Κριταί 18

Κριτ. 18,1

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις οὐκ ἦν βασιλεὺς ἐν Ἰσραήλ. καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἡ φυλὴ Δὰν ἐζήτει ἑαυτῇ κληρονομίαν κατοικῆσαι, ὅτι οὐκ ἐνέπεσεν αὐτῇ ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐν μέσῳ φυλῶν υἱῶν Ἰσραὴλ κληρονομία.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχε βασιλεὺς μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν. Τὰς ἡμέρας δὲ ἐκείνας ἡ φυλὴ τοῦ Δάν ἀναζητοῦσε διὰ τὸν ἑαυτόν της περιοχὴν διὰ νὰ ἐγκατασταθῇ, ἐπειδὴ ἕως τότε δὲν εἶχεν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν της τὴν περιοχήν ποὺ εἶχε κληροδοτηθῆ εἰς αὐτὴν μεταξὺ τῶν ἄλλων φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες δὲν ὑπῆρχε βασιλιᾶς εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν. Καὶ κατὰ τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἡ φυλὴ τοῦ Δὰν ἐζητοῦσε νὰ εὕρῃ διὰ τὸν ἑαυτόν της περιοχὴν διὰ νὰ ἐγκατασταθῇ, διότι μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν εἶχεν εἰς τὴν κατοχήν της ὁλόκληρον τὸν τόπον, ποὺ τῆς εἶχε δοθῇ ὡς κληρονομία μεταξὺ τῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ.

Κριτ. 18,2

καὶ ἀπέστειλαν οἱ υἱοὶ Δὰν ἀπὸ δήμων αὐτῶν πέντε ἄνδρας υἱοὺς δυνάμεως ἀπὸ Σαραὰ καὶ ἀπὸ Ἐσθαὸλ τοῦ κατασκέψασθαι τὴν γῆν καὶ ἐξιχνιάσαι αὐτὴν καὶ εἶπαν πρὸς αὐτούς· πορεύεσθε καὶ ἐξιχνιάσατε τὴν γῆν. καὶ ἦλθον ἕως ὄρους Ἐφραὶμ ἕως οἴκου Μιχαία καὶ ηὐλίσθησαν αὐτοὶ ἐκεῖ

Κολιτσάρα

Οἱ τῆς φυλῆς Δὰν ἐξέλεξαν ἀπὸ τὰς οἰκογενείας τῆς φυλῆς πέντε γενναίους ἄνδρας καὶ τοὺς ἔστειλαν ἀπὸ τὰς πόλεις Σαραὰ καὶ Ἐσθαὸλ νὰ κατασκοπεύσουν τὴν χώραν, νὰ ἐξερευνήσουν αὐτὴν καὶ τοὺς εἶπαν· «πηγαίνετε καὶ ἐξερευνήσατε τὴν χώραν τῆς Παλαιστίνης». Οἱ πέντε αὐτοὶ κατάσκοποι ἦλθον εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν Ἐφραίμ, ἔφθασαν ἕως τὸν οἶκον τοῦ Μιχαία καὶ κατέλυσαν ἐκεῖ,

Τρεμπέλα

Ἔτσι οἱ ἀπόγονοι τῆς φυλῆς Δὰν ἐδιάλεξαν ἀπὸ ὅλες τὶς οἰκογένειες τῆς φυλῆς τῶν πέντε ἄνδρες γενναίους καὶ ἱκανοὺς καὶ τοὺς ἀπέστειλαν ἀπὸ τὶς πόλεις Σαραὰ καὶ Ἐσθαόλ, διὰ νὰ κατασκοπεύσουν τὴν χώραν, νὰ τὴν ἐξετάσουν μὲ προσοχὴν καὶ νὰ τὴν ἐξερευνήσουν (τοὺς ἀπέστειλαν) καὶ τοὺς εἶπαν: «Πηγαίνετε, ἐξερευνῆστε, ἐξετάστε μὲ ἀκρίβειαν τὴν χώραν». Οἱ πέντε κατάσκοποι ἔφθασαν μέχρι τῆς ὀρεινῆς περιοχῆς τοῦ Ἐφραίμ, μέχρι τὸ σπίτι τοῦ Μιχαία καὶ ἐπέρασαν τὴν νύκτα των ἐκεῖ,

Κριτ. 18,3

ἐν οἴκῳ Μιχαία, καὶ αὐτοὶ ἐπέγνωσαν τὴν φωνὴν τοῦ νεανίσκου τοῦ Λευίτου καὶ ἐξέκλιναν ἐκεῖ καὶ εἶπαν αὐτῷ· τίς ἤνεγκέ σε ὧδε, καὶ σὺ τί ποιεῖς ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, καὶ τί σοι ὧδε;

Κολιτσάρα

εἰς τὸν οἶκον τοῦ Μιχαία. Αὐτοὶ ἀνεγνώρισαν ἀπὸ τὴν λαλιάν του τὸν νεαρὸν ἐκεῖνον Λευίτην, ἐλοξοδρόμησαν ἐκεῖ καὶ τὸν ἠρώτησαν· «ποιὸς σὲ ἔφερεν ἐδῶ καὶ τί κάνεις εἰς τὸν τόπον τοῦτον; Ποία ἡ ἀπασχόλησίς σου ἐδῶ;»

Τρεμπέλα

εἰς τὸ σπίτι τοῦ Μιχαία. Οἱ πέντε κατάσκοποι ἀνεγνώρισαν (ἀπὸ τὴν τφοφοράν) τὴν φωνὴν τοῦ νεαροῦ Λευίτῃ· ἔτσι ἐλοξοδρόμησαν, ἐπῆγαν κοντά του καὶ τὸν ἐρώτησαν: «Ποῖος σὲ ἔφερεν ἐδῶ; Καὶ τὶ κάμνεις ἐδῶ εἰς αὐτὸν τὸν τόπον; Καὶ τὶ ἐργασίαν ἔχεις ἐδῶ;»

