Ἰώβ 31

Ἰώβ 31,1

Διαθήκην ἐθέμην τοῖς ὀφθαλμοῖς μου, καὶ οὐ συνήσω ἐπὶ παρθένον.

Κολιτσάρα

Συμβόλαιον ἔκαμα καὶ νόμον ἔθεσα εἰς τὰ μάτια μου, ὥστε ποτὲ νὰ μὴ παρατηρῶ μὲ πονηρὰν ἐπιθυμίαν τὰς παρθένους.

Τρεμπέλα

Ἔθεσα νόμον καὶ κανόνα εἰς τὰ μάτια μου νὰ μὴ παρασύρωνται ὑπὸ τῆς πονηρὰς περιεργείας, καὶ κατόπιν τούτου δὲν θὰ δώσω προσοχὴν εἰς κόρην ἀνύπανδρον.

Ἰώβ 31,2

καὶ τί ἐμέρισεν ὁ Θεὸς ἄνωθεν καὶ κληρονομία ἱκανοῦ ἐξ ὑψίστων;

Κολιτσάρα

Τί ἐξεχώρισεν ὡς μερίδιον ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ποία ἡ κληροδοσία πρὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐκ μέρους τοῦ δυνατοῦ Κυρίου, ποὺ κατοικεῖ ἐν ὑψίστοις;

Τρεμπέλα

Ἀπέφυγα τὴν ἁμαρτίαν αὐτήν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου καὶ τί ἐξεχώρισεν ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ κληρονομία τοῦ Παντοδυνάμου, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἐκ τῶν ὑψίστων μερῶν, ὅπου εἶναι στημένος ὁ θρόνος του.

Ἰώβ 31,3

οὐχὶ ἀπώλεια τῷ ἀδίκῳ καὶ ἀπαλλοτρίωσις τοῖς ποιοῦσιν ἀνομίαν;

Κολιτσάρα

Καταστροφὴ καὶ ὄλεθρος δὲν ἐπιφυλάσσεται εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς αὐτοὺς καὶ ἀποξένωσις ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τοὺς διαπράττοντας παρανόμους πράξεις;

Τρεμπέλα

Ἀλλοίμονον, ὄλεθρος εἰς τὸν ἄδικον καὶ ἀποξένωσις διὰ τοὺς ἐνεργοῦντας ἀμετανοήτως παραβάσεις τοῦ θείου νόμου.

Ἰώβ 31,4

οὐχὶ αὐτὸς ὄψεται ὁδόν μου καὶ πάντα τὰ διαβήματά μου ἐξαριθμήσεται;

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ὅμως ὁ δίκαιος μισθαποδότης, ὁ Κύριος, δὲν θὰ ἴδῃ τοὺς δρόμους τῆς ζωῆς μου, τὴν καλὴν συμπεριφοράν μου, καὶ δὲν θὰ λογαριάσῃ τὰ διαβήματά μου;

Τρεμπέλα

Δὲν θὰ ἴδῃ Αὐτὸς εἰς ποῖον δρόμον βαδίζω καὶ ποίαν συμπεριφορὰν δεικνύω καὶ δὲν θὰ ἀριθμήσῃ ἐπακριβῶς ὅλας τὰς κινήσεις καὶ ἐνεργείας μου;

Ἰώβ 31,5

εἰ δὲ ἤμην πεπορευμένος μετὰ γελοιαστῶν, εἰ δὲ καὶ ἐσπούδασεν ὁ πούς μου εἰς δόλον·

Κολιτσάρα

Ἐὰν ἐγὼ ἐπορεύθην καὶ συνεταυτίσθην μὲ ἀσώτους καὶ μὲ ἀγύρτας, ἐὰν τὰ βήματά μου ἐπάτησαν ποτὲ εἰς δολίους δρόμους

Τρεμπέλα

Βλέπει δὲ Αὐτός, ἐὰν εἶχον ὑπάγει μὲ γελωτοποιούς, ἠξεύρει δὲ καὶ ἐὰν ἔσπευσεν ὁ πούς μου εἰς ἔργα ἀπάτης καὶ δολιότητος.

Ἰώβ 31,6

ἕσταμαι γὰρ ἐν ζυγῷ δικαίῳ, οἶδε δὲ ὁ Κύριος τὴν ἀκακίαν μου.

Κολιτσάρα

-ὁ ζυγός μου ἦτο πάντοτε δίκαιος καὶ γνωρίζει ὁ Κύριος τὴν ἀθωότητά μου.

Τρεμπέλα

Ὄχι· δὲν διέπραξα κανένα δόλον. Διότι ἔχω στήθη ὑπὸ τοῦ Κυρίου εἰς ζυγὸν δίκαιον καὶ ζυγίζομαι ἐπ’ αὐτοῦ, γνωρίζει δὲ ὁ Κύριος τὴν ἀκακίαν καὶ ἀθωότητά μου.

