Παροιμίαι Σολομώντος 9

Παρ. 9,1

Ἡ σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον καὶ ὑπήρεισε στύλους ἑπτά·

Κολιτσάρα

Ἡ σοφία οἰκοδόμησε διὰ τὸν ἑαυτόν της οἶκον, τὸν ὁποῖον ἐστήριξεν εἰς ἑπτά, εἰς πολλοὺς στερεοὺς καὶ ἀκλόνητους στύλους.

Τρεμπέλα

Ἡ Σοφία, ἐνυπόστατος καὶ ὡς πρόσωπον συγκεκριμένον, ἔκτισε τὴν οἰκίαν της καὶ ἔθεσεν ὡς στήριγμά της στύλους ἑπτά. Οὕτω τὸ οἰκοδόμημα τῆς ἐθεμελιώθη καὶ ἐστηρίχθη ἐπὶ θεμελίου ἀδιασείστου.

Παρ. 9,2

ἔσφαξε τὰ ἑαυτῆς θύματα, ἐκέρασεν εἰς κρατῆρα τὸν ἑαυτῆς οἶνον καὶ ἡτοιμάσατο τὴν ἑαυτῆς τράπεζαν·

Κολιτσάρα

Διὰ τὴν πλουσίαν τράπεζαν, τὴν ὁποίαν θὰ παρέθετε εἰς τοὺς συνδαιτυμόνας της, ἔσφαξε τὰ σφάγιά της καὶ ἐγέμισε μεγάλον οἰνοδοχεῖον μὲ τὸν οἶνον της καὶ ἡτοίμασε τὴν πλουσίαν τράπεζάν της.

Τρεμπέλα

Ἔσφαξε τὰ πρὸς χορτασμὸν τῶν συνδαιτυμόνων της σφάγιά της καὶ ἔρριψεν εἰς μεγάλο οἰνοδοχεῖον τὸν οἶνον της καὶ ἡτοίμασε τὴν τράπεζάν της.

Παρ. 9,3

ἀπέστειλε τοὺς ἑαυτῆς δούλους συγκαλοῦσα μετὰ ὑψηλοῦ κηρύγματος ἐπὶ κρατῆρα λέγουσα·

Κολιτσάρα

Καὶ ἀφοῦ τὰ πάντα ἡτοιμάσθησαν, ἔστειλε τοὺς ὑπηρέτας της, τοὺς κήρυκας τῆς ἀληθείας, προσκαλοῦσα μὲ μεγαλειῶδες ἔντονον κήρυγμα νὰ προσέλθουν, ὅσοι ἤθελαν, νὰ πίουν ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸν οἶνον τοῦ οἰνοδοχείου της. Καὶ ἔλεγεν·

Τρεμπέλα

Ἀκολούθως, ὅταν ἑτοιμάσθησαν ὅλα, ἡ Σοφία ἀπέστειλε τοὺς ὑπηρέτας της καὶ τοὺς τεταγμένους εἰς διακονίαν της νὰ καλῇ τοὺς ἀνθρώπους μὲ λόγια ὑπέροχα, προβάλλουσα αὐτὰ ἀπὸ τόπου ὑψηλοῦ ὡς δροσιστικὸν καὶ εὐφρόσυνον καὶ ζωηφόρον ποτὸν καὶ λέγουσα:

Παρ. 9,4

ὅς ἐστιν ἄφρων, ἐκκλινάτω πρός με· καὶ τοῖς ἐνδεέσι φρενῶν εἶπεν·

Κολιτσάρα

«ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ἔχει ἀποκτήσει σοφίαν καὶ σύνεσιν, ἂς ἔλθῃ πρὸς ἐμέ». Καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πτωχοὶ ἀπὸ ἀπόψεως νοητικῶν ἱκανοτήτων, εἶπεν·

Τρεμπέλα

Ὅποιος δὲν ἔχει ἀποκτήσει ἀκόμη φρόνησιν καὶ στερεῖται σοφίας καὶ συνέσεως, ἂς ἔλθῃ κοντά μου διὰ νὰ τὸν κάμω σοφόν. Καὶ εἰς ἐκείνους, ποὺ εἶναι πτωχοὶ ἀπὸ μυαλά, εἶπεν:

Παρ. 9,5

ἔλθετε φάγετε τῶν ἐμῶν ἄρτων καὶ πίετε οἶνον, ὃν ἐκέρασα ὑμῖν·

Κολιτσάρα

«ἐλᾶτε νὰ φάγετε ἀπὸ τοὺς ἄρτους μου καὶ νὰ πίετε ἀπὸ τὸ κρασί, τὸ ὁποῖον ἐγὼ σᾶς ἔχω κεράσει.