Κριτ. 18,4

καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· οὕτω καὶ οὕτως ἐποίησέ μοι Μιχαίας καὶ ἐμισθώσατό με, καὶ ἐγενόμην αὐτῷ εἰς ἱερέα.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος τοὺς ἀπήντησε· «αὐτὰ καὶ αὐτὰ μοῦ ἐπρότεινεν ὁ Μιχαίας, ἐγὼ ἐδέχθην, ἔγινα εἰς αὐτὸν ἱερεὺς καὶ ἐργάζομαι ἐδῶ ὡς μισθωτός του».

Τρεμπέλα

Ὁ Λευίτης τοὺς ἀπάντησε: «Αὐτὸ καὶ αὐτὸ μοῦ εἶπε καὶ μοῦ ἐπρότεινε ὁ Μιχαίας καὶ μὲ ἐμίσθωσε καὶ ἔγινα ἱερεὺς εἰς αὐτόν».

Κριτ. 18,5

καὶ εἶπαν αὐτῷ· ἐπερώτησον δὴ ἐν τῷ Θεῷ, καὶ γνωσόμεθα εἰ εὐοδωθήσεται ἡ ὁδὸς ἡμῶν, ἐν ᾗ ἡμεῖς πορευόμεθα ἐν αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι εἶπαν πρὸς αὐτόν· «ἐρώτησε, σὲ παρακαλοῦμεν, τὸν Θεὸν διὰ νὰ μάθωμεν ἐὰν θὰ κατευοδωθῇ τὸ ταξίδιόν μας, ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον πορευόμεθα».

Τρεμπέλα

Οἱ πέντε κατάσκοποι τοῦ εἶπαν: «Τότε λοιπὸν ἐρώτησε, σὲ παρακαλοῦμεν, τὸν Θεόν, διὰ νὰ μάθωμεν ἐὰν θὰ εὐοδωθῇ ἡ ἀποστολή μας καὶ ἐὰν θὰ ἐπιτύχῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πραγματοποιήσωμεν».

Κριτ. 18,6

καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἱερεύς· πορεύεσθε ἐν εἰρήνῃ· ἐνώπιον Κυρίου ἡ ὁδὸς ὑμῶν, ἐν ᾗ πορεύεσθε ἐν αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτοὺς ὁ Λευίτης ἐκεῖνος ἱερεύς· «πηγαίνετε εἰρηνικοί, ὁ δρόμος καὶ ὁ σκοπός σας εἶναι μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ Κυρίου».

Τρεμπέλα

Ὁ ἱερεὺς τοὺς ἀπάντησε: «Πηγαίνετε εἰς τὸ καλὸν εἰρηνικοὶ καὶ ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε ἀνησυχίαν. Ἡ ἀποστολὴ ποὺ ἐπιχειρεῖτε καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖτε, μὲ τὴν ἔγκρισιν, τὴν εὐλογίαν καὶ κάτω ἀπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κυρίου».

Κριτ. 18,7

καὶ ἐπορεύθησαν οἱ πέντε ἄνδρες καὶ ἦλθον εἰς Λαισά· καὶ εἶδαν τὸν λαὸν τὸν ἐν μέσῳ αὐτῆς καθήμενον ἐπ’ ἐλπίδι, ὡς κρίσις Σιδωνίων ἡσυχάζουσα, καὶ οὐκ ἔστι διατρέπων ἢ καταισχύνων λόγον ἐν τῇ γῇ, κληρονόμος ἐκπιέζων θησαυρούς, καὶ μακράν εἰσι Σιδωνίων καὶ λόγον οὐκ ἔχουσι πρὸς ἄνθρωπον.

Κολιτσάρα

Οἱ πέντε ἐκεῖνοι ἄνδρες συνέχισαν τὴν πορείαν των καὶ ἦλθον εἰς Λαισά. Εἶδον τὸν λαὸν τὸν κατοικοῦντα εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν νὰ κάθεται ἀμέριμνος καὶ ὕσυχος ὅπως ἥσυχοι κατοικοῦσαν οἱ ἄνθρωποι τῆς μεγάλης πόλεως Σιδών. Εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν Λαισὰ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ποὺ νὰ φιλονικῇ μὲ τὸν ἄλλον, νὰ ἐντροπιάζῃ καὶ νὰ ἐξευτελίζῃ μὲ τὰ λόγια του ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, οὔτε καὶ κληρονόμος ἐπιζητῶν διὰ τῆς βίας νὰ κληρονομήσῃ θησαυρούς. Ἐπὶ πλέον ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Σιδῶνος καὶ δὲν εἶχαν καμμίαν διαφορὰν πρὸς κανένα ἄνθρωπον ἀπὸ τοὺς γύρω λαούς.