Ἰώβ 31,7

εἰ ἐξέκλινεν ὁ πούς μου ἐκ τῆς ὁδοῦ, εἰ δὲ καὶ τῷ ὀφθαλμῷ ἐπηκολούθησεν ἡ καρδία μου, εἰ δὲ καὶ ταῖς χερσί μου ἡψάμην δώρων,

Κολιτσάρα

Ἐὰν οἱ πόδες μου παρεξέκλιναν ἀπὸ τὴν θείαν ὁδόν, ἐὰν ἡ καρδία μου ἠκολούθησε καὶ ἔπραξε σύμφωνα μὲ ὅσα πονηρὰ δύναται νὰ ἵδῃ ὁ ὀφθαλμός μου, ἐὰν καὶ μὲ τὰ χέρια μου ἁπλῶς καὶ μόνον ἔθιξα δῶρα, διὰ νὰ δείξω προσωποληψίαν κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης,

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὁ πούς μου ἐβγῆκεν ἔξω ἀπὸ τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς, ἐὰν δὲ καὶ ἡ καρδία μου ἐπηκολούθησεν εἰς τὸν μετὰ πονηρὰς ἐπιθυμίας βλέποντα ὀφθαλμόν, ἐὰν δὲ καὶ μὲ τὰ χέρια μου ἁπλῶς καὶ μόνον ἔθιζα δῶρα διὰ νὰ προσωποληπτήσω κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης,

Ἰώβ 31,8

σπείραιμι ἄρα καὶ ἄλλοι φάγοισαν, ἄρριζος δὲ γενοίμην ἐπὶ γῆς.

Κολιτσάρα

εἴθε ἐγὼ μὲν νὰ σπείρω πάντοτε, ἄλλοι δὲ νὰ τρώγουν ὅσα ἐγὼ ἔχω σπείρει. Εἴθε νὰ μὴ ριζώσω ποτὲ εἰς τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

εἴθε νὰ σπείρω καὶ εἴθε ἄλλοι νὰ φάγουν τὰ ὅσα ἔσπειρα, εἴθε δὲ νὰ μὴ προφθάσουν νὰ βγάλουν ἀκόμη οὔτε ρίζαν, ὅσα σπείρω εἰς τοὺς ἀγρούς μου.

Ἰώβ 31,9

εἰ ἐξηκολούθησεν ἡ καρδία μου γυναικὶ ἀνδρὸς ἑτέρου, εἰ καὶ ἐγκάθετος ἐγενόμην ἐπὶ θύραις αὐτῆς,

Κολιτσάρα

Ὲὰν ἐδελεάσθη καὶ εἱλκύσθη ἡ καρδία μου ἀπὸ τὴν γυναῖκα ξένου ἀνδρός, ἐὰν εἰς κατάλληλον θέσιν τοποθετημένος παρεμόνευσα εἰς τὰς θύρας της ζητῶν νὰ εὕρω εὐκαιρίαν νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ σπίτι της,

Τρεμπέλα

Ἐὰν ἐδελεάσθη ἡ καρδία μου, ὥστε νὰ ἀκολουθήσω αἰχμάλωτος εἰς γυναῖκα ἄλλου ἀνδρός, ἐὰν καὶ παρεμόνευσα, τοποθετημένος ἀθέατος πλησίον τῶν θυρῶν της, καραδοκῶν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἔμβω εἰς τὸ σπίτι της,

Ἰώβ 31,10

ἀρέσαι ἄρα καὶ ἡ γυνή μου ἑτέρῳ, τὰ δὲ νήπιά μου ταπεινωθείη·

Κολιτσάρα

τότε ἂς ἀρέσῃ καὶ ἂς ἑλκυσθῇ ἡ γυναῖκα μου εἰς ἄλλον ἄνδρα, ὥστε νὰ πάθω καὶ ἐγὼ τὰ ἴδια καὶ τὰ μικρά μου τὰ παιδιὰ νὰ ἐξευτελισθοῦν μὲ τὴν διαγωγὴν αὐτὴν τῆς μητρός των.

Τρεμπέλα

τότε εἴθε καὶ ἡ γυναῖκα μου νὰ ἀρέσῃ εἰς ἄλλον ἄνδρα καὶ νὰ τὴν χάσω, τὰ δὲ ἐξ αὐτῆς τέκνα μου εἴθε νὰ ταπεινωθοῦν ἀπὸ τῆς νηπιακῆς των ἡλικίας.

Ἰώβ 31,11

θυμὸς γὰρ ὀργῆς ἀκατάσχετος τὸ μιᾶναι ἀνδρὸς γυναῖκα·

Κολιτσάρα

Τὰ λέγω αὐτά, διότι ἀσυγκράτητος ἐπέρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ ὀργή, ὅταν κανεὶς μολύνῃ τὴν γυναῖκα ξένου ἀνδρός.

Τρεμπέλα

Κάμνω τὰς κατάρας αὐτάς, διότι ἐπέρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸν θυμὸς δυνατὸς καὶ ἀσυγκράτητος, ὅταν τίς μολύνῃ γυναῖκα ξένου ἀνδρός.

Ἰώβ 31,12

πῦρ γάρ ἐστι καιόμενον ἐπὶ πάντων τῶν μερῶν, οὗ δ’ ἂν ἐπέλθῃ ἐκ ῥιζῶν ἀπώλεσεν.