Τρεμπέλα

Ἐλάτε νὰ φάγετε ἀπὸ τοὺς ἄρτους μου καὶ νὰ πίετε ἀπὸ τὸν οἶνόν μου, τὸν ὁποῖον γιὰ σᾶς ἔχω κεράσει.

Παρ. 9,6

ἀπολείπετε ἀφροσύνην, ἵνα εἰς τὸν αἰῶνα βασιλεύσητε, καὶ ζητήσατε φρόνησιν, καὶ κατορθώσατε ἐν γνώσει σύνεσιν.

Κολιτσάρα

Ἀφήσατε τὴν ἀνοησίαν καὶ ἀπερισκεψίαν, εἰς τὴν ὁποίαν σᾶς προσκαλεῖ ἡ ἁμαρτία, καὶ ἐλᾶτε μαζῆ μου, διὰ νὰ βασιλεύσετε μὲ ἐμὲ αἰωνίως. Ζητήσατε καὶ ἐπιδιώξατε τὴν φρόνησιν, ποὺ ἐγὼ παρέχω, καὶ ἀγωνισθῆτε, διὰ νὰ ἐπιτύχετε νὰ γίνετε ἐν γνώσει συνετοί.

Τρεμπέλα

Ἀφήσατε τὴν ἀνοησίαν καὶ ἀσυνεσίαν, ποὺ σᾶς προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία, διὰ νὰ βασιλεύσετε μαζί μου αἰωνίως, καὶ ζητήσατε τὴν φρόνησιν καὶ διὰ τῆς γνώσεως τοῦ θελήματός μου κατορθώσατε νὰ γίνετε συνετοί.

Παρ. 9,7

Ὁ παιδεύων κακοὺς λήψεται ἑαυτῷ ἀτιμίαν· ἐλέγχων δὲ τὸν ἀσεβῆ μωμήσεται ἑαυτόν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ποὺ θὰ θελήσῃ νὰ παιδαγωγήσῃ τοὺς ἀμετανοήτως κακούς, θὰ ἐξευτελισθῇ καὶ θὰ ὑβρισθῇ ἀπὸ αὐτούς. Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ὑποδείξῃ τὰ σφάλματα καὶ νὰ ἐλέγξῃ τὸν κακόν, θὰ ἐπισύρῃ συκοφαντίας καὶ ἀδίκους κατηγορίας ἐναντίον του.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ παιδαγωγήσῃ τοὺς κακούς, θὰ ἀτιμασθῇ καὶ θὰ ὑβρισθῇ ἀπὸ αὐτούς, διότι εἶναι πείσμονες καὶ ἀδιόρθωτοι. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ θέλει νὰ ἐλέγξῃ τὸν κακὸν καὶ ἀσεβῆ, ἀντὶ νὰ τὸν ὠφελήσῃ, θὰ προσάψῃ κατηγορίαν εἰς τὸν ἑαυτόν του.

Παρ. 9,8

μὴ ἔλεγχε κακούς, ἵνα μὴ μισήσωσί σε· ἔλεγχε σοφόν, καὶ ἀγαπήσει σε.

Κολιτσάρα

Μὴ ἐλέγχῃς, λοιπόν, τοὺς κακούς, διὰ νὰ μὴ σὲ μισήσουν. Ἔλεγχε καὶ ὑπόδειξε τὸ ὀρθὸν εἰς τὸν συνετὸν καὶ μυαλωμένον, καὶ αὐτὸς θὰ σὲ ἀγαπήσῃ.

Τρεμπέλα

Μὴ ἐλέγχῃς τοὺς κακούς, διὰ νὰ μὴ σὲ μισήσουν· ἔλεγχε τὸν μυαλωμένον καὶ συνετόν, καὶ θὰ σὲ ἀγηπήσῃ, διότι γνωρίζει τὴν ἀξίαν τοῦ ἐλέγχου.

Παρ. 9,9

δίδου σοφῷ ἀφορμήν, καὶ σοφώτερος ἔσται· γνώριζε δικαίῳ, καὶ προσθήσει τοῦ δέχεσθαι.

Κολιτσάρα

Μὲ τὰς ὑποδείξεις σου δίδε εἰς τὸν σοφὸν ἀφορμὴν διορθώσεώς του καὶ βελτιώσεως, καὶ θὰ γίνῃ σοφώτερος καὶ συνετώτερος. Κάμε γνωστὰς εἰς τὸν δίκαιον τὰς ἀτελείας του καὶ αὐτὸς εὐγνωμόνως θὰ δέχεται ἀκόμη προθυμότερον τὰς συμβουλάς σου.

Τρεμπέλα

Δίδε εἰς τὸν συνετὸν καὶ σοφὸν ἀφορμὴν διορθώσεως, καὶ θὰ γίνῃ σοφώτερος, προσεκτικώτερος καὶ τελειότερος· κάμε γνωστὸς καὶ φανέρωσε εἰς τὸν ἐνάρετον τὰς ἐλλείψεις τοῦ χαρακτῆρος του, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ δέχεται τὰς ὑποδείξεις καὶ τὰς συμβουλάς σου.

Παρ. 9,10

ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου, καὶ βουλὴ ἁγίων σύνεσις, τὸ δὲ γνῶναι νόμον διανοίας ἐστὶν ἀγαθῆς·

Κολιτσάρα

Ἀρχὴ καὶ θεμέλιον τῆς ἀληθινῆς σοφίας εἶναι ἡ εὐλάβεια καὶ ὁ φόβος τοῦ Κυρίου. Πόθος δὲ καὶ θέλησις τῶν ἁγίων εἶναι ἡ κατὰ Θεὸν σύνεσις. Ἡ δὲ κατανόησις τοῦ θείου νόμου εἶναι δεῖγμα καλοπροαίρετου καὶ φωτισμένης διανοίας.

Τρεμπέλα

Βάσις καὶ θεμέλιον τῆς κατὰ Θεὸν σοφίας εἶναι ὁ βαθὺς σεβασμὸς καὶ ἡ βαθεῖα πρὸς τὸν Θεὸν εὐλάβεια, καὶ ἐκεῖνο, ποὺ θέλουν καὶ ἐπιθυμοῦν οἱ ἅγιοι, εἶναι ἡ σύνεσις. Τὸ νὰ ἐννοήσῃ δὲ κανεὶς τὸν θεῖον νόμον εἶναι γνώρισμα καὶ ἀπόδειξις φωτισμένης διανοίας.

Παρ. 9,11

τούτῳ γὰρ τῷ τρόπῳ πολὺν ζήσεις χρόνον, καὶ προστεθήσεταί σοι ἔτη ζωῆς σου.

Κολιτσάρα

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, μὲ τὴν εὐλάβειαν καὶ ὑπακοήν σου πρὸς τὸν Θεόν, θὰ ζήσῃς πολὺν χρόνον καὶ θὰ προστεθοῦν εἰς σὲ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ πολλὰ χρόνια ζωῆς.

Τρεμπέλα

Μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, δηλαδὴ μὲ τὸ νὰ φοβῆσαι καὶ εὐλαβῆσαι τὸν Θεὸν καὶ μὲ τὸ νὰ μελετᾷς καὶ ἐφαρμόζῃς τὸν νόμον του, θὰ ζήσῃς πολὺν χρόνον καὶ θὰ σοῦ προστεθοῦν πολλὰ χρόνια ζωῆς.

Παρ. 9,12

υἱέ, ἐὰν σοφὸς γένῃ σεαυτῷ, σοφὸς ἔσῃ καὶ τοῖς πλησίον· ἐὰν δὲ κακὸς ἀποβῇς, μόνος ἂν ἀντλήσεις κακά. ὃς ἐρείδεται ἐπὶ ψεύδεσιν, οὗτος ποιμαίνει ἀνέμους, ὁ δ’ αὐτὸς διώξεται ὄρνεα πετόμενα· ἀπέλιπε γὰρ ὁδοὺς τοῦ ἑαυτοῦ ἀμπελῶνος, τοὺς δὲ ἄξονας τοῦ ἰδίου γεωργίου πεπλάνηται· διαπορεύεται δὲ δι’ ἀνύδρου ἐρήμου καὶ γῆν διατεταγμένην ἐν διψώδεσι, συνάγει δὲ χερσὶν ἀκαρπίαν.

Κολιτσάρα

Παιδί μου, ἐὰν γίνῃς κατὰ Θεὸν σοφός, θὰ εἶσαι καλὸς διὰ τὸν ἑαυτόν σου, καλὸς δὲ καὶ διὰ τὸν πλησίον σου. Ἐὰν ὅμως γίνῃς κακός, τὰς συνεπείας καὶ τὰς ὀδύνας τῆς κακίας σου θὰ τὰς συσσωρεύῃς μόνος σου ἐπάνω σου. Ὅποιος στηρίζεται εἰς τὸ ψεῦδος, ποιμαίνει ἀνέμους, ματαιοπονεῖ. Αὐτὸς εἶναι σὰν νὰ κυνηγᾷ πουλιά, ποὺ πετοῦν εἰς τὸν ἀέρα καὶ εἶναι ἄπιαστα. Ἀδίκως κοπιάζει. Ὁ ὀκνηρὸς καὶ ἀσύνετος, ποὺ ἐγκατέλειψε τὸν δρόμον, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ εἰς τὸ ἀμπέλι του, καὶ περιεπλανήθη μακρὰν τῶν δρόμων, ποὺ ὁδηγοῦν εἰς τὸν ἰδικόν του ἀγρόν, ὅπου εἶχε καθῆκον νὰ ἐργασθῇ, αὐτὸς βαδίζει ἔτσι διὰ μέσου μιᾶς ἐρήμου καὶ ἀνύδρου περιοχῆς, διὰ μέσου ἑνὸς τόπου, ποὺ εὑρίσκεται εἰς ξηρὰς καὶ διψασμένος περιοχάς, μαζεύει μὲ τὰ χέρια τοῦ ἀκαρπίαν, δηλαδὴ τὸ τίποτε.

Τρεμπέλα

Παιδί μου, ἐὰν γίνῃς σοφὸς κατὰ Θεόν, θὰ εἶσαι διὰ τῆς σοφίας σου ταύτης χρήσιμος καὶ ὠφέλιμος καὶ εἰς τὸν πλησίον σου· ἐὰν δὲ ἀποβῇς ἀσύνετος καὶ κακός, θὰ ἀντλῇς μόνος σου, ὡσὰν ἀπὸ πηγάδι, τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας σου. Ὅποιος στηρίζεται εἰς τὸ ψεῦδος καὶ τὴν ὀκνηρίαν, βόσκει ἀνέμους, ματαιοπονεῖ. Ὁ τοιοῦτος κυνηγᾷ πουλιά, ποὺ πετοῦν καὶ εἶναι ἄπιαστα· διότι ἀφῆκε τὸν δρόμον, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὸ ἀμπέλι του, ὅπου πρέπει νὰ ἐργασθῇ, καὶ ἔχει ἀποπλανηθῇ ἀπὸ τὴν κατεύθυνσιν, ποὺ τὸν φέρει εἰς τὸ κτῆμα του. Ὁ τοιοῦτος περνᾷ μέσα ἀπὸ ἔρημον ξηρὰν καὶ ἄνυδρον καὶ ἀπὸ τόπον, ποὺ εὑρίσκεται εἰς περιοχὰς διψασμένας καὶ ἐστερημένας καὶ τῆς ἐλαχίτης ὑγρασίας, μαζεύει δὲ μὲ τὰ χέρια του ἀκαρπίαν, καὶ συνεπῶς δὲν ἀποθηκεύει τίποτε.

Παρ. 9,13

Γυνὴ ἄφρων καὶ θρασεῖα ἐνδεὴς ψωμοῦ γίνεται, ἣ οὐκ ἐπίσταται αἰσχύνην.

Κολιτσάρα

Ἡ ἀσύνετος, ἡ διεφθαρμένη καὶ ἡ ἀδιάντροπος γυναῖκα φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ στερῆται καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ψωμί της καὶ νὰ πεινᾷ. Αὐτὴ δὲν ξέρει, τί θὰ πῇ ἐντροπὴ καὶ σεμνότης.

Τρεμπέλα

Ἡ γυναῖκα ἡ ἀποξενωμένη τῆς σοφίας, ἡ διεφθαρμένη καὶ ἀδιάντροπος, καταντᾷ νὰ στερῆται καὶ αὐτοῦ τοῦ ψωμιοῦ της καὶ νὰ πεινᾷ. Αὐτὴ δὲν ξέρει τί θὰ πῇ ἐντροπή, συστολὴ καὶ σεμνότης.

