Ἰώβ 16

Ἰώβ 16,1

Ὑπολαβὼν δὲ Ἰὼβ λέγει·

Κολιτσάρα

Ἔλαβε τὸν λόγον ὁ Ἰὼβ καὶ εἶπε·

Τρεμπέλα

Λαβὼν δὲ τὸν λόγον ὁ Ἰὼβ εἶπεν:

Ἰώβ 16,2

ἀκήκοα τοιαῦτα πολλά, παρακλήτορες κακῶν πάντες.

Κολιτσάρα

«πολλὰ σὰν αὐτά, ποὺ λέτε, ἔχω ἀκούσει ἕως τώρα. Ὅλοι σας εἶσθε κακοὶ παρηγορηταί.

Τρεμπέλα

«Ἔχω ἀκούσει πολλὰ τέτοια, σὰν αὐτὰ ποὺ μοῦ λέγετε· εἶσθε ὅλοι παρηγορηταὶ κακὰς παρηγορίας προσφέροντες.

Ἰώβ 16,3

τί γάρ; μὴ τάξις ἐστὶ ῥήμασι πνεύματος; ἢ τί παρενοχλήσει σοι, ὅτι ἀποκρίνῃ;

Κολιτσάρα

Σᾶς ἐρωτῶ, μήπως ὑπάρχει καμμία τάξις ἢ κανένας συνειρμὸς εἰς τὰ λόγια τοῦ ἀέρος; Ἢ τί θὰ σὲ στενοχωρήσῃ νὰ ἀποκρίνεσαι ἔτσι, ὅπως τώρα ὁμιλεῖς;

Τρεμπέλα

Διότι τί φρονεῖτε; Μήπως ὑπάρχει καμμίᾳ τάξις καὶ κανένας συνειρμὸς εἰς λόγια τοῦ ἀέρος; Ἢ τί θὰ σοῦ κοστίσῃ νὰ ἀποκρίνεσαι, ὅπως ὁμιλεῖς;

Ἰώβ 16,4

κἀγὼ καθ’ ὑμᾶς λαλήσω, εἰ ὑπέκειτό γε ἡ ψυχὴ ὑμῶν ἀντὶ τῆς ἐμῆς· εἶτ’ ἐναλοῦμαι ὑμῖν ῥήμασι, κινήσω δὲ καθ’ ὑμῶν κεφαλήν·

Κολιτσάρα

Καὶ ἐγὼ θὰ ἠμποροῦσα νὰ ὁμιλῶ πρὸς σᾶς, ἐὰν σεῖς εὑρίσκεσθε εἰς τὴν θέσιν μου καὶ ἐγὼ εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν σας. Ἔπειτα θὰ ἐφορμοῦσα ἐναντίον σας μὲ τὰ λόγια καὶ θὰ ἐκινοῦσα ἐμπαικτικῶς τὴν κεφαλήν μου ἐναντίον σας.

Τρεμπέλα

Ἂς ὑποθέσωμεν λοιπόν, ὅτι καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω, ὅπως ὁμιλεῖτε σεῖς τώρα, ἐὰν βεβαίως εὑρίσκετο ἥ ἰδική σας ψυχὴ ἀντὶ τῆς ἰδικῆς μοὺ εἰς τὴν κατάστασιν, ποὺ εἶμαι. Ἔπειτα ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐγὼ θὰ ὁρμήσω ἐπάνω σας μὲ λόγια, θὰ κινήσω δὲ τὴν κεφαλήν μου ταλανίζων ὑμᾶς.

Ἰώβ 16,5

εἴη δὲ ἰσχὺς ἐν τῷ στόματί μου, κίνησιν δὲ χειλέων οὐ φείσομαι.

Κολιτσάρα

Τότε θὰ εἶχα μεγάλην δύναμιν εἰς τὸ στόμα μου, δὲν θὰ ἐλυπόμουνα δὲ οὔτε καὶ θὰ περιώριζα τὰ λόγια τῶν χειλέων μου.