Κολιτσάρα

Τὸ ἁμάρτημα τοῦτο εἶναι ἄσβεστη φωτιά, ποὺ κατακαίει ἐπάνω εἰς ὅλα τὰ μέρη· ποὺ δὲ θὰ ἐπιπέσῃ, ἐξολοθρεύει ἐκ θεμελίων.

Τρεμπέλα

Διότι ὁ θυμὸς αὐτὸς εἶναι φωτιά, ποὺ δὲν σβήνει καὶ καίεται εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὅπου πέσῃ, ὅπου δὲ ἐπέλθῃ ἡ φωτιὰ αὐτή, προκαλεῖ ἀπώλειαν καὶ ἐξολόθρευσιν εἰς κάθε βλάστησιν καὶ φυτείαν, ἀπὸ αὐτὰς τὰς ρίζας της.

Ἰώβ 31,13

εἰ δὲ καὶ ἐφαύλισα κρίμα θεράποντός μου ἢ θεραπαίνης, κρινομένων αὐτῶν πρός με,

Κολιτσάρα

Ἐὰν δὲ κατεφρόνησα καὶ κατεπάτησα τὸ δίκαιον τῶν ὑπηρετῶν ἡ ὑπηρετριῶν μου, ὅταν εἶχον διαφορὰς μαζῆ μου,

Τρεμπέλα

Ἐὰν δὲ καὶ κατεπάτησα δικαίωμά τι ὑπηρέτου μου ἢ ὑπηρετρίας, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς κρίσιν μαζί μου,

Ἰώβ 31,14

τί γὰρ ποιήσω, ἐὰν ἔτασίν μου ποιῆται ὁ Κύριος; ἐὰν δὲ καὶ ἐπισκοπήν, τίνα ἀπόκρισιν ποιήσομαι;

Κολιτσάρα

τότε τί θὰ κάμω ἐγώ, ὅταν ὁ Κύριος μὲ δικάσῃ; Ὅταν μὲ ἐπισκεφθῇ, διὰ νὰ μὲ κρίνῃ, ποίαν ἀπόκρισιν καὶ ἀπολογίαν ἔχω νὰ δώσω;

Τρεμπέλα

τί βεβαίως θὰ κάμω, ἐὰν ὁ Κύριος κάμνῃ τὴν ἐξέτασίν μου διὰ τὴν ἀδικίαν μου αὐτήν; Ἐὰν δὲ καὶ ποιήσῃ αὐτὸς ἐπιθεώρησιν ἐπὶ τούτου καὶ μοῦ ζητήσῃ λόγον περὶ αὐτοῦ, ποίαν ἀπόκρισιν θὰ κάμω;

Ἰώβ 31,15

πότερον οὐχ ὡς καὶ ἐγὼ ἐγενόμην ἐν γαστρί, καὶ ἐκεῖνοι γεγόνασι; γεγόναμεν δὲ ἐν τῇ αὐτῇ κοιλίᾳ.

Κολιτσάρα

Τί λοιπόν; Δὲν ἔλαβα καὶ ἐγὼ ὕπαρξιν εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός μου, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι; Ἔχομεν λάβει ὕπαρξιν εἰς τὴν αὐτὴν κοιλίαν καὶ ἐγεννήθημεν κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον.

Τρεμπέλα

Δὲν ἔγινα καὶ ἐγὼ μέσα εἰς μητρικὴν κοιλίαν, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι ἐκεῖ ἔλαβον ὔπαρξιν; Καὶ δὲν ἔχομεν γίνει, καὶ αὐτοὶ καὶ ἐγὼ μὲ τὸν αὐτὸν τρόπον μέσα εἰς κοιλίαν γυναικός;

Ἰώβ 31,16

ἀδύνατοι δὲ χρείαν, ἥν ποτε εἶχον, οὐκ ἀπέτυχον, χήρας δὲ τὸν ὀφθαλμὸν οὐκ ἐξέτηξα.

Κολιτσάρα

Ἀδύνατοι δὲ καὶ πτωχοὶ ἄνθρωποι, ὅταν εὑρέθησαν εἰς κάποιαν ἀνάγκην, δὲν ἐστερήθησαν ἀπὸ τὴν βοήθειάν μου. Τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς χήρας δὲν τοὺς ἀφῆκα νὰ μαραθοῦν καὶ νὰ λυώσουν, ὅταν ἰκετευτικοὶ ἀπηυθύνοντο πρὸς ἐμέ.

Τρεμπέλα

Ἀδύνατοι δὲ καὶ πτωχοὶ ζητοῦντες προστασίαν ἀπὸ ἐμὲ δὲν ἀπέτυχον εἰς τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία εἰς οἰανδήποτε περίστασιν τοὺς εὕρισκε, μάτι δὲ χήρας, ποὺ ἀνυψοῦτο εἰς ἐμὲ ἱκετευτικόν, δὲν τὸ ἄφηνα νὰ μαρανθῇ ἐκ τῆς ἀπελπιστικῆς ἀναμονῆς.

