Ἰώβ 2

Ἰώβ 2,1

Ἐγένετο δὲ ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη καὶ ἦλθον οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ παραστῆναι ἔναντι Κυρίου, καὶ ὁ διάβολος ἦλθεν ἐν μέσῳ αὐτῶν παραστῆναι ἐναντίον τοῦ Κυρίου.

Κολιτσάρα

Κάποιαν ἄλλην ἡμέραν, ὅπως ἡ προηγηθεῖσα, ἦλθον οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, νὰ παρουσιασθοῦν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Καὶ ὁ διάβολος ἦλθεν ἐν μέσῳ αὐτῶν, νὰ παρουσιασθῇ πάλιν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Τρεμπέλα

Συνέβη δὲ κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν, ἦλθον οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ νὰ παρουσιασθοῦν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ἦλθε δὲ ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ ὁ διάβολος διὰ νὰ παρουσιασθῇ καὶ αὐτὸς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Ἰώβ 2,2

καὶ εἶπεν ὁ Κύριος τῷ διαβόλῳ· πόθεν σὺ ἔρχῃ; τότε εἶπεν ὁ διάβολος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου· διαπορευθεὶς τὴν ὑπ’ οὐρανὸν καὶ ἐμπεριπατήσας τὴν σύμπασαν πάρειμι.

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος ἠρώτησε τὸν διάβολον· «ἀπὸ ποῦ, σὺ ἔρχεσαι;» Τότε ὁ διάβολος ἀπήντησε πρὸς τὸν Κύριον· «περιῆλθα τὴν ὑπὸ τὸν οὐρανὸν γῆν, περιεπάτησα μέσα εἰς ὁλόκληρον τὴν οἰκουμένην καὶ ἰδοὺ εἶμαι παρὼν ἐδῶ».

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ Κύριος εἰς τὸν διάβολον: «Ἀπὸ ποὺ ἔρχεσαι σύ;» Τότε εἶπεν ὁ διάβολος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου: «Ἀφοῦ ἐγύρισα τὴν γῆν, ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, καὶ ἀφοῦ ἐπεριπάτησα μέσα εἰς ὅλην αὐτήν, εἶμαι παρών».

Ἰώβ 2,3

εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς τὸν διάβολον· προσέσχες οὖν τῷ θεράποντί μου Ἰώβ, ὅτι οὐκ ἔστι κατ’ αὐτὸν τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ἄνθρωπος ὅμοιος αὐτῷ, ἄκακος, ἀληθινός, ἄμεμπτος, θεοσεβής, ἀπεχόμενος ἀπὸ παντὸς κακοῦ; ἔτι δὲ ἔχεται ἀκακίας· σὺ δὲ εἶπας τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ διακενῆς ἀπολέσαι.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Κύριος εἶπε τότε πρὸς τὸν διάβολον· «ἔδωσες λοιπὸν προσοχὴν εἰς τὸν δοῦλον μου τὸν Ἰώβ καὶ ἐπείσθης ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς ἄλλος ὅμοιος πρὸς αὐτόν, ἄκακος, ἀκέραιος, ἄμεμπτος, θεοσεβής, ὁ ὁποῖος ἀπέχει ἀπὸ κάθε κακόν; Ἀκόμη δὲ καὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν τῶν μεγάλων συμφορῶν κρατεῖ τὴν ἀθωότητά καὶ ἀγαθότητά του. Σὺ ὅμως εἶχες εἴπει ὅτι θὰ μὲ ἐβλασφήμει, ἂν σὲ ἄφηνα νὰ τοῦ κατάστρεψῃς ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του».