Τρεμπέλα

Εἴθε δὲ τότε νὰ σᾶς ἐδίδετο ἐνίσχυσις διὰ τοῦ στόματός μου, τότε δὲ καὶ ἐγὼ δὲν θὰ φεισθῶ τὴν κίνησιν τῶν χειλέων μου, ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω ἀκόμη περισσότερα.

Ἰώβ 16,6

ἐὰν γὰρ λαλήσω, οὐκ ἀλγήσω τὸ τραῦμα· ἐὰν δὲ καὶ σιωπήσω, τί ἔλαττον τρωθήσομαι;

Κολιτσάρα

Διότι ὅταν ὠμιλοῦσα, δὲν θὰ ἐπονοῦσαν αἱ πληγαί μου, τὰς ὁποίας δὲν θὰ εἶχα. Ἐὰν δὲ ἐσιωποῦσα, ἀπὸ τί εἶχα νὰ πληγωθῶ καὶ βλαβῶ;

Τρεμπέλα

Ὡς πρὸς δὲ τὰ βάσανά μου, δὲν ξεύρω, τί νὰ κάμω. Διότι, ἐὰν ὁμιλήσω, θὰ ξεσκάσω καὶ δὲν θὰ μὲ πονέσῃ ἡ πληγὴ τῆς καρδιᾶς μου· ἐὰν δὲ καὶ σιωπήσω, κατὰ τί θὰ πληγωθῶ ὀλιγώτερον;

Ἰώβ 16,7

νῦν δὲ κατάκοπόν με πεποίηκε, μωρόν, σεσηπότα,

Κολιτσάρα

Τώρα ὅμως ὁ Θεὸς μὲ τὰς θλίψεις καὶ τὰς δοκιμασίας του αὐτὰς μὲ ἔχει κάμει καταβεβλημένον καὶ ἀποκαρδιωμένον· μωρὸν καὶ μὲ ἐξησθενημένας τὰς διανοητικάς μου δυνάμεις, ἄρρωστον καὶ σάπιον.

Τρεμπέλα

Τώρα ὅμως ὁ Θεὸς μὲ ἔχει κάμει κατάκοπον, μωρὸν καὶ μὲ ἐξησθενισμένας τὰς διανοητικάς μοὺ δυνάμεις, σαπισμένον κυριολεκτικῶς.

Ἰώβ 16,8

καὶ ἐπελάβου μου, εἰς μαρτύριον ἐγενήθη· καὶ ἀνέστη ἐν ἐμοὶ τὸ ψεῦδός μου, κατὰ πρόσωπόν μου ἀνταπεκρίθη.

Κολιτσάρα

Μὲ ἔπιασε εἰς τὰ χέρια του ὁ Θεὸς καὶ τὰ παθήματά μου ἔγιναν καταδικαστικὴ μαρτυρία εἰς βάρος μου. Ἐσηκώθη ἐναντίον μου μὲ ψευδολογίας ὁ φίλος μου, μὲ κατηγόρησε κατὰ πρόσωπον ἐντόνως.

Τρεμπέλα

Καὶ μὲ ἔπιασες, Κύριε, μὲ τὰ δυνατά σου χέρια, καὶ τὰ ὅσα ἔχω πάθει, ἔγιναν μαρτυρία εἰς βάρος μου καὶ ἐσηκώθη ὁ φίλος μου λέγων ψεύδη καὶ κατὰ πρόσωπον μὲ κατηγόρησεν.

Ἰώβ 16,9

ὀργῇ χρησάμενος κατέβαλέ με, ἔβρυξεν ἐπ’ ἐμὲ τοὺς ὀδόντας, βέλη πειρατῶν αὐτοῦ ἐπ’ ἐμοὶ ἔπεσεν.

Κολιτσάρα

Ὀργὴν ἐχρησιμοποίησεν ἐναντίον μου ὁ Κύριος. Μὲ ἔρριξε κάτω, ἔτριξε τὰ δόντια του ἐναντίον μου. Τὰ λόγια του σὰν βέλη πειρατῶν ἔπεσαν ἐναντίον μου καὶ μὲ κατετρύπησαν.