Ἰώβ 31,17

εἰ δὲ καὶ τὸν ψωμόν μου ἔφαγον μόνος καὶ οὐχὶ ὀρφανῷ μετέδωκα·

Κολιτσάρα

Ἐὰν ἔφαγα τὸ ψωμὶ μόνος μου καὶ δὲν ἔδωκα ἀπὸ αὐτὸ εἰς τὸ ὀρφανόν, ἂς μὲ τιμωρήσῃ ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Ἐὰν δὲ ἔφαγα καὶ τὸ ψωμὶ μόνος καὶ δὲν ἔδωκα ἐξ αὐτοῦ καὶ εἰς τὸν ὀρφανόν, «ἂς μὲ τιμωρήσῃ ὁ Θεός».

Ἰώβ 31,18

ὅτι ἐκ νεότητός μου ἐξέτρεφον ὡς πατήρ, καὶ ἐκ γαστρὸς μητρός μου ὡδήγησα·

Κολιτσάρα

Διότι ἀπὸ τὴν νεαράν μου ἀκόμη ἡλικίαν ἔτρεφα τὸν πεινῶντα καὶ τὸ ὀρφανόν, ὡσὰν πατήρ. Καὶ ἐκ γενετῆς ἔχων τὴν ἀγαθὴν διάθεσιν ὠδηγοῦσα αὐτούς.

Τρεμπέλα

Διότι, ἀφ’ ὅτου ἤμην νέος, ἔτρεφον πλουσίως σὰν πατέρας τὸν ὀρφανόν, καὶ μὲ ἔμφυτον τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγάπην μου ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας μου ἤμην ὁδηγός του.

Ἰώβ 31,19

εἰ δὲ καὶ ὑπερεῖδον γυμνὸν ἀπολλύμενον καὶ οὐκ ἠμφίασα αὐτόν,

Κολιτσάρα

Ἐὰν δὲ καὶ ἐγύρισα ἀλλοῦ τὰ μάτια μου, διὰ νὰ μὴ ἴδω κάποιον γυμνόν, ὁ ὁποῖος λόγῳ τῆς γυμνότητός του ἐκινδύνευε νὰ ἀποθάνῃ, καὶ δὲν τὸν ἐνέδυσα,

Τρεμπέλα

Ἐὰν δὲ καὶ παρέβλεψα κάποιον γυμνόν, ποὺ λόγῳ τῆς γυμνότητός του ἐκινδύνευε ν’ ἀποθάνῃ, καὶ δὲν ἐνέδυσα αὐτόν,

Ἰώβ 31,20

ἀδύνατοι δὲ εἰ μὴ εὐλόγησάν με, ἀπὸ δὲ κουρᾶς ἀμνῶν μου ἐθερμάνθησαν οἱ ὦμοι αὐτῶν·

Κολιτσάρα

ἀδύνατοι δὲ καὶ πτωχοὶ ἐὰν δὲν μὲ ηὐλόγησαν, διότι δὲν τοὺς ἐβοήθησα, καὶ δὲν ἐθερμάνθησαν οἱ ὦμοι των ἀπὸ τὰ ἐνδύματα που ὑφάνθησαν ἀπὸ τὴν κουρὰν τῶν προβάτων μου,

Τρεμπέλα

ἀδύνατοι δὲ καὶ πτωχοὶ ἐὰν δὲν μὲ ηὐχήθησαν, ἐπειδὴ παρέλειψα νὰ τοὺς βοηθήσω, καὶ δὲν ἐθερμάνθησαν οἱ ὦμοι τους ἀπὸ τὰ ἐνδύματα, ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τὴν κουρὰν τῶν ἀρνιῶν μου·

Ἰώβ 31,21

εἰ ἐπῇρα ὀρφανῷ χεῖρα, πεποιθὼς ὅτι πολλή μοι βοήθεια περίεστιν,

Κολιτσάρα

ἐὰν ἐσήκωσα ἀπειλητικὴν καὶ ἁρπακτικὴν τὴν χεῖρα μου ἐναντίον τοῦ ὀρφανοῦ, διότι εἶχα τὴν πεποίθησιν ὅτι πολλὴ προσωποληπτικὴ βοήθεια ἐκ μέρους τῶν κριτῶν θὰ μοῦ παρείχετο, ἐὰν ἐδικαζόμην, ἐὰν εἰς ὅλα αὐτὰ εἶμαι ἔνοχος,

Τρεμπέλα

ἐὰν ἐσήκωσα ἀπειλητικὴν τὴν χεῖρα κατὰ τοῦ ὀρφανοῦ, ἐπειδὴ εἶχα πεποίθησιν, ὅτι πολλὴ ὑπάρχει περὶ ἐμὲ βοήθεια ἐκ μέρους τῶν κριτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδίκαζον τὰς μετὰ τοῦ ὀρφανοῦ διαφοράς μου·

Ἰώβ 31,22

ἀποσταίη ἄρα ὁ ὦμός μου ἀπὸ τῆς κλειδός, ὁ δὲ βραχίων μου ἀπὸ τοῦ ἀγκῶνος συντριβείη.