Τρεμπέλα

Κατόπιν οἱ πέντε ἄνδρες ἀνεχώρησαν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν πόλιν Λαισά. Καὶ εἶδαν ὅτι ὁ λαός, ποὺ ἑκατοικοῦσε εἰς αὐτήν, εἶναι ἥσυχος, ἀμέριμνος καὶ ἀσφαλής, ὅπως ἐζοῦσαν οἱ κάτοικοι τῆς (μεγάλης πόλεως τῶν Φοινίκων) Σιδῶνος ἥσυχοι καὶ ἀσφαλεῖς. Δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν (τὴν Λαισά) ἄνθρωπος, ποὺ να ἀντιλέγῃ εἰς τὸν ἄλλον ἢ νὰ ἐντροπιάζῃ μὲ τὰ λόγια του τὸν ἄλλον· δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος, ποὺ νὰ πιέζῃ τὸν ἄλλον, διὰ νὰ κληρονομήσω τὴν περιουσίαν του. (Δι’ αὐτό) ἦσαν τελείως εἰρηνικοὶ καὶ ἥσυχοι. Ἀκόμη οἱ κάτοικοι τῆς Λαισὰ εὑρίσκοντο μακριὰ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Σιδῶνος καὶ δὲν εἶχαν ἐμπορικὲς συναλλαγὲς ἢ σύνδεσμον μὲ κανένα ἄλλον ἄνθρωπον (ἀπὸ τοὺς λαοὺς ποὺ γειτονεύουν μὲ αὐτούς).

Κριτ. 18,8

καὶ ἦλθον οἱ πέντε ἄνδρες πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν εἰς Σαραὰ καὶ Ἐσθαὸλ καὶ εἶπον τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν· τί ὑμεῖς κάθησθε;

Κολιτσάρα

Οἱ πέντε κατάσκοποι ἐπανῆλθαν εἰς τοὺς ἀδελφούς των εἰς Σαραὰ καὶ Ἐσθαὸλ καὶ εἶπαν πρὸς αὐτούς· «τί κάθεσθε ἐδῶ καὶ χάνετε τὸν καιρόν σας;»

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ πέντε ἄνδρες ἐπέστρεψαν πίσω εἰς τοὺς ἀδελφούς των εἰς τὶς πόλεις Σαραὰ καὶ Ἐσθαὸλ καὶ τοὺς εἶπαν: «Διατί μένετε ἀκίνητοι καὶ ἀδρανεῖς;»

Κριτ. 18,9

καὶ εἶπαν· ἀνάστητε καὶ ἀναβῶμεν ἐπ’ αὐτούς, ὅτι εἴδομεν τὴν γῆν καὶ ἰδοὺ ἀγαθὴ σφόδρα· καὶ ὑμεῖς ἡσυχάζετε; μὴ ὀκνήσητε τοῦ πορευθῆναι καὶ εἰσελθεῖν τοῦ κληρονομῆσαι τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐν συνεχείᾳ τοὺς εἶπαν· «σηκωθῆτε καὶ ἑτοιμασθῆτε νὰ βαδίσωμεν ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, διότι κατεσκοπεύσαμεν τὴν χώραν των καὶ τὴν εἴδομεν πολὺ εὔφορον καὶ πλουσίαν. Καὶ σεῖς ἀκόμη ἡσυχάζετε ἐδῶ; Μὴ ἀμελήσετε νὰ βαδίσετε καὶ νὰ εἰσέλθετε εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ νὰ τὴν κατακτήσετε ὡς ἰδικήν σας πλέον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀκόμη (οἱ πέντε ἄνδρες τούς) εἶπαν: «Ἐμπρός, σηκωθῆτε διὰ νὰ ἐπιτεθῶμεν ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, διότι εἴδαμε τὴν χώραν, καὶ νά· αὐτὴ εἶναι πάρα πολὺ εὔφορη καὶ πλουσία· καὶ σεῖς κάθεσθε ἀργοί, ἀκίνητοι καὶ ἄπρακτοι; Μὴ βαρεθῆτε καὶ μὴ βραδύνετε νὰ προχωρήσετε καὶ νὰ εἰσέλθετε καὶ νὰ κατακτήσετε τὴν χώραν.

Κριτ. 18,10

καὶ ἡνίκα ἐὰν ἔλθητε, εἰσελεύσεσθε πρὸς λαὸν ἐπ’ ἐλπίδι, καὶ ἡ γῆ πλατεῖα, ὅτι ἔδωκεν αὐτὴν ὁ Θεὸς ἐν χειρὶ ὑμῶν, τόπος, ὅπου οὐκ ἔστιν ἐκεῖ ὑστέρημα παντὸς ῥήματος τῶν ἐν τῇ γῇ.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ εἰσέλθετε διὰ τὴν κατάκτησιν αὐτῆς τῆς χώρας θὰ βρῆτε ἕνα λαὸν ἥσυχον καὶ εἰρηνικὸν καὶ μίαν χώραν εὐρεῖαν καὶ πλουσίαν. Ὁ δὲ Θεός, ὅπως μᾶς ἐπληροφόρησεν ὁ Λευίτης ἱερεύς, ἔχει παραδώσει εἰς τὰ χέρια σας τὴν χώραν αὐτήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τίποτε δὲν λείπει».

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν φθάσετε ἐκεῖ, θὰ συναντήσετε ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνύποπτος, εἰρηνικὸς καὶ δὲν ἔχει πεῖραν πολέμου· θὰ διαπιστώσετε ὅτι ἡ χώρα εἶναι ἐκτεταμένη, μεγάλη. Ἀκόμη (πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅπως μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ Λευίτης - ἱερεύς) ὅτι ὁ Θεὸς τὴν παρέδωκεν εἰς τὰ χέρια σας. Ἐπίσης ἡ χώρα αὐτὴ εἶναι πλούσια, δὲν ἔχει καμμίαν ἔλλειψιν ἀπὸ κανένα πρᾶγμα, ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν εἰς τὴν γῆν.

Κριτ. 18,11

Καὶ ἀπῇραν ἐκεῖθεν ἀπὸ δήμων τοῦ Δὰν ἀπὸ Σαραὰ καὶ ἀπὸ Ἐσθαὸλ ἑξακόσιοι ἄνδρες ἐζωσμένοι σκεύη παρατάξεως.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως ἑξακόσιοι ἄνδρες ἀπὸ τοὺς δήμους τῆς φυλῆς Δὰν ἐξεκίνησαν ζωσμένοι μὲ τὰ πολεμικά των ὅπλα, ἀπὸ τὰς πόλεις Σαραὰ καὶ Ἐσθαόλ.