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς τὸν διάβολον: «Ἐπρόσεξες λοιπὸν τὸν πιστὸν δοῦλον μου Ἰὼβ καὶ ἐπείσθης ὕστερα ἀπὸ ὅλας τὰς δοκιμασίας, εἰς τὰς ὁποίας τὸν ὑπέβαλες, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος σὰν αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς ἀνθρώπους, ὅμοιος πρὸς αὐτόν, ἄκακος, εἰλικρινής, χωρὶς ψεγάδι, θεοφοβούμενος, ποὺ νὰ φεύγῃ μακρὰν ἀπὸ κάθε κακόν; Ἀκόμη δὲ καὶ τώρα, ὕστερα ἀπὸ τὰ τόσα ποὺ ἔπαθε, κρατεῖ στερεὰ τὴν τελειότητα καὶ ἀκακίαν του. Ἀλλὰ σὺ εἶπες· ὅλα, ὅσα εἶχε καὶ ὑπῆρχον εἰς αὐτόν, νὰ τὰ καταστρέψῃς, χωρὶς αἰτίαν τινὰ καὶ χωρὶς νὰ εἶναι ἄξιος τιμωρίας ὁ ἄνθρωπος αὐτός».

Ἰώβ 2,4

ὑπολαβὼν δὲ ὁ διάβολος εἶπε τῷ Κυρίῳ· δέρμα ὑπὲρ δέρματος· καὶ πάντα, ὅσα ὑπάρχει ἀνθρώπῳ, ὑπὲρ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἐκτίσει·

Κολιτσάρα

Ὁ διάβολος λαβὼν τὸν λόγον εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· «διὰ νὰ σώσῃ κανεὶς τὸ δέρμα του εὐχαρίστως δίνει ἄλλο δέρμα. Ὅλα ὅσα ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἠμπορεῖ νὰ τὰ θυσιάσῃ, ἀρκεῖ νὰ διατηρήσῃ ἔτσι τὴν ζωήν του.

Τρεμπέλα

Λαβὼν δὲ τὸν λόγον ὁ διάβολος εἶπεν εἰς τὸν Κύριον: «Διὰ νὰ γλυτώσῃ κανεὶς τὸ δέρμα του, ἀρκεῖ νὰ δώσῃ ἄλλο δέρμα. Προκειμένου ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ σώσῃ τὴν ζωήν του, θὰ δώσῃ ὅλα, ὅσα καὶ ἂν ἔχῃ·

Ἰώβ 2,5

οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ ἀποστείλας τὴν χεῖρά σου ἅψαι τῶν ὀστῶν αὐτοῦ καὶ τῶν σαρκῶν αὐτοῦ· ἦ μὴν εἰς πρόσωπόν σε εὐλογήσει.

Κολιτσάρα

Ἅπλωσε ὅμως τὸ χέρι σου, κτύπησέ τον εἰς τὰ κόκκαλά του καὶ εἰς τὰς σάρκας του· τότε ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἀτομικοῦ του πόνου, θὰ βλασφημήσῃ ἀναισχύντως τὸ πρόσωπόν σου».

Τρεμπέλα

Δὲν φθάνουν λοιπὸν τὰ ὅσα ὑπέφερεν ὁ Ἰὼβ διὰ νὰ τὸν ἀποδείξουν δόκιμον ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκτείνῃς τὴν χεῖρα σου, θίξε καὶ κτύπησε τὰ κόκκαλά του καὶ τὰς σάρκας του· ὁρκίζομαι, ὅτι τότε θὰ σὲ βλασφημήσῃ κατὰ πρόσωπον».

Ἰώβ 2,6

εἶπε δὲ ὁ Κύριος τῷ διαβόλῳ· ἰδοὺ παραδίδωμί σοι αὐτόν, μόνον τὴν ψυχὴν αὐτοῦ διαφύλαξον. -

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος εἶπε τότε εἰς τὸν διάβολον· «ἰδοὺ· παραδίδω αὐτὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν σου, νὰ τοῦ ἐπιφέρῃς τὰ δεῖνα, ποὺ εἶπες. Πρόσεξε ὅμως νὰ διαφυλάξῃς τὴν ζωήν του».

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ τότε ὁ Κύριος εἰς τὸν διάβολον: «Ἰδοὺ σοῦ τὸν παραδίδω καὶ ἐπιτρέπω νὰ τὸν βασανίσῃς. Μόνον τὴν ζωήν του διαφύλαξε».

Ἰώβ 2,7

Ἐξῆλθε δὲ ὁ διάβολος ἀπὸ προσώπου Κυρίου καὶ ἔπαισε τὸν Ἰὼβ ἕλκει πονηρῷ ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ διάβολος ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου καὶ ἐκτύπησε τὸν Ἰὼβ μὲ τρομερὰς πληγάς, ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν.

Τρεμπέλα

Ἐβγῆκε δὲ ὁ διάβολος μακρὰν ἀπὸ τὸ μέρος τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου καὶ χωρὶς νὰ χάσῃ καιρὸν ἐκτύπησε τὸν Ἰὼβ μὲ ἕλκος κακοῆθες, τὸ ὁποῖον ἐξαπλώθη εἰς ὅλον τὸ σῶμα του ἀπὸ τὰ πόδια μέχρι τῆς κεφαλῆς.

Ἰώβ 2,8

καὶ ἔλαβεν ὄστρακον, ἵνα τὸν ἰχῶρα ξύῃ, καὶ ἐκάθητο ἐπὶ τῆς κοπρίας ἔξω τῆς πόλεως. -

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰὼβ ἐπῆρε τότε ἕνα σύντριμμα ἀπὸ πήλινον ἀγγεῖον καὶ ἔξυε τὰς πυορροούσας πληγάς του. Ἐκάθητο δὲ ἐπάνω εἰς ἕνα σωρὸν ἀπεξηραμμένης κοπριᾶς ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν μόνος.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰὼβ ἐπῆρε στὰ χέρια του κάποιο κομμάτι ἀπὸ πήλινο δοχεῖον τσακισμένο, διὰ νὰ ξύνῃ μὲ αὐτὸ τὸ ἀπεξηραμμένον πύον, ποὺ τοῦ προεκάλει φαγούραν. Καὶ ἐκάθητο ἐπὶ τῆς ξηρᾶς καὶ καϋμένης κόπρου ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν κατάμονος.

Ἰώβ 2,9

Χρόνου δὲ πολλοῦ προβεβηκότος εἶπεν αὐτῷ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· μέχρι τίνος καρτερήσεις λέγων·

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ ἐπέρασε πολὺς χρόνος εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, τοῦ εἶπε τότε ἡ γυναῖκα του· «Ἕως πότε θὰ δείχνῃς αὐτὴν τὴν καρτερίαν λέγων·

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἐπέρασε πολὺς χρόνος, εἶπεν ἡ γυναῖκα του εἰς τὸν Ἰώβ: «Ἕως πότε θὰ δείχνῃς καρτερίαν καὶ ὑπομονὴν λέγοντας·

Ἰώβ 2,9α

ἰδοὺ ἀναμένω χρόνον ἔτι μικρὸν προσδεχόμενος τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου;

Κολιτσάρα

Θὰ περιμένω ὀλίγον ἀκόμη χρόνον καὶ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ εὕρω τὴν θεραπείαν μου καὶ θὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὴν όδυνηρὰν αὐτὴν κατάστασιν;

Τρεμπέλα

ἰδοὺ περιμένω ὀλίγον χρόνον ἀκόμη διὰ νὰ δεχθῶ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐλπίδος, ποὺ ἔχω διὰ τὴν σωτηρίαν μου ἀπὸ τὴν φοβερὰν ἀσθένειαν;

Ἰώβ 2,9β

ἰδοὺ γὰρ ἠφάνισταί σου τὸ μνημόσυνον ἀπὸ τῆς γῆς, υἱοὶ καὶ θυγατέρες, ἐμῆς κοιλίας ὠδῖνες καὶ πόνοι, οὓς εἰς τὸ κενὸν ἐκοπίασα μετὰ μόχθων·

Κολιτσάρα

Ἰδοὺ ὅμως ὅτι ἡ ἀνάμνησίς σου ἔσβησεν ἀπὸ τὴν γῆν, διότι τὰ παιδιά καὶ τὰ κορίτσια σου, πόνοι τῆς κοιλίας μου, καὶ κόποι τῆς ζωῆς μου, ἐξηφανίσθησαν. Ματαίως, λοιπόν, ἐκοπίασα καὶ ὑπεβλήθην εἰς τόσους κόπους διὰ νὰ τὰ μεγαλώσω.

