Μακκαβαίων Δ' 10

Σημειώση για το κεφάλαιο

Το βιβλίο «Μακκαβαίων Δ’» δεν αποτελεί Κανονικό βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Εν τούτοις, κατά τον καθηγητή Παναγιώτη Μπρατσιώτη: «φέρεται ἔν τισι τῶν παλαιῶν χειρογράφων τῆς Ἑλληνικῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ δὴ ἐν τοῖς Α (= Αλεξανδρινός), Σ (= Σιναϊτικός) και Venetus (ενν. Κώδιξι) και παραλαμβάνεται καὶ ὑπό τινων ἐκδοτῶν αὐτῆς, ὑπάρχει δὲ καὶ ἐν ταῖς ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου ἐγκεκριμέναις Αθηναϊκαῖς ἐκδόσεσιν (ἔτη 1844 καὶ 1892)» και του 1928. Επίσης και στην έκδοση της Παλαιάς Διαθήκης (επιμέλειας Alfred Rahlfs) την οποία κυκλοφορεί η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Μακ. Δ' 10,1

Καὶ τούτου τὸν ἀοίδιμον θάνατον καρτερήσαντος, ὁ τρίτος ἤγετο παρακαλούμενος πολλὰ ὑπὸ πολλῶν, ὅπως ἀπογευσάμενος σῴζοιτο.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ καὶ ὁ δεύτερος ἀδελφὸς ἐκέρδισε διὰ τῆς καρτερίας του τὸν ἔνδοξον θάνατον, ὠδηγήθη ὁ τρίτος. Πολλὰς προτροπὰς ἤκουσεν ἀπὸ πολλοὺς νὰ γευθῇ τὰ μολυσμένα φαγητὰ καὶ νὰ σωθῇ.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ καὶ ὁ δεύτερος ἀδελφὸς ὑπέμεινε καρτερικῶς τὸν ἔνδοξον καὶ ἀξιύμνητον θάνατον, ὡδηγήθη ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ ὁ τρίτος ἀδελφός. Ἐνῷ δὲ ὠδηγεῖτο, ἐδέχθη πολλὲς παρακλήσεις καὶ προτροπὲς ἀπὸ πολλοὺς νὰ σώσῃ τὸν ἑαυτόν του γευόμενος κρέατα ποὺ ἐθεωροῦντο ἀκάθαρτα ἀπὸ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον.

Μακ. Δ' 10,2

ὁ δὲ ἀναβοήσας ἔφη· ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι ὁ αὐτός με τοῖς ἀποθανοῦσιν ἔσπειρε πατήρ, καὶ ἡ αὐτὴ μήτηρ ἐγέννησε, καὶ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ἀνετράφημεν δόγμασιν;

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ὅμως μὲ μεγάλην κραυγὴν εἶπεν· «ἀλλὰ ἀγνοεῖτε πράγματι, ὅτι ὁ ἴδιος πατέρας μὲ ἔσπειρε καὶ ἡ ἴδια μητέρα μὲ ἐγέννησε, ὅπως τοὺς πρὸ ὀλίγου μαρτυρήσαντας ἀδελφούς μου, καὶ μὲ τὴν αὐτὴν πίστιν ἀνετράφημεν ὅλοι;

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ὅμως εἶπε μὲ δυνατὴν φωνήν: «Ἀληθῶς ἀγνοεῖτε ὅτι ὁ ἴδιος πατέρας μὲ ἔσπειρεν, ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους δύο ἀδελφούς μου, ποὺ ἤδη ἀπέθαναν μὲ μαρτυρικὸν θάνατον, καὶ ὅτι ἡ ἰδία μητέρα μὲ ἐγέννησεν, ὅπως καὶ αὐτούς, καὶ ἀκόμη ὅτι μὲ τὴν ἰδίαν διδασκαλίαν καὶ πίστιν ἀνατραφήκαμε καὶ ἐκεῖνοι καὶ ἐγώ;

Μακ. Δ' 10,3

οὐκ ἐξόμνυμαι τὴν εὐγενῆ τῆς ἀδελφότητός μου συγγένειαν.

Κολιτσάρα

Δὲν ἀπορρίπτω τὸν εὐγενῆ δεσμὸν τῆς ἀδελφωσύνης.