Τρεμπέλα

Ἔτσι ἐξεκίνησαν ἀπὸ ἐκεῖ, ἀπὸ τὶς διάφορες οἰκογένειες τῆς φυλῆς Δάν, ἀπὸ τὶς πόλεις Σαραὰ καὶ Ἐσθαόλ, ἑξακόσιοι ἄνδρες ὠπλισμένοι μὲ ὅπλα πολεμικά.

Κριτ. 18,12

καὶ ἀνέβησαν καὶ παρενέβαλον ἐν Καριαθιαρὶμ ἐν Ἰούδα· διὰ τοῦτο ἐκλήθη ἐν ἐκείνῳ τῷ τόπῳ Παρεμβολὴ Δὰν ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, ἰδοὺ ὀπίσω Καριαθιαρίμ.

Κολιτσάρα

Ἀνέβησαν καὶ ἐστρατοπέδευσαν εἰς τὴν πόλιν Καριαθιαρὶμ τῆς φυλῆς Ἰούδα. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ τόπος ἐκεῖνος ὠνομάσθη «Στρατόπεδον Δάν» μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς. Ἡ τοποθεσία αὐτὴ εὑρίσκεται εἰς τὰ δυτικὰ τῆς Καριαθιαρίμ.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ ἐπροχώρησαν, ἀνέβηκαν καὶ ἐστρατοπέδευσαν εἰς τὴν πόλιν Καριαθιαρίμ, εἰς τὴν περιοχὴν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα. Διὰ τοῦτο ὠνομάσθη ὁ τόπος ἐκεῖνος «Στρατόπεδον τοῦ Δάν» μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ γράφονταί οἱ γραμμὲς αὐτές. Καὶ ἡ τοποθεσία αὐτή, νά· εὑρίσκονται εἰς τὰ δυτικὰ τῆς πόλεως Καριαθιαρίμ.

Κριτ. 18,13

καὶ παρῆλθον ἐκεῖθεν ὄρος Ἐφραὶμ καὶ ἦλθον ἕως οἴκου Μιχαία.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ ἐκεῖ ἀνέβησαν εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς φυλῆς Ἐφραὶμ καὶ ἦλθον ἕως εἰς τὸν οἶκον τοῦ Μιχαία.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπροχώρησαν πρὸς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς φυλῆς τοῦ Ἐφραὶμ καὶ ἔφθασαν μέχρι τὸ σπίτι τοῦ Μιχαία,

Κριτ. 18,14

καὶ ἀπεκρίθησαν οἱ πέντε ἄνδρες οἱ πορευόμενοι κατασκέψασθαι τὴν γῆν Λαισὰ καὶ εἶπαν πρὸς τοὺς ἀδελφούς· ἔγνωτε ὅτι ἐστὶν ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐφὼδ καὶ θεραφὶν καὶ γλυπτὸν καὶ χωνευτόν; καὶ νῦν γνῶτε ὅ,τι ποιήσετε.

Κολιτσάρα

Οἱ πέντε ἄνδρες οἱ ὁποῖοι εἶχαν προηγουμένως πορευθῇ διὰ νὰ κατασκοπεύσουν τὴν χώραν Λαισά, εἶπαν τότε πρὸς τοὺς ὁμοφύλους των· «γνωρίζετε ὅτι εἰς τὸν οἶκον τοῦτον τοῦ Μιχαία ὑπάρχει ἱερατικὸν ἄμφιον ἐφώδ, θεραφίν, χωνευτὸν καὶ γλυπτὸν ἄγαλμα; Μάθετέ το τώρα καὶ κάμετε ὅ,τι νομίζετε».

Τρεμπέλα

Κατόπιν οἱ πέντε ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν διὰ νὰ ἐξετάσουν μὲ προσοχήν, νὰ ἐξερευνήσουν τὴν χώραν, δηλαδὴ τὴν Λαισά, ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπαν εἰς τοὺς ἀδελφούς των (τοὺς ἄλλους ἄνδρες τῆς φυλῆς των): «Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὸ σπίτι αὐτὸ ὑπάρχει (ἱερατικὸν ἔνδυμα) ἐφὼδ καὶ (ἐφέστιοι θέοι, ἀγαλματίδια) θεραφὶν καὶ ξύλινον (σκαλιστόν) ἄγαλμα σκεπασμένον μέ (χυτόν) μέταλλον; Τώρα λοιπόν, ποὺ τὸ ἐμάθατε, σκεφθῆτε καὶ ἀποφασίσετε τὶ πρέπει νὰ κάμετε».

Κριτ. 18,15

καὶ ἐξέκλιναν ἐκεῖ καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον τοῦ νεανίσκου τοῦ Λευίτου, εἰς τὸν οἶκον Μιχαία, καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν εἰς εἰρήνην.

Κολιτσάρα

Οἱ πέντε αὐτοὶ ἄνδρες ἐλοξοδρόμησαν πρὸς τὰ ἐκεῖ, εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον τοῦ νεαροῦ Λευίτου ἱερέως, εἰς τὸν οἶκον τοῦ Μιχαία καὶ ἐχαιρέτησαν αὐτὸν χαιρετισμὸν εἰρήνης.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ πέντε ἄνδρες ἐλοξοδρόμησαν πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἐμπῆκαν εἰς τὸ διαμέρισμα τοῦ νεαροῦ, τοῦ Λευίτῃ, εἰς τὸ σπίτι τοῦ Μιχαία καὶ τοῦ εὐχήθηκαν εἰρήνην καὶ εὐτυχίαν.

Κριτ. 18,16

καὶ οἱ ἑξακόσιοι ἄνδρες οἱ ἀνεζωσμένοι τὰ σκεύη τῆς παρατάξεως αὐτῶν ἑστῶτες παρὰ θύρας τῆς πύλης, οἱ ἐκ τῶν υἱῶν Δάν.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ ἄλλοι ἑξακόσιοι ἄνδρες, οἱ τῆς φυλῆς Δάν, οἱ ὡπλισμένοι μὲ τὰ πολεμικά των σκεύη, ἔμειναν ὄρθιοι εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πύλην τῆς ἀγροτικῆς αὐτῆς κατοικίας.

Τρεμπέλα

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ἑξακόσιοι ἄνδρες, οἱ ὡπλισμένοι μὲ τὰ πολεμικά των ὅπλα, οἱ ὁποῖοι προήρχοντο ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Δάν, ἐστέκοντο εἰς τὴν ἐξώθυραν τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Μιχαία.

Κριτ. 18,17

καὶ ἀνέβησαν οἱ πέντε ἄνδρες οἱ πορευθέντες κατασκέψασθαι τὴν γῆν καὶ εἰσῆλθον ἐκεῖ εἰς οἶκον Μιχαία, καὶ ὁ ἱερεὺς ἑστώς·

Κολιτσάρα

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ πέντε ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν προηγουμένως κατασκοπεύσει τὴν χώραν, εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον τοῦ Μιχαία. Ὁ Λευίτης ἱερεὺς ἦτο ὄρθιος.

Τρεμπέλα

Τότε οἱ πέντε ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν (προηγουμένως) διὰ νὰ ἐξετάσουν μὲ προσοχήν, νὰ ἐξερευνήσουν τὴν χώραν, ἐπροχώρησαν καὶ ἐμπῆκαν εἰς τὸ σπίτι τοῦ Μιχαία· ὁ δὲ (Λευίτης) ἱερεὺς ἦταν ἐκεῖ ὅρθιος (εἰς τὸ διαμέρισμά του)·

Κριτ. 18,18

καὶ ἔλαβον τὸ γλυπτὸν καὶ τὸ ἐφὼδ καὶ τὸ θεραφὶν καὶ τὸ χωνευτόν. καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὁ ἱερεύς· τί ὑμεῖς ποιεῖτε;

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι ἥρπασαν τὸ γλυπτὸν ἄγαλμα, τὸ ἱερατικὸν ἔνδυμα ἐφὼδ καὶ τὸ χυτὸν ἄγαλμα. Ὁ Λευίτης - ἱερεὺς εἶπε πρὸς αὐτούς· «τί εἶναι αὐτὸ ποῦ κάνετε;»

Τρεμπέλα

καὶ (αὐτοί) ἐπῆραν τὸ (ἱερατικὸν ἔνδυμα) ἐφώδ καὶ τὰ (ἀγαλματίδια) θεραφιν καὶ τὸ ξύλινον (σκαλιστὸν) ἄγαλμα. Ὁ δὲ (Λευίτης) ἱερεύς, ὅταν τοὺς εἶδε νὰ παίρνουν ὅλα αὐτά, τοὺς εἶπε: «Τί κάμνετε σεῖς;»

Κριτ. 18,19

καὶ εἶπαν αὐτῷ· κώφευσον, ἐπίθες τὴν χεῖρά σου ἐπὶ τὸ στόμα σου καὶ δεῦρο μεθ’ ἡμῶν καὶ γένου ἡμῖν εἰς πατέρα καὶ εἰς ἱερέα· μὴ ἀγαθὸν εἶναί σε ἱερέα οἴκου ἀνδρὸς ἑνὸς ἢ γενέσθαι σε ἱερέα φυλῆς καὶ οἴκου εἰς δῆμον Ἰσραήλ;

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν· «πάψε· βούλωσε τὸ στόμα σου μὲ τὸ χέρι σου, ἔλα μαζῆ μας καὶ γίνε εἰς ἡμᾶς πνευματικὸς πατὴρ καὶ ἱερεύς. Εἶναι, τάχα, καλύτερον διὰ σὲ νὰ εἶσαι ἱερεὺς εἰς τὸν οἶκον ἑνὸς μόνον ἀνδρὸς ἢ νὰ γίνῃς ἱερεὺς μιᾶς ὁλοκλήρου φυλῆς, μιᾶς μεγάλης οἰκογενείας τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ;»

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ τοῦ ἀπάντησαν: «Σιώπα, κλεῖσε τὸ στόμα σου, μὴ εἰπῇς λέξιν καὶ ἀκολούθησέ μας καὶ γίνε ἰδικός μας (πνευματικός) πατέρας (ἰδιαίτερός μας σύμβουλος) καὶ ἱερεύς. Εἶναι μήπως καλύτερα διὰ σὲ νὰ εἶσαι ἱερεὺς τῆς οἰκογενείας ἑνὸς μόνον ἀνθρώπου, ἢ νὰ εἶσαι ἱερεὺς μιᾶς ὁλοκλήρου φυλῆς καὶ μιᾶς μεγάλης (πατριαρχικῆς) οἰκογενείας τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ;»

Κριτ. 18,20

καὶ ἠγαθύνθη ἡ καρδία τοῦ ἱερέως, καὶ ἔλαβε τὸ ἐφὼδ καὶ τὸ θεραφὶν καὶ τὸ γλυπτὸν καὶ τὸ χωνευτὸν καὶ ἦλθεν ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ.

Κολιτσάρα

Ἡ καρδία τοῦ ἱερέως ηὐχαριστήθη ἀπὸ τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἐπῆρεν ὁ ἴδιος τὸ ἐφώδ, τὸ θεραφίν, τὸ γλυπτὸν καὶ τὸ χωνευτὸν ἄγαλμα καὶ ἦλθε μαζῆ των ἐν μέσῳ τῶν ἑξακοσίων ἐκείνων στρατιωτῶν.

Τρεμπέλα

Μὲ αὐτὰ ποὺ ἄκουσε, εὐχαριστήθη πάρα πολύ, ἐκολακεύθη ὁ ἱερεύς· δι’ αὐτὸ ἐπῆρε τὸ (ἱερατικὸν ἔνδυμα) ἐφὼδ καὶ τὰ (ἀγαλματίδια) θεραφὶν καὶ τὸ ξύλινον (σκαλιστὸν) ἄγαλμα τὸ σκεπασμένον μέ (χυτόν) μέταλλον καὶ ἐπροχώρησε καὶ ἦλθε μεταξὺ τοῦ λαοῦ (τῶν ἑξακοσίων ὡπλισμένων ἀνόμων).

Κριτ. 18,21

καὶ ἐπέστρεψαν καὶ ἀπῆλθαν· καὶ ἔθηκαν τὰ τέκνα καὶ τὴν κτῆσιν καὶ τὸ βάρος ἔμπροσθεν αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ἐπέστρεψαν κατόπιν ὅλοι καὶ ἔφυγαν ἀπὸ ἐκεῖ. Ἔβαλαν ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν παράταξίν των τὰ παιδιά των, τὰ ζῶα των καὶ ὅλα τὰ ἄλλα πράγματά των.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ δὲ ἐγύρισαν πίσω καὶ ἔφυγαν μὲ κατεύθυνσιν τὴν Λαισά. Καὶ διὰ νὰ τὰ προφυλάξουν ἔβαλαν τὰ παιδιά των καὶ τὰ ζῶα των καὶ ὅλες τὶς ἀποσκευές των μπροστὰ ἀπὸ τὴν παράταξίν των.

Κριτ. 18,22

αὐτοὶ ἐμάκρυναν ἀπὸ οἴκου Μιχαία καὶ ἰδοὺ Μιχαίας καὶ οἱ ἄνδρες οἱ ἐν ταῖς οἰκίαις ταῖς μετὰ οἴκου Μιχαία ἐβόησαν καὶ κατελάβοντο τοὺς υἱοὺς Δάν.

Κολιτσάρα

Εἶχον πλέον ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὴν ἔπαυλιν τοῦ Μιχαία καὶ ἰδοὺ ὁ Μιχαίας καὶ οἱ ἄνδρες οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν εἰς οἰκίας κοντὰ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Μιχαία, ἐνεφανίσθησαν, ἐφώναξαν καὶ ἐπλησίασαν τοὺς ἄνδρας τῆς φυλῆς Δάν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἀπεμακρύνθησαν ἀρκετὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Μιχαία, ὁ Μιχαίας καὶ οἱ ἄνδρες, τῶν ὁποίων τὰ σπίτια ἐγειτόνευαν μὲ τὸ ἰδικόν του,(ἀφοῦ συνεκεντρώθησαν, πιθανῶς διὰ νὰ δώσουν μάχην), ἔτρεξαν, ἐπρόφθασαν τοὺς ἀπογόνους τῆς φυλῆς τοῦ Δὰν καὶ τοὺς ἐφώναξαν.

Κριτ. 18,23

καὶ ἐπέστρεψαν οἱ υἱοὶ Δὰν τὸ πρόσωπον αὐτῶν καὶ εἶπαν τῷ Μιχαίᾳ· τί ἐστί σοι, ὅτι ἐβόησας;

Κολιτσάρα

Οἱ ἄνδρες τῆς φυλῆς Δὰν ἐστράφησαν ὀπίσω πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπαν εἰς τὸν Μιχαίαν· «τί ἔχεις καὶ κραυγάζεις;» Ὁ Μιχαίας ἀπήντησε·

Τρεμπέλα

Οἱ ἄνθρωποι τῆς φυλῆς Δὰν ἐγύρισαν πίσω τὸ πρόσωπόν των καὶ ἐρώτησαν τὸν Μιχαίαν: «Τί σοῦ συμβαίνει, τὶ σὲ στενοχωρεῖ καὶ φωνάζεις ἔτσι (μαζὶ μὲ αὐτὸν τὸν ὄχλον);»

Κριτ. 18,24

καὶ εἶπε Μιχαίας· ὅτι τὸ γλυπτόν μου, ὃ ἐποίησα, ἐλάβετε καὶ τὸν ἱερέα καὶ ἐπορεύθητε· καὶ τί μοι ἔτι; καὶ τί τοῦτο λέγετε πρός με· τί κράζεις;

Κολιτσάρα

«φωνάζω διότι μοῦ ἐπήρατε τὸ γλυπτὸν τὸ ὁποῖον κατεσκεύασα καὶ τὸν ἱερέα μου καὶ ἐφύγατε. Τί ἄλλο ἠθέλατε νὰ μοῦ κάμετε καὶ μοῦ λέγετε τώρα τί κραυγάζεις;»

Τρεμπέλα

Ὁ Μιχαίας τοὺς εἶπε: «(Φωνάζω) διότι ἐπήρατε τὸ ξύλινον (σκαλιστόν) ἄγαλμά μου, τὸ ὁποῖον κατεσκεύασα διὰ τὸν ἑαυτόν μου, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸν ἱερέα καὶ ἐφύγατε. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ τὶ μοῦ ἔχει μείνει πιά; Καὶ διατί λοιπὸν μὲ ἐρωτᾶτε· «τί φωνάζεις καὶ μᾶς ἐνοχλεῖς;»).

Κριτ. 18,25

καὶ εἶπαν πρὸς αὐτὸν οἱ υἱοὶ Δάν· μὴ ἀκουσθήτω δὴ φωνή σου μεθ’ ἡμῶν, μή ποτε συναντήσωσιν ἡμῖν ἄνδρες πικροὶ ψυχῇ καὶ προσθήσουσι ψυχήν σου καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ οἴκου σου.

Κολιτσάρα

Οἱ ἄνδρες τῆς φυλῆς Δὰν τοῦ εἶπαν· «μὴ ἀκουσθῇ πλέον φωνὴ ἀπὸ τὸ στόμα σου πρὸς ἡμᾶς, διότι ὑπάρχουν μεταξύ μας ἄνδρες ὀξύθυμοι καὶ σκληροὶ μήπως καὶ ὀρμήσουν ἐναντίον σου καὶ ἀφαιρέσουν τὴν ζωὴν τὴν ἰδικήν σου καὶ τὴν ζωὴν ὅλων τῶν ἀνθρώπων τοῦ οἴκου σου».

Τρεμπέλα

Οἱ ἀπόγονοι τῆς φυλῆς Δὰν τοῦ ἀπάντησαν: «Εἶναι καλύτερον διὰ σὲ νὰ σιωπήσῃς καὶ νὰ μὴ ἀκουσθῇ πιὰ ἡ φωνή σου μεταξύ μας, μήπως στενοχωρηθοῦν καὶ ὀργισθοῦν ἀπὸ ἡμᾶς ἄνδρες εὐέξαπτοι καὶ τρομεροὶ καὶ ὁρμήσουν ἐναντίον σου, ὁπότε θὰ ἀφαιρέσουν τὴν ζωήν σου καὶ τὴν ζωὴν τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας σου· ἔτσι θὰ ἀφανισθῇς καὶ σὺ καὶ ἡ οἰκογένειά σου».

Κριτ. 18,26

καὶ ἐπορεύθησαν οἱ υἱοὶ Δὰν εἰς ὁδὸν αὐτῶν· καὶ εἶδε Μιχαίας ὅτι δυνατώτεροί εἰσιν ὑπὲρ αὐτόν, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτοὺς οἱ ἄνδρες τῆς φυλῆς Δὰν συνέχισαν τὸν δρόμον των. Ὁ Μιχαίας εἶδεν ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι ἰσχυρότεροι ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον του.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ ἀπόγονοι τῆς φυλῆς Δὰν ἐπροχώρησαν καὶ συνέχισαν τὸν δρόμον των. Ὅταν δὲ ὁ Μιχαίας εἶδεν ὅτι αὐτοὶ εἶναι περισσότερον δυνατοὶ ἀπὸ αὐτόν, ἐγύρισε πίσω καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ σπίτι του.

Κριτ. 18,27

καὶ οἱ υἱοὶ Δὰν ἔλαβον ὃ ἐποίησε Μιχαίας, καὶ τὸν ἱερέα, ὃς ἦν αὐτῷ, καὶ ἦλθον ἐπὶ Λαισά, ἐπὶ λαὸν ἡσυχάζοντα καὶ πεποιθότα ἐπ’ ἐλπίδι καὶ ἐπάταξαν αὐτοὺς ἐν στόματι ῥομφαίας καὶ τὴν πόλιν ἐνέπρησαν ἐν πυρί·

Κολιτσάρα

Οἱ ἄνδρες τῆς φυλῆς Δὰν ἔχοντες μαζῆ των ὅσα ἱερὰ ἀντικείμενα εἶχε κατασκευάσει ὁ Μιχαίας καὶ τὸν ἱερέα του, ἦλθον εἰς τὴν πόλιν Λαισά, τὴν ὁποίαν κατοικοῦσαν ἄνθρωποι ἥσυχοι μὲ ἀκλόνητον τὴν ἐλπίδα διὰ τὴν ἡσυχίαν των. Οἱ ἄνδρες τῆς φυλῆς Δὰν ἐπετέθησαν ἐναντίον των καὶ τοὺς κατέστρεψαν, τὴν δὲ πόλιν των παρέδωκαν εἰς τὸ πῦρ.

Τρεμπέλα

Οἱ ἀπόγονοι τῆς φυλῆς Δὰν ἐπῆραν τὰ ἱερὰ ἀντικείμενα (εἴδωλα), ποὺ κατεσκεύασεν ὁ Μιχαίας, καὶ τὸν ἱερέα, ποὺ ἦταν κοντά του, καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Λαισά, τῆς ὁποίας ὁ λαὸς ἦταν φιλήσυχος, εἰρηνικός, ἀσφαλής, ἀμέριμνος καὶ ἀνυποψίαστος διὰ πόλεμον. Ἐπετέθησαν ἐναντίον τῶν κατοίκων τῆς πόλεως καὶ τοὺς ἐπέρασαν ὅλους ἀπὸ τὸ στόμα τῆς μαχαίρας καὶ εἰς τὴν πόλιν (Λαισὰ) ἔβαλαν φωτιὰν καὶ τὴν ἔκαυσαν ἐντελῶς.