Παρ. 9,14

ἐκάθισεν ἐπὶ θύραις τοῦ ἑαυτῆς οἴκου, ἐπὶ δίφρου ἐμφανῶς ἐν πλατείαις,

Κολιτσάρα

Ἐκάθησεν ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν θύραν τοῦ σπιτιοῦ της, ἐπάνω εἰς ὑψηλὸν κάθισμα, ὥστε νὰ φαίνεται ἀπὸ τοὺς ἄνδρας, ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὰς πλατείας,

Τρεμπέλα

Ὡς προσωποποίησις τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία πόλεμεῖ τὸ ἔργον τῆς σοφίας, ἐκάθισεν ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν πόρταν τοῦ σπιτιοῦ της εἰς κάθισμα ὑψηλὸν καὶ στολισμένον, διὰ νὰ φαίνεται καλὰ ἀπὸ τὴν πλατεῖαν, τὴν πολυσύχναστον ἀπὸ ἀνθρώπους,

Παρ. 9,15

προσκαλουμένη τοὺς παριόντας καὶ κατευθύνοντας ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν·

Κολιτσάρα

προσκαλεῖ αὐτούς, ποὺ διέρχονται καὶ βαδίζουν κατ’ εὐθεῖαν τὸν δρόμον των, λέγουσα·

Τρεμπέλα

καὶ προσκαλεῖ αὐτοὺς ποὺ περνοῦν καὶ αὐτοὺς ποὺ βαδίζουν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τοὺς δρόμους των

Παρ. 9,16

ὅς ἐστιν ὑμῶν ἀφρονέστατος, ἐκκλινάτω πρός με καὶ τοῖς ἐνδεέσι φρονήσεως παρακελεύομαι λέγουσα·

Κολιτσάρα

«ὅποιος ἀπὸ σᾶς εἶναι ἀνοητότατος καὶ ἠλίθιος, ἂς ἔλθῃ κοντά μου. Καὶ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται καὶ τῆς στοιχειώδους συνέσεως καὶ γνώσεως προτρέπω καὶ τοὺς λέγω·

Τρεμπέλα

καὶ τοὺς λέγει ὑποβλητικῶς καὶ σκανδαλιστικῶς: Ὅποιος ἀπὸ σᾶς εἶναι ἠλίθιος, ἂς ἔλθῃ κοντά μου· καὶ τοὺς πτωχοὺς ἀπὸ μυαλὸ καὶ φρόνησιν τοὺς προσκαλῶ ἀπὸ κοντὰ καὶ τοὺς λέγω·

Παρ. 9,17

ἄρτων κρυφίων ἡδέως ἅψασθε καὶ ὕδατος κλοπῆς γλυκεροῦ.

Κολιτσάρα

πιᾶστε καὶ πάρτε στα χέρια σας τὸ κρυφὸ ψωμί μου καὶ τὰ ἀπηγορευμένα φαγητά μου. Πιέτε τὸ νοστιμώτατο κλεμμένο νερό μου»!

Τρεμπέλα

πιᾶστε εἰς τὰ χέρια σας ψωμὶ κρυφὸ καὶ θὰ γλυκανθῆτε, καὶ πίετε νερὸ κλεμμένο, ποὺ φαίνεται νόστιμον. Ἡ ἁμαρτία δηλαδὴ ἐπιμένει, ὅτι θὰ εὕρῃ εἰς αὐτὴν ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀληθινὴν χαράν.

Παρ. 9,18

ὁ δὲ οὐκ οἶδεν ὅτι γηγενεῖς παρ’ αὐτῇ ὄλλυνται, καὶ ἐπὶ πέταυρον ᾅδου συναντᾷ.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄνδρας, ποὺ ἑλκύεται ἀπὸ τὰ λόγια της καὶ πηγαίνει κοντὰ της, δὲν γνωρίζει ὅτι οἱ ὑλόφρονες καὶ σαρκολάτραι εὑρίσκουν ἐκεῖ τὴν ἀπώλειαν, καὶ ὅτι ἡ συνάντησίς της εἶναι παγίδα, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὰς εἰσοδους τοῦ ᾅδου.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ὁ ἄνδρας, ποὺ ἐξαπατᾶται ἀπὸ αὐτήν, πηγαίνει καὶ δὲν γνωρίζει ὅτι οἱ ὑλόφρονες καὶ σαρκολάτραι εὑρίσκουν κοντά της ὄχι τὴν χαράν, ἀλλὰ τὴν ἀπώλειαν, καὶ ἡ συνάντησίς των μὲ τὴν ἁμαρτίαν εἶναι παγίς, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὸν σκοτεινὸν Ἅδην.

