Ἰώβ 7
Ἰώβ 7,1
Πότερον οὐχὶ πειρατήριόν ἐστιν ὁ βίος ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὥσπερ μισθίου αὐθημερινοῦ ἡ ζωὴ αὐτοῦ;
Κολιτσάρα
Τί λοιπόν; Τόπος δοκιμασιῶν καὶ θλίψεων δὲν εἶναι ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου ἐδῶ εἰς τὴν γῆν, καὶ ἡ ζωή του δὲν ὁμοιάζει μὲ τὴν κοπιώδη καὶ ταλαιπωρημένην ζωὴν ἑνὸς ἡμερομισθίου ἐργάτου;
Τρεμπέλα
Τί ἄραγε φρονεῖτε; Δὲν εἶναι μέσον δοκιμασίας καὶ γεμᾶτος ἀπὸ θλίψεις ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς; Καὶ δὲν ὁμοιάζει ἡ ζωή του πρὸς τὴν ζωὴν ἐργάτου μισθωμένου, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται καθημερινῶς;
Ἰώβ 7,2
ἢ ὥσπερ θεράπων δεδοικὼς τὸν Κύριον αὐτοῦ καὶ τετευχὼς σκιᾶς; ἢ ὥσπερ μισθωτὸς ἀναμένων τὸν μισθὸν αὐτοῦ;
Κολιτσάρα
Ἢ δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος σὰν δοῦλος, ποὺ φοβεῖται τὸν Κύριόν του καὶ ὁ ὁποῖος κάποιαν στιγμὴν εὑρῆκε μίαν σκιάν, διὰ νὰ ἀναπαυθῇ ἐπ’ ὀλίγον κάτω ἀπὸ αὐτήν; Ἢ δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸν ἡμερομίσθιον ἐργάτην, ὁ ὁποῖος περιμένει πότε νὰ περάσῃ ἡ ἡμέρα τῆς ἐργασίας του, διὰ νὰ πάρῃ τὸν μισθόν του;
Τρεμπέλα
Ἢ δὲν ὁμοιάζει ὁ ἄνθρωπος πρὸς δοῦλον, ποὺ φοβεῖται τὸν κύριόν του καὶ κοπιάζει πολὺ διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ, ὅταν δὲ πρὸς στιγμὴν ὁ κύριος ἀπομακρυνθῇ, σπεύδει οὗτος ἐζηντλημένος νὰ ἀναπαυθῇ κάτω ἀπὸ σκιάν, τὴν ὁποίαν ἐπέτυχε καὶ ηὗρεν; Ἢ δὲν ὁμοιάζει πρὸς μισθωτὸν ἐργάτην, ποὺ κοπιάζει ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ περιμένει πότε θὰ περάσῃ αὕτη μαζὶ μὲ τοὺς κόπους της διὰ νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἡμερομίσθιόν του;
Ἰώβ 7,3
οὕτως κἀγὼ ὑπέμεινα μῆνας κενούς, νύκτες δὲ ὀδυνῶν δεδομέναι μοί εἰσιν.
Κολιτσάρα
Ἔτσι καὶ ἐγὼ ἐπέρασα μῆνας πολλοὺς εἰς θλῖψιν καὶ ὀδύνην ματαίως ἀναμένων λύτρωσιν. Νύκτες δὲ γεμᾶτες ἀπὸ πόνους μοῦ ἔχουν δοθῆ, ἀντὶ ἄλλης παρηγορίας.
Τρεμπέλα
Ἔτσι καὶ ἐγώ, σὰν τοὺς μοχθοῦντας καὶ μὲ ἀγωνίαν ἀναζητοῦντας ἀνακούφισιν ἐργάτας, ἐπέρασα μὲ ὑπομονὴν μῆνας ὁλοκλήρους χωρὶς ἀνάπαυσιν καὶ χωρὶς αἱ ἐλπίδες μου νὰ ἐπαληθεύσουν, νύκτες δὲ γεμᾶται ἀπὸ πόνους μοῦ ἔχουν δοθῇ ἀντὶ πάσης ἀνακουφίσεως.
Ἰώβ 7,4
ἐὰν κοιμηθῶ, λέγω· πότε ἡμέρα; ὡς δ’ ἂν ἀναστῶ, πάλιν· πότε ἑσπέρα; πλήρης δὲ γίνομαι ὀδυνῶν ἀπὸ ἑσπέρας ἕως πρωΐ.
Κολιτσάρα
Ὅταν πίπτω νὰ κοιμηθῶ, λέγω πότε θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα; Ὅταν δὲ ἐγείρωμαι ἀπὸ τὸν ὕπνον, λέγω πάλιν, πότε θὰ ἔλθῃ ἡ ἑσπέρα; Εἶμαι γεμᾶτος ἀπὸ ὀδύνας ἀπὸ τὸ βράδυ ἕως τὸ πρωΐ.
Τρεμπέλα
Δι’ αὐτό, ἐὰν πέσω νὰ κοιμηθῶ κατὰ τὴν νύκτα, λέγω· πότε θὰ ἀνατείλῃ ἡ ἡμέρα, διὰ νὰ ἀνακουφισθῶ κάπως ἀπὸ τοὺς πόνους; Ὅταν δὲ σηκωθῶ τὸ πρωΐ, πάλιν λέγω· πότε θὰ ἔλθῃ ἡ ἑσπέρα διὰ νὰ ἡσυχάσω ὀλίγον; Πλὴν ὅμως γίνομαι γεμᾶτος ἀπὸ πόνους ἀπὸ τὸ βράδυ ἕως τὸ πρωΐ.
Ἰώβ 7,5
φύρεται δέ μου τὸ σῶμα ἐν σαπρίᾳ σκωλήκων, τήκω δὲ βώλακας γῆς ἀπὸ ἰχῶρος ξύων.
Κολιτσάρα
Συμφύρεται καὶ ζυμώνεται τὸ σῶμα μου μὲ τὴν σαπίλαν τῶν σκωλήκων. Λυώνω δὲ σβώλους χώματα ἀπὸ τὰ ἀηδῆ ὑγρά, ποὺ ρέουν ἐκ τῶν πληγῶν μου.
Τρεμπέλα
Ζυμώνεται δὲ τὸ σῶμα μου μὲ σαπίλαν γεμάτην ἀπὸ σκώληκας, ἀπὸ τὸ ὑγρόν, ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰς πληγάς μου, τὰς ὁποίας ξύνω, λειώνων τοὺς σβώλους τοῦ χώματος.
Ἰώβ 7,6
ὁ δὲ βίος μού ἐστιν ἐλαφρότερος λαλιᾶς, ἀπόλωλε δὲ ἐν κενῇ ἐλπίδι.
Κολιτσάρα
Ἡ ζωή μου φεύγει πολὺ γρήγορα καὶ χάνεται, σαν νὰ ἦταν ἐλαφροτέρα ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀνθρώπου. Ἐχάθη μέσα εἰς ματαίας καὶ ἀπραγματοποιήτους ἐλπίδας.
Τρεμπέλα
Ἡ ζωή μου δὲ φεύγει γρήγορα, σὰν νὰ ἦταν ἐλαφροτέρα ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἐπέρασε δὲ καὶ πλησιάζει νὰ χαθῇ, χωρὶς καμμιὰ ἐλπίδα.
Ἰώβ 7,7
μνήσθητι οὖν ὅτι πνεῦμά μου ἡ ζωὴ καὶ οὐκέτι ἐπανελεύσεται ὀφθαλμός μου ἰδεῖν ἀγαθόν.
Κολιτσάρα
Ἐνθυμήσου, λοιπόν, ὅτι ἡ ζωή μου εἶναι σὰν μία πνοὴ τοῦ ἀνέμου, ποὺ φεύγει γρήγορα. Ὅταν ἀποθάνω, δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἐπανέλθω ἐδῶ καὶ νὰ ἴδῃ ὁ ὀφθαλμός μου τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς.
Τρεμπέλα
Προσβλέπων λοιπόν μὲ οἶκτον εἰς τὸ πλῆθος τῶν πόνων μου, Κύριε, ἐνθυμήσου ὅτι ἡ ζωή μου εἶναι πνοὴ ἀνέμου καὶ φεύγει γρήγορα σὰν αὐτήν, καὶ ὅταν λάβῃ τέλος, δὲν θὰ ἐπανέλθῃ πλέον εἰς τὴν γῆν ὁ ὀφθαλμός μου διὰ νὰ ἴδῃ ἀγαθόν τι καὶ εὐχάριστον.
Ἰώβ 7,8
οὐ περιβλέψεταί με ὀφθαλμὸς ὁρῶντός με· οἱ ὀφθαλμοί σου ἐν ἐμοί, καὶ οὐκέτι εἰμι
Κολιτσάρα
Ὅταν ἀποθάνω, δὲν θὰ μὲ ἴδῃ καὶ δὲν θὰ μὲ περιεργασθῇ πλέον ὀφθαλμὸς ἀνθρώπου. Καὶ οἱ ἰδικοί σου ὀφθαλμοί, Κύριε, ὅταν μὲ ἀναζητήσουν, δὲν θὰ μὲ εὕρουν ἐδῶ εἰς τὴν γῆν. Διότι δὲν θὰ ὑπάρχω πλέον εἰς αὐτήν.
Τρεμπέλα
Ὅταν θὰ λάβῃ τέλος ἡ ζωή μου, δὲν θὰ μὶ ἴδῃ οὐδὲ θὰ μὲ περιεργασθῇ πλέον ὀφθαλμὸς ἀνθρώπου· καὶ οἱ ἰδικοί σου, Κύριε, ὀφθαλμοί, ποὺ εἶναι τώρα ἐπάνω μου καὶ μὲ παρακολουθοῦν, δὲν θὰ μὲ βλέπουν πλέον ἐδῶ εἰς τὴν γῆν, διότι δὲν θὰ εἶμαι πλέον εἰς αὐτήν.
Ἰώβ 7,9
ὥσπερ νέφος ἀποκαθαρθὲν ἀπ’ οὐρανοῦ. ἐὰν γὰρ ἄνθρωπος καταβῇ εἰς ᾅδην, οὐκέτι μὴ ἀναβῇ,
Κολιτσάρα
Θὰ ὁμοιάσω καὶ θὰ ἔχω τὴν τύχην τοῦ νέφους, τὸ ὁποῖον διαλύεται καὶ ἐξαφανίζεται τελείως ἀπὸ τὸν οὐρανόν. Διότι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποθάνῃ καὶ καταβῇ εἰς τὸν σκοτεινὸν ᾅδην, δὲν θὰ ἀναβῇ ποτὲ ἀπὸ ἐκεῖ.
Τρεμπέλα
Σὰν τὸ σύννεφον, ποὺ διελύθη καὶ ἐχάθη ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἔτσι χάνεται ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ζώντων καὶ ἐκεῖνος, ποὺ πεθαίνει. Διότι ἐὰν ὁ ἄνθρωπος καταβῇ εἰς τὸν ᾅδήν, δὲν θὰ ἀναβῇ πλέον εἰς τὴν γῆν.
Ἰώβ 7,10
οὐδ’ οὐ μὴ ἐπιστρέψῃ ἔτι εἰς τὸν ἴδιον οἶκον, οὐδ’ οὐ μὴ ἐπιγνῷ αὐτὸν ἔτι ὁ τόπος αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Οὔτε καὶ θὰ ἐπιστρέψῃ πλέον εἰς τὸ σπίτι του, οὔτε δὲ θὰ τὸν ἰδῇ ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχε ζήσει καὶ κατοικήσει.
Τρεμπέλα
Οὔτε θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ σπίτι του, οὔτε θὰ τὸν γνωρίσῃ πάλιν ὡς ἐπισκέπτην ὁ τόπος, ποὺ ἔμενε προτήτερα, ὅταν ἔζη ἐπὶ τῆς γῆς.
Ἰώβ 7,11
ἀτὰρ οὖν οὐδὲ ἐγὼ φείσομαι τῷ στόματί μου, λαλήσω ἐν ἀνάγκῃ ὤν, ἀνοίξω πικρίαν ψυχῆς μου συνεχόμενος.
