Μακκαβαίων Δ' 9
Σημειώση για το κεφάλαιο
Το βιβλίο «Μακκαβαίων Δ’» δεν αποτελεί Κανονικό βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Εν τούτοις, κατά τον καθηγητή Παναγιώτη Μπρατσιώτη: «φέρεται ἔν τισι τῶν παλαιῶν χειρογράφων τῆς Ἑλληνικῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ δὴ ἐν τοῖς Α (= Αλεξανδρινός), Σ (= Σιναϊτικός) και Venetus (ενν. Κώδιξι) και παραλαμβάνεται καὶ ὑπό τινων ἐκδοτῶν αὐτῆς, ὑπάρχει δὲ καὶ ἐν ταῖς ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου ἐγκεκριμέναις Αθηναϊκαῖς ἐκδόσεσιν (ἔτη 1844 καὶ 1892)» και του 1928. Επίσης και στην έκδοση της Παλαιάς Διαθήκης (επιμέλειας Alfred Rahlfs) την οποία κυκλοφορεί η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Μακ. Δ' 9,1
Τί μέλλεις, ὦ τύραννε; ἕτοιμοι γάρ ἐσμεν ἀποθνήσκειν ἢ παραβαίνειν τὰς πατρίους ἡμῶν ἐντολάς·
Κολιτσάρα
Διατί βραδύνεις, τύραννε; Εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀποθάνωμεν, παρὰ νὰ παραβῶμεν τὰς προγονικάς μας ἐντολάς.
Τρεμπέλα
Διατί ἀναβάλλεις καὶ καθυστερεῖς νὰ προχωρήσεις, τύραννε; Διότι ἠμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀποθάνωμεν μᾶλλον παρὰ νὰ παραβῶμεν τὶς ἐντολὲς ποὺ παρελάβαμε ἀπὸ τοὺς προπάτορές μας.
Μακ. Δ' 9,2
αἰσχυνόμεθα γὰρ τοὺς προγόνους ἡμῶν εἰκότως, εἰ μὴ τῇ τοῦ νόμου εὐπειθείᾳ καὶ συμβούλῳ Μωσῇ χρησαίμεθα.
Κολιτσάρα
Διότι ἐντρεπόμεθα, εὐλόγως, τοὺς προγόνους μας, ἐὰν δὲν ἐπιδείξωμεν ὑπακοὴν εἰς τὸν Νόμον καὶ δὲν ἔχωμεν σύμβουλόν μας τὸν Μωϋσέα.
Τρεμπέλα
Διότι εὐλόγως καὶ δικαίως ἐντρεπόμεθα τοὺς προγόνους μας, ἐὰν τυχὸν δὲν πειθαρχήσωμεν εἰς τὸν Νόμον καὶ ἐὰν δὲν ἔχωμεν ὡς σύμβουλόν μας τὸν Μωϋσῆν.
Μακ. Δ' 9,3
σύμβουλε τύραννε παρανομίας, μὴ ἡμᾶς μισῶν ὑπὲρ αὐτοὺς ἡμᾶς ἐλέει.
Κολιτσάρα
Τύραννε, σύμβουλε τῆς παρανομίας, ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα μᾶς μισεῖς, μὴ δείχνῃς πρὸς ἡμᾶς, εὐσπλαγχνίαν περισσοτέραν, ἀπὸ ὅσην δείχνομεν ἡμεῖς εἰς τὸν ἑαυτόν μας.
Τρεμπέλα
Τύραννε καὶ σύμβουλε τῆς παρανομίας, ἐνῷ οὐσιαστικῶς μᾶς μισεῖς, μὴ μᾶς εὐσπλαγχνίζεσαι περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι εὐσπλαγχνιζόμεθα ἐμεὶς τοὺς ἑαυτούς μας.
Μακ. Δ' 9,4
χαλεπώτερον γὰρ αὐτοῦ τοῦ θανάτου νομίζομεν εἶναί σου τὸν ἐπὶ τῇ παρανόμῳ σωτηρίᾳ ἡμῶν ἔλεον.
Κολιτσάρα
Εἶναι περισσότερον ἐπιβλαβὴς καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν θάνατον, ναμίζομεν, ἡ συμπάθειά σου διὰ τὴν παράνομον σωτηρίαν μας.
Τρεμπέλα
Διότι θεωροῦμεν τὴν ἰδικήν σου συμπάθειαν διὰ τὴν σωτηρίαν μας, τὴν ὄχι σύμφωνον μὲ τὸν Νόμον, περισσότερον σκληρὰν καὶ ἐπικίνδυνον ἀπὸ τὸν θάνατον.
Μακ. Δ' 9,5
ἐκφοβεῖς δὲ ἡμᾶς τὸν διὰ τῶν βασάνων ἡμῖν θάνατον ἀπειλῶν, ὥσπερ οὐχὶ πρὸ βραχέος παρὰ Ἐλεαζάρου μαθών.
Κολιτσάρα
Θέλεις νὰ μᾶς ἐκφοβίσῃς ἀπειλῶν ἡμᾶς μὲ τὸν διὰ βασανιστηρίων θάνατον, ὡσὰν νὰ μὴ ἔχῃς διδαχθῇ πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν Ἐλεάζαρον.
Τρεμπέλα
Προσπαθεῖς νὰ μᾶς τρομοκρατήσῃς ἀπειλῶντας μας μὲ τὸν διὰ βασανιστηρίων θάνατον, ὡσὰν νὰ μὴ ἔχῃς τίποτε διδαχθῇ πρὶν ἀπὸ ὀλίγον ἀπὸ τὸν Ἐλεάζαρον.
Μακ. Δ' 9,6
εἰ δ’ οἱ γέροντες τῶν Ἑβραίων διὰ τὴν εὐσέβειαν καὶ βασανισμοὺς ὑπομείναντες εὐσέβησαν, ἀποθάνοιμεν ἂν δικαιότερον ἡμεῖς οἱ νέοι, τὰς βασάνους τῶν σῶν ἀναγκῶν ὑπεριδόντες, ἃς καὶ ὁ παιδευτὴς ἡμῶν γέρων ἐνίκησε.
Κολιτσάρα
Ἐὰν δὲ οἱ γέροντες Ἑβραῖοι ὑπέστησαν λόγῳ τῆς εὐσεβείας των καρτερικῶς τὰ βασανιστήρια, θὰ ἦτο πολὺ περισσότερον δίκαιον ἡμεῖς οἱ νεώτεροι νὰ ἀποθάνωμεν περιφρονοῦντες τὰ βασανιστήρια, ποὺ ἀναγκαστικῶς μᾶς ἐπιβάλλεις καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ὁ γέρων διδάσκαλός μας ἐνίκησε.
Τρεμπέλα
Ἐὰν δὲ οἱ γέροντες τῶν Ἑβραίων, ἀφοῦ ὑπέμειναν μὲ καρτερίαν λόγῳ τῆς εὐσεβείας βασανιστήρια, ἔμειναν σταθεροὶ εἰς τὴν πίστιν, θὰ ἦταν περισσότερον ὀρθὸν καὶ πρέπον νὰ ἀποθάνωμεν ἐμεῖς οἱ νέοι, ἀφοῦ περιφρονήσωμεν τὰ βασανιστήρια εἰς τὰ ὁποῖα καταναγκαστικῶς καὶ ἐκβιαστικῶς μᾶς ὑποβάλλεις, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ γέρων διδάσκαλός μας Ἐλεάζαρος ὑπερενίκησε.
Μακ. Δ' 9,7
πείραζε τοιγαροῦν, τύραννε· καὶ τὰς ἡμῶν ψυχὰς εἰ θανατώσεις διὰ τὴν εὐσέβειαν, μὴ νομίσῃς ἡμᾶς βλάπτειν βασανίζων.
Κολιτσάρα
Ἠμπορεῖς, λοιπόν, νὰ μᾶς δοκιμάζῃς, τύραννε. Καὶ ἂν ἀφαιρέσῃς τὴν ζωήν μας ἐξ αἰτίας τῆς εὐσεβείας μας, μὴ νομίσῃς, ὅτι μᾶς βλάπτεις μὲ τὸ νὰ μᾶς βασανίζῃς.
Τρεμπέλα
Δοκίμαζέ μας, λοιπόν, τύραννε· καὶ ἂν ἀκόμη μᾶς θανατώσῃς ἕνεκα τῆς ἐμμονῆς μας εἰς τὴν θρησκείαν μας, μὴ νομίσῃς ὅτι ἠμπορεῖς νὰ μᾶς βλάψῃς μὲ τὸ νὰ μᾶς βασανίζῃς.
Μακ. Δ' 9,8
ἡμεῖς μὲν γὰρ διὰ τῆσδε τῆς κακοπαθείας καὶ ὑπομονῆς τὰ τῆς ἀρετῆς ἆθλα ἕξομεν καὶ ἐσόμεθα παρὰ Θεῷ, δι’ ὃν καὶ πάσχομεν·
Κολιτσάρα
Διότι ἡμεῖς μὲ μίαν τέτοιαν κακοπάθειαν καὶ ὑπομονὴν θὰ ἀποκτήσωμεν τὰ βραβεῖα τῆς ἀρετῆς καὶ θὰ ζήσωμεν πλησίον τοῦ Θεοῦ, πρὸς χάριν τοῦ ὁποίου καὶ θὰ ὑποφέρωμεν.
