ὁ Ὁποῖος σὲ κατηύθυνεν, ὥστε νὰ ἀποκόψῃς τὸ κεφάλι τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν ἐχθρῶν μας.
Ἰουδ. 13,19
ὅτι οὐκ ἀποστήσεται ἡ ἐλπίς σου ἀπὸ καρδίας ἀνθρώπων μνημονευόντων ἰσχὺν Θεοῦ ἕως αἰῶνος.
Κολιτσάρα
Ποτὲ ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ ἀνάμνησίς του δὲν θὰ σβήσῃ ἀπὸ τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι καὶ θὰ ἐνθυμοῦνται τὴν δύναμιν αὐτὴν τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐξεδηλώθη διὰ τῆς χειρός σου εἰς τοὺς αἰῶνας.
Τρεμπέλα
Σοῦ λέγω δὲ ὅτι ποτὲ δὲν θὰ παύσουν νὰ ἐνθυμοῦνται οἱ ἄνθρωποι τὸ θάρρος καὶ τὴν πίστιν σου, κάθε φορὰν ποὺ θὰ κάμνουν λόγον διὰ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ ἕως συντελείας τῶν αἰώνων.
Ἰουδ. 13,20
καὶ ποιήσαι σοι αὐτὰ ὁ Θεὸς εἰς ὕψος αἰώνιον τοῦ ἐπισκέψασθαί σε ἐν ἀγαθοῖς, ἀνθ’ ὧν οὐκ ἐφείσω τῆς ψυχῆς σου διὰ τὴν ταπείνωσιν τοῦ γένους ἡμῶν, ἀλλ’ ἐπεξῆλθες πτώματι ἡμῶν ἐπ’ εὐθεῖαν πορευθεῖσα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. καὶ εἶπαν πᾶς ὁ λαός· γένοιτο, γένοιτο.
Κολιτσάρα
Ὁ Θεός πάντοτε νὰ σοῦ χαρίζῃ δύναμι καὶ δόξαν αἰωνίαν. Νὰ σὲ εὐλογήσῃ μετὰ ἀγαθά του, διότι δὲν ἐλυπήθης νὰ ἐκθέσῃς εἰς κίνδυνον τὴν ζωήν σου πρὸς χάριν τοῦ θλιβομένου γένους μας. Ἀλλὰ ἐξεδικήθης τὴν κατάπτωσιν καὶ τὸν ἐξευτελισμόν μας πορευθεῖσα τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μας». Ὅλοι δὲ οἱ παριστάμενοι ἀπήντησαν· «γένοιτο, γένοιτο»!
Τρεμπέλα
Εἴθε νὰ σοῦ ἀνταποδώσῃ ὁ Θεὸς ὅσα ἔκαμες μὲ δόξαν αἰώνιον, καὶ νὰ σὲ εὐλογήσῃ μὲ τὰ ἀγαθά Του, διὰ τὸ ὅτι δὲν ἐλυπήθης τὴν ζωήν σου πρὸς χάριν τοῦ γένους μας, ποὺ εἶχεν εὑρεθῇ εἰς πολὺ δύσκολον καὶ ταπεινὴν θέσιν. Ἀντιθέτως ἔσπευσες νὰ μᾶς λυτρώσεις ἀπὸ τὴν θλῖψιν, τὴν ταλαιπωρίαν καὶ τὴν συντριβήν μας καὶ ἐβάδισες τὴν εὐθεῖαν ὁδόν, τὴν ἀρεστὴν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μας». Καὶ εἶπαν ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται: «Γένοιτο, γένοιτο!»