Κολιτσάρα
Τώρα, λοιπόν, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ λυπηθῶ τὰ λόγια μου. Δὲν θὰ περιφράξω τὸ στόμα μου. Θὰ ὁμιλήσω, εἰς αὐτὴν τὴν ἀγωνίαν τῆς ψυχῆς εὑρισκόμενος. Θὰ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ ἐκφράσω τὴν πικρίαν τῆς ψυχῆς μου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατέχομαι.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ λοιπὸν καὶ ἐγὼ πρόκειται ὑπὸ τοῦ προσεγγίζοντος θανάτου νὰ χαθῶ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ζώντων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ νὰ καταβῶ πικραμένος εἰς τὸν ᾅδην, δὲν θὰ περιορίσω τὸ στόμα μου οὔτε θὰ τσιγγουνευθῶ τοὺς λόγους μου· θὰ ὁμιλήσω στην στενοχώριαν καὶ θλῖψιν ποὺ βρίσκομαι, θὰ ἀνοίξω τὴν καρδίαν μου διὰ νὰ χυθῇ ἔξω ἡ πικρία τῆς ψυχῆς μου.
Ἰώβ 7,12
πότερον θάλασσά εἰμι ἢ δράκων, ὅτι κατέταξας ἐπ’ ἐμὲ φυλακήν;
Κολιτσάρα
Μήπως, τάχα, εἶμαι θάλασσα, τῆς ὁποίας τὰ κύματα ἀπειλοῦν νὰ κατακλύσουν τὴν γῆν, ἡ εἶμαι θαλάσσιος δράκων, ποῦ ἀπειλεῖ μὲ καταστροφὴν τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης; Ἐρωτῶ, διότι ἔβαλες ἐπάνω μου σκληρὰν φρουράν, διὰ νὰ ἀγρυπνῇ εἰς τὴν συνέχισιν τοῦ πόνου καὶ τῆς ὀδύνης μου.
Τρεμπέλα
Μήπως εἶμαι θάλασσα, τῆς ὁποίας περιορίζεις τὰ κύματα διὰ νὰ μὴ κατακλύσουν τὴν γῆν καὶ πνίξουν τοὺς κατοίκους της; Ἢ μήπως εἶμαι δράκων καὶ κῆτος τῆς θαλάσσης, ποὺ πρέπει νὰ συγκρατῆται διὰ νὰ μὴ καταβροχθίζῃ ὅλα τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης, Κάμνω τὸ ἐρώτημα αὐτό, διότι ἔβαλες ἐπάνω μου φρουρὰν καὶ σκληρὰν ἐπαγρύπνησιν.
Ἰώβ 7,13
εἶπα ὅτι παρακαλέσει με ἡ κλίνη μου, ἀνοίσω δὲ πρὸς ἐμαυτὸν ἰδίᾳ λόγον τῇ κοίτῃ μου.
Κολιτσάρα
Ἐνόμισα ὅτι ἡ κλίνη μου θὰ κατεπράϋνε καὶ θὰ παρηγοροῦσε τοὺς πόνους μου, διότι ἐκεῖ εἰς τὸν ἑαυτόν μου ἐπανερχόμενος καὶ συγκεντρούμενος θὰ εὕρισκα τὴν παρηγορίαν μου.
Τρεμπέλα
Εἶπα ὅτι θὰ μὲ παρηγορήσω καὶ θὰ μὲ ἀνακουφίσῃ τὸ κρεββάτι μου, θὰ ἀνεβάσω δὲ κατ’ ἰδίαν εἰς τὴν κοίτην μου σκέψεις καὶ συζήτησιν μὲ τὸν ἑαυτόν μου ἀνακουφιστικὴν καὶ εἰρηνικήν.
Ἰώβ 7,14
ἐκφοβεῖς με ἐνυπνίοις καὶ ὁράμασί με καταπλήσσεις.
Κολιτσάρα
Ἐὰν ὅμως ἐπ’ ὀλίγον κοιμηθῶ, μὲ φοβίζεις μὲ τρομακτικὰ ἐνύπνια. Μὲ συγκλονίζεις καὶ μὲ συντρίβεις μὲ φοβεροὺς ἐφιάλτας.