Τρεμπέλα
Διότι ἐμεῖς δι’ αὐτῆς τῆς ταλαιπωρίας, τοῦ βασανισμοῦ καὶ τῆς ὑπομονῆς θὰ λάβωμεν καὶ θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ βραβεῖα τῆς ἀρετῆς καὶ θὰ εἴμεθα πάντοτε πλησίον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, χάριν τὸν ὁποίου καὶ ὑποφέρομεν.
Μακ. Δ' 9,9
σὺ δὲ διὰ τὴν ἡμῶν μιαιφονίαν αὐτάρκη καρτερήσεις ὑπὸ τῆς θείας δίκης αἰώνιον βάσανον διὰ πυρός. -
Κολιτσάρα
Σὺ ὅμως ἐξ αἰτίας αὐτοῦ του ἀδίκου φόνου μας θὰ ὑποστῇς ἀπὸ ἰδικήν σου ὑπαιτιότητα αἰώνιον βασανισμὸν διὰ πυρὸς ἐκ μέρους τῆς θείας δίκης».
Τρεμπέλα
Σὺ ὅμως ἐξ αἰτίας τοῦ ἰδικοῦ μας ἀδίκου φόνου θὰ ὑποστῇς ἐπαξίως αἰώνια βασανιστήρια διὰ πυρὸς ἀπὸ τὴν θείαν Δικαιοσύνην».
Μακ. Δ' 9,10
Ταῦτα αὐτῶν εἰπόντων, οὐ μόνον ὡς κατὰ ἀπειθούντων ἐχαλέπαινεν ὁ τύραννος, ἀλλ’ ὡς καὶ κατὰ ἀχαρίστων ὠργίσθη.
Κολιτσάρα
Ὅταν εἶπαν αὐτά, ὁ τύραννος δὲν ἐξέσπασεν ἁπλῶς ἐναντίον των διὰ τὴν ἀπείθειάν των, ἀλλὰ ἐξωργίσθη ἐναντίον αὐτῶν ὡς ἀχαρίστων.
Τρεμπέλα
Ὅταν οἱ ἑπτὰ νέοι εἶπαν τὰ λόγια αὐτά, ὁ τύραννος δὲν ἐθύμωσεν ἁπλῶς ἐναντίον των, ὡς ἀνθρώπων ποὺ ἀπείθησαν εἰς τὰ λόγια του, ἀλλὰ καὶ ἐξωργίσθη ἐναντίον των, ὡς ἀνθρώπων ποὺ ἐφάνησαν ἀγνώμονες καὶ ἀχάριστοι.
Μακ. Δ' 9,11
ὅθεν τὸν πρεσβύτατον αὐτῶν κελευθέντες παρήγαγον οἱ ὑπασπισταὶ καὶ διαρρήξαντες τὸν χιτῶνα διέδησαν τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ τοὺς βραχίονας ἱμᾶσιν ἑκατέρωθεν.
Κολιτσάρα
Δι’ αὐτὸ ἀμέσως οἱ στρατιῶται λαβόντες διαταγὴν ἔφεραν ἐμπρὸς τὸν μεγαλύτερον ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἀφοῦ ἐξέσχισαν τὸν χιτῶνα του, ἔδεσαν μὲ λουριὰ τὰ χέρια καὶ τοὺς ἀγκῶνας του ἀπὸ τὸ ἕνα εἰς τὸ ἄλλο μέρος.
Τρεμπέλα
Διὰ τοῦτο, λοιπόν, οἱ στρατιῶται - ὑπασπισταὶ κατὰ διαταγήν του ὡδήγησαν ἐνώπιόν του τὸν μέγαλύτερον ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ ἀδελφοὺς καί, ἀφοῦ ἐξέσχισαν τὸν χιτῶνα του, ἔδεσαν μὲ λουριὰ καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς σφικτὰ τὰ χέρια του καὶ τοὺς ἀγκῶνες του.
Μακ. Δ' 9,12
ὡς δὲ τύπτοντες ταῖς μάστιξιν ἐκοπίασαν μηδὲν ἀνύοντες, ἀνέβαλον αὐτὸν ἐπὶ τὸν τροχόν.