Κολιτσάρα

εἴθε νὰ ἐξαρθρωθῇ ὁ ὦμος μου ἀπὸ τὰ κόκκαλα τῆς κλειδός, νὰ συντριβῇ δὲ ἀπὸ τὸν ἀγκῶνα ὁ βροχίων μου.

Τρεμπέλα

ἐὰν ὑπῆρξα ἔνοχος εἰς αὐτά, εἴθε ὁ ὦμος μου νὰ ἐξαρθρωθῇ ἀπὸ τὸ ὀστοῦν τῆς κλειδός, ὁ δὲ βραχίων τῆς χειρός μου νὰ συντριβῇ ἀπὸ τὸν ἀγκῶνα τελείως.

Ἰώβ 31,23

φόβος γὰρ Κυρίου συνέσχε με, ἀπὸ τοῦ λήμματος αὐτοῦ οὐχ ὑποίσω.

Κολιτσάρα

Δὲν διέπραξα τοιαύτας παρανομίας, διότι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου μὲ συγκρατοῦσε πάντοτε καὶ διότι δὲν ἠμποροῦσα νὰ ὑποφέρω τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Ὄχι· δὲν διέπραξα τοιοῦτόν τι, διότι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου μὲ συνεκράτησε πάντοτε· δὲν θὰ βαστάσω ποτὲ τὴν παρ’ Αὐτοῦ διδομένην καὶ λαμβανομένην ὑπ’ ἑμοῦ ὡς δικαίαν τιμωρίαν τῶν ὅσων διέπραξα.

Ἰώβ 31,24

εἰ ἔταξα χρυσίον εἰς χοῦν μου, εἰ δὲ καὶ λίθῳ πολυτελεῖ ἐπεποίθησα,

Κολιτσάρα

Ποτὲ δὲν ἔκρυψα εἰς ἀποθησαυρισμὸν καὶ ἀσφάλειαν ἐντὸς τῆς γῆς τὸ χρυσίον, ποτὲ δὲν ἐστήριξα τὴν ἐλπίδα μου εἰς τοὺς πολυτίμους λίθους.

Τρεμπέλα

Ἐὰν ἐπεδίωξα νὰ ἀποκτήσω χρυσὸν πολὺν σὰν σωρὸν χώματος, ἐὰν δὲ καὶ εἰς λίθον πολύτιμον ἐστήριξα τὴν πεποίθησίν μου,

Ἰώβ 31,25

εἰ δὲ καὶ εὐφράνθην πολλοῦ πλούτου μοι γενομένου, εἰ δὲ καὶ ἐπ’ ἀναριθμήτοις ἐθέμην χεῖρά μου·

Κολιτσάρα

Ποτὲ δὲν ἐδοκίμασα ὑλόφρονα χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν διὰ τὸν πλοῦτον, τὸν ὁποῖον ἀπέκτησα, ποτὲ δὲν ἄπλωσα τὸ χέρι μου εἰς ἀπόκτησιν ἀναριθμήτου πλούτου.

Τρεμπέλα

ἐὰν δὲ καὶ ἐδοκίμασα τὴν εὐφροσύνην τοῦ ἄφρονος πλουσίου, ὅταν ἀπέκτησα πλοῦτον πολύν, ἐὰν δὲ καὶ ἐστήριξα τὴν χεῖρα μου μὲ ἐμπιστοσύνην πολλὴν εἰς ἀναρίθμητα πλούτη·

Ἰώβ 31,26

ἦ οὐχ ὁρῶ μὲν ἥλιον τὸν ἐπιφαύσκοντα ἐκλείποντα, σελήνην δὲ φθίνουσαν; οὐ γὰρ ἐπ’ αὐτοῖς ἐστιν.

Κολιτσάρα

Ἢ δὲν βλέπω καὶ ἐγὼ τὸν ἥλιον νὰ ἀνατέλλῃ λαμπρῶς καὶ νὰ δύῃ μὲ τόσην μεγαλοπρέπειαν, τὴν δὲ σελήνην ὅλονὲν νὰ φθίνῃ, μέχρις ὅτου παρουσιασθῇ νέα; Οὔτε καὶ εἰς αὐτὰ τὰ οὐράνια σώματα δὲν ἀξίζει νὰ στηρίζεται κανείς.

Τρεμπέλα

ἢ δὲν βλέπω τὸν μὲν ἥλιον, ὁ ὁποῖος ἀνατέλλει λαμπρός, νὰ ἐκλείπῃ δύων καθ’ ἑκάστην, τὴν δὲ σελήνην νὰ φθίνῃ καὶ νὰ χάνῃ τὸ φῶς της; Συμβαίνουν δὲ αἱ ἐκλείψεις αὐταί, διότι εἰς τὰ φθαρτὰ δημιουργήματα δὲν ἀξίζει να στηρίζῃ κανεὶς τὴν πεποίθησίν του.