Τρεμπέλα
Ἀλλ’ ἐὰν ὑπνώσω στιγμάς τινας, μὲ φοβίζεις μὲ ὄνειρα τρομακτικά, καὶ ὅταν ἐξυπνήσω, μὲ κατατρομάζεις μὲ ὁράματα ἐκφοβιστικά.
Ἰώβ 7,15
ἀπαλλάξεις ἀπὸ πνεύματός μου τὴν ψυχήν μου, ἀπὸ δὲ θανάτου τὰ ὀστᾶ μου·
Κολιτσάρα
Ἀφαίρεσέ μου τὴν ἀναπνοὴν καὶ ἁπάλλαξέ με ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωήν μου. Ἀπάλλαξε δὲ ἀπὸ αὐτὸν τὸν καθημερινὸν ὀδυνηρὸν θάνατον τὰ κύκκαλά μου.
Τρεμπέλα
Ἁπάλλαξέ με ἀπὸ τὴν ζωήν μου διὰ τοῦ πνιγμοῦ καὶ τῆς δυσπνοίας, ποὺ μοῦ φέρνει συχνὰ ἡ ἀρρώστιά μου, ἁπάλλαξε δὲ διὰ τοῦ θανάτου καὶ τὰ ὀστᾶ μου, τὰ ὁποῖα πονοῦν καὶ ἐξασθενοῦν μὲ τὰς ἐπ’ αὐτῶν σαπιζομένας σάρκας μου.
Ἰώβ 7,16
οὐ γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα ζήσομαι, ἵνα μακροθυμήσω· ἀπόστα ἀπ’ ἐμοῦ, κενὸς γάρ μου ὁ βίος.
Κολιτσάρα
Διότι δὲν πρόκειται νὰ ζήσω αἰωνίως ἐδῶ εἰς τὴν γῆν, ὥστε νὰ ὑπομείνω τὴν σημερινὴν θλῖψιν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς λυτρώσεώς μου. Ἄφησέ με νὰ ἀποθάνω τώρα. Ἡ ζωή μου εἶναι ἄδεια καὶ ἀνωφελής.
Τρεμπέλα
Ζητῶ αὐτά, διότι δὲν θὰ ζήσω αἰωνίως, ὥστε, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι τὴν σημερινὴν ἀθλιότητά μου θὰ διαδεχθῇ καὶ κάποια περίοδος εὐτυχίας, νὰ ὑπομείνω μακροθύμως καὶ καρτερικῶς. Στάσου μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ καὶ μὴ ἐμποδίζῃς τὸν θάνατόν μου, διότι ὁ βίος μου εἶναι πλέον ἀδειανὸς καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖ κανένα σκοπόν.
Ἰώβ 7,17
τί γάρ ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι ἐμεγάλυνας αὐτὸν ἢ ὅτι προσέχεις τὸν νοῦν εἰς αὐτὸν
Κολιτσάρα
Διότι τί εἶναι καὶ τί ἀξίζει ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον σὺ ἐδόξασες καὶ εἰς τὸν ὁποῖον μὲ τόσην προσοχὴν προσηλώνεις τὸν νοῦν;
Τρεμπέλα
Μὴ ἐμποδίζῃς τὸν θάνατόν μου. Διότι τι εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὥστε σὺ ὁ ἄπειρος νὰ τὸν σκέπτεσαι, σὰν νὰ ἦτο καὶ αὐτὸς μέγας τις; Ἢ νὰ προσέχῃς καὶ νὰ προσηλώνῃς τὸν νοῦν σου εἰς αὐτόν;
Ἰώβ 7,18
ἢ ἐπισκοπὴν αὐτοῦ ποιήσῃ ἕως τὸ πρωῒ καὶ εἰς ἀνάπαυσιν αὐτὸν κρινεῖς;
Κολιτσάρα