Κολιτσάρα
Ἀφοῦ δὲ ἐκουράσθησαν νὰ τὸν κτυποῦν καὶ νὰ μὴ ἐπιτυγχάνουν τίποτε, τὸν ἔδεσαν ἐπάνω εἰς τὸν τροχόν.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ δὲ ἐκουράσθηκαν νὰ τὸν μαστιγώνουν μὲ τὰ λουριά, χωρὶς τίποτε νὰ κατορθῶνουν μὲ τὶς μαστιγώσεις, τὸν ἔβαλαν καὶ τὸν ἔδεσαν ἐπάνω εἰς τὸν τροχόν (τὸ βασανιστικὸν ὄργανον).
Μακ. Δ' 9,13
περὶ ὃν κατατεινόμενος ὁ εὐγενὴς νεανίας ἔξαρθρος ἐγίνετο.
Κολιτσάρα
Εἰς αὐτὸν βασανιζόμενος ὁ εὐγενὴς νέος ὑπέστη ἐξαρθρώσεις τῶν μελῶν
Τρεμπέλα
Τὸ σῶμα τοῦ εὐγενοῦς νέου, καθὼς ἐτεντώνετο τελείως γύρω ἀπὸ τὸν τροχόν, ἄρχισε νὰ ἑξαρθρώνεται: Τὰ μέλη ἔφευγαν ἀπὸ τοὺς ἁρμοὺς καὶ τις κλειδώσεις των.
Μακ. Δ' 9,14
καὶ κατὰ πᾶν μέλος κλώμενος ἐκακηγόρει λέγων·
Κολιτσάρα
καὶ καθ’ ὃν χρόνον συνετρίβετο κάθε μέλος του, δὲν ἔπαυε νὰ κατηγορῇ μὲ θάρρος τὸν τύραννον. Ἔλεγε·
Τρεμπέλα
Αὐτὸς δέ, ἐνῷ τὸ κάθε μέλος του ἐτσακίζετο, κατηγοροῦσε καὶ ἀπεκήρυσσε τὸν τύραννον μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια:
Μακ. Δ' 9,15
τύραννε μιαρώτατε καὶ τῆς οὐρανίου δίκης ἐχθρὲ καὶ ὠμόφρον, οὐκ ἀνδροφονήσαντά με τοῦτον καταικίζεις τὸν τρόπον, οὐδὲ ἀσεβήσαντα, ἀλλὰ θείου νόμου προασπίζοντα.
Κολιτσάρα
«Μιαρώτατε τύραννε, ἐχθρὲ τῆς θείας δικαιοσύνης καὶ σκληρόψυχε, μὲ τυραννεῖς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὄχι διότι εἶμαι δολοφόνος ἢ ἀσεβής, ἄλλα διότι εἶμαι ὑπερασπιστὴς τοῦ θείου Νόμου».
Τρεμπέλα
«Ἀπαίσιε, ἀκάθαρτε, σιχαμερώτατε τύραννε, ἐχθρὲ τῆς οὐρανίου δικαιοσύνης καὶ ἀγριοψυχε, μὲ καταβασανίζεις καὶ μὲ καταξεσχίζεις μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὄχι διότι ἐφόνευσα ἄνθρωπον, οὔτε διότι ἀσέβησα, ἀλλὰ διότι ὑπερασπίζομαι τὸν θεῖον Νόμον».
Μακ. Δ' 9,16
καὶ τῶν δορυφόρων λεγόντων· ὁμολόγησον φαγεῖν, ὅπως ἀπαλλαγῇς τῶν βασάνων,
Κολιτσάρα
Καὶ εἰς τοὺς δορυφόρους, ποὺ τὸν συνεβούλευαν, «παραδέξου, ὅτι θὰ φάγῃς, διὰ νὰ ἀπαλλαγῇς ἀπὸ τὰ βασανιστήρια»,
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ οἱ στρατιῶται - ὑπασπισταὶ τοῦ βασιλιᾶ τοῦ ἔλεγαν «ὁμολόγησε, συμφώνησε ὅτι θὰ φάγῃς ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα κατὰ τὸν Νόμον κρέατα, διὰ να ἀπαλλαγῇς ἀπὸ τὰ βασανιστήρια».
Μακ. Δ' 9,17
αὐτὸς εἶπεν αὐτοῖς· οὐχ οὕτως ἰσχυρὸς ὑμῶν ἐστιν ὁ τροχός, ᾧ μιαροὶ διάκονοι, ὥστε μου τὸν λογισμὸν ἄγξαι· τέμνετέ μου τὰ μέλη καὶ πυροῦτε τὰς σάρκας καὶ στρεβλοῦτε τὰ ἄρθρα.
Κολιτσάρα
αὐτὸς ἀπήντησε· «δὲν εἶναι τόσον σκληρὸς ὁ βασανιστικὸς τροχός σας, ρυπαροὶ ὑπηρέται, ὥστε νὰ συμπνίξῃ τὸ λογικόν μου. Κομματιάσατε τὰ μέλη μου, καύσατε τὰς σάρκας μου, συστρέψατε τὰς ἀρθρώσεις μου.
Τρεμπέλα
αὐτὸς τοὺς ἀπάντησε: «Δὲν εἶναι τόσον πολὺ σκληρὸς ὁ τροχός (τὸ βασανιστικὸν ὄργανόν) σας, ἀκάθαρτοι, δουλοπρεπεῖς ὑπηρέται, ὥστε νὰ στραγγαλίσετε, νὰ πνίξετε καὶ νὰ φιμώσετε τὸ λογικόν μου. Κατακομματιάσετε τὰ μέλη μου, κάψετέ τις σάρκες μου, στραγγαλίσατε καὶ τυραννήσατε τὶς ἀρθρώσεις μου.
Μακ. Δ' 9,18
διὰ πασῶν γὰρ ὑμᾶς πείσω τῶν βασάνων, ὅτι μόνοι παῖδες Ἑβραίων ὑπὲρ ἀρετῆς εἰσιν ἀνίκητοι.
Κολιτσάρα
Μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ βασανιστήρια θὰ σᾶς πείσω, ὅτι μόνον τὰ τέκνα τῶν Ἑβραίων δὲν νικῶνται εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς».
Τρεμπέλα
Μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ βασανιστήρια θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι μόνον τὰ παιδιὰ τῶν Ἑβραίων εἶναι ἀνίκητα, ὅταν ἀγωνίζωνται ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς».
Μακ. Δ' 9,19
ταῦτα λέγοντι πῦρ ὑπέστρωσαν καὶ διηρέθισαν τὸν τροχὸν προσεπικατατείνοντες·
Κολιτσάρα
Ἐνῷ ἔλεγεν αὐτά, ἔστρωσαν ἐκεῖνοι ἀναμμένους ἄνθρακας κάτω ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἔδωκαν περισσοτέραν ἔντασιν εἰς τὸν τροχόν, τεντώνοντες τὸν νέον ἐπάνω εἰς αὐτόν.
Τρεμπέλα
Ἐνῷ ὁ πρεσβύτερος ἀδελφὸς ἔλεγε τὰ λόγια αὐτά, οἱ στρατιῶται - δήμιοι ἔστρωσαν κάτω ἀπὸ αὐτὸν φωτιά (ἀναμμένα κάρβουνα) καὶ ἀνερρίπισαν τὶς φλόγες της, ταυτυχρόνως δὲ ἐτέντωσαν τὸ σῶμα τοῦ νέου ἀκόμη περισσότερον ἐπάνω εἰς τὸν τροχόν (τὸ βασανιστικὸν ὄργανον).
Μακ. Δ' 9,20
ἐμολύνετο δὲ πάντοθεν αἵματι ὁ τροχός, καὶ ὁ σωρὸς τῆς ἀνθρακιᾶς τῆς τῶν ἰχώρων ἐσβέννυτο σταλαγμοῖς, καὶ περὶ τοὺς ἄξονας τοῦ ὀργάνου περιέρρεον αἱ σάρκες.
Κολιτσάρα
Ἐγέμισεν ὁλόγυρα ἀπὸ τὸ αἷμα του ὁ τροχὸς καὶ ὁ σωρὸς τῆς ἀνθρακιᾶς ἔσβησεν ἀπὸ τοὺς σταλαγμοὺς τῶν ἰχώρων. Ἔλυωναν καὶ ἔπεφταν αἱ σάρκες του ἀπὸ τοὺς ἄξονας τοῦ βασανιστικοῦ ὀργάνου,
Τρεμπέλα
Ὁ δὲ τροχὸς εἶχεν ἀλειφθῇ καὶ λερωθῆ ἀπὸ παντοῦ μὲ τὸ αἷμα τοῦ μάρτυρος, καὶ ὁ σωρὸς ἀπὸ τὰ ἀναμμένα κάρβουνα ἔσβηνε ἀπὸ τὶς σταλαγματιὲς τοῦ πηχτοῦ αἵματος, τὰ δὲ κομμάτια ἀπὸ τὶς σάρκες τοῦ μάρτυρος ἔλειωναν καὶ ἔπεφταν ἀπὸ τοὺς ἄξονες τοῦ βασανιστικοῦ ὀργάνου.
Μακ. Δ' 9,21
καὶ περιτετμημένον ἤδη ἔχων τὸ τῶν ὀστέων πῆγμα ὁ μεγαλόφρων καὶ Ἁβραμιαῖος νεανίας οὐκ ἐστέναξεν.
Κολιτσάρα
καὶ ἐνῷ εἶχε πλέον ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰ ὀστᾶ τὸ περίβλημα τῶν σαρκῶν, ὁ μεγαλόψυχος καὶ Ἀβραμιαῖος ἐκεῖνος νέος δὲν ἀφῆκεν οὔτε στεναγμόν.
Τρεμπέλα
Καὶ παρ’ ὅλον ὅτι εἶχε πλέον ἀποκοπῆ καὶ πέσει ἀπὸ τὰ ὀστᾶ τὸ περίβλημα τῶν σαρκῶν (κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Παρ’ ὅλον ὅτι οἱ σύνδεσμοι τῶν ὀστῶν μὲ τὰ ὀστᾶ εἶχαν ἤδη διαχωρισθῇ καὶ ἀποκοπῆ), ὁ μεγαλόψυχος, γενναιόφρων καὶ ἄξιος ἐκεῖνος νέος ἀπόγονος τοῦ Ἀβραὰμ δὲν ἐγόγγυσεν οὔτε ἀφῆκε βαθὺν ἀναστεναγμόν.
Μακ. Δ' 9,22
ἀλλ’ ὥσπερ ἐν πυρὶ μετασχηματιζόμενος εἰς ἀφθαρσίαν, ὑπέμεινεν εὐγενῶς τὰς στρέβλας·
Κολιτσάρα
Ἀλλά, ὡσὰν νὰ μετεμορφώνετο εἰς ἄφθαρτον, ὑπέμεινε μὲ γενναιότητα τὰς στρεβλώσεις.
Τρεμπέλα
Ἀλλ’ ὡσὰν νὰ μετεμορφώνετο διὰ τῆς φωτιᾶς καὶ νὰ ἐλάμβανε νέαν ἄφθαρτον μορφήν, ὑπέμεινε μὲ γενναιοφροσύνην τὰ βασανιστήρια τῶν στρεβλώσεων.
Μακ. Δ' 9,23
μιμήσασθέ με, ἀδελφοί, λέγων, μή μου τὸν αἰῶνα λιποτακτήσητε μηδ’ ἐξομόσησθέ μου τὴν τῆς εὐψυχίας ἀδελφότητα· ἱερὰν καὶ εὐγενῆ στρατείαν στρατεύσασθε ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας,
Κολιτσάρα
«Μιμηθῆτε με, ἔλεγεν, ἀδελφοί μου· μὴ λιποτακτήσετε προδίδοντες τὸν ἀγῶνα μου καὶ μὴ καταπατήσετε τὸν ὅρκον τῆς ἀδελφοσύνης μας, ποὺ ἐδώσαμεν διὰ τὴν γενναιότητα. Ἀναλάβετε ἱερὰν καὶ εὐγενῆ ἐκστρατείαν χάριν τῆς εὐσεβείας,
Τρεμπέλα
«Μιμηθῆτε με, ἀδελφοί μου», ἔλεγε, «μὴ λιποτακτήσετε προδίδοντες τὸν ἀγῶνα μου καὶ μὴ ἀπαρνηθῆτε τὸν ὅρκον τῆς οἰκογενειακῆς (ἤ: Τῆς ἐθνικῆς) ἀδελφοσύνης μας, τὸν ὁποῖον ἐδώκαμεν διὰ τὴν γενναιοψυχίαν. Ἀναλάβετε ἱερὸν καὶ εὐγενῆ ἀγῶνα χάριν τῆς πρὸς τὸν ζωντανὸν Θεὸν ἀληθινῆς θρησκείας,
Μακ. Δ' 9,24
δι’ ἧς ἵλεως ἡ δικαία καὶ πάτριος ἡμῶν πρόνοια τῷ ἔθνει γενηθεῖσα τιμωρήσειεν τὸν ἀλάστορα τύραννον·
Κολιτσάρα
διὰ τῆς ὁποίας, ἀφοῦ φανῆ εὐσπλαγχνικὴ πρὸς τὸ ἔθνος μας ἡ δικαία καὶ πατροπαράδοτος πρόνοια, εἶθε νὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπερφίαλον τύραννον».
Τρεμπέλα
διὰ τῆς ὁποίας ἡ δικαία καὶ πατροπαράδοτος Πρόνοια, ἀφοῦ γίνῃ εὐσπλαγχνικὴ πρὸς τὸ ἔθνος μας, εἴθε νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἀσεβῆ, κακοῦργον καὶ ἀποτρόπαιον τύραννον».
