Ψαλμός 130

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Κολιτσάρα

[---]

Τρεμπέλα

Ὠδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Ψαλμ. 130,1

Κύριε, οὐχ ὑψώθη ἡ καρδία μου, οὐδὲ ἐμετεωρίσθησαν οἱ ὀφθαλμοί μου, οὐδὲ ἐπορεύθην ἐν μεγάλοις, οὐδὲ ἐν θαυμασίοις ὑπὲρ ἐμέ.

Κολιτσάρα

Κύριε, δὲν ὑψώθηκε ἀπὸ κενοδοξίαν καὶ ὑπερηφάνειαν ἡ καρδία μου, οὔτε καὶ ἐσήκωσα τὰ μάτια μου μὲ ἔπαρσιν ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Δὲν ἐπεδίωξα διὰ λόγους φιλοδοξίας μεγαλεῖα, οὔτε ἐπεχείρησα πράγματα, ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν δύναμίν μου καὶ τὴν ἀξίαν μου, μὲ σκοπὸν νὰ προκαλέσω τὸν θαυμασμόν.

Τρεμπέλα

Κύριε, δὲν ὑψώθη ἀπὸ ἔπαρσιν καὶ ὑπερηφάνειαν ἡ καρδία μου, οὔτε οἱ ὀφθαλμοί μου ἐσηκώθησαν ἀκατάδεκτοι καὶ μετ’ ἀλαζονείας ὑπὲρ τοὺς ἄλλους παρατρέχοντες αὐτούς, οὔτε ἐπεδίωξα ἐκ φιλοδοξίας μεγάλα, οὔτε ἐπεχείρησα πράγματα ὑπερβαίνοντα τὰς δυνάμεις μου, διὰ τῶν ὁποίων νὰ προκαλέσω τὴν τιμὴν καὶ τὸν θαυμασμόν.

Ψαλμ. 130,2

εἰ μὴ ἐταπεινοφρόνουν, ἀλλὰ ὕψωσα τὴν ψυχήν μου ὡς τὸ ἀπογεγαλακτισμένον ἐπὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, ὡς ἀνταποδώσεις ἐπὶ τὴν ψυχήν μου.

Κολιτσάρα

Ἐὰν δὲν ἐζοῦσα καὶ δὲν ἐφερόμην μὲ ταπεινοφροσύνην, ἐὰν δὲν ἔχω ἐξαρτήσει ὅλην μου τὴν ὕπαρξιν ἀπὸ σὲ καὶ πρὸς σὲ δὲν ἔχω ὑψωμένα τὰ βλέμματά μου, ὅπως τὸ ἀπογαλακτισμένον βρέφος πρὸς τὴν μητέρα του, ἔτσι ἂς ἀνταποδώσῃς εἰς τὴν ψυχήν μου, τιμωρίαν μὲν ἐὰν ἐφέρθην μὲ ὑπερηφάνειαν, ἀμοιβὴν δὲ ἐὰν ἔζησα μὲ ταπεινοφροσύνην.

Τρεμπέλα

Ἐὰν δὲν διηρχόμην τὴν ζωήν μου ἐν ταπεινοφροσύνη, καὶ ἐὰν δὲν ἐξήρτησα ὅλην τὴν ἐσωτερικήν μου ὕπαρξιν ἀπὸ σέ, ὥστε νὰ ἔχω ὑψωμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς πρὸς σὲ σὰν τὸ νήπιον, τὸ ὁποῖον ἔχουν ἀποκόψει ἀπὸ τὸ μητρικὸν γάλα, καὶ ὑψώνει πλῆρες πόθου τὸ στόμα καὶ τὰ χείλη του πρὸς τὴν μητέρα, ἀναζητοῦν τὸ μητρικὸν στῆθος, οὕτως ἂς ἀνταποδώσῃς εἰς τὴν ψυχήν μου, τιμωρῶν τὴν ὑπερηφάνειάν μου.

Ψαλμ. 130,3

ἐλπισάτω Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸν Κύριον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.

Κολιτσάρα

Ὅλος ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἂς ἔχῃ στηριγμένας τὰς ἐλπίδας του πρὸς τὸν Κύριον ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

Τρεμπέλα

Ἂς ἐλπίζῃ ὁ Ἰσραὴλ εἰς τὸν Κύριον τώρα καὶ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα.