Ἰώβ 17
Ἰώβ 17,1
Ὀλέκομαι πνεύματι φερόμενος, δέομαι δὲ ταφῆς καὶ οὐ τυγχάνω.
Κολιτσάρα
Χάνομαι σὰν τὸ ἐλαφρὸν ἀντικείμενον, ποὺ φέρεται ἀπὸ τὸν ἄνεμον. Θέλω νὰ ἀποθάνω καὶ νὰ κατεβῶ εἰς τὸν τάφον, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπιτυγχάνω.
Τρεμπέλα
Χάνομαι ἐξαντλουμένης τῆς πνοῆς μου καὶ φέρομαι πρὸς θάνατον. Ἔχω δὲ ἀνάγκην ταφῆς. Ἀλλὰ θὰ μείνω ἄταφος, διότι κανεὶς δὲν θὰ εὑρεθῇ νὰ μὲ θάψῃ.
Ἰώβ 17,2
λίσσομαι κάμνων, καὶ τί ποιήσας;
Κολιτσάρα
Βασανιζόμενος καὶ ταλαιπωρούμενος θερμῶς παρακαλῶ νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὰ δεινά μου. Τί κακὸν ἔχω πράξει, ὥστε νὰ βασανίζωμαι, δὲν γνωρίζω.
Τρεμπέλα
Ἱκετεύω βασανιζόμενος, ἵνα ἀπαλλαγῶ τῶν δεινῶν μου. Καὶ ποῖον ἄτοπον ἔπραξα διὰ νὰ βασανίζωμαι;
Ἰώβ 17,3
ἔκλεψαν δέ μου τὰ ὑπάρχοντα ἀλλότριοι. τίς ἐστιν οὗτος; τῇ χειρί μου συνδεθήτω.
Κολιτσάρα
Μὲ ἐλήστευσαν καὶ ἔκλεψαν ξένοι τὰ ὑπάρχοντά μου. Ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ μὲ προστατεύσῃ; Ἂς ἀπλώσῃ λοιπὸν χεῖρα βοηθείας εἰς ἐμέ, ἂς κρατήσῃ ἐμὲ τὸν ἐξησθενημένον καὶ ταλαίπωρον.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξα. Ξένοι δὲ καὶ ἀλλόφυλοι ἔκλεψαν τὰ ὑπάρχοντά μου. Ποῖος εἶναι αὐτός, ποὺ μὲ πολεμεῖ; Ἂς συνδεθῇ καὶ ἂς ἀντιμετωπίσῃ τὴν χεῖρα μου, ἥτις ἐνισχυομένη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ θὰ παρουσιασθῇ ἀκαταγώνιστος.
Ἰώβ 17,4
ὅτι καρδίαν αὐτῶν ἔκρυψας ἀπὸ φρονήσεως, διὰ τοῦτο οὐ μὴ ὑψώσῃς αὐτούς.
Κολιτσάρα
Κύριε, ἀπὸ τὴν καρδίαν τῶν ἀσεβῶν ἀνθρώπων, ποὺ πολεμοῦν, ἀπέκρυψες σύνεσιν καὶ σοφίαν. Διὰ τοῦτο δὲ δὲν θὰ τοὺς ὑψώσῃς, ἀλλὰ θὰ τοὺς καταισχύνῃς.
Τρεμπέλα
Τοῦτο δέ, διότι ἔκρυψας καὶ ἐσκότισες, Κύριε, τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν τῶν πολεμούντων με, ὥστε νὰ μὴ γνωρίσουν σύνεσιν καὶ φρόνησιν, διὰ τοῦτο δὲ δὲν θὰ ὑψώσῃς, ἀλλὰ θὰ καταισχύνῃς αὐτούς.
Ἰώβ 17,5
τῇ μερίδι ἀναγγελεῖ κακίας, ὀφθαλμοὶ δὲ ἐφ’ υἱοῖς ἐτάκησαν.
Κολιτσάρα
Ὁμοιάζουν πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος καλεῖ ἄλλους εἰς διανομὴν τῶν κακῶν λαφύρων του, ἐνῷ τὰ μάτια τῶν παιδιῶν του ἔχουν λυώσει ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ τὴν στέρησιν.
Τρεμπέλα
Ὁμοιάζουν μὲ ἐκεῖνον, ὅστις θὰ καλέσῃ τοὺς συντρόφους του εἰς μερίδιον κακῶς κατεχομένων λαφύρων, εἰς χρόνον δὲ κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ μάτια τῶν παιδιῶν του ἔλειωσαν καὶ ἔχασαν τὴν λάμψιν των λόγῳ ἐξαντλήσεως ἀπὸ τὴν πεῖναν.
Ἰώβ 17,6
ἔθου δέ με θρύλημα ἐν ἔθνεσι, γέλως δὲ αὐτοῖς ἀπέβην·
Κολιτσάρα
Μολόγημα διὰ τὰς συμφοράς μου μὲ κατέστησε μεταξὺ τῶν ἐθνῶν ὁ Θεός. Ἔγινα περίγελως καὶ ἐμπαιγμὸς εἰς αὐτά.
Τρεμπέλα
Ἐπέτρεψε δὲ ὁ Θεὸς νὰ τεθῶ ὡς παροιμία ἀθλιότητος διαφημιζόμενης μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, ἔγινα δὲ εἰς αὐτὰ περιγέλως.
Ἰώβ 17,7
πεπώρωνται γὰρ ἀπὸ ὀργῆς οἱ ὀφθαλμοί μου, πεπολιόρκημαι μεγάλως ὑπὸ πάντων.
Κολιτσάρα
Ἐσκληρύνθησαν καὶ ἐπετρώθησαν ἀπὸ τὴν ἀγανάκτησιν τὰ μάτια μου ἐξ αἰτίας τῶν ἀδίκων ἐμπαιγμῶν. Ἔχω στενῶς καὶ ἀγρίως πολιορκηθῇ καὶ πολεμηθῇ ἀπὸ ὅλους.
Τρεμπέλα
Διότι ἔχουν σκληρυνθῆ τὰ μάτια μου ἀπὸ τὴν ἀγανάκτησιν, ποὺ μοῦ προκαλοῦν οἱ περιπαιγμοὶ αὐτοί, ἔχουν δὲ ὅλοι πέσει πάρα πολὺ ἐπάνω μου σὰν νὰ μὲ πολιορκοῦν.
Ἰώβ 17,8
θαῦμα ἔσχεν ἀληθινοὺς ἐπὶ τούτῳ, δίκαιος δὲ ἐπὶ παρανόμῳ ἐπανασταίη·
Κολιτσάρα
Ἠπόρησαν καὶ κατεπλάγησαν οἱ ἐνάρετοι ἄνθρωποι βλέποντες τὸ κατάντημά μου. Οἱ δὲ δίκαιοι δυσφοροῦν καὶ ἐξεγείρονται, ὅταν βλέπουν τὸν παράνομον νὰ εὐημερῇ.
Τρεμπέλα
Κατάπληξιν καὶ θαυμασμὸν ἐδοκίμασαν οἱ ἀληθινοὶ καὶ ἐνάρετοι βλέποντες τὸ θέαμα αὐτὸ τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος ἐναρέτου, κάθε δίκαιος δὲ θὰ ἐπαναστατήσῃ βλέπων τὸν παράνομον εὐδαιμονοῦντα.
Ἰώβ 17,9
σχοίη δὲ πιστὸς τὴν ἑαυτοῦ ὁδόν, καθαρὸς δὲ χεῖρας ἀναλάβοι θάρσος.
Κολιτσάρα
Ὁ πιστὸς ὅμως ἀσκανδάλιστος θὰ βαδίζῃ, ἤρεμος τὸν δρόμον του. Ὁ δὲ καθαρὸς εἰς τὰ ἔργα τῶν χειρῶν του, καὶ ἀπὸ αὐτὰς ἀκόμη τὰς περιπετείας θὰ λαμβάνῃ θάρρος.
Τρεμπέλα
Ὁ πιστὸς ὅμως δὲν θὰ σκανδαλισθῇ ἐκ τούτου, ἀλλὰ θὰ κρατήσῃ στερεὰ τὸν δρόμον του ἐμμένων εἰς τὴν ἀρετήν, ἐκεῖνος δὲ ποὺ εἶναι καθαρὸς εἰς τὰ χέρια, δὲν θὰ ἀποθαρρυνθῇ ἀπὸ τὰς ἀντιδράσεις τῶν ἀδίκων, ἀλλὰ θὰ ἀναλάβῃ θάρρος.
Ἰώβ 17,10
οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ πάντες ἐρείδετε, καὶ δεῦτε δή, οὐ γὰρ εὑρίσκω ἐν ὑμῖν ἀληθές.
Κολιτσάρα
Ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλὰ καὶ σεῖς ἐπιμένετε εἰς τὰς ἰδέας σας. Ἐμπρός, λοιπόν, ἐγὼ δὲν εὑρίσκω ἀληθινὰς τὰς σκέψεις σας.
Τρεμπέλα
Οὐ μόνον δὲ αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ὅλοι σεῖς ἐπιμένετε, καὶ ἔλθετε λοιπὸν εἰς τὴν ἀλήθειαν, διότι δὲν εὑρίσκω μεταξύ σας τίποτε τὸ ἀληθὲς καὶ ὀρθόν, ποὺ να δύναται νὰ μεταδώσῃ ἀληθινὴν παρηγορίαν.
Ἰώβ 17,11
αἱ ἡμέραι μου παρῆλθον ἐν βρόμῳ, ἐρράγη δὲ τὰ ἄρθρα τῆς καρδίας μου.
Κολιτσάρα
Αἱ ἡμέραι μου ἔχουν περάσει μὲ μεγάλην ταραχὴν καὶ θλῖψιν. Ἔσπασαν αἱ ἀρθρώσεις τῆς καρδίας μου, τοῦ σώματός μου.
Τρεμπέλα
Αἱ ἡμέραι μου παρῆλθον ἐν θορύβῳ καὶ θλίψη ἔσπασαν δὲ αἱ ἐλπίδες τῆς καρδίας μου καὶ μὲ ἐκυρίευσεν ἀπαισιοδοξία.
Ἰώβ 17,12
νύκτα εἰς ἡμέραν ἔθηκα, φῶς ἐγγὺς ἀπὸ προσώπου σκότους·
Κολιτσάρα
Ἀπὸ τοὺς πόνους δὲν ἠμπορῶ νὰ κοιμηθῶ καὶ μετέβαλα τὴν νύκτα εἰς ἡμέραν ὀδύνης. Καὶ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας μοῦ φαίνεται, ὅτι ὀλίγον διαρκεῖ ἕως τὴν ἀρχὴν τοῦ σκότους.
Τρεμπέλα
Ἀπὸ τοὺς πόνους μου δὲν ἠμπορῶ νὰ κοιμηθῶ καὶ νὰ ἀναπαυθῶ τὴν νύκτα καὶ μετέβαλα αὐτὴν εἰς βασανιστικὴν ἡμέραν, καὶ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας εἶναι βραχὺ καὶ σύντομον ἐμπρὸς εἰς τὸ σκότος τῆς μελαγχολίας μου.
Ἰώβ 17,13
ἐὰν γὰρ ὑπομείνω, ᾅδης μου ὁ οἶκος, ἐν δὲ γνόφῳ ἔστρωταί μου ἡ στρωμνή.
Κολιτσάρα
Ὅσην ὑπομονὴν καὶ ἂν δείξω εἰς τὴν ζωήν μου, ὁ ᾅδης θὰ εἶναι κατοικία μου. Εἰς τὸ σκοτάδι δὲ τοῦ ᾅδου ἔχει στρωθῆ τὸ στρῶμα μου, διὰ νὰ ἀναπαυθῶ.
Τρεμπέλα
Ἐὰν περιμείνω ἀναμένων ἀποκατάστασιν εἰς τὴν ζωὴν αὐτήν, εἶναι πλέον τόσον βραχεῖα αὕτη δι’ ἐμέ, ὥστε δὲν μοῦ ἀπομένει πλέον παρὰ ὁ ᾅδης νὰ εἶναι ἡ μόνιμος κατοικία μου, εἰς τὸ σκότος δὲ ἔχει στρωθῆ τὸ στρῶμα, ποὺ θὰ ἀναπαυθῶ.
Ἰώβ 17,14
θάνατον ἐπεκαλεσάμην πατέρα μου εἶναι, μητέρα δέ μου καὶ ἀδελφὴν σαπρίαν.
Κολιτσάρα
Τὸν θάνατον ἔχω ἐπικαλεσθῆ ὡς πατέρα μου. Τὴν ἀποσύνθεσιν δὲ καὶ τὴν σαπίλαν τοῦ τάφου ἐπεκαλέσθην ὡς μητέρα μου καὶ ἀδελφήν μου.
Τρεμπέλα
Ἐπεκαλέσθην τὸν θάνατον, ὅτι αὐτὸς εἶναι πατέρας μου, μητέρα μου δὲ καὶ ἀδελφὴν ἐπεκαλέσθην τὴν σαπίλαν τοῦ τάφου.
Ἰώβ 17,15
ποῦ οὖν μου ἔτι ἐστὶν ἡ ἐλπίς; ἦ τὰ ἀγαθά μου ὄψομαι;
Κολιτσάρα
Ποῦ λοιπὸν ὑπάρχει ἀκόμη ἡ ἐλπὶς τῆς σωτηρίας μου, καὶ ποῦ ἠμπορῶ νὰ τὴν στηρίξω; Μήπως πρόκειται, τάχα, νὰ ζήσω, διὰ νὰ ἴδω καὶ πάλιν τὰ ἀγαθά μου;
Τρεμπέλα
Ποὺ λοιπὸν ὑπάρχει ἀκόμη δι’ ἐμὲ ἐλπίς, περὶ τῆς ὁποίας μοῦ ὡμιλήσατε, ἢ ποὺ θὰ ἴδω τὰ ἀγαθά, διὰ τὰ ὁποῖα μοῦ ἐκάματε λόγον;
Ἰώβ 17,16
ἦ μετ’ ἐμοῦ εἰς ᾅδην καταβήσονται, ἢ ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ χώματος καταβησόμεθα;
Κολιτσάρα
Μήπως αὐτὰ θὰ κατεβοῦν μαζῆ μου εἰς τὸν ᾅδην ἢ θὰ κατεβοῦμε μαζῆ εἰς τὸν τάφον ἐντὸς τοῦ χώματος; Μόνος μου προχωρῶ πρὸς τὸν τάφον καὶ τὸν ᾅδην.
Τρεμπέλα
Ἢ μήπως θὰ κατεβοῦν καὶ αὐτὰ μαζί μου εἰς τὸν ᾅδην; Ἢ μαζὶ θὰ κατεβῶμεν εἰς τὸ χῶμα τοῦ τάφου;»