Τρεμπέλα

Δὲν ἀπαρνοῦμαι τὸν εὐγενῆ δεσμὸν τῆς ἀδελφοσύνης, ποὺ μὲ συνδέει μὲ τοὺς ἀδελφούς μου.

Μακ. Δ' 10,4

πρὸς ταῦτα εἴ τι ἔχετε κολαστήριον προσαγάγετε τῷ σώματί μου· τῆς γὰρ ψυχῆς μου, οὐδ’ ἂν θέλητε ἅψασθαι, δύνασθε.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ἔχετε κανένα ἄλλο βασανιστήριον, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ ἐδῶ, φέρετέ τα διὰ τὸ σῶμα μου. Διότι τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐὰν ἀκόμη θέλετε, δὲν ἠμπορεῖτε οὔτε κἂν νὰ τὴν ἐγγίσετε».

Τρεμπέλα

Ἐὰν ἔχετε κανένα ἄλλο βασανιστικὸν ὄργανον, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχετε ἐδῶ, φέρετε τὸ διὰ τὸν βασανισμὸν τοῦ σώματός μου. Διότι τὴν ψυχήν μου, καὶ ἂν ἀκόμη θελήσετε νὰ τὴν ἐγγίσετε, δὲν θὰ ἠμπορέσετε».

Μακ. Δ' 10,5

οἱ δὲ πικρῶς ἐνέγκαντες τὴν παρρησίαν τοῦ ἀνδρός, ἀρθρεμβόλοις ὀργάνοις τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ τοὺς πόδας ἐξήρθρουν καὶ ἐξ ἁρμῶν ἀναμοχλεύοντες ἐξεμέλιζον,

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι τότε μὲ μοχθηρὰν δυσαρέσκειαν ἀνεχθέντες τὸ θάρρος τοῦ νέου ἐξήρθρωσαν τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας του μὲ ὄργανα στρεβλωτικὰ τῶν ἀρθρώσεων καὶ ἐκβάλλοντες τὰ ὀστᾶ ἀπὸ τοὺς ἁρμοὺς των ἠχρήστευαν τὰ μέλη του,

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ δήμιοι, ἐξαγριωμένοι καὶ μαινόμενοι ἕνεκα τοῦ ἀφόβου καὶ γενναίου θάρρους τοῦ ἀνδρός, ἐξήρθρωναν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του μὲ τὰ βασανιστήρια ὄργανα ποὺ ἐχρησιμοποιοῦντο διὰ τὴν παράλυσιν τῶν ἁρμῶν τοῦ σώματος, βγάζοντας δὲ καὶ ξερριζώνοντας τὰ ὀστᾶ ἀπὸ τὶς ἀρθρώσεις καὶ τὶς κλειδώσεις των τὸν ἀκρωτηρίαζαν·

Μακ. Δ' 10,6

καὶ τοὺς δακτύλους καὶ τοὺς βραχίονας καὶ τὰ σκέλη καὶ τοὺς ἀγκῶνας περιέκλων.

Κολιτσάρα

καὶ ἐτσάκιζαν τὰ δάκτυλα, τοὺς βραχίονας, τὰ σκέλη καὶ τοὺς ἀγκῶνας.

Τρεμπέλα

λυγίζοντες δὲ ἐτσάκιζαν τὰ δάκτυλα καὶ τοὺς βραχίονες καὶ τὰ σκέλη καὶ τοὺς ἀγκῶνες.

Μακ. Δ' 10,7

καὶ κατὰ μηδένα τρόπον ἰσχύοντες αὐτὸν ἄγξαι περισύραντες τὸ δέρμα σὺν ἄκραις ταῖς τῶν δακτύλων κορυφαῖς ἀπεσκύθιζον· καὶ εὐθέως ἦγον ἐπὶ τὸν τροχόν,

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ ὅμως μὲ κανένα τρόπον δὲν ἦσαν τόσον ἰσχυροί, ὥστε νὰ δημιουργήσουν ἀπόγνωσιν, ἀφοῦ ἐτράβηξαν τὸ δέρμα γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα μαζῆ μὲ τὰς κορυφὰς τῶν δακτύλων, ἤρχισαν νὰ τὸν γδέρνουν καὶ ἔτσι τὸν ὡδήγησαν ἀμέσως εἰς τὸν τροχόν.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ὅμως μὲ κανένα τρόπον δὲν ἠμποροῦσαν να τὸν βιάσουν καὶ νὰ τοῦ δημιουργήσουν στενοχωρίαν καὶ ἀπόγνωσιν, ἀφοῦ ἀπέσπασαν τραβώντας ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τὸ δέρμα μὲ τὰ ἄκρα τῶν σιδιρένιων δακτύλων (σιδερένιων γαντιῶν μὲ μυτερὰ νύχια), τὸν ἔγδερναν, ὅπως ἔκαμναν οἱ βάρβαροι Σκύθαι εἰς τοὺς αἰχμαλώτους των. Καὶ ἀμέσως τὸν ὡδήγησαν εἰς τὸ βασανιστικὸν ὄργανον ποὺ ἐλέγετο τροχός.

Μακ. Δ' 10,8

περὶ ὃν ἐκ σπονδύλων ἐκμελιζόμενος ἑώρα τὰς ἑαυτοῦ σάρκας περιλακιζομένας καὶ κατὰ σπλάγχνων σταγόνας αἵματος ἀπορρεούσας.

Κολιτσάρα

Καθὼς δὲ τὸν περιέστρεφαν, ἤρχισεν αὐτὸς νὰ σπαράσσεται ἀπὸ τῆς σπονδυλικὴς στήλης καὶ ἔβλεπε τὰς σάρκας του νὰ διασκορπίζωνται εἰς μικρὰ κομμάτια καὶ ἀπὸ τὰ σπλάγχνα του νὰ ρέουν σταγόνες αἵματος.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ δὲ τὸν περιέστρεφαν καὶ οἱ σπόνδυλοί του ἐξηρθρώνοντο καὶ τὸ σῶμα του ἠκρωτηριάζετο, ἔβλεπεν ὁ μάρτυς τὶς σάρκες του νὰ καταξεσχίζωνται καὶ νὰ κατακομματιάζωνται καὶ ἀπὸ τὰ σπλάγχνα του νὰ τρέχουν καὶ νὰ χύνωνται σταγόνες αἵματος.

Μακ. Δ' 10,9

μέλλων δὲ ἀποθνῄσκειν ἔφη·

Κολιτσάρα

Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀποθάνῃ, εἶπεν·

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἐπρόκειτο νὰ ἀποθάνῃ, εἶπεν:

Μακ. Δ' 10,10

ἡμεῖς μέν, ὦ μιαρώτατε τύραννε, διὰ παιδείαν καὶ ἀρετὴν Θεοῦ ταῦτα πάσχομεν·

Κολιτσάρα

«ἡμεῖς, μιαρώτατε τύραννε, ὑποφέρομεν τὰ δεινὰ αὐτὰ ὡς δοκιμασίαν ἀπὸ τὸν Θεὸν χάριν τῆς ἰδικῆς μας τελειώσεως εἰς τὴν ἀρετήν.

Τρεμπέλα

«Ἐμεῖς μέν, ἀπαίσιε, ἀκάθαρτε, σιχαμερώτατε τύραννε, ὑποφέρομεν τὰ δεινὰ αὐτὰ βασανιστήρια ἕνεκα τῆς θεοσεβοῦς παιδαγωγίας καὶ ἀρετῆς·

Μακ. Δ' 10,11

σὺ δὲ διὰ τὴν ἀσέβειαν καὶ μιαιφονίαν ἀκαταλύτους καρτερήσεις βασάνους. -

Κολιτσάρα

Σὺ ὅμως ἐξ αἰτίας τῆς ἀσεβείας σου καὶ τῶν ἀνιέρων φόνων, ποὺ διαπράττεις, θὰ ὑποστῇς αἰώνια βασανιστήρια». -

Τρεμπέλα

σὺ ὅμως ἕνεκα τῆς ἀσεβείας καὶ τοῦ φόνου ἀθώων ἀνθρώπων θὰ ὑποστῇς ἀτελείωτα, αἰώνια βασανιστήρια».

Μακ. Δ' 10,12

Καὶ τούτου θανόντος ἀδελφοπρεπῶς, τὸν τέταρτον ἐπεσπῶντο λέγοντες·

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ καὶ αὐτὸς ἀπέθανεν ἀνταξίως τῶν ἀδελφῶν του, ἔσυραν τὸν τέταρτον ἐκεῖ πλησίον καὶ τοῦ ἐλεγαν·

Τρεμπέλα

Ὅταν ἀπέθανε καὶ αὐτὸς κατὰ τρόπον ἀντάξιον μὲ ἐκεῖνον τῶν ἀδελφῶν του, οἱ δήμιοι ἄρχισαν νὰ σύρουν τὸν τέταρτον ἀδελφόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔλεγαν:

Μακ. Δ' 10,13

μὴ συμμανῇς καὶ σὺ τοῖς ἀδελφοῖς σου τὴν αὐτὴν μανίαν, ἀλλὰ πεισθεὶς τῷ βασιλεῖ, σῷζε σεαυτόν.

Κολιτσάρα

«μὴ θελήσῃς νὰ συμμερισθῇς καὶ σὺ τὴν ἰδίαν μανίαν μὲ τοὺς ἀδελφούς σου. Ὑπάκουσε εἰς τὸν βασιλέα καὶ σῶσε τὸν ἑαυτόν σου».

Τρεμπέλα

«Μὴ κυριευθῇς καὶ σὺ ἀπὸ τὴν ἰδίαν μανίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκυριεύθησαν καὶ οἱ ἀδελφοί σου, ἀλλὰ σῶζε τὸν ἑαυτόν σου, ἀφοῦ ὑπακούσῃς εἰς τὸν βασιλιᾶ».

Μακ. Δ' 10,14

ὁ δὲ αὐτοῖς ἔφη· οὐχ οὕτως καυστικώτερον ἔχετε κατ’ ἐμοῦ τὸ πῦρ ὥστε με δειλανδρῆσαι.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ὅμως ἀπήντησεν εἰς αὐτούς· «δὲν ἔχει τόσον μεγαλυτέραν καυστικὴν ἐνέργειαν τὸ πῦρ ἐναντίον μου, παρ’ ὅσον εἰς τοὺς ἀδελφούς μου, ὥστε νὰ μὲ κάμετε νὰ δείξω δειλίαν.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς ἀπάντησε: «Ἡ φωτιὰ δὲν ἔχει καυστικωτέραν ἐνέργειαν ἐναντίον μου ἀπὸ ἐκείνην ποὺ εἶχεν εἰς τοὺς ἀδελφούς μου, ὥστε νὰ μὲ κάμῃ νὰ δειλιάσω καὶ φανῶ ἄνανδρος.

Μακ. Δ' 10,15

μὰ τὸν μακάριον τῶν ἀδελφῶν μου θάνατον καὶ τὸν αἰώνιον τοῦ τυράννου ὄλεθρον καὶ τὸν ἀΐδιον τῶν εὐσεβῶν βίον οὐκ ἀρνήσομαι τὴν εὐγενῆ ἀδελφότητα.

Κολιτσάρα

Ὁρκίζομαι εἰς τὸν μακάριον θάνατον τῶν ἀδελφῶν μου καὶ εἰς τὸν αἰώνιον ὄλεθρον τοῦ τυράννου, ὅπως ἐπίσης καὶ εἰς τὴν αἰωνίαν ζωὴν τῶν εὐσεβῶν, ὅτι δὲν θὰ ἀρνηθῶ τὸν εὐγενῆ ἀδελφικόν μου σύνδεσμον.

Τρεμπέλα

Ὄχι· μὰ τὸν μακάριον, εὐτυχῆ καὶ εὐλογημένον μαρτυρικὸν θάνατον τῶν ἀδελφῶν μου καὶ τὸν αἰώνιον ὄλεθρον τοῦ τυράννου (βασιλιᾶ Ἀντιόχον Δ') καὶ τὴν αἰωνίαν ζωὴν τῶν εὐσεβῶν, δὲν θὰ ἀρνηθῶ τὸν εὐγενῆ ἀδελφικόν μας σύνδεσμον.

Μακ. Δ' 10,16

ἐπινόει, τύραννε, βασάνους, ἵνα καὶ διὰ τούτων μάθῃς, ὅτι ἀδελφός εἰμι τῶν προβασανισθέντων.

Κολιτσάρα

Ἐπινόησε, τύραννε, καὶ ἄλλα βασανιστήρια, διὰ νὰ μάθῃς καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ὅτι εἶμαι ἀδελφὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως ἐβασανίσθησαν.