Μακ. Δ' 9,25
καὶ ταῦτα εἰπὼν ὁ ἱεροπρεπὴς νεανίας ἀπέρρηξε τὴν ψυχήν. -
Κολιτσάρα
Μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ ἱεροπρεπὴς νέος παρέδωκε τὴν ψυχήν του. -
Τρεμπέλα
Καὶ ὅταν ὁ ἱεροπρεπὴς νέος εἶπε τὰ λόγια αὐτά, παρέδωκε τὴν ψυχήν του.
Μακ. Δ' 9,26
Θαυμασάντων δὲ πάντων τὴν καρτεροψυχίαν αὐτοῦ, ἦγον οἱ δορυφόροι τὸν καθ’ ἡλικίαν τοῦ προτέρου δεύτερον καὶ σιδηρᾶς ἐναρμοσάμενοι χεῖρας ὀξέσι τοῖς ὄνυξιν ὀργάνῳ καὶ καταπέλτῃ προσέδησαν αὐτόν.
Κολιτσάρα
Προεκάλεσε τὸν θαυμασμὸν ὅλων ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς του. Ἔφεραν ἐν συνεχείᾳ οἱ στρατιῶται τὸν δεύτερον κατὰ τὴν ἡλικίαν καί, ἀφοῦ προσήρμοσαν σιδηρᾶς χεῖρας μὲ ὀξεῖς ὄνυχας, τὸν προσέθεσαν εἰς καταπέλτην.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ δὲ ὅλοι ἐθαύμασαν τὴν καρτερίαν καὶ γενναιοψυχίαν τοῦ πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ, οἱ στρατιῶται - φρουροὶ τοῦ Ἀντιόχου Δ' ἔφεραν τὸν κατὰ τὴν ἡλικίαν δεύτερον τοῦ προηγουμένου ἀδελφόν, καὶ ἀφοῦ προσήρμοσαν εἰς τὰ χέρια των σιδερένια γάντια, ποὺ εἶχαν μυτερά, σουβλερὰ νύχια, τὸν προσέδεσαν εἰς τὸ βασανιστικὸν ὄργανον, τὸν καταπέλτην.
Μακ. Δ' 9,27
ὡς δὲ εἰ φαγεῖν βούλοιτο πρὶν βασανίζεσθαι πυνθανόμενοι τὴν εὐγενῆ γνώμην ἤκουσαν,
Κολιτσάρα
Ὅταν δὲ τὸν ἠρώτησαν, ἐὰν θέλῃ πρὶν βασανισθῇ νὰ φάγῃ ἀπὸ τὰ μολυσμένα φαγητὰ καὶ ἔμαθαν τὴν εὐγενῆ γνώμην του,
Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ τὸν ἐρώτησαν ἐὰν θέλῃ νὰ φάγῃ ἀπὸ τὰ ἀπαγορευμένα κατὰ τὸν Νόμον φαγητὰ καὶ ἐπληροφορήθησαν τὴν εὐγενῆ γνώμην του (ὅτι δηλαδὴ ἀρνεῖται νὰ φάγῃ),
Μακ. Δ' 9,28
ἀπὸ τῶν τενόντων ταῖς σιδηραῖς χερσὶν ἐπισπασάμενοι μέχρι γε τῶν γενείων τὴν σάρκα πᾶσαν καὶ τὴν τῆς κεφαλῆς δορὰν οἱ παρδάλειοι θῆρες ἀπέσυραν.
Κολιτσάρα
ἀμέσως αἱ αἱμοδιψεῖς παρδάλεις τὸν ἐξέσχισαν, ἀρχίζοντες ἀπὸ τοὺς τένοντας, μὲ τὰ σιδηρᾶ χέρια καὶ ἀφῄρεσαν τὴν σάρκα του μέχρι τῶν γενείων καὶ τῆς κεφαλῆς.
Τρεμπέλα
οἱ ὅμοιοι μὲ ἄγριες παρδάλεις ἐκεῖνοι δήμιοι τὸν ἐξέσχισαν μὲ τὰ μυτερὰ νύχια τῶν σιδερένιων γαντιῶν ποὺ ἐφοροῦσαν εἰς τὰ χέρια, ἀρχίζοντας ἀπὸ τοὺς τένοντες, καὶ ἀφήρεσαν ὅλην τὴν σάρκα τοῦ νέου μέχρι τῶν γενείων καὶ τοῦ δέρματος τῆς κεφαλῆς του.