Τρεμπέλα

Ἐχρησιμοποίησεν ὀργὴν καὶ μὲ ἔρριψε κάτω ἀνίκαγνον νὰ ἀμυνθῶ, ἔτριξε τοὺς ὀδόντας τοῦ ἐναντίον μου, καὶ οἱ φίλοι μου, ἀντὶ νὰ μὲ παρηγορήσουν, σὰν ἄλλοι πειραταὶ μὲ ἐπλήγωσαν μὲ τοὺς λόγους των, ποὺ ἔπιπταν ἐπάνω μου σὰν βέλη.

Ἰώβ 16,10

ἀκίσιν ὀφθαλμῶν ἐνήλατο, ὀξεῖ ἔπαισέ με εἰς τὰ γόνατα, ὁμοθυμαδὸν δὲ κατέδραμον ἐπ’ ἐμοί·

Κολιτσάρα

Ἐπήδησεν ὁρμητικὸς ἐναντίον μου ἐνῷ τὰ μάτια του, σὰν νὰ ἐξηκόντιζαν καρφιὰ ἐναντίον μου. Μὲ ὀξεῖς καὶ δριμεῖς πόνους ἐκτύπησε τὰ γόνατά μου. Ὅλοι οἱ ἐχθροί μου ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐκ συμφώνου ἐπέπεσαν ἐναντίον μου.

Τρεμπέλα

Ὥρμησεν ἐπάνω μου μὲ τὰ μάτια του ἀγριεμένα, σὰν νὰ πετοῦσαν καρφιά, μὲ μυτερὸν ὄργανον μὲ ἐκτύπησεν εἰς τὰ γόνατα, ὥρμησαν δὲ τότε κατ᾽ ἐπάνω μου ὅλοι μὲ μίαν γνώμην ἀπὸ συμφώνου.

Ἰώβ 16,11

παρέδωκε γάρ με ὁ Κύριος εἰς χεῖρας ἀδίκων, ἐπὶ δὲ ἀσεβέσιν ἔρριψέ με.

Κολιτσάρα

Διότι ὁ Κύριός μὲ παρέδωκεν εἰς τὰ χέρια τῶν ἀδίκων. Μὲ ἔρριψεν ἀνίκανον καὶ ἀνυπεράσπιστον ἐν μέσῳ ἀσεβῶν.

Τρεμπέλα

Ἔπεσαν δὲ ὅλοι ἐπάνω μου, διότι ὁ Κύριος μὲ παρέδωκεν εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἀδίκων, μὲ ἔρριψε δὲ ἐπάνω εἰς ἀσεβεῖς.

Ἰώβ 16,12

εἰρηνεύοντα διεσκέδασέ με, λαβών με τῆς κόμης διέτιλε, κατέστησέ με ὥσπερ σκοπόν.

Κολιτσάρα

Ἐνῷ ἐζοῦσα εἰρηνικὸς καὶ ἀσφαλής, ὁ Κύριος μὲ ἅρπαξε ἀτὸ τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς, μὲ κατεμάδησε, μὲ ἔβαλε στόχον τῶν κτυπημάτων του.

Τρεμπέλα

Ἐνῶ διηρχόμην τὰς ἡμέρας μου εἰρηνικῶς καὶ ἥμουν εὐτυχής, μὲ διεσκόρπισεν ὁ Κύριος καί, ἀφοῦ μὲ ἥρπασεν ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς, μὲ κατεμάδησε καὶ μὲ ἔβαλε σκοπὸν καὶ σημάδι τῶν βλημάτων καὶ κτυπημάτων του.

Ἰώβ 16,13

ἐκύκλωσάν με λόγχαις βάλλοντες εἰς νεφρούς μου, οὐ φειδόμενοι ἐξέχεαν εἰς τὴν γῆν τὴν χολήν μου·

Κολιτσάρα

Οἱ ἐχθροί μου μὲ περιεκύκλωσαν, μὲ ἐκτυποῦσαν μὲ τὰς λόγχας, διετρυποῦσαν τοὺς νεφρούς μου, χωρὶς νὰ αἰσθάνωνται κανένα οἶκτον ἔχυναν εἰς τὴν γῆν τὴν χολήν μου.

Τρεμπέλα

Μὲ περιεκύκλωσαν μὲ λόγχας, κτυπῶντες καὶ διατρυπῶντες τοὺς νεφρούς μου, χωρὶς κανένα οἶκτον ἔχυσαν εἰς τὴν γῆν τὴν χολήν μου.

Ἰώβ 16,14

κατέβαλόν με πτῶμα ἐπὶ πτώματι, ἔδραμον πρός με δυνάμενοι.

Κολιτσάρα

Μὲ κτυπήματα ἐπάνω εἰς τὰ κτυπήματα μὲ ἔρριψαν κάτω, ἔτρεξαν ἐναντίον μου οἱ δυνατοὶ καὶ οἱ ἰσχυροί, ἐνῷ ἐγὼ ἤμουν ἀδύνατος.

Τρεμπέλα

Μὲ ἔρριψαν κάτω ἐπιφέροντες καταστροφὴν ἐπάνω εἰς ἄλλην καταστροφήν, ἔτρεξαν ἐπάνω μου δυνατοὶ καὶ ἰσχυροὶ αὐτοί, ἐνῷ ἐγὼ ἤμην ἀδύνατος.

Ἰώβ 16,15

σάκκον ἔρραψαν ἐπὶ βύρσης μου, τὸ δὲ σθένος μου ἐν γῇ ἐσβέσθη.

Κολιτσάρα

Μοῦ ἔρραψαν τρίχινον σάκκον, διὰ νὰ φορέσω εἰς τὸ πληγιασμένο σῶμα μου. Ἡ δύναμίς μου ἔσβησε καὶ ἔπεσε κατὰ γῆς.

Τρεμπέλα

Ἔρραψαν τρίχινον σάκκον διὰ νὰ μοῦ τὸν φορέσουν εἰς τὸ πληγιασμένον δέρμα μου, ἡ δύναμίς μου δὲ καὶ ἡ δόξα μου ἐσβήσθησαν εἰς τὸ χῶμα τῆς γῆς.

Ἰώβ 16,16

ἡ γαστήρ μου συγκέκαυται ἀπὸ κλαυθμοῦ, ἐπὶ δὲ βλεφάροις μου σκιά.

Κολιτσάρα

Ἡ καρδία μου καὶ τὰ στήθη μου ἐφλογίζοντο ἀπὸ τοὺς κλαυθμούς, εἰς δὲ τὰ βλέφαρά μου ἔχει πέσει πλέον ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου.

Τρεμπέλα

Ἡ κοιλία μου ἔχει ὑποστῆ φλὀγωσιν ἀπὸ τὰ συνεχῆ αναταράγματα τῶν λυγμῶν καὶ τοῦ γοεροῦ κλαυθμοῦ μου, ἐπὶ τῶν βλεφάρων μου δὲ ἐπεκάθησε μαύρη καὶ ἀπαισία σκιά.

Ἰώβ 16,17

ἄδικον δὲ οὐδὲν ἦν ἐν χερσί μου, εὐχὴ δέ μου καθαρά.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅμως καμμίαν ἀδικίαν δὲν εἶχαν διαπράξει τὰ χέρια μου. Ἡ δὲ προσευχή μου ἦτο πολὺ καθαρὰ καὶ ἄδολος.

Τρεμπέλα

Τίποτε δὲ τὸ ἄδικον δὲν ὑπῆρξε ποτὲ εἰς τὰς χεῖρας μου, ἡ δὲ προσευχή μου πρὸς τὸν Θεὸν ὑπῆρξε καθαρὰ καὶ ἄδολος.

Ἰώβ 16,18

γῆ, μὴ ἐπικαλύψῃ ἐφ’ αἵματι τῆς σαρκός μου, μηδὲ εἴη τόπος τῇ κραυγῇ μου.

Κολιτσάρα

Ὦ γῆ, ἂς μὴ σκεπάσῃς μὲ χώματα τὸ αἷμα, ποὺ ἐχύθη ἀπὸ τὸ νεκρούμενον σῶμα μου! Εἰς κανένα τόπον ἂς μὴ ὑπάρξῃ σημεῖον νὰ σταματήσῃ ἡ κραυγή μου, ἀλλὰ ἂς ἀντηχῇ πανταχοῦ.