Τρεμπέλα

Ματαίως περιμένεις. Διότι ἰδοὺ ἔχει ἐξαφανισθῆ κάθε τι, ποὺ θὰ διετήρει τὴν ἀνάμνησίν σου ἐπὶ τῆς γῆς καὶ θὰ συνετέλει εἰς τὸ νὰ σὲ ἐνθυμοῦνται καὶ μετὰ τὸν θάνατόν σου. Ἐννοῶ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ κορίτσια, τῆς κοιλίας μου αἱ ὠδῖνες καὶ αἱ ἀγωνίαι καὶ κόποι, τοὺς ὁποίους ματαίως καὶ χωρὶς κανὲν κέρδος ἐκοπίασα μὲ μόχθους διὰ νὰ τὰ ἀναθρέψω.

Ἰώβ 2,9γ

σύ τε αὐτὸς ἐν σαπρίᾳ σκωλήκων κάθησαι διανυκτερεύων αἴθριος,

Κολιτσάρα

Σὺ δὲ ὁ ἴδιος κάθεσαι ἐπάνω εἰς τὴν σαπίλαν τῶν σκωλήκων καὶ διανυκτερεύεις μὲ πολλοὺς πόνους εἰς τὸ ὑπαιθρον.

Τρεμπέλα

Καὶ σὺ δὲ ὁ ἴδιος κάθεσαι μέσα στὴ σαπίλα τῶν σκωλήκων καὶ περνᾷς τὶς νύκτες σου ἔξω εἰς τὸ ὕπαιθρον καὶ ὄχι μέσα εἰς οἰκίαν.

Ἰώβ 2,9δ

κἀγὼ πλανῆτις καὶ λάτρις, τόπον ἐκ τόπου περιερχομένη καὶ οἰκίαν ἐξ οἰκίας, προσδεχομένη τὸν ἥλιον πότε δύσεται, ἵνα ἀναπαύσωμαι τῶν μόχθων μου καὶ τῶν ὀδυνῶν, αἳ με νῦν συνέχουσιν· ἀλλὰ εἰπόν τι ῥῆμα πρὸς Κύριον καὶ τελεύτα.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ δὲ περιπλανῶμαι, σὰν καμμία ὑπηρέτρια καὶ ζητιάνα, μεταβαίνουσα ἀπὸ τὸν ἕνα τόπον εἰς τὸν ἄλλον, ἀπὸ τὴν μίαν οἰκίαν εἰς τὴν ἄλλην καὶ περιμένω πότε νὰ δύσῃ ὁ ἥλιος, διὰ νὰ ἀναπαυθῶ ἀπὸ τοὺς σωματικοὺς κόπους καὶ τὰς ψυχικὰς ὀδύνας, αἱ ὁποῖαι τώρα μὲ πιέζουν καὶ μὲ περισφίγγουν. Εἰπέ, λοιπόν, ἕνα λόγον ἐναντίον τοῦ Κυρίου καὶ δῶσε ἕνα τέλος εἰς τὴν βασανισμένην σου ζωήν».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐγὼ κατήντησα νὰ περιπλανῶμαι καὶ νὰ παρακαλῶ τὸ ἔλεος τοῦ κόσμου, περιερχομένη ἀπὸ τὸν ἕνα τόπον εἰς τὸν ἄλλον τόπον καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα σπίτι εἰς τὸ ἄλλο σπίτι, ζητοῦσα ἐλεημοσύνην ἀπὸ τοὺς ἀγνώστους καὶ περιμένουσα πότε θὰ δύσῃ ὁ ἥλιος, διὰ νὰ ἀναπαυθῶ ἀπὸ τοὺς βαρεῖς μου κόπους καὶ ἀπὸ τοὺς πόνους, οἱ ὁποῖοι τώρα μὲ πιέζουν καὶ μὲ περισφίγγουν. Ἀλλὰ εἰπὲ βλάσφημόν τινα λόγον κατὰ τοῦ Κυρίου, ποὺ σὲ τιμωρεῖ τόσον σκληρά, καὶ δῶσε τέλος εἰς τὴν βασανισμένην καὶ ἀνυπόφορον ζωήν σου».