Παρ. 9,18α

ἀλλὰ ἀποπήδησον, μὴ χρονίσῃς ἐν τῷ τόπῳ, μηδὲ ἐπιστήσῃς τὸ σὸν ὄμμα πρὸς αὐτήν·

Κολιτσάρα

Σὺ ὅμως ἐκτινάξου μὲ μεγάλα πηδήματα μακρὰν ἀπὸ αὐτὴν καὶ μὴ σταματήσῃς οὐδὲ ἐπ’ ἐλάχιστον χρόνον εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Οὔτε δὲ καὶ νὰ προσηλώσῃς τὸ βλέμμα σου πρὸς αὐτήν.

Τρεμπέλα

Σὺ ὅμως, ποὺ ἔχεις διάθεσιν νὰ ἀκούσῃς τὴν συμβουλήν μου, φύγε ἀπὸ ἐκεῖ μὲ μεγάλα πηδήματα, μὴ χρονοτριβήσῃς καθόλου εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, οὔτε νὰ τῆς φανερώσῃς τὸ ὄνομά σου.

Παρ. 9,18β

οὕτως γὰρ διαβήσῃ ὕδωρ ἀλλότριον καὶ ὑπερβήσῃ ποταμὸν ἀλλότριον·

Κολιτσάρα

Ἔτσι ὅταν συμπεριφερθῇς καὶ πράξῃς, θὰ περάσῃς, χωρὶς νὰ ἐγγίσῃς τὸ ξένον καὶ ἀπηγορευμένον αὐτὸ νερό. Θὰ διαβῇς τὸν ἐπικίνδυνον αὐτὸν ξένον ποταμὸν ἀσφαλής.

Τρεμπέλα

Διότι μόνον ἔτσι θὰ κατορθώσῃς νὰ περᾴσῃς νερὸ ξένον καὶ μολυσματικόν, ποὺ δὲν ἀνήκει εἰς σέ, ἀφοῦ αὐτή, ποὺ σὲ καλεῖ νὰ ξεδιψάσῃς μαζί της, νὰ σβήσῃς δηλαδὴ τὴν ἐπιθυμίαν σου, δὲν εἶναι νόμιμος γυναῖκα σου· μόνον ἔτσι θὰ προσπεράσῃς ποτάμι ἐπικίνδυνον καὶ ξένον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον, ἂν θελήσῃς νὰ δροσισθῇς, θὰ πνιγῇς.

Παρ. 9,18γ

ἀπὸ δὲ ὕδατος ἀλλοτρίου ἀπόσχου καὶ ἀπὸ πηγῆς ἀλλοτρίας μὴ πίῃς,

Κολιτσάρα

Κράτησε τὸν ἑαυτόν σου μακρυὰ ἀπὸ τὰ ξένα δολερὰ ὕδατα τῆς ἁμαρτωλῆς χαρᾶς καὶ μὴ πίῃς νερὸ ἀπὸ ξένην πηγήν. Μὴν θελήσῃς νὰ ἀπολαύσῃς χαράν μὲ ἁμαρτωλὴν γυναῖκα,

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὸ ξένο νερὸ νὰ ἀπομακρυνθῇς καὶ ἀπὸ ξένην πηγὴν νὰ μὴ πίῃς. Μὴ πλησιάσῃς δηλαδὴ τὴν μοιχαλίδα γυναῖκα·

Παρ. 9,18δ

ἵνα πολὺν ζήσῃς χρόνον, προστεθῇ δέ σοι ἔτη ζωῆς.

Κολιτσάρα

διὰ νὰ ζήσῃς ἐτσι ἐπὶ πολὺν χρόνον καὶ νὰ προστεθοῦν εἰς σὲ πολλὰ ἔτη.

Τρεμπέλα

διὰ νὰ ζήσῃς πολὺν καιρὸν καὶ νὰ σοῦ προστεθοῦν χρόνια ἐπιγείου ζωῆς καὶ μακροημέρευσις.