Τρεμπέλα

Γῆ, μὴ σκεπάσῃς μὲ τὸ χῶμα σου τὰ βάσανα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀφαιρεῖται ἄδικα τὸ αἷμα τῆς σαρκός μου, καὶ ἂς μὴ ὑπάρξῃ κανεὶς γήϊνος τόπος, ποὺ νὰ συγκρατήσῃ τὴν κραυγήν μον.

Ἰώβ 16,19

καὶ νῦν ἰδοὺ ἐν οὐρανοῖς ὁ μάρτυς μου, ὁ δὲ συνίστωρ μου ἐν ὑψίστοις.

Κολιτσάρα

Ἰδού, μάρτυς τῆς ἀθωότητός μου καὶ τῆς ἀδικίας, ποὺ ἔχει γίνει εἰς βάρος μου, εἶναι ὁ Θεὸς ὁ κατοικῶν εἰς τοὺς οὐρανούς. Αὐτός, ποὺ γνωρίζει μαζῆ μὲ ἐμὲ τὴν ζωὴν καὶ τὰς πράξεις μου, ὑπάρχει ἐν ὑψίστοις.

Τρεμπέλα

Ζητῶ αὐτό, διότι τώρα, ἰδοὺ εἰς τοὐς οὀρανοῦς ὑπάρχει ὁ μάρτυς τῆς ἀθωότητος μου, αυτος δέ, ποὺ γνωρίζει μαζὶ μὲ ἐμὲ τὰς πράξεις μου, ὑπάρχει εἰς τὰς ὑψίστας σφαίρας.

Ἰώβ 16,20

ἀφίκοιτό μου ἡ δέησις πρὸς Κύριον, ἔναντι δὲ αὐτοῦ στάζοι μου ὁ ὀφθαλμός.

Κολιτσάρα

Εἴθε νὰ φθάσῃ ἡ δέησίς μου εἰς τὸν Κύριον. Εἴθε ἐνώπιόν του καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ του νὰ στάζουν τὰ δάκρυα, ποὺ χύνονται ἀπὸ τὰ μάτια μου.

Τρεμπέλα

Εἴθε νὰ φθάσῃ εῖς τὸν Κύριον ἡ δέησίς μου καὶ εἴθε τὰ δάκρυα ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὸν ὀφθαλμόν μου, νὰ στάζουν ἐνώπιόν του διὰ νὰ βλέπῃ τὴν θλιψιν μου.

Ἰώβ 16,21

εἴη δὲ ἔλεγχος ἀνδρὶ ἔναντι Κυρίου καὶ υἱῷ ἀνθρώπου τῷ πλησίον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἴθε νὰ κριθῇ καὶ δικασθῇ κανεὶς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ὅπως κρίνεται ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι κοντά του.

Τρεμπέλα

Εἴθε νὰ ἠδύνατο ὁ ἄνθρωπος νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν ἑαυτόν του καὶ νὰ θέσῃ ὑπὸ κρίσιν τὴν ὑπόθεσίν του ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ὅπως δύναται εὔκολα νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν ἑαυτόν του καὶ νὰ κριθῇ μετὰ τοῦ πλησίον του. Τότε ὁ Θεος θὰ μὲ ἐκηρυττεν ἀθῶον.

Ἰώβ 16,22

ἔτη δὲ ἀριθμητὰ ἥκασιν, ὁδῷ δέ, ᾗ οὐκ ἐπαναστραφήσομαι, πορεύσομαι.

Κολιτσάρα

Τὰ καθωρισμένα ἀπὸ τὸν Θεὸν ἔτη τῆς ζωῆς μου συνεπληρώθησαν. Θὰ βαδίσω λοιπὸν τὴν ὁδόν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ δὲν θὰ ἐπιστρέψω πλέον εἰς τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Κατέφθασαν ὄμως ἔτη μετρημένα, θὰ ὑπάγω δὲ ἀποθνήσκων εἰς δρόμον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ξαναγυρίσω.