Τρεμπέλα

Σχεδίαζε καὶ ἐφεύρισκε, τύραννε, βασανιστήρια, ὥστε καὶ δι’ αὐτῶν νὰ μάθῃς ὅτι εἶμαι ἀδελφὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐβασανίσθησαν πρὶν ἀπὸ ἐμέ.

Μακ. Δ' 10,17

ταῦτα ἀκούσας ὁ αἱμοβόρος καὶ φονώδης καὶ παμμιαρώτατος Ἀντίοχος, ἐκέλευσε τὴν γλῶτταν αὐτοῦ ἐκτεμεῖν.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἤκουσε τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ αἱμοβόρος καὶ ἐγκληματικὸς καὶ παμμιαρώτατος Ἀντίοχος, διέταξε νὰ τοῦ ἀποκόψουν τὴν γλῶσσαν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ αἱμοβόρος, φονικὸς καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἀπαίσιος, ἀκάθαρτος καὶ μιαρὸς Ἀντίοχος Δ', διέταξε νὰ τοῦ ἀποκόψουν τὴν γλῶσσαν.

Μακ. Δ' 10,18

ὁ δὲ ἔφη· κἂν ἀφέλῃς τὸ τῆς φωνῆς ὄργανον, καὶ σιωπώντων ἀκούει ὁ Θεός·

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ὅμως ἐπρόφθασε νὰ εἴπῃ· «καὶ ἐὰν μοῦ ἀφαίρεσῃς τὸ ὄργανον τῆς ὁμιλίας, ὁ Θεὸς μὲ ἀκούει, ὅπως ἀκούει καὶ ὅσους σιωποῦν.

Τρεμπέλα

Ὁ νεαρὸς ὅμως μάρτυς (πρὶν τοῦ κόψουν τὴν γλῶσσαν) εἶπεν: «Ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη μου ἀφαιρέσῃς τὸ ὄργανον τοῦ λόγον, ὁ Θεὸς μὲ ἀκούει, διότι Ἐκεῖνος ἀκούει καὶ ὅσους σιωποῦν.

Μακ. Δ' 10,19

ἰδοὺ προκεχάλασται ἡ γλῶσσα, τέμνε, οὐ γὰρ παρὰ τοῦτο τὸν λογισμὸν ἡμῶν γλωσσοτομήσεις.

Κολιτσάρα

Ἰδού, ἔχει βγῆ ἔξω ἡ γλῶσσα μου καὶ κόψε αὐτήν. Δὲν ἠμπορεῖς βεβαίως μαζῆ μὲ αὐτὴν νὰ κόψῃς σὰν τὴν γλῶσσαν καὶ τὸν λογισμόν.

Τρεμπέλα

Ἰδού, ἡ γλῶσσα μου ἔχει βγῆ ἔξω, κόψε την! Διότι καὶ ἂν τὴν κόψῃς, δὲν σημαίνει ὅτι μὲ αὐτὸ θὰ κόψῃς καὶ τὸν λογισμόν μου.

Μακ. Δ' 10,20

ἡδέως ὑπὲρ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ τὰ τοῦ σώματος μέλη ἀκρωτηριαζόμεθα.

Κολιτσάρα

Μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν δεχόμεθα ἀκρωτηριασμὸν τῶν μελῶν τοῦ σώματός μας χάριν τοῦ θείου νόμου.

Τρεμπέλα

Μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν δεχόμεθα νὰ ἀκρωτηριασθοῦν τὰ μέλη τοῦ σώματός μας χάριν τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ.

Μακ. Δ' 10,21

σὲ δὲ ταχέως μετελεύσεται ὁ Θεός, τὴν γὰρ τῶν θείων ὕμνων μελῳδὸν γλῶτταν ἐκτέμνεις.

Κολιτσάρα

Σὲ ὅμως ταχέως θὰ καταδιώξῃ ὁ Θεός, διότι ἀποκόπτεις τὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία ψάλλει τὰς μελῳδίας τῶν θείων ὕμνων».

Τρεμπέλα

Ἐσένα ὅμως γρήγορα θὰ σὲ ἐπισκεφθῇ (τιμωρήσῃ) ὁ Θεός, διότι ἀποκόπτεις τὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία ψάλλει μελωδικῶς τοὺς θείους ὕμνους».