Κριτ. 18,28

καὶ οὐκ ἦν ὁ ῥυόμενος, ὅτι μακράν ἐστιν ἀπὸ Σιδωνίων, καὶ λόγος οὐκ ἔστιν αὐτοῖς μετὰ ἀνθρώπου, καὶ αὐτὴ ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ οἴκου Ῥαάβ. καὶ ᾠκοδόμησαν τὴν πόλιν καὶ κατεσκήνωσαν ἐν αὐτῇ

Κολιτσάρα

Κανεὶς δὲν ἔσπευσε νὰ τοὺς γλυτώσῃ διότι ἡ πόλις των ἦτο πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὴν Σιδῶνα καὶ διότι ἀκόμη δὲν εἶχον καμμίαν αὐτοὶ ἐπικοινωνίαν μὲ ἄλλον τινὰ γειτονικὸν λαόν. Ἐξ ἄλλου ἡ πόλις των εὑρίσκετο μεμονωμένη καὶ ἀνοχύρωτος εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ οἴκου Ραάβ. Οἱ ἄνδρες τῆς φυλῆς Δὰν ἀνοικοδόμησαν τὴν πόλιν καὶ ἐγκατεστάθησαν εἰς αὐτήν.

Τρεμπέλα

Κανένας δὲν ἔτρεξε νὰ τοὺς γλυτώσῃ, διότι ἡ πόλις εὑρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλιν Σιδῶνα καὶ δὲν ἔχει ἐμπορικὲς συναλλαγὲς ἢ σύνδεσμον μὲ κανένα ἄλλον ἄνθρωπον (ἀπὸ τοὺς γειτονικοὺς λαούς). Ἡ πόλις αὐτή (ἡ Λαισά) εὑρίσκεται εἰς τὴν κοιλάδα τῆς οἰκογενείας Ραάβ (ὥστε ἦταν ἀπομονωμένη, ἀνοχύρωτη καὶ ἑπομένως εὐάλωτη). Καὶ οἱ ἄνδρες τῆς φυλῆς Δὰν ἔκτισαν πάλιν τὴν πόλιν καὶ ἐγκατεστάθησαν εἰς αὐτήν.

Κριτ. 18,29

καὶ ἐκάλεσαν τὸ ὄνομα τῆς πόλεως Δὰν ἐν ὀνόματι Δὰν πατρὸς αὐτῶν, ὃς ἐτέχθη τῷ Ἰσραήλ· καὶ ἦν Οὐλαμαῒς ὄνομα τῆς πόλεως τὸ πρότερον.

Κολιτσάρα

Ἔδωσαν δὲ νέον ὄνομα εἰς αὐτήν, τὸ ὄνομα τοῦ προπάτορός των, τοῦ Δάν, ὁ ὁποῖος ἦτο υἱὸς τοῦ Ἰσραήλ. Τὸ προηγούμενον ὄνομα τῆς πόλεως ἦτο Οὐλαμαΐς.

Τρεμπέλα

Ἄλλαξαν δὲ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως καὶ τὴν ὠνόμασαν Δάν, σύμφωνα μὲ τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς φυλῆς των, τοῦ Δάν, ὁ ὁποῖος ἦταν υἱὸς τοῦ Ἰσραήλ (= Ἰακώβ). Τὰ ὄνομα τῆς πόλεως προηγουμένως ἦταν Οὐλαμαΐς.

Κριτ. 18,30

καὶ ἔστησαν ἑαυτοῖς οἱ υἱοὶ Δὰν τὸ γλυπτόν· καὶ Ἰωνάθαν υἱὸς Γηρσὼν υἱὸς Μανασσῆ, αὐτὸς καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἦσαν ἱερεῖς τῇ φυλῇ Δὰν ἕως ἡμέρας τῆς ἀποικίας τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ οἱ ἄνδρες τῆς φυλῆς Δὰν ἔστησαν τὸ γλυπτὸν ἄγαλμα. Ὁ δὲ Ἰωνάθαν, υἱὸς τοῦ Γηρσών, υἱοῦ τοῦ Μανασσῆ, αὐτὸς καὶ οἱ υἱοί του ἔγιναν ἱερεῖς εἰς τὴν φυλὴν Δὰν μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἐζοῦσαν μακρὰν ἀπὸ τὴν πατρίδα των.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ ἀπόγονοι τῆς φυλῆς Δὰν ἔστησαν ἐκεῖ πρὸς λατρείαν τὸ ξύλινον (σκαλιστόν) ἄγαλμα. Καὶ ὁ Ἰωνάθαν, υἱὸς τοῦ Γηρσών, υἱοῦ τοῦ Μανασσῆ, αὐτός (ὁ Ἰωνάθαν) καὶ τὰ παιδιά του ὑπῆρξαν ἱερεῖς εἰς τὴν φυλὴν τοῦ Δὰν μέχρι τὴν ἡμέραν ποὺ συνεχίζετο ἡ κατοχὴ τῶν Ἰουδαίων ἀπὸ τοὺς Φιλισταίους.

Κριτ. 18,31

καὶ ἔθηκαν ἑαυτοῖς τὸ γλυπτόν, ὃ ἐποίησε Μιχαίας πάσας τὰς ἡμέρας, ἃς ἦν ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ ἐν Σηλώμ.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ ἐχρησιμοποίησαν διὰ τὸν ἑαυτόν των τὸ γλυπτὸν ἄγαλμα ποὺ εἶχε κατασκευάσει ὁ Μιχαίας, ὅταν ἀκόμη ἡ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου εὑρίσκετο εἰς Σηλώμ.

Τρεμπέλα

Ἔτσι οἱ ἀπόγονοι τῆς φυλῆς τοῦ Δὰν ἐγκατέστησαν καὶ ἐλάτρευσαν τὸ ξύλινον (σκαλιστόν) ἄγαλμα, τὸ ὁποῖον κατεσκεύασεν ὁ Μιχαίας, καθ’ ὅλην τὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου (ὅπου ἐλατρεύετο ὁ Θεὸς) εὑρίσκετο εἰς τὴν Σηλώμ.