Προνοεῖς δι’ αὐτὸν καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τὸ βράδυ ἕως τὸ πρωῒ καὶ κρίνεις αὐτὸν ἄξιον ἀναπαύσεως;
Τρεμπέλα
Ἢ νὰ τὸν ἐπισκέπτεσαι καθ’ ἑκάστην πρωΐαν καὶ ἀντὶ ἀναπαύσεως νὰ τὸν κρίνῃς καὶ νὰ τὸν τιμωρῇς;
Ἰώβ 7,19
ἕως τίνος οὐκ ἐᾷς με οὐδὲ προΐῃ με, ἕως ἂν καταπίω τὸν πτύελόν μου ἐν ὀδύνῃ;
Κολιτσάρα
Ἐμὲ ὅμως ἕως ποτὲ δὲν μὲ ἀφήνεις νὰ ἀποθάνω καὶ δὲν μὲ ἀπορρίπτεις εἰς τὸν ᾅδην, ἀλλὰ μὲ διατηρεῖς εἰς τὴν ζωήν, μέχρις ὅτου στεγνώσῃ καὶ αὐτὸ τὸ στόμα μου ἀπὸ τὸν πόνον;
Τρεμπέλα
Ἕως πότε δὲν θὰ μὲ ἀφήνῃς καὶ δὲν θὰ μὲ ἐγκαταλείπῃς, ἔστω καὶ δι’ ὀλίγας στιγμάς, διὰ να καταπίω τὸν σίελόν μου μὲ ὀδύνην;
Ἰώβ 7,20
εἰ ἐγὼ ἥμαρτον, τί δυνήσομαι πρᾶξαι, ὁ ἐπιστάμενος τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων; διατί ἔθου με κατεντευκτήν σου, εἰμὶ δὲ ἐπὶ σοὶ φορτίον;
Κολιτσάρα
Ἐὰν ἐγώ, Κύριε, ἡμάρτησα πές μου, τί πρὲπει νὰ κάμω, σὺ ὁ ὁποῖος γνωρίζεις τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων; Διατί μὲ τὰ κτυπήματά σου μὲ κάμνεις νὰ δυσφορῶ καὶ νὰ παίρνω θέσιν σὰν κατηγόρου ἐναντίον σου, νὰ γίνωμαι δὲ εἰς σὲ καθημερινὸ φορτίον;
Τρεμπέλα
Ἐὰν ἐγὼ ἡμάρτησα, τί θὰ ἠμπορέσω νὰ πράξω διὰ νὰ μὲ συγχωρήσῃς σύ, ὁ Ὁποῖος γνωρίζεις τὸν νοῦν καὶ τὰ ἀπόκρυφα τοῦ ἐσωτερικοῦ τῶν ἀνθρώπων; Διατί μὲ ἔθεσας εἰς τὴν θέσιν τοῦ κατηγόρου σου, ὅπως μὲ ἔκαμαν τὰ συνεχῆ παράπονά μου διὰ τὰ κτυπήματά σου, κατήντησα δὲ ἐξ αἰτίας τῶν τιμωριῶν σου φορτίον εἰς ὅλους καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἑαυτόν μου;
Ἰώβ 7,21
καὶ διατί οὐκ ἐποιήσω τῆς ἀνομίας μου λήθην καὶ καθαρισμὸν τῆς ἁμαρτίας μου; νυνὶ δὲ εἰς γῆν ἀπελεύσομαι, ὀρθρίζων δὲ οὐκέτι εἰμί.
Κολιτσάρα
Διατί δὲν ἐλησμόνησες καὶ δὲν διέγραψες τὰς ἀνομίας μου καὶ δὲν μὲ ἐκαθάρισες ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας μου; Ἐγὼ τώρα θὰ ἐπιστρέψω εἰς τὴν γῆν, εἰ τὸν ᾅδην καὶ δὲν θὰ σηκώνομαι πλέον πρωΐ, διὰ νὰ προσεύχωμαι εἰς σὲ καὶ νὰ σὲ δοξολογῶ».
Τρεμπέλα
Διατί δὲν ἐξέχασες τὴν ἀνομίαν μου καὶ δὲν ἔκαμες καθαρισμὸν τῆς ἁμαρτίας μου; Τώρα δὰ ὅμως θὰ ἀπέλθω εἰς τὴν γῆν ἀποθνήσκων καὶ θαπτόμενος, καὶ δὲν θὰ εἶμαι πλέον ἐν τῇ ζωῇ διὰ νὰ σηκώνωμαι πρωῒ καὶ νὰ προσεύχωμαι εἰς σέ».