Ἰώβ 2,10

ὁ δὲ ἐμβλέψας εἶπεν αὐτῇ· ἵνα τί ὥσπερ μία τῶν ἀφρόνων γυναικῶν ἐλάλησας οὕτως; εἰ τὰ ἀγαθὰ ἐδεξάμεθα ἐκ χειρὸς Κυρίου, τὰ κακὰ οὐχ ὑποίσομεν; ἐν πᾶσι τούτοις τοῖς συμβεβηκόσιν αὐτῷ οὐδὲν ἥμαρτεν Ἰὼβ τοῖς χείλεσιν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰὼβ παρετήρησεν αὐτὴν κατάματα καὶ εἶπε· «διατί ὠμίλησες κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὡς ἐὰν εἶσαι μία ἀπὸ τὰς ἀπερισκέπτους καὶ ἀνοήτους γυναῖκας; Ἐὰν τὰ ἀγαθὰ εὐχαρίστως ἐδέχθημεν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Κυρίου, τὰς θλίψεις καὶ τὰς συμφορὰς δὲν θὰ τὰς ὑπομείνωμεν;» Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς συμφοράς, ποὺ ἐπέπεσαν ἐναντίον του, ὁ Ἰὼβ δὲν ἡμάρτησε καθόλου καὶ δὲν ἐβγῆκε λόγος παραπόνου ἀπὸ τὰ χείλη του ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰὼβ δέ, ἀφοῦ τῆς ἔρριψε βλέμμα ἀποδοκιμασίας, εἶπε πρὸς αὐτήν: «Διατί ὡμίλησες οὕτω πως, σὰν μία ἀπὸ τὰς ἀνοήτους καὶ ἀπερισκέπτους γυναῖκας; Ἐὰν ἐδέχθημεν εὐχαρίστως τὰ ἀγαθὰ ἀπὸ τὴν χεῖρα τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ ὑποφέρωμεν καὶ τὰ θλιβερὰ καὶ δυσάρεστα, τὰ ὁποῖα ὁ αὐτὸς Κύριος μᾶς ἀποστέλλει;» Εἰς ὅλα αὐτά, ποὺ συνέβησαν εἰς τὸν Ἰώβ, δὲν ἡμάρτησεν οὗτος μὲ τὰ χείλη του εἰς τὸ παραμικρὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ἰώβ 2,11

ἀκούσαντες δὲ οἱ τρεῖς φίλοι αὐτοῦ τὰ κακὰ πάντα τὰ ἐπελθόντα αὐτῷ, παρεγένοντο ἕκαστος ἐκ τῆς ἰδίας χώρας πρὸς αὐτόν· Ἐλιφὰζ ὁ Θαιμανῶν βασιλεύς, Βαλδὰδ ὁ Σαυχαίων τύραννος, Σωφὰρ ὁ Μιναίων βασιλεύς, καὶ παρεγένοντο πρὸς αὐτὸν ὁμοθυμαδόν, τοῦ παρακαλέσαι καὶ ἐπισκέψασθαι αὐτόν.

Κολιτσάρα

Οἱ τρεῖς φίλοι τοῦ Ἰὼβ ὅταν ἐπληροφορήθησαν ὅλας αὐτὰς τὰς συμφοράς, αἱ ὁποῖαι ἐπέπεσαν ἐναντίον του, ἐξεκίνησεν ὁ καθένας ἀπὸ τὴν ἰδικήν του χώραν καὶ ἦλθον πρὸς αὐτόν. Ὁ Ἐλιφὰζ ὁ βασιλεὺς Θαιμανῶν, ὁ Βαλδὰδ ὁ ἄρχων τῶν Σαυχαίων καὶ ὁ Σωφὰρ ὁ βασιλεὺς τῶν Μιναίων. Αὐτοὶ λοιπὸν ἦλθον πρὸς τὸν Ἰὼβ μὲ μιὰν ψυχὴν καὶ κατόπιν κοινῆς συμφωνίας, διὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν καὶ τὸν παρηγορήσουν.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἤκουσαν οἱ τρεῖς στενοὶ φίλοι του ὅλα τὰ κακά, ποὺ τὸν ηὗραν, ἦλθαν πρὸς αὐτὸν ὁ καθένας των ἀπὸ τὴν ἰδικήν του χώραν καὶ πατρίδα· δηλαδὴ ὁ Ἐλιφάζ, ποὺ ἦτο βασιλεὺς τῶν κατοίκων τῆς Θαιμάν, χώρας κειμένης ἐν τῇ Ἰδουμαίᾳ· καὶ ὁ Βαλδάδ, ἄρχοντας τῶν Σαυχαίων, χώρας ποὺ ἔκειτο εἰς τὸ ἀνατολικὸν τμῆμα τῆς Βαταναίας, καὶ ὁ Σωφάρ, ὁ βασιλεὺς τῶν Μιναίων, χώρας ἡ ὁποία πιθανῶς ἔκειτο εἰς τὰ ὅρια τῆς φυλῆς Ἰούδα. Καὶ ἦλθαν πρὸς αὐτὸν κατόπιν κοινῆς συμφωνίας διὰ νὰ τὸν παρηγορήσουν καὶ διὰ να τὸν ἐπισκεφθοῦν.

Ἰώβ 2,12

ἰδόντες δὲ αὐτὸν πόρρωθεν οὐκ ἐπέγνωσαν· καὶ βοήσαντες φωνῇ μεγάλῃ ἔκλαυσαν ῥήξαντες ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ στολήν. καὶ καταπασάμενοι γῆν

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἀπὸ μακρὰν τὸν εἶδαν, δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν. Ἔβγαλαν μεγάλην ὀδυνηρὰν κραυγήν, ἔκλαυσαν καὶ διέρρηξαν ὁ καθένας τὴν στολήν του. Ἀφοῦ δὲ ἔρριψαν χῶμα εἰς τὰς κεφαλάς των, εἰς ἔκφρασιν τῆς ὀδύνης των,

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ τὸν εἶδαν ἀπὸ μακράν, δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν, λόγῳ τῆς παραμορφώσεως καὶ ἐξασθενήσεώς του ἀπὸ τὸ φοβερὸν ἕλκος, καὶ ἀφοῦ ἔβγαλαν φωνὴν μεγάλην, ἐξέσπασαν εἰς κλαυθμούς, συγχρόνως δὲ ἐξέσχισαν ὁ καθένας τους τὴν στολήν του, καὶ ἀφοῦ ἔρριψαν σκόνην ἀπὸ τὴν γῆν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των,

Ἰώβ 2,13

παρεκάθισαν αὐτῷ ἑπτὰ ἡμέρας καὶ ἑπτὰ νύκτας, καὶ οὐδεὶς αὐτῶν ἐλάλησεν· ἑώρων γὰρ τὴν πληγὴν δεινὴν οὖσαν καὶ μεγάλην σφόδρα.

Κολιτσάρα

ἐκάθησαν πλησίον τοῦ Ἰὼβ ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας καὶ ἑπτὰ νύκτας, καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἤνοιξε τὸ στόμα του νὰ ὁμιλήσῃ, διότι ἔβλεπαν κατάπληκτοι, ὅτι τὸ κτύπημα ἦτο πάρα πολὺ ὀδυνηρὸν καὶ μεγάλο.

Τρεμπέλα

ἐκάθησαν πλησίον του ἑπτὰ ἡμέρας καὶ ἑπτὰ νύκτας καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ὡμίλησε: Διότι ἔβλεπαν ἐμβρόντητοι, ὅτι ἡ πληγὴ ἦτο πάρα πολὺ ὀδυνηρὰ καὶ μεγάλη.