Ψαλμός 12
Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
Κολιτσάρα
Συνετέθη ἀπὸ τὸν Δαυΐδ. Ἡ μουσική του ἐκτέλεσις ἀνατίθεται εἰς τὸν ἀρχιμουσικόν.
Τρεμπέλα
Στὸν πρωτοψάλτη· ψαλμὸς τοῦ Δαβίδ.
Ψαλμ. 12,2
Ἕως πότε, Κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος; ἕως πότε ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ;
Κολιτσάρα
Ἕως πότε, Κύριε, θὰ μὲ λησμονῇς ἐντελῶς; Ἕως πότε θὰ ἀποστρέφῃς, σὰ νὰ ἀδιαφορῇς διὰ τὴν θλῖψιν μου, τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ ἐμέ;
Τρεμπέλα
Ἕως πότε, Κύριε, θὰ μὲ ἔχῃς λησμονημένον ἐντελῶς; Ἕως πότε θὰ ἀποστρέφῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ ἐμέ, σὰν νὰ μὴ σ’ ἐνδιαφέρῃ καθόλου ἡ δυστυχία μου;
Ψαλμ. 12,3
ἕως τίνος θήσομαι βουλὰς ἐν ψυχῇ μου, ὀδύνας ἐν καρδίᾳ μου ἡμέρας καὶ νυκτός; ἕως πότε ὑψωθήσεται ὁ ἐχθρός μου ἐπ’ ἐμέ;
Κολιτσάρα
Ἕως πότε, Κύριε, θὰ καταρτίζω μέσα μου σχέδια λυτρώσεώς μου ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου, καὶ ὅμως θὰ δοκιμάζῃ ἡμέραν καὶ νύκτα ἡ καρδία μου ὀδύνας, διότι θὰ βλέπῃ αὐτὰ νὰ ναυαγοῦν, ὥστε νὰ μένω ἔτσι ἐκτεθειμένος εἰς κινδύνους; Ἕως πότε θὰ ὑψώνεται ἀπειλητικὸς καὶ θὰ θριαμβεύῃ ἐναντίον μου ὁ ἐχθρός;
Τρεμπέλα
Ἕως πότε θὰ συλλαμβάνω σχέδια καὶ ἀποφάσεις εἰς τὴν ψυχήν μου καὶ θὰ δοκιμάζῃ ἡ καρδία μου θλίψεις καὶ ὀδύνας ἀναζητοῦσα νυχθημερὸν τρόπον σωτηρίας καὶ μέσον ἀσφαλείας ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ τὰς περιπετείας μου; Ἕως πότε ὁ ἐχθρός μου θὰ ὑψώνεται ἰσχυρότερος καὶ ἀπειλητικώτερος κατ’ ἐμοῦ καὶ θὰ κινδυνεύω νὰ ποδοπατηθῶ τεταπεινωμένος ἀπὸ αὐτόν;
Ψαλμ. 12,4
ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριε ὁ Θεός μου· φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον,
Κολιτσάρα
Ρῖψε ἕνα βλέμμα συμπαθείας πρὸς ἐμέ, καὶ ἄκουσε τὴν προσευχήν μου Κύριε, ὁ Θεός μου. Ἀναζωογόνησε τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὸ βάρος τῶν μεγάλων καὶ πολυαρίθμων θλίψεων πρόκειται νὰ σβήσῃ. Μὴ ἐπιτρέψῃς νὰ κλείσουν ὁριστικῶς τὰ μάτια μου καὶ κοιμηθῶ τὸν ὕπνον τοῦ θανάτου·
Τρεμπέλα
Ρῖψε τὸ βλέμμα σου πατρικὸν καὶ συμπαθὲς ἐπ’ ἐμέ, καὶ εἰσάκουσον τὴν προσευχήν μου, Κύριε, ποὺ εἶσαι ὁ μόνος Θεός μου. Φώτισε τὰ μάτια μου τὰ βυθισμένα εἰς σκότος θλίψεων καὶ συμφορῶν, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου κινδυνεύω νὰ καταληφθῶ ἀπὸ τὸν θανατηφόρον ὕπνον τῆς ἀπογνώσεως καὶ ἁμαρτίας.
Ψαλμ. 12,5
μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· ἴσχυσα πρὸς αὐτόν· οἱ θλίβοντές με ἀγαλλιάσονται, ἐὰν σαλευθῶ.
Κολιτσάρα
διὰ νὰ μὴ εἴπῃ μὲ πολλὴν χαιρεκακίαν ὁ ἐχθρός μου· «ὑπερίσχυσα ἐναντίον του καὶ τὸν ἐνίκησα». Οἱ ἐχθροί μου, ποὺ μὲ θλίβουν, θὰ χαροῦν πάρα πολύ, ἐὰν κλονισθῶ καὶ πέσω.
Τρεμπέλα
Δός μου φωτισμὸν καὶ θάρρος ἐλπίδος, διὰ νὰ μὴ εἴπῃ μεγαλαυχῶν καὶ ἐπαιρόμενος ὁ ἐχθρός μου· τὸν κατενίκησα καὶ ὑπερίσχυσα αὐτοῦ. Αὐτοί, ποὺ τώρα μὲ θλίβουν, θὰ σκιρτήσουν ἀπὸ ἀγαλλίασιν, ἐὰν κλονισθῶ καὶ ἀνατραπῶ.
Ψαλμ. 12,6
ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῷ ἐλέει σου ἤλπισα, ἀγαλλιάσεται ἡ καρδία μου ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου· ἄσω τῷ Κυρίῳ τῷ εὐεργετήσαντί με καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Ὑψίστου.
Κολιτσάρα
Ἐγὼ ὅμως ἔχω στηρίξει τὴν ἐλπίδα μου εἰς σέ. Ἡ καρδία μου θὰ αἰσθανθῇ ἀπερίγραπτον χαράν, ὅταν σὺ εὐδοκήσῃς καὶ μοῦ στείλῃς τὴν ποθητὴν σωτηρίαν. Τότε ἐγὼ θὰ τραγουδῶ ὕμνους εὐχαριστίας πρὸς σὲ τὸν εὐεργέτην καὶ Κύριόν μου, καὶ θὰ συνθέσω ὕμνους δοξολογίας εἰς δόξαν τοῦ ὀνόματος Κυρίου τοῦ Ὑψίστου.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ ὅμως ἔχω στηριγμένην τὴν ἐλπίδα μου εἰς τὸ ἔλεός σου. Καὶ ἂν αὐτοὶ χαίρουν τώρα, διότι περιμένουν τὴν πτῶσιν μου, ἔχω ἀκλόνητον πεποίθηση καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ καρδία μου θὰ γεμίσῃ ἀγαλλίασιν, διότι σὺ θὰ μὲ σώσῃς. Ἄσματα εὐγνωμοσύνης θὰ τονίσω εἰς τὸν Κύριον, ποὺ μὲ εὐηργέτησε, καὶ ὕμνους δοξολογίας θὰ ψάλω εἰς τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Ὑψίστου.