Ἰώβ 31,27

καὶ εἰ ἠπατήθη λάθρᾳ ἡ καρδία μου, εἰ δὲ χεῖρά μου ἐπιθεὶς ἐπὶ στόματί μου ἐφίλησα,

Κολιτσάρα

Δὲν ἐπλανήθη, ἔστω καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ποτὲ ἡ καρδία μου, ὥστε ἀφοῦ φέρω τὸ χέρι μου εἰς τὸ στόμα μου καὶ τὸ φιλήσω νὰ ἀποστείλω ἔτσι πρὸς αὐτὰ λατρευτικὸν φίλημα ὡς πρὸς θεούς.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐὰν ἐξηπατήθη μυστικὰ ἡ καρδία μου, ὥστε νὰ στηριχθῇ εἰς αὐτὰ ὡς εἰς θεούς, ἐὰν δὲ ἔφερα εἰς τὸ στόμα μου τὴν χεῖρα μου καὶ ἀπέστειλα λατρευτικὸν φίλημα εἰς αὐτά,

Ἰώβ 31,28

καὶ τοῦτό μοι ἄρα ἀνομία ἡ μεγίστη λογισθείη, ὅτι ἐψευσάμην ἐναντίον Κυρίου τοῦ Ὑψίστου.

Κολιτσάρα

Ἐὰν κάτι τέτοιο ποτὲ ἔπραξα, ἂς μοῦ καταλογισθῇ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὡς ἡ πλέον μεγάλη παράβασις τοῦ θείου νόμου· διότι ἐψεύσθην ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Ὑψίστου καὶ ἠρνήθην αὐτὸν λατρεύσας εἴδωλα.

Τρεμπέλα

καὶ αὐτὸ εἴθε νὰ μοῦ λογαριασθῇ ὡς ἡ πλέον μεγάλη παράβασις τοῦ θείου νόμου, διότι ἐψεύσθην ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τοῦ Ὑψίστου καὶ ἠρνήθην Αὐτόν, λατρεύσας τὸ ψεῦδος καὶ ὄχι Αὐτόν.

Ἰώβ 31,29

εἰ δὲ καὶ ἐπιχαρὴς ἐγενόμην πτώματι ἐχθρῶν μου καὶ εἶπεν ἡ καρδία μου· εὖγε,

Κολιτσάρα

Ἀκόμη δὲ ἐὰν ἐδοκίμασα χαιρεκακίαν διὰ τὴν πτῶσιν καὶ συντριβὴν τῶν ἐχθρῶν μου καὶ εἶπεν ἡ καρδία μου, «εὖγε, εὖγε, καλὰ νὰ πάθῃ»,

Τρεμπέλα

Ἐὰν δὲ καὶ ἔγινα περιχαρὴς διὰ τὴν πτῶσιν καὶ καταστροφὴν τῶν ἐχθρῶν μου, καὶ ἐὰν εἶπεν ἡ καρδία μου· Μπράβο!

Ἰώβ 31,30

ἀκούσαι ἄρα τὸ οὖς μου τὴν κατάραν μου, θρυλληθείην δὲ ἄρα ὑπὸ λαοῦ μου κακούμενος.

Κολιτσάρα

ἂς ἀκούσῃ τὸ αὐτί μου τὴν ἴδια κατάρα, ποὺ ἔκαμα διὰ τὸν ἐχθρόν μου, καὶ ἂς μὲ εὕρουν τόσα κακά, ὥστε ἡ δυστυχία μου νὰ γίνῃ θρῦλος καὶ μολόγημα μεταξὺ τοῦ λαοῦ μου.

Τρεμπέλα

εἴθε νὰ ἀκούσῃ τὸ ἰδικόν μου αὐτὶ τὴν κατάραν αὐτήν, ποὺ ἔκαμα διὰ τὸν ἐχθρόν μου, εἴθε δὲ νὰ μὲ εὔρουν τόσα κακά, ὥστε ἡ δυστυχία καὶ καταστροφή μου νὰ γίνῃ θρῦλος καὶ παροιμία εἰς τὰ στόματα τοῦ λαοῦ μου.

Ἰώβ 31,31

εἰ δὲ καὶ πολλάκις εἶπον αἱ θεράπαιναί μου· τίς ἂν δῴη ἡμῖν τῶν σαρκῶν αὐτοῦ πλησθῆναι; λίαν μου χρηστοῦ ὄντος·

Κολιτσάρα

Μήπως, τάχα, αἱ ὑπηρέτριαί μου εἶπαν καὶ ἐπανέλαβαν, ποιὸς τάχα θὰ μᾶς δώσῃ νὰ χορτάσωμεν ἀπὸ τὸ πλούσιον τραπέζι, ποὺ παραθέτει αὐτὸς διὰ τὸν ἑαυτόν του; Δὲν τὸ εἶπαν, διότι ἐγὼ ἤμουνα πολὺ καλὸς καὶ εὐεργετικὸς ἀπέναντί των.

Τρεμπέλα

Ἐὰν δὲ καὶ αἱ δοῦλαι μου εἶπαν πολλὰς φοράς· «Τίς θὰ μᾶς ἔδιδε νὰ χορτασθῶμεν ἀπὸ τὰς σάρκας, ποὺ τρώγει αὐτός;) Δὲν τὸ εἶπαν ποτέ, διότι ἐγὼ ἤμην πολὺ εὐεργετικός.