Μακ. Δ' 9,29
ὁ δὲ ταύτην βαρέως τὴν ἀλγηδόνα καρτερῶν ἔλεγεν· ὡς ἡδὺς πᾶς τρόπος θανάτου διὰ τὴν πάτριον ἡμῶν εὐσέβειαν· ἔφη τε πρὸς τὸν τύραννον·
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ νέος ὑπομένων τὴν ὀξύτητα τόσου μεγάλου πόνου ἔλεγε μετὰ καρτερίας· «πόσον γλυκὺς εἶναι κάθε τρόπος θανάτου διὰ τὴν πίστιν τῶν προγόνων μας!» Προσέθεσε δὲ ἀπευθυνθεὶς πρὸς τὸν τύραννον·
Τρεμπέλα
Αὐτὸς δέ, ὑποφέρων μὲ γενναιότητα καὶ ὑπομονὴν τὴν ἀγωνίαν καὶ τοὺς ὀξεῖς καὶ ἰσχυροὺς πόνους τοῦ μαρτυρίου, ἔλεγε: «Πόσον γλυκὺ εἶναι κάθε εἶδος θανάτου διὰ τὴν πρὸς τὸν ζωντανὸν Θεὸν ἀληθινὴν θρησκείαν τῶν πατέρων μας»! Καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν τύραννον (Ἀντίοχον Δ') εἶπε:
Μακ. Δ' 9,30
οὐ δοκεῖς πάντων ὠμότατε τύραννε, πλεῖον ἐμοῦ σε νῦν βασανίζεσθαι ὁρῶν σου νικώμενον τὸν τῆς τυραννίδος ὑπερήφανον λογισμὸν ὑπὸ τῆς διὰ τὴν εὐσέβειαν ἡμῶν ὑπομονῆς;
Κολιτσάρα
«δὲν νομίζεις, τύραννε ὠμότατε περισσότερον ἀπὸ ὅλους, ὅτι τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὑποφέρεις περισσότερον ἀπὸ ἐμὲ βλέπων ὅτι νικᾶται τὸ ὑπερήφανον φρόνημα τοῦ τυραννικοῦ ἀξιώματός σου ὑπὸ τῆς ὑπομονῆς, ποὺ ἐμπνέει εἰς ἡμᾶς ἡ θρησκεία μας;
Τρεμπέλα
«Δὲν νομίζεις, τύραννε σκληρέ, ἀπάνθρωπε καὶ ἄγριε περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅτι τώρα βασανίζεσαι σὺ περισσότερον ἀπὸ ἑμέ, καθὼς βλέπεις νὰ νικᾶται ὁ ἀλαζονικὸς καὶ αὐθάδης συλλογισμός (τὰ ὑπερήφανα σχέδια) τῆς ἀπολύτου καὶ δυναστικῆς μοναρχίας σου ἀπὸ τὴν γενναίαν ὑπομονὴν ποὺ δείχνουμε διὰ τὴν πρὸς τὸν ζωντανὸν Θεὸν ἀληθινὴν θρησκείαν μας;
Μακ. Δ' 9,31
ἐγὼ μὲν γὰρ ταῖς διὰ τὴν ἀρετὴν ἡδοναῖς τὸν πόνον ἐπικουφίζομαι,
Κολιτσάρα
Διότι ἐγὼ μὲν αἰσθάνομαι ἐλαφρότερον τὸν πόνον μου ἐξ αἰτίας τῆς εὐχαριστήσεως, ποὺ ἀπολαμβάνω ἀγωνιζόμενος διὰ τὴν ἀρετήν.
Τρεμπέλα
Διότι ἐγὼ μὲν ἀνακουφίζομαι καὶ ἐγκαρδιώνομαι ἀπὸ τοὺς πόνους τοῦ μαρτυρίου ἐξ αἰτίας τῆς χαρᾶς καὶ εὐχαριστήσεως ποὺ δοκιμάζω ἀγωνιζόμενος διὰ τὴν ἀρετήν·
Μακ. Δ' 9,32
σὺ δὲ ἐν ταῖς τῆς ἀσεβείας ἀπειλαῖς βασανίζῃ. οὐκ ἐκφεύξῃ δέ, μιαρώτατε τύραννε, τὰς τῆς θείας ὀργῆς δίκας.
Κολιτσάρα
Σὺ ὅμως βασανίζεσαι μέσα εἰς τὰς ἀπειλάς, ποὺ περικλείει ἡ ἀσέβειά σου, καὶ βεβαίως δὲν θὰ διαφύγῃς, μιαρώτατε τύραννε, τὴν δικαίαν τιμωρίαν τῆς θείας ὀργῆς».
Τρεμπέλα
σὺ ὅμως βασανίζεσαι μέσα εἰς τὶς ἀπειλὲς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀσέβειάν σου. Καὶ ὁπωσδήποτε δὲν θὰ γλυτώσῃς, ἀπαίσιε, ἀκάθαρτε καὶ κατ’ ἐξοχὴν σιχαμερὲ τύραννε, τὶς τιμωρίες τῆς θείας ὀργῆς».