Ἰώβ 31,32

ἔξω δὲ οὐκ ηὐλίζετο ξένος, ἡ δὲ θύρα μου παντὶ ἐλθόντι ἀνέῳκτο.

Κολιτσάρα

Ποτὲ δὲν ἀφῆκα ξένον νὰ κοιμηθῇ ἔξω εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἡ θύρα τοῦ σπιτιοῦ μου ἦτο ἀνοικτὴ εἰς κάθε ἐρχόμενον.

Τρεμπέλα

Ἔξω δὲ εἰς τοὺς δρόμους δὲν ἐπερνοῦσε τὴν νύκτα του οἱοσδήποτε ξένος, ἡ θύρα μου δὲ ἦτο ἀνοιγμένη εἰς καθένα, ποὺ ἦλθε, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀγνώστους.

Ἰώβ 31,33

εἰ δὲ καὶ ἁμαρτῶν ἀκουσίως ἔκρυψα τὴν ἁμαρτίαν μου,

Κολιτσάρα

Ἐὰν δὲ καὶ μοῦ ἔτυχε νὰ ἁμαρτήσω, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, καὶ ἔκρυψα τὴν ἁμαρτίαν μου, ἂς μὲ τιμωρήσῃ ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Ἐὰν δὲ καὶ παρασυρθεὶς εἰς ἁμαρτίαν τινα, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ἔκρυψα ταύτην, (δικαίως θὰ ἐτιμωρούμην).

Ἰώβ 31,34

οὐ γὰρ διετράπην πολυοχλίαν πλήθους τοῦ μὴ ἐξαγορεῦσαι ἐνώπιον αὐτῶν· εἰ δὲ καὶ εἴασα ἀδύνατον ἐξελθεῖν θύραν μου κόλπῳ κενῷ,

Κολιτσάρα

Ποτὲ ὅμως δὲν ὑπεστάλην καὶ δὲν ἐντράπηκα τὸν πολὺν λαόν, ὥστε νὰ μὴ ὁμολογήσω ἐνώπιον αὐτῶν τὸ πταῖσμα μου. Ποτὲ δὲν ἀφῆκα κανένα πτωχὸν νὰ βγῇ ἀπὸ τὸ σπίτι μου μὲ ἀδειανὰ τὰ χέρια.

Τρεμπέλα

Δὲν τὴν ἔκρυψα ὅμως. Διότι δὲν ἐδυσκολεύθηκα ἐξ ἐντροπῆς ἀπὸ τὴν συρροὴν πλήθους πολλοῦ καὶ ὄχλου, ὥστε νὰ μὴ ὁμολογήσω ἐνώπιον αὐτῶν τὸ πταῖσμα μου. Ἐὰν δὲ καὶ ἀφῆκα ἀδύνατον καὶ πτωχόν τινα, ποὺ ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι μου ζητῶν βοήθειαν, νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν θύραν μου μὲ ἀδειανὸν καὶ ὄχι γεμᾶτον τὸν κόλπον,

Ἰώβ 31,35

τίς δῴη ἀκούοντά μου; χεῖρα δὲ Κυρίου εἰ μὴ ἐδεδοίκειν, συγγραφὴν δέ, ἣν εἶχον κατά τινος,

Κολιτσάρα

Ποιὸς θὰ μοῦ δώσῃ, τάχα, ἄνθρωπον νὰ ἀκούσῃ αὐτά, ποῦ λέγω; Θὰ παρεκάλουν τὸν Θεὸν νὰ μὲ ἀκούσῃ, ἐὰν δὲν ἐφοβούμην τὴν παντοδύναμον δεξιάν του. Ἐὰν εἶχα εἰς τὰ χέρια μου γραμμάτιον ὀφειλῆς κάποιου πρὸς ἐμέ,

Τρεμπέλα

ποῖος θὰ μοῦ ἔδιδε κάποιον νὰ μὲ ἀκούση; Θὰ ἤθελον δὲ νὰ μὲ ἀκούσῃ ὁ Κύριος, ἐὰν δὲν ἐφοβούμην τὴν παντοδύναμον χεῖρα του. Τὴν ἔγγραφον δὲ κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἕνεκα διαφοράς μου πρός τινα θὰ παρουσίαζεν οὗτος (εἰς αὐτὸν τὸν Κύριον ὡς κριτὴν αὐτῆς),

Ἰώβ 31,36

ἐπ’ ὤμοις ἂν περιθέμενος στέφανον ἀνεγίνωσκον,

Κολιτσάρα

τὸ περιέφερα εἰς τὸν ὦμον μου, τὸ ἔβαζα ὡς στέφανον εἰς τὸ κεφάλι μου καὶ τὸ ἀνεγίνωσκον,

Τρεμπέλα

ἀφοῦ θὰ τὴν ἔθετα γύρω ἀπὸ τοὺς ὤμους μου ὡς στέφανον, θὰ τὴν ἀνεγίνωσκον ἐγὼ ὁ ἴδιος,

Ἰώβ 31,37

καὶ εἰ μὴ ῥήξας αὐτὴν ἀπέδωκα, οὐθὲν λαβὼν παρὰ χρεωφειλέτου·

Κολιτσάρα

κατόπιν δὲ τὸ ἔσχιζα καὶ τὸ ἔδιδα εἰς αὐτόν, χωρὶς νὰ πάρω τίποτε, ἀπὸ ὅσα μοῦ ὤφειλε.

Τρεμπέλα

καὶ ἐάν, ἀφοῦ ἐξέσχιζα αὐτήν, ἀποδεικνύων αὐτὴν ἀβάσιμον, δὲν τοῦ τὴν ἐπέστρεφα, χωρὶς νὰ λάβω τίποτε ὡς ἰκανοποίησιν παρ’ αὐτοῦ, παρὰ τὸ ὅτι θὰ ἀπεδεικνύετο χρεωφειλέτης εἰς ἐμέ, (ὁ Κύριος ἂς μὲ κατέκρινεν).

Ἰώβ 31,38

εἰ ἐπ’ ἐμοί ποτε ἡ γῆ ἐστέναξεν, εἰ δὲ καὶ οἱ αὔλακες αὐτῆς ἔκλαυσαν ὁμοθυμαδόν,

Κολιτσάρα

Ἐὰν ἡ γῆ καὶ οἱ καλλιεργοῦντες αὐτὴν ἐστέναξαν ἐξ αἰτίας ἐμοῦ καὶ τῶν ἀδικιῶν μου, ἐὰν τὰ αὐλάκια μὲ τὰ ὁποῖα ἐποτίζετο καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ἤνοιγαν ἔκλαυσαν ἀπὸ συμφώνου, διότι, τάχα, τοὺς ἀδικοῦσα,

Τρεμπέλα

Ἐὰν ἐξ αἰτίας μου ἐστέναξε καμμιὰ φορὰ ἡ γῆ καταπατηθεῖσα δι’ ἀδικίας ὑπ’ ἐμοῦ· ἐὰν δὲ καὶ τὰ αὐλάκια, διὰ τῶν ὁποίων ποτίζεται αὕτη, ἔκλαυσαν ἀπὸ συμφώνου ἀναζητοῦντα τὸν νόμιμον ἰδιοκτήτην των, τὸν ὁποῖον ἐγὼ μὲ ἀσυνειδησίαν ἐξετόπισα,

Ἰώβ 31,39

εἰ δὲ καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῆς ἔφαγον μόνος ἄνευ τιμῆς, εἰ δὲ καὶ ψυχὴν κυρίου τῆς γῆς ἐκβαλὼν ἐλύπησα,

Κολιτσάρα

ἐὰν ἐκράτησα διὰ τὸν ἑαυτόν μου καὶ ἔφαγα μόνος μου τὰ διάφορα εἰσοδήματα τῆς γῆς, καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ καταβάλλω τὰ ἡμερομίσθια εἰς τοὺς ἐργάτας, ἐὰν δὲ καὶ ἐλύπησα ὁποιονδήποτε κάτοχον τῆς γῆς ἐκδιώξας αὐτὸν ἀπὸ αὐτήν, διὰ νὰ τὴν καταλάβω ἐγώ,

Τρεμπέλα

ἐὰν δὲ καὶ τὴν δύναμιν καὶ παραγωγήν της ἔφαγα μόνος μου, χωρὶς νὰ δώσω καὶ εἰς ἄλλους ἔχοντας ἀνάγκην, καὶ χωρὶς νὰ πληρώσω τὴν ἀξίαν της καὶ τὸν μισθὸν αὐτῶν ποὺ τὴν ἐκαλλιέργησαν καὶ τὴν ἐθέρισαν, ἐὰν δὲ καὶ ἐλύπησα τὴν ψυχὴν οἰουδήποτε κατόχου τῆς γῆς, ἐκδίωξας αὐτὸν ἀπ’ αὐτῆς, διὰ νὰ καταλάβω ἐγὼ ταύτην,

Ἰώβ 31,40

ἀντὶ πυροῦ ἄρα ἐξέλθοι μοι κνίδη, ἀντὶ δὲ κριθῆς βάτος. καὶ ἐπαύσατο Ἰὼβ ῥήμασιν.

Κολιτσάρα

εἴθε ἀντὶ τοῦ σίτου, ποὺ ἔσπειρα, νὰ φυτρώσουν τσουκνίδες, ἀντὶ τοῦ κριθαριοῦ νὰ φυτρώσουν βάτοι». Αὐτὰ εἶπεν ὁ Ἰὼβ καὶ ἔπαυσε νὰ ὁμιλῇ.

Τρεμπέλα

εἴθε λοιπὸν ἀντὶ σίτου, ποὺ ἔσπειρα, νὰ βγῇ τσουκνίδα καὶ ἀντὶ κριθαριοῦ νὰ φυτρώσῃ βάτος». Αὐτὰ εἶπεν ὁ Ἰὼβ καὶ ἔπαυσε μὲ τοὺς λόγους